Αμερικανισμός και αντι-αμερικανισμός
Δημοσιεύτηκε: Παρ Ιαν 12, 2007 11:42 am
Παραθέτω ένα πολύ σπουδαίο - κατά την γνώμη μου - άρθρο του μεγάλου Ευγένιου Αρανίτση από την "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία" στις 17/09/2006 με τίτλο "Αμερικάνοι και αντιαμερικάνοι".
Πιστέψτε με, έχει μεγάλο ενδιαφέρον και μπορεί να αποτελέσει μια καλή αφετερία συζήτησης σχετικά με το τι τελικά εκφράζει σήμερα η αμερικανική κουλτούρα και ποιο πρέπει να είναι σήμερα, το περιεχόμενο του αντιαμερικανισμού.
ΑΠΟΛΑΥΣΤΕ ΤΟ!
----------------------------------------------------------------------------------
Αμερικάνοι και αντιαμερικάνοι
Του ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΑΡΑΝΙΤΣΗ
Είμαστε όλοι παιδιά ενός θανάτου, του θανάτου της Αριστεράς. Αναφέρομαι στον θάνατο μιας ανήσυχης και γοητευτικής Αριστεράς που έγραψε τα ομορφότερα συνθήματά της στο διάστημα μεταξύ της έκρηξης του Πολυτεχνείου και του εκτρωματικού τοκετού της ιδιωτικής τηλεόρασης. Η Αριστερά αυτή άσκησε στη συνείδησή μας την έλξη μιας περιρρέουσας ατμόσφαιρας ζωτικών εντάσεων που οδηγούσαν στην επιτάχυνση της συγκίνησης, των διενέξεων, της αλληλεγγύης και της μουσικής. Ασφαλώς, η επιμονή ορισμένων από εμάς στη νοσταλγία για κείνο που χάθηκε, όλο αυτό το ηχηρό πένθος στις στήλες των εφημερίδων, στα βιβλία και στις συνεντεύξεις, κάνει την ορφάνια πιο μεγαλοπρεπή. Ορφανοί καθώς είματε, αφήσαμε να μας μεγαλώσει μια κακή θεία, η δημοσιογραφία, που ναι μεν είχε σημαδευτεί από αμέτρητα ηθικά μειονεκτήματα, ωστόσο ήταν ο μόνος συγγενής που απέμενε εντός των συνόρων. Διότι, παρά τις διαβεβαιώσεις περί του αντιθέτου, τα ψυχικά σύνορα του ανθρώπου εξακολουθούσαν να είναι σημαντικά.
Εδώ που τα λέμε, η εντύπωσή μας ήταν σωστή, δεν υπήρχε κανένας άλλος να μας υιοθετήσει. Οι αυτοσχεδιασμοί μας είχαν προ πολλού σταθεροποιηθεί σ' ένα πλέγμα καθορισμένων διεκπεραιώσεων, η πολιτική απορροφήθηκε εντελώς από το lifestyle και η κοινωνία έγινε ένα με την αλόγιστη δαπάνη των ίδιων της των αποβλήτων, δηλαδή του πλαστικού χρήματος και των διαφημίσεων. Επειτα, η ψυχανάλυση άρχισε να εξελίσσεται σε σύστημα παροχής πρώτων βοηθειών, ενώ η σεξουαλική μας μοίρα παραχωρήθηκε στις αρμοδιότητες της τεχνολογίας. Τέλος η έφεση στη διαπροσωπική συναναστροφή πέρασε εν μια νυκτί στο Διαδίκτυο και η νεολαία, συλλήβδην, συντονίστηκε με τους ρυθμούς των βιντεοπαιχνιδιών, αποτυγχάνοντας να συνειδητοποιήσει, έστω εκ των υστέρων, ότι η δίψα για αδρεναλίνη τής στερούσε αυτό ακριβώς του οποίου υποκατάστατο αποτελούσε η αδρεναλίνη εξαρχής: την ήρεμη ενεργητικότητα της καρδιάς.
Με δυο λόγια, η τηλεόραση νίκησε τον άνθρωπο κατά κράτος και ο κόσμος τής παραχωρήθηκε σαν έπαθλο.
Τώρα, η παραδοσιακή σχέση αυτής της παλαιομοδίτικης δημοσιογραφίας, της μητριάς μας, με την ανάμνηση της διαμαρτυρίας της Αριστεράς, σχέση πλέον κρατημένη με τα δόντια, κατακρίνεται σαν κάτι ξεπερασμένο.
Ενα κύμα νέων συνηθειών και καθηκόντων, ένα κυριολεκτικά παλιρροϊκό κύμα νέων τρόπων, ηθών, διευκολύνσεων, ελιγμών επιχειρησιακής στρατηγικής και καταναλωτικών πειρασμών, πνίγει τις τελευταίες παράξενες φωνές του παρελθόντος, που φυτοζωούν λαθραία, σαν τα πνεύματα των δέντρων ενός δάσους που υλοτομείται ανελέητα. Εξάλλου, κάθε βδομάδα, για την κυκλοφορία ενός μόνον φύλλου των «New York Times», κόβονται 800 περίπου στρέμματα δάσους· τα πνεύματα, στην από κει όχθη του Ατλαντικού, έχουν σιγήσει. Ταχύτατα, η επιδημία εξαπλώθηκε σ' ολόκληρο τον πλανήτη, και το λιγότερο αποκαρδιωτικό που μπορεί να ειπωθεί για τη δική μας βαθμιαία μετάλλαξη είναι πως υπήρξε εν μέρει αργοπορημένη.
Τα πνεύματα που επεβίωσαν μέσα σ' αυτό το ολοκληρωτικά αντίξοο περιβάλλον έπρεπε τώρα να μάθουν να σωπαίνουν και τους υπέδειξαν να ντρέπονται για την εξάρτησή τους από τη σκέψη του παρελθόντος. Αναγκαστήκαμε να κατέβουμε σε μια διαστρωμάτωση της πραγματικότητας όπου ο βούρκος του mainstream θα μας άφηνε ανέγγιχτους. Εκεί, συναντώ ακόμη σήμερα την παρήγορη παρουσία ίσκιων που περιφέρονται στις αραιές νησίδες όπου επιτρέπεται η άρθρωση μιας «αριστερής» γλώσσας και έχω, απέναντι τους, μιαν εμπειρία που δεν ανήκει στην ταύτιση ούτε στην αντίθεση αλλά στην αναλογία. Οπως ξέρουμε, αναλογία σημαίνει μία (τουλάχιστον) ομοιότητα συν μία (τουλάχιστον) διαφορά. Και το κλειδί της αναλογίας εκείνης έχει αυτό το διάσημο, υπερβολικά ταλαιπωρημένο και κατά περιόδους αιματηρό όνομα: αντιαμερικανισμός.
Αυτή είναι λοιπόν η ομοιότητα· η διαφορά βρίσκεται στην ιστορική αντίληψη και ερμηνεία, επίσης σε κάτι πνιγηρά βιωματικό. Ο αντιαμερικανισμός της Αριστεράς κατάγεται απ' τις μεγάλες διακηρύξεις της χρυσής εποχής του ευρωπαϊκού μαρξισμού ενάντια σ' εκείνο που οι ΗΠΑ αναμφίβολα υπήρξαν, δηλαδή το εφαλτήριο ενός κεραυνοβόλου εγχειρήματος στρατιωτικοοικονομικής ιμπεριαλιστικής σάρωσης του γήινου οικοπέδου. Απεναντίας, ο δικός μου αντιαμερικανισμός είναι στραμμένος στις προσομοιώσεις και στο έλλειμμα πραγματικότητας. Ετσι, διαπιστώνοντας πως η ίδια η λέξη «ιμπεριαλισμός» τείνει να γίνει μουσειακή, παραχωρημένη στην αποκλειστικότητα της ρητορικής του ΚΚΕ, δεν ξέρω αν πρέπει να χαίρομαι ή να λυπάμαι. Μακάρι να μπορούσαμε, όσοι απομείναμε έξω απ' το ρεύμα του θαυμασμού για τον καινούριο κόσμο, να θεμελιώσουμε μιαν άλλου είδους Αριστερά πάνω στα στοχαστικά περιθώρια αυτής της αμφιταλάντευσης.
Οπότε, ο πραγματικός ιμπεριαλισμός πολύ απέχει απ' το να είναι ένας αντίπαλος που κυριαρχεί με τις βόμβες. Σ' αυτή τη ριζική διάκριση εντοπίζω τη διαφορά από τη σκέψη της οργανωμένης ή ανοργάνωτης Αριστεράς και ημι-Αριστεράς -επειδή ο δικός μου αντιαμερικανισμός είναι απείρως πιο αφηρημένος και, συνάμα, εκατό τοις εκατό χειροπιαστός. Στο κάτω κάτω, κανείς μας ποτέ δεν άγγιξε με το χέρι τον επικρουστήρα μιας αμερικανικής βόμβας, ενώ οι πάντες αγγίζουμε από το πρωί μέχρι το βράδυ τις επιφάνειες των αμερικανικών προϊόντων του εμπορίου, καταλαβαίνοντας, μέσω του άγχους που πηγάζει από την αίσθηση ότι ο κόσμος είναι πλέον ένας ωκεανός απορριμμάτων, ότι οι επιφάνειες των προϊόντων, ακριβώς, δεν είναι τίποτα βαθύτερο από απλές επιφάνειες.
Ετσι μπορώ να παρουσιάσω την αναλογία δίχως τύψεις. Πρώτα η ομοιότητα, ο αντιαμερικανισμός, η ανυποχώρητη αντίθεση σε μια κοινή γνώμη στραμμένη στο ενδεχόμενο ενός υποθετικά σωτήριου τρόπου ζωής που έρχεται καλπάζοντας με τη μορφή του δυτικού εκσυγχρονισμού· από την άλλη, μια στάση ιδιαίτερα αντιδημοφιλής, αφού, για μένα, η πεμπτουσία του αμερικανικού ιδανικού, στο οποίο αντιτίθεμαι ως πολίτης της Ευρώπης, πόσω μάλλον άνθρωπος της ανατολικής Μεσογείου, ουδέποτε ισοδυναμούσε με την ένοπλη αρπαγή χωρών, αλλά ήταν εξαρχής, και απολύτως, αυτό που μας περιέβαλλε σαν τρόπος ζωής και που, τώρα πια, του ανήκουμε, θέλοντας και μη, κάθε μέρα και περισσότερο. Μερικοί νομίζουν πως εάν καταργηθούν όλοι οι στρατοί του κόσμου η ανθρωπότητα θα ευτυχήσει. Νομίζουν πως εφόσον δεν τελούμε υπό στρατιωτική κατοχή είμαστε λιγότερο κατάλληλοι να θεωρούμαστε κατεχόμενοι.
Αυτό κάνουν οι μητροπολιτικές εξουσίες στις αποικίες τους, αυτό έκαναν και μ' εμάς: πρώτα στέλνουν τους εξερευνητές, ύστερα τον στρατό, μετά τους ιεραπόστολους, κατόπιν τους εμπόρους και τέλος τους τουρίστες. Στο επόμενο, θα προσπαθήσω να δείξω ότι οι τουρίστες είμαστε εμείς οι ίδιοι.
7 - 17/09/2006
Πιστέψτε με, έχει μεγάλο ενδιαφέρον και μπορεί να αποτελέσει μια καλή αφετερία συζήτησης σχετικά με το τι τελικά εκφράζει σήμερα η αμερικανική κουλτούρα και ποιο πρέπει να είναι σήμερα, το περιεχόμενο του αντιαμερικανισμού.
ΑΠΟΛΑΥΣΤΕ ΤΟ!
----------------------------------------------------------------------------------
Αμερικάνοι και αντιαμερικάνοι
Του ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΑΡΑΝΙΤΣΗ
Είμαστε όλοι παιδιά ενός θανάτου, του θανάτου της Αριστεράς. Αναφέρομαι στον θάνατο μιας ανήσυχης και γοητευτικής Αριστεράς που έγραψε τα ομορφότερα συνθήματά της στο διάστημα μεταξύ της έκρηξης του Πολυτεχνείου και του εκτρωματικού τοκετού της ιδιωτικής τηλεόρασης. Η Αριστερά αυτή άσκησε στη συνείδησή μας την έλξη μιας περιρρέουσας ατμόσφαιρας ζωτικών εντάσεων που οδηγούσαν στην επιτάχυνση της συγκίνησης, των διενέξεων, της αλληλεγγύης και της μουσικής. Ασφαλώς, η επιμονή ορισμένων από εμάς στη νοσταλγία για κείνο που χάθηκε, όλο αυτό το ηχηρό πένθος στις στήλες των εφημερίδων, στα βιβλία και στις συνεντεύξεις, κάνει την ορφάνια πιο μεγαλοπρεπή. Ορφανοί καθώς είματε, αφήσαμε να μας μεγαλώσει μια κακή θεία, η δημοσιογραφία, που ναι μεν είχε σημαδευτεί από αμέτρητα ηθικά μειονεκτήματα, ωστόσο ήταν ο μόνος συγγενής που απέμενε εντός των συνόρων. Διότι, παρά τις διαβεβαιώσεις περί του αντιθέτου, τα ψυχικά σύνορα του ανθρώπου εξακολουθούσαν να είναι σημαντικά.
Εδώ που τα λέμε, η εντύπωσή μας ήταν σωστή, δεν υπήρχε κανένας άλλος να μας υιοθετήσει. Οι αυτοσχεδιασμοί μας είχαν προ πολλού σταθεροποιηθεί σ' ένα πλέγμα καθορισμένων διεκπεραιώσεων, η πολιτική απορροφήθηκε εντελώς από το lifestyle και η κοινωνία έγινε ένα με την αλόγιστη δαπάνη των ίδιων της των αποβλήτων, δηλαδή του πλαστικού χρήματος και των διαφημίσεων. Επειτα, η ψυχανάλυση άρχισε να εξελίσσεται σε σύστημα παροχής πρώτων βοηθειών, ενώ η σεξουαλική μας μοίρα παραχωρήθηκε στις αρμοδιότητες της τεχνολογίας. Τέλος η έφεση στη διαπροσωπική συναναστροφή πέρασε εν μια νυκτί στο Διαδίκτυο και η νεολαία, συλλήβδην, συντονίστηκε με τους ρυθμούς των βιντεοπαιχνιδιών, αποτυγχάνοντας να συνειδητοποιήσει, έστω εκ των υστέρων, ότι η δίψα για αδρεναλίνη τής στερούσε αυτό ακριβώς του οποίου υποκατάστατο αποτελούσε η αδρεναλίνη εξαρχής: την ήρεμη ενεργητικότητα της καρδιάς.
Με δυο λόγια, η τηλεόραση νίκησε τον άνθρωπο κατά κράτος και ο κόσμος τής παραχωρήθηκε σαν έπαθλο.
Τώρα, η παραδοσιακή σχέση αυτής της παλαιομοδίτικης δημοσιογραφίας, της μητριάς μας, με την ανάμνηση της διαμαρτυρίας της Αριστεράς, σχέση πλέον κρατημένη με τα δόντια, κατακρίνεται σαν κάτι ξεπερασμένο.
Ενα κύμα νέων συνηθειών και καθηκόντων, ένα κυριολεκτικά παλιρροϊκό κύμα νέων τρόπων, ηθών, διευκολύνσεων, ελιγμών επιχειρησιακής στρατηγικής και καταναλωτικών πειρασμών, πνίγει τις τελευταίες παράξενες φωνές του παρελθόντος, που φυτοζωούν λαθραία, σαν τα πνεύματα των δέντρων ενός δάσους που υλοτομείται ανελέητα. Εξάλλου, κάθε βδομάδα, για την κυκλοφορία ενός μόνον φύλλου των «New York Times», κόβονται 800 περίπου στρέμματα δάσους· τα πνεύματα, στην από κει όχθη του Ατλαντικού, έχουν σιγήσει. Ταχύτατα, η επιδημία εξαπλώθηκε σ' ολόκληρο τον πλανήτη, και το λιγότερο αποκαρδιωτικό που μπορεί να ειπωθεί για τη δική μας βαθμιαία μετάλλαξη είναι πως υπήρξε εν μέρει αργοπορημένη.
Τα πνεύματα που επεβίωσαν μέσα σ' αυτό το ολοκληρωτικά αντίξοο περιβάλλον έπρεπε τώρα να μάθουν να σωπαίνουν και τους υπέδειξαν να ντρέπονται για την εξάρτησή τους από τη σκέψη του παρελθόντος. Αναγκαστήκαμε να κατέβουμε σε μια διαστρωμάτωση της πραγματικότητας όπου ο βούρκος του mainstream θα μας άφηνε ανέγγιχτους. Εκεί, συναντώ ακόμη σήμερα την παρήγορη παρουσία ίσκιων που περιφέρονται στις αραιές νησίδες όπου επιτρέπεται η άρθρωση μιας «αριστερής» γλώσσας και έχω, απέναντι τους, μιαν εμπειρία που δεν ανήκει στην ταύτιση ούτε στην αντίθεση αλλά στην αναλογία. Οπως ξέρουμε, αναλογία σημαίνει μία (τουλάχιστον) ομοιότητα συν μία (τουλάχιστον) διαφορά. Και το κλειδί της αναλογίας εκείνης έχει αυτό το διάσημο, υπερβολικά ταλαιπωρημένο και κατά περιόδους αιματηρό όνομα: αντιαμερικανισμός.
Αυτή είναι λοιπόν η ομοιότητα· η διαφορά βρίσκεται στην ιστορική αντίληψη και ερμηνεία, επίσης σε κάτι πνιγηρά βιωματικό. Ο αντιαμερικανισμός της Αριστεράς κατάγεται απ' τις μεγάλες διακηρύξεις της χρυσής εποχής του ευρωπαϊκού μαρξισμού ενάντια σ' εκείνο που οι ΗΠΑ αναμφίβολα υπήρξαν, δηλαδή το εφαλτήριο ενός κεραυνοβόλου εγχειρήματος στρατιωτικοοικονομικής ιμπεριαλιστικής σάρωσης του γήινου οικοπέδου. Απεναντίας, ο δικός μου αντιαμερικανισμός είναι στραμμένος στις προσομοιώσεις και στο έλλειμμα πραγματικότητας. Ετσι, διαπιστώνοντας πως η ίδια η λέξη «ιμπεριαλισμός» τείνει να γίνει μουσειακή, παραχωρημένη στην αποκλειστικότητα της ρητορικής του ΚΚΕ, δεν ξέρω αν πρέπει να χαίρομαι ή να λυπάμαι. Μακάρι να μπορούσαμε, όσοι απομείναμε έξω απ' το ρεύμα του θαυμασμού για τον καινούριο κόσμο, να θεμελιώσουμε μιαν άλλου είδους Αριστερά πάνω στα στοχαστικά περιθώρια αυτής της αμφιταλάντευσης.
Οπότε, ο πραγματικός ιμπεριαλισμός πολύ απέχει απ' το να είναι ένας αντίπαλος που κυριαρχεί με τις βόμβες. Σ' αυτή τη ριζική διάκριση εντοπίζω τη διαφορά από τη σκέψη της οργανωμένης ή ανοργάνωτης Αριστεράς και ημι-Αριστεράς -επειδή ο δικός μου αντιαμερικανισμός είναι απείρως πιο αφηρημένος και, συνάμα, εκατό τοις εκατό χειροπιαστός. Στο κάτω κάτω, κανείς μας ποτέ δεν άγγιξε με το χέρι τον επικρουστήρα μιας αμερικανικής βόμβας, ενώ οι πάντες αγγίζουμε από το πρωί μέχρι το βράδυ τις επιφάνειες των αμερικανικών προϊόντων του εμπορίου, καταλαβαίνοντας, μέσω του άγχους που πηγάζει από την αίσθηση ότι ο κόσμος είναι πλέον ένας ωκεανός απορριμμάτων, ότι οι επιφάνειες των προϊόντων, ακριβώς, δεν είναι τίποτα βαθύτερο από απλές επιφάνειες.
Ετσι μπορώ να παρουσιάσω την αναλογία δίχως τύψεις. Πρώτα η ομοιότητα, ο αντιαμερικανισμός, η ανυποχώρητη αντίθεση σε μια κοινή γνώμη στραμμένη στο ενδεχόμενο ενός υποθετικά σωτήριου τρόπου ζωής που έρχεται καλπάζοντας με τη μορφή του δυτικού εκσυγχρονισμού· από την άλλη, μια στάση ιδιαίτερα αντιδημοφιλής, αφού, για μένα, η πεμπτουσία του αμερικανικού ιδανικού, στο οποίο αντιτίθεμαι ως πολίτης της Ευρώπης, πόσω μάλλον άνθρωπος της ανατολικής Μεσογείου, ουδέποτε ισοδυναμούσε με την ένοπλη αρπαγή χωρών, αλλά ήταν εξαρχής, και απολύτως, αυτό που μας περιέβαλλε σαν τρόπος ζωής και που, τώρα πια, του ανήκουμε, θέλοντας και μη, κάθε μέρα και περισσότερο. Μερικοί νομίζουν πως εάν καταργηθούν όλοι οι στρατοί του κόσμου η ανθρωπότητα θα ευτυχήσει. Νομίζουν πως εφόσον δεν τελούμε υπό στρατιωτική κατοχή είμαστε λιγότερο κατάλληλοι να θεωρούμαστε κατεχόμενοι.
Αυτό κάνουν οι μητροπολιτικές εξουσίες στις αποικίες τους, αυτό έκαναν και μ' εμάς: πρώτα στέλνουν τους εξερευνητές, ύστερα τον στρατό, μετά τους ιεραπόστολους, κατόπιν τους εμπόρους και τέλος τους τουρίστες. Στο επόμενο, θα προσπαθήσω να δείξω ότι οι τουρίστες είμαστε εμείς οι ίδιοι.
7 - 17/09/2006