Το πρόβλημα του Θεού
Χρήστος Γιανναράς
Αν διερωτηθούμε, πως άρχισαν οι άνθρωποι να μιλάνε για το Θεό, πως μπήκε στη ζωή τους αυτό το πρόβλημα, θα διαπιστώσουμε μάλλον τρεις βασικές αφετηρίες, τις σπουδαιότερες:
α. Θρησκευτική αφετηρία
Πρώτη αφετηρία, η θρησκευτική ανάγκη. Υπάρχει μέσα στον άνθρωπο, στην ίδια τη «φύση» του όπως λέμε, μια αυθόρμητη ανάγκη να αναφερθεί σε κάτι που τον ξεπερνάει, σε κάποια ύπαρξη πολύ ανώτερη από τη δική του. Ίσως αυτή η ανάγκη να ξεκινάει από το φόβο του ανθρώπου μπροστά σε φυσικές δυνάμεις που είναι απειλή και κίνδυνος για τη ζωή του. Θέλει να εξευμενίσει αυτές τις δυνάμεις, να συμφιλιωθεί μαζί τους και έτσι να αναχαιτίσει το φόβο που του προξενούν. Ο τρόπος του για να το κάνει είναι να τους αποδώσει λογικό, να τις θεωρήσει λογικές υπάρξεις που μπορούν να τον ακούσουν, να τον καταλάβουν, να δεχθούν τα δώρα του που με θυσίες τους προσφέρει. Έτσι βλέπει ο άνθρωπος μια λογική ύπαρξη, ανώτερη, που ρίχνει τους κεραυνούς και αναταράζει τις θάλασσες και σείει τη γη και γονιμοποιεί τα σπέρματα και διαιωνίζει τη ζωή. Αυτή η δύναμη τη λέει Θεό και συχνά την πολυμερίζει, βλέπει μέσα στον κόσμο τόσους θεούς όσες και οι δυνάμεις που τον εντυπωσιάζουν.
Αν αυτή είναι η πιθανότερη αφορμή για τη γένεση της θρησκείας, δεν το ξέρουμε. Σίγουρα όμως ένα τέτοιο επίπεδο θρησκευτικότητας το συναντάμε συχνά μέσα στις ανθρώπινες κοινωνίες, ακόμα και σήμερα. Είναι μια ανθρωποκεντρική θρησκευτικότητα: θέλει να εξασφαλίσει και να κατοχυρώσει τον άνθρωπο στην αδυναμία του, να κατασιγάσει τους φόβους του. Γιʼ αυτό και δεν περιορίζεται σε μια θεωρητική μόνο πίστη σε ανώτερες δυνάμεις αλλά προσφέρει στον άνθρωπο και συγκεκριμένους, πρακτικούς τρόπους γιʼ αυτή την εγωκεντρική εξασφάλιση και την ψυχολογική του άμυνα. Του προσφέρει μια λατρεία με αυστηρά καθορισμένους τύπους, που εξασφαλίζουν κάποια επικοινωνία και με τον εξευμενισμό του θείου, όπως του προσφέρει και μια ηθική, δηλαδή έναν κώδικα εντολών και υποχρεώσεων-τι είναι αρεστό στο Θεό και τι δεν είναι.
Αν ο άνθρωπος ακολουθεί με συνέπεια τους τελετουργικούς τύπους και εφαρμόζει με ακρίβεια την ηθική που επιβάλλει η θρησκεία του, τότε πια «έχει το Θεό στην τσέπη του», είναι δηλαδή εφησυχασμένος ότι καλά τα καταφέρνει στη σχέση του με το θείο. Δεν φοβάται τιμωρία, αντίθετα, περιμένει αμοιβές και εξυπηρετήσεις από τον Θεό. Συνήθως αυτός ο τύπος του θρησκευτικού ανθρώπου έχει μεγάλη έπαρση για την ευσέβεια και την αρετή του και γίνεται σκληρός για όσους συνανθρώπους του δεν έχουν να επιδείξουν ανάλογα θρησκευτικά και ηθικά κατορθώματα.
β. Η αναζήτηση της αλήθειας
Δεύτερη αφετηρία της ανθρώπινης αναφοράς στο Θεό, είναι η αναζήτηση της αλήθειας και η δίψα της γνώσης.
Σε όλους τους μεγάλους πολιτισμούς που γνώρισε η Ιστορία, οι αναζητήσεις της ανθρώπινης σκέψης για τη διασάφηση των θεμελιωδών φιλοσοφικών ερωτημάτων καταλήγουν σε μια θεολογία, δηλαδή σε ένα «λόγο περί του Θεού». Το χαρακτηριστικότερο, αλλά και πληρέστερο παράδειγμα είναι η περίπτωση των αρχαίων Ελλήνων.
Στην αρχαία Ελλάδα η αναφορά στο Θεό είναι λογική συνέπεια της παρατήρησης του κόσμου. Παρατηρώντας τον κόσμο διαπιστώνουμε, πως όλα όσα υπάρχουν ακολουθούν μια λογική σειρά και τάξη. Τίποτα δεν είναι τυχαίο ή αυθαίρετο. Έτσι, είμαστε υποχρεωμένοι να δεχθούμε ότι και η καταγωγή του κόσμου πρέπει να ακολουθεί μια λογική συνέπεια, δηλαδή ο κόσμος να είναι αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης αιτίας. Αυτή η Πρώτη Αιτία ή Αρχή του κόσμου την ονομάζουν Θεό.
Τι είναι ακριβώς αυτή η πρώτη αιτία ή η αρχή του κόσμου, δεν μπορούμε να το ξέρουμε, δεν μπορούμε να το ξέρουμε. Μπορούμε όμως με τη λογική μας να συναγάγουμε μερικά συμπεράσματα για τις ιδιότητες (ιδιώματα) που πρέπει να έχει: Για να είναι Πρώτη Αιτία, σημαίνει ότι η ίδια δεν οφείλει την ύπαρξή της σε κάτι προγενέστερο από αυτήν, επομένως πρέπει να την υποθέσουμε Αυτοαιτία, αιτία και του εαυτού της και όλων των υπαρκτών.
Και αφού ως Αυτοαιτία δεν εξαρτάται από τίποτε άλλο, πρέπει να τη θεωρήσουμε μέγεθος απόλυτο (απολελυμένο-ελεύθερο από κάθε περιορισμό). Ως απόλυτο μέγεθος ο Θεός οφείλει να είναι άχρονος, παντοδύναμος, απεριόριστος. Πρέπει ο ίδιος να είναι η αρχή της κίνησης που συνιστά το «γίγνεσθαι» του κόσμου και μετριέται ως χρόνος. Άρα ο ίδιος ως αρχή της κίνησης, είναι οπωσδήποτε ακίνητος, αφού τίποτα δεν προϋπάρχει του Θεού για να το θέσει σε κίνηση. Και ως ακίνητος είναι και αμετάβλητος. Επομένως και απαθής και τέλεια μακάριος.
Όλα αυτά τα συμπεράσματα (και άλλα πολλά) που μπορούμε με τη σκέψη να συναγάγουμε, δεν μας κάνουν γνωστό το Θεό, πείθουν μόνο τη λογική μας και της επιβάλλουν να δεχθεί ως πραγματικότητα τη νοητική υπόθεση της ύπαρξής του. Όπως αν περπατάμε στην έρημο και συναντήσουμε ξαφνικά μπροστά μας ένα σπίτι, είμαστε υποχρεωμένοι να δεχθούμε ότι κάποιος το έχτισε – σπίτια δεν φυτρώνουν, ούτε στήνονται από μόνα τους μέσα στην έρημο. Αγνοούμε όπως ποιος είναι ο κατασκευαστής. Από τα χαρακτηριστικά του κτίσματος μπορούμε να υποθέσουμε μερικές ιδιότητες ή γνωρίσματα του κατασκευαστή, αν έχει καλαισθησία λ.χ., ή αρκετή ευφυΐα στην εφαρμογή της στατικής, ή ακόμα ποιες ανάγκες εξυπηρετούσε με τους χώρους που κατασκεύασε,
Αλλά το πρόσωπό του μας μένει άγνωστο, δεν τον συναντήσαμε ποτέ, δεν τον ξέρουμε. Σίγουρα υπαρκτός, είναι απρόσιτος στην άμεση γνώση.
γ. Η προσωπική σχέση
Την τρίτη αφετηρία της ανθρώπινης αναφοράς στο Θεό τη διασώζει μια και μόνη ιστορική παράδοση, η παράδοση του λαού των Εβραίων.
Οι Εβραίοι αρχίζουν να μιλάνε για τον Θεό με αφορμή ένα συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός: Χίλια εννιακόσια περίπου χρόνια πριν από τον Χριστό, στη χώρα των Χαλδαίων (σε μια περιοχή της κάτω Μεσοποταμίας, κοντά στον περσικό κόλπο) ον Θεός αποκαλύπτεται σε ένα συγκεκριμένο άνθρωπο, τον Αβραάμ. Ο Αβραάμ συναντάει τον Θεό, όπως συναντάμε ένα ανθρώπινο πρόσωπο, μια ύπαρξη με την οποία μπορούμε να διαλεχθούμε, να σταθούμε απέναντί της πρόσωπο με πρόσωπο. Και καλεί ο Θεός τον Αβραάμ να εγκαταλείψει τη χώρα του, να εγκατασταθεί στη γη Χαναάν, γιατί αυτή η γη είναι προορισμένη για το λαό που θα προέλθει από τους απογόνους του – τα παιδιά που θα γεννήσει η ανίκανη πια για τεκνογονία Σάρα.
Η γνώση του Θεού προκύπτει από την προσωπική συνάντηση του Αβραάμ μαζί του, δεν έχει τίποτε να κάνει με θεωρητικές υποθέσεις, αναγωγικούς συλλογισμούς και λογικές αποδείξεις. Είναι μόνο μια εμπειρία , και όπως κάθε αληθινή σχέση βασίζεται μόνο στην πίστη-εμπιστοσύνη που γεννιέται ανάμεσα στους σχετιζόμενους. Ο Θεός αποδεικνύει τη θεότητά του στον Αβραάμ με μόνη την πιστότητά του στις επαγγελίες του. Και ο Αβραάμ εμπιστεύεται τον Θεό, ως το σημείο να είναι έτοιμος να θυσιάσει το παιδί που του χάρισε στα γεράματά της η Σάρα- αυτό το παιδί που είναι η προϋπόθεση για την εκπλήρωση των επαγγελιών του Θεού.
Την ίδια γνώση του Θεού από μιαν άμεση εμπειρία προσωπικής σχέσης μαζί του έχουν και ο Ισαάκ και ο Ιακώβ, το παιδί και το εγγόνι του Αβραάμ. Έτσι, για τους απογόνους αυτής της οικογένειας, από τους οποίους προκύπτει ο λαός του Ισραήλ, ο Θεός δεν είναι ούτε μια αφηρημένη έννοια , ούτε μια απρόσωπη δύναμη. Όταν οι Εβραίοι μιλάνε για τον Θεό, λένε: «ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ», ένα συγκεκριμένο πρόσωπο που το γνώρισαν και συναναστράφηκαν οι πρόγονοί τους. Και η γνώση του Θεού βασίζεται στην πίστη-εμπιστοσύνη στους προγόνους –στην αξιοπιστία της μαρτυρίας τους.
δ. Επιλογή στόχου και δρόμου
Αυτές οι τρεις αφετηρίες της ανθρώπινης αναφοράς στον Θεό δεν ανήκουν αποκλειστικά στο παρελθόν. Υπάρχουν σαν πραγματικές δυνατότητες σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο. Πάντοτε υπάρχουν άνθρωποι που δέχονται την ύπαρξη του Θεού, χωρίς να πολυενδιαφέρονται για την αλήθεια του και τα θεωρητικά προβλήματα που γεννάει. Τη δέχονται μόνο από ψυχολογική ανάγκη αναφοράς σε κάτι «υπερβατικό», ανάγκη ατομικής τους κατοχύρωσης απέναντι στο άγνωστο-όπως και από ανάγκη για την επιβολή και διατήρηση μιας ηθικής τάξης μέσα στον κόσμο.
Παράλληλα υπάρχουν πάντοτε άνθρωποι που δέχονται την ύπαρξη του
Θεού, μόνο επειδή η λογική τους υποχρεώνει να τη δεχθούν. Πιστεύουν, όπως λένε, «σε μια ανώτερη δύναμη», «ένα ανώτατο Ον» που πρέπει να έφτιαξε όσα υπάρχουν και να τα συντηρεί. Δεν μπορούν να ξέρουν, ούτε και τους ενδιαφέρει ίσως, τι ακριβώς είναι αυτή η «ανώτερη δύναμη»ή το «ανώτατο Ον». Έστω κι αν συνδυάζουν την απλή νοητική τους βεβαιότητα και με μερικές «θρησκευτικές» συνήθειες-με την προσαρμογή τους στους τελετουργικούς τύπους και στις ηθικές επιταγές της καθιερωμένης στο κοινωνικό περιβάλλον που ζουν θρησκείας –μέσα τους υπάρχει ένας βαθύς αγνωστικισμός, που δεν συμβιβάζεται παρά μόνο με τη γενική και αφηρημένη ιδέα του «ανώτατου Όντος».
Υπάρχει επίσης και τρίτη μορφή αναφοράς στο Θεό, η πίστη-εμπιστοσύνη στην ιστορική εμπειρία της αποκάλυψής του. Τα «τέκνα του Αβραάμ», ο λαός του Ισραήλ, συνεχίζουν μέσα στους αιώνες τη στάση αποδοχής της αλήθειας του Θεού, όχι με κριτήρια συναισθηματικά ή λογικά, αλλά με μόνη τη βεβαιότητα για την αξιοπιστία των πατέρων τους. Ο Θεός αποδείχνει την ύπαρξή του με τις παρεμβολές του μέσα στην Ιστορία, επαληθεύει την παρουσία του μέσα στα όρια της προσωπικής πάντα σχέσης. Αποκαλύπτεται στο Μωυσή και μιλάει μαζί του «ενώπιος ενωπίω ως ει τις λαλήσαι προς τον εαυτού φίλον» (Εξοδ. 33.11). Καλεί και τους προφήτες και τους επιστρατεύει στο έργο της υπόμνησης των επαγγελιών, στις οποίες ο Θεός μένει πάντα πιστός.
Όσοι εμπιστεύονται την ιστορική εμπειρία των αποκαλύψεων του Θεού, δεν είναι δύσκολο να δεχθούν και μια ακόμη παρεμβολή του στη ζωή των ανθρώπων, αυτή τη φορά «εν σαρκί» στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Βέβαια, για την ορθολογιστική σκέψη οι έννοιες θεότητα και ενσάρκωση είναι αντιφατικές, η μια αποκλείει την άλλη: Δεν είναι νοητό ο Θεός που από τη φύση του οφείλει να είναι άπειρος, απεριόριστος, παντοδύναμος κλπ. να υπάρξει ως περατή, αποσπασματική ανθρώπινη μονάδα υποταγμένη στους περιορισμούς του χώρου και του χρόνου. Γιʼ αυτό και για τους Έλληνες της εποχής του Χριστού του κήρυγμα της ενανθρώπισης του Θεού ήταν πραγματικά «μωρία» (1 Κορ. 1,23).
Όμως, για να δεχθεί κανείς ή να απορρίψει αυτή τη «μωρία», πρέπει να έχει απαντήσει σε μερικά θεμελιώδη ερωτήματα, που κρίνουν πολύ γενικότερα το νόημα και το περιεχόμενο που δίνει στη ζωή του: Κάθε τι που υπάρχει είναι προκαθορισμένο και οφείλει να υπάρχει με τον τρόπο που επιβάλλει η ανθρώπινη λογική; Ή η ύπαρξη είναι ένα γεγονός που ξεπερνάει τους προκαθορισμούς και τα σχήματα της διάνοιας και μόνο με την άμεση εμπειρία μπορούμε να το δεχτούμε και να το σπουδάσουμε; Τι είναι αληθινά υπαρκτό; ό,τι αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας, ό,τι βεβαιώνει η λογική μας, ή υπάρχουν και πραγματικότητες που τις γνωρίζουμε μέσα στα όρια μιας αμεσότερης και καθολικότερης σχέσης; Της σχέσης που μας επιτρέπει λ.χ. να διακρίνουμε ποιοτικές διαφορές, να συλλαμβάνουμε το «νόημα» της ποίησης πέρα από τις λέξεις, να συνειδητοποιούμε τη λειτουργία των συμβόλων, να βεβαιωνόμαστε για την υποκειμενική μας «ταυτότητα», να ανακαλύπτουμε την άρρητη μοναδικότητα ενός προσώπου, να αντιλαμβανόμαστε τους αφορισμούς της σύγχρονης φυσικής για το «τετραδιάστατο συνεχές» ή για το δισήμαντο της φύσης του φωτός;
Αυτά τα ερωτήματα αξίζουν πολλή μελέτη και λεπτομερή ανάλυση, θα μας απομάκρυναν όμως από το βασικό θέμα που εδώ μας απασχολεί. Εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσουμε καταρχήν τους τρόπους και δρόμους που θα ακολουθήσουμε για τη γνώση του Θεού. Αν θέλουμε να γνωρίσουμε την αφηρημένη έννοια του Θεού που επιβάλλει η λογική αναγκαιότητα, πρέπει να ακολουθήσουμε με συνέπεια τους κανόνες ακριβώς της λογικής. Αν θέλουμε να γνωρίσουμε το Θεό της θρησκευτικής ψυχολογίας και του συναισθήματος, πρέπει να καλλιεργήσουμε μέσα μας τα ψυχολογικά και θρησκευτικά κίνητρα γιʼ αυτή τη γνώση. Κι αν θέλουμε να γνωρίσουμε τον Θεό της ιουδαιοχριστιανικής παράδοσης, πρέπει να ακολουθήσουμε την οδό της προσωπικής σχέσης και εμπειρίας, την οδό της πίστης. Να ακολουθήσουμε και τον ένα και τον άλλο δρόμο, να συνδυάσουμε τους τρόπους της γνώσης, είναι η πιο σίγουρη πορεία προς τη σύγχυση και το αδιέξοδο.
«Το Αλφαβητάρι της πίστης»
To πρόβλημα του Θεού (Χρήστος Γιανναράς)
Καθημερινά πνευματικά μηνύματα.
Συντονιστής: Συντονιστές
Επιστροφή στο “Πνευματικά Μηνύματα”
Μετάβαση σε
- Agiooros.net
- ↳ Ανακοινώσεις του agiooros.net
- ↳ Εισηγήσεις για το Φόρουμ
- ↳ Αλληλογνωριμία & Συναντήσεις μελών του agiooros.net
- ↳ Χρόνια Πολλά
- Αγιορείτικα
- ↳ Το Αγιο Όρος
- ↳ Αγιορείται Πατέρες
- ↳ Ιστορίες - Εμπειρίες από το Αγιον Όρος
- ↳ Πνευματικά Ερωτήματα
- ↳ Διαδρομές μονοπάτια στον Αθω
- Άγιοι Τόποι
- ↳ Άγιοι Τόποι
- ↳ Πατριαρχείον Ιεροσολύμων
- ↳ Ιερά Μονή Θεοβαδίστου Όρους Σινά
- Πνευματικά Ερωτήματα προς τον π. Αντώνιο
- ↳ Αρχείο Ερωτημάτων προς π. Αντώνιο
- ↳ Πνευματικά θέματα
- ↳ Ψυχολογικά Θέματα
- ↳ Διάφορα ερωτήματα στον π. Αντώνιο.
- Εκκλησιαστικά
- ↳ Ορθοδοξία
- ↳ Θαύματα
- ↳ Βυζαντινή Μουσική
- ↳ Αγιογραφία
- ↳ Λέσχη Αναγνωστών - Βιβλιοπροτάσεις
- ↳ Πνευματικά Αναγνώσματα
- ↳ Αλληλοβοήθεια
- ↳ Ανακοινώσεις Ιερών Μητροπόλεων
- ↳ Ορθόδοξη Ιεραποστολή
- ↳ Πνευματικά Μηνύματα
- ↳ Διάφορες Ομιλίες
- ↳ Πνευματικά Quiz
- ↳ Ιερές Μονές/Προσκυνήματα εκτός του Αγίου Όρους
- ↳ Λειτουργικά Θέματα.
- ↳ Πνευματικά Ανέκδοτα
- ↳ Προφητείες-Σημεία των Καιρών
- ↳ Λειτουργικές απορίες.
- ↳ Βίοι Αγίων και Γερόντων
- ↳ Παρακλητικοί Κανόνες-Ακολουθίες
- ↳ Εκκλησιαστική Ιστορία
- ↳ Εκκλησιαστική ιστορία κατά τους νεότερους χρόνους
- ↳ Εκκλησιαστική ιστορία κατά τους πρώτους Αποστολικούς χρόνους
- ↳ Αγία Γραφή
- ↳ Πνευματικά Θέματα
- Γενικές Συζητήσεις
- ↳ Επικαιρότητα
- ↳ Διάφορα Θέματα
- ↳ Οι συνταγές μας
- ↳ Εκκλησιαστική Επικαιρότητα
- ↳ Σελίδες που ανακαλύψαμε και ίσως σας ενδιαφέρουν
