ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄(Η μομφή περί της ατεκνίας κατά του Ιωακείμ και η φυγή του Ιωακείμ)
1*2 Eν ταις «Ιστορίαις*3 των δώδεκα φυλών του Ισραήλ», ην Ιωακείμ, πλούσιος σφόδρα και προσέφερε τα δώρα αυτού διπλά λέγων «Έσται της περιουσίας μου παντί τω λαώ και τω της αφέσεως μου Κυρίω, εις ιλασμόν εμοί».
2 Ήγγικεν δε ημέρα του Κυρίου η Μεγάλη*4 και προσέφερον οι υιοί Ισραήλ τα δώρα αυτών. Και έστη κατενώπιον αυτού Ρουβίμ λέγων: «Ουκ έξεστιν σοι, πρώτον προσενεγκείν τα δώρα σου, καθότι σπέρμα ουκ εποίησας εν τω Ισραήλ».
3 Και ελυπήθη Ιωακείμ σφόδρα και απίει εις την δωδεκάφυλον*5 του λαού λέγων: «Θεάσομαι την δωδεκάφυλον του Ισραήλ, ει εγώ μόνος ουκ εποίησα σπέρμα εν τω Ισραήλ». Και ηρεύνησε και εύρε πάντας τους δικαίους, ότι σπέρμα ανέστησαν εν τω Ισραήλ. Και εμνήσθη του Πατριάρχου Αβραάμ, ότι εν τη εσχάτη ημέρα έδωκεν αυτώ ο Θεός υιόν, τον Ισαάκ.
4 Και ελυπήθη Ιωακείμ σφόδρα και ουκ εφάνη τη γυναικί αυτού, αλλ΄ έδωκεν εαυτόν εις την έρημον κακεί έπηξε την σκηνήν αυτού.
*1 Υπάρχουν τουλάχιστον επτά γραφές που αποτελούν τίτλο ή προοίμιο του έργου αυτού. Οι συγκεκριμένες δύο είναι οι παλαιότερες.
*2 Στην έκδοση του Tischendorf δεν υπάρχει διαίρεση στίχων. Εδώ τηρείται, για λόγους τυπικής ομοφωνίας και παρότι την θεωρώ κακή, η διαίρεση, της εκδόσεως, της οποίας επικεφαλής ήταν ο Ιωάννης Δ. Καραβιδόπουλος.
*3 Ποιες είναι αυτές οι ιστορίες; Είναι βιβλίο ή το αναφερόμενο στο στίχο 4 «δωδεκάφυλον»;
*4 Στις Γραφές ανάλογες φράσεις είναι σε χρήση, χωρίς να εννοείται πάντα το Πάσχα. Προφανώς είναι μια των εορτών που υποχρεωτικά επισκέπτονταν οι Ιουδαίοι τον Ναό: Πουρίμ, Πάσχα και Σκηνοπηγία. Πιθανότατα η τρίτη, καθώς προέβλεπε προσφορές και στήσιμο σκηνών (βλέπε στίχο 7).
*5 Τι ήταν το δωδεκάφυλον; Μήπως αρχεία γενεαλογιών των φυλών του Ισραήλ που τηρούνταν κρατούνταν στον ναό σαν και αυτές του Χριστού που οι Ματθαίος και Λουκάς διασώζουν;
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄(Η ανησυχία της Άννης περί της ενδεχόμενης χηρείας της
και ο διάλογος με την ψυχοπαίδα της Ιουδίθ)
1 H δε γυνή αυτού Άννα, δύο θρήνους εθρήνει και δύο κοπετούς εκόπτετο λέγουσα: «Κόψομαι την χηρείαν μου, κόψομαι και την ατεκνίαν μου».
2 Ήγγισεν δε η ημέρα κυρίου η Μεγάλη και είπεν Ιουδίθ η παιδίσκη αυτής: «Έως πότε ταπεινοίς την ψυχήν σου; Ιδού ήγγικεν η ημέρα Κυρίου η Μεγάλη και ουκ έξεστίν σοι πενθείν. Αλλά λάβε τούτο το κεφαλοδέσμιο, ο έδωκέ μοι η κυρία του έργου και ουκ έξεστίν μοι αναδήσασθαι αυτό, καθότι παιδίσκη ειμί και χαρακτήρα έχει βασιλικόν*6».
3 Και είπεν Άννα: «Απόστηθι απ΄ εμού και ταύτα ούκ εποίησα και Κύριος εταπείνωσέ με σφόδρα. Μη πως πανούργος έδωκέν σοι τούτο και ήλθες κοινωνήσαι με τη αμαρτία σου». Και είπεν Ιουδίθ: «Τι αράσομαί σοι, καθότι Κύριος απέκλεισε την μήτρα σου, του μη δούναι σοι καρπόν εν τω Ισραήλ;»
4 Και ελυπήθη Άννα σφόδρα και περιείλατο τα ιμάτια αυτής τα πενθικά και απεσμήξατο την κεφαλήν αυτής και ενεδύσατο τα ιμάτια αυτής τα νυμφικά και περί ώρα ενάτη κατέβη εις τον παράδεισο*7 του περιπατήσαι. Και είδε δαφνηδαία και εκάθισεν υποκάτω αυτής και ελιτάνευσε τον δεσπότην λέγουσα: «Ο Θεός των πατέρων ημών, ευλόγησόν με και επάκουσον της δεήσεώς μου, καθώς ευλόγησας την μήτρα Σάρρας και έδωκας αυτή υιόν τον Ισαάκ».
*6 Η αναφορά σε κεφαλόδεσμο με βασιλικό χαρακτήρα, είναι κατά τον Stryker, ένδειξη της καταγωγής του έργου από την Αίγυπτο, καθώς τέτοια εργαστήρια υπό κρατικό έλεγχο υπήρχαν εκεί.
*7 Κήπος–Δασάκι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄(Ο θρήνος της Άννης περί της ατεκνίας της)
1 Kαι ατενίσασα εις τον ουρανόν είδε καλιάν στρουθίων εν τη δαφνηδαία και εποίησε θρήνο εν εαυτή λέγουσα: «Οίμοι, τίς με εγέννησεν; Ποία δε μήτρα εξέφυσέ με; Ότι κατάρα εγεννήθην εγώ, ενώπιον των υιών Ισραήλ και ωνειδίσθην και εξεμυκτήρισάν με εκ Ναού Κυρίου.
2 Οίμοι, τίνι ωμοιώθην εγώ; Ούχ ωμοιώθην εγώ τοις πετεινοίς του ουρανού; Ότι και τα πετεινά του ουρανού γόνιμα εισί ενώπιόν Σου, Κύριε. Οίμοι, τίνι ωμοιώθην εγώ; Ούχ ωμοιώθην εγώ τοις θηρίοις της γής; Ότι και τα θηρία της γής γόνιμα εισί ενώπιόν Σου, Κύριε.
3 Οίμοι, τίνι ομοιώθην εγώ; Ούχ ωμοιώθην τοις ύδασι τούτοις; Ότι και τα ύδατα ταύτα γόνιμα εισί ενώπιόν Σου, Κύριε. Οίμοι, τίνι ωμοιώθην εγώ; Ούχ ωμοιώθην εγώ τη γή ταύτη; Ότι και η γή προσφέρει τους καρπούς αυτής κατά καιρόν και Σε ευλογεί, Κύριε !»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄(Ο Ευαγγελισμός της Άννης και του Ιωακείμ
και η Σύναξη των Δικαίων αυτών)
1 Kαι ιδού Άγγελος Κυρίου επέστη λέγων αυτή: «Άννα, Άννα, επήκουσε Κύριος της δεήσεώς σου και συλλήψει και γεννήσεις. Και λαληθήσεται το σπέρμα σου εν όλη τη οικουμένη !» Και είπεν Άννα: «Ζή Κύριος ο Θεός μου ! Εάν γεννήσω, είτε άρρεν, είτε θήλυ, προσάξω αυτό δώρο Κυρίω τω Θεώ μου και έσται λειτουργούν αυτώ, πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού !»
2 Και ιδού ! Ήλθον άγγελοι*8 δύο, λέγοντες αυτή: «Ιδού ! Ιωακείμ ο ανήρ σου έρχεται μετά των ποιμνίων αυτού !» Άγγελος γαρ Κυρίου κατέβη προς αυτόν λέγων: «Ιωακείμ, Ιωακείμ, επήκουσε Κύριος ο Θεός της δεήσεώς σου. Κατάβηθι εντεύθεν. Ιδού γαρ ! Η γυνή σου Άννα εν γαστρί λήψεται !»
3 Και κατέβη Ιωακείμ και εκάλεσεν τους ποιμένας αυτού λέγων: «Φέρετέ μοι, ώδε, δώδεκα αμνάδες ασπίλους και αμώμους και έσονται Κυρίω τω Θεώ μου. Και φέρετέ μοι δέκα δύο μόσχους απαλούς και έσονται τοις Ιερεύσι και τη Γερουσία. Και εκατό χιμάρους*9 παντί τω λαώ».
4 Και ιδού ! Ιωακείμ ήκε μετά των ποιμνίων αυτού και έστη Άννα προς την πύλη και είδε τον Ιωακείμ ερχόμενο. Και δραμούσα εκρεμάσθη εις τον τράχηλο αυτού λέγουσα: «Νύν οίδα, ότι Κύριος ο Θεός ευλόγησέ με σφόδρα. Ιδού γαρ ! Η χήρα ουκέτι χήρα και η άτεκνος εν γαστρί λήψομαι !» Και ανεπαύσατο Ιωακείμ την πρώτη ημέρα εις τον οίκον αυτού.
*8 Το ζητούμενο εδώ είναι εάν οι δύο είναι Άγγελοι ή αγγελιοφόροι. Πιθανότατα για να μην υπάρχει επεξήγηση θα πρόκειται περί αγγελιοφόρων.
*9 Κατσίκια.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
(Το περιστατικό στο «Πέταλο» του Ιερέως
και το Γεννέσιο της Θεοτόκου)
1 Tη δε επαύριον, προσέφερε τα δώρα αυτού λέγων εν εαυτώ: «Εάν Κύριος ο Θεός ιλάσθητί μοι, το Πέταλο*10 του Ιερέως φανερό μοι ποιήσει !» Και προσέφερε τα δώρα αυτού Ιωακείμ και προσείχεν τω Πέταλω του ιερέως, ως επέβη επί το θυσιαστήριο Κυρίου και ούκ είδεν αμαρτία εν εαυτώ. Και είπεν Ιωακείμ: «Νύν οίδα, ότι, Κύριος ιλάσθητί μοί και άφηκεν πάντα τα αμαρτήματα μου !» Και κατέβη εκ ναού Κυρίου δεδικαιωμένος και απήλθεν εν τη οικία αυτού.
2 Επληρώθησαν δε οι μήνες αυτής, εν δε τω ενάτω*11 μηνί εγέννησεν Άννα. Και είπε τη μαία: «Τι εγέννησα;». Η δε είπε: «Θήλυ». Και είπεν Άννα: «Εμεγαλύνθη η ψυχή μου εν τη ημέρα ταύτη». Και ανέκλινεν αυτήν. Πληρωθεισών δε των ημερών, απεσμήξατο Άννα και έδωκε μασθόν τη παιδί και επωνόμασε το όνομα αυτής Μαριάμ.
*10 Το πέταλο του Ιερέως ήταν χρυσή πλακέτα που δι΄ ερυθρών ταινιών εφάρμοζε στην λευκή μίτρα που φορούσε ο Αρχιερέας την ώρα της θυσίας του εξιλασμού των αμαρτιών. Πάνω στο πέταλο έγραφε κατά το εβραϊκό κείμενο «Άγιος τω Θεώ» ή κατά το ελληνικό των Ο΄ «Αγίασμα τω Κυρίω».
*11 Δεν συμφωνούν όλα τα χειρόγραφα στον αριθμό των μηνών. Ο πιο παλαιός κώδικας που σώζεται λέει επτά, άλλοι δύο οκτώ και οι μεταγενέστεροι εννέα.

Η Ευλόγησις της Θεοτόκου υπο των Ααρωνιτών Ιερέων
Ψηφιδωτό του Εσωνάρθηκα της Ι.Μ. Χώρας του Αχωρήτου Κωνσταντινουπόλεως
1315-1321



