Μετά το προπατορικό αμάρτημα δημιουργήθηκε μια αρρωστημένη κατάσταση στον άνθρωπο, σύμφωνα με την οποία αυτό που συνειδητά γνωρίζουμε ως σωστό δεν επιθυμούμε να το πράττουμε. Η καρδιά μας δεν το θέλει.
Ξέρω ότι είναι σωστό να νηστεύω αλλά όταν έρχεται η ώρα δε θέλω να νηστέψω, ξέρω ότι είναι σωστό να προσεύχομαι, και ακούω ή διαβάζω ευχάριστα ένα σωρό πράγματα για την προσευχή, όμως όταν έρθει η ώρα να προσευχηθώ δεν το μπορώ ή το κάνω με πολύ μεγάλο κόπο,η βιαστικα η και καθολου.
Ξέρω ότι η ελεημοσύνη είναι αναγκαία, όταν βάζω το χέρι στην τσέπη όμως για να δώσω χρήματα σε κάποιον φτωχο η πονεμενο, νομίζω ότι η τσέπη μου σα να έχει καβούρια κ.ο.κ.
Κανείς μας λοιπόν δεν πρόκειται να διαφωνήσει ότι η αγάπη προς τον πλησίον είναι κάτι καλό και χωρίς τούτο δεν μπορεί να ονομάζεται κανείς χριστιανός. Όταν όμως αυτός ο πλησίον πάρει ξαφνικά σάρκα και οστά τότε τα πράγματα για την αγάπη δεν είναι καθόλου αυτονόητα.
Όταν στον πλησίον δώσουμε ένα όνομα συγκεκριμένο, το δικό του όνομα, ή το όνομα της χώρας απ’ όπου προέρχεται Τουρκος,Αλβανος,Ρουμανος.... τότε βλέπουμε ότι η καρδιά μας αντιστέκεται, το δε μυαλό μας, που μέχρι τότε μας πληροφορούσε ότι είναι καλό πράγμα η αγάπη, ψάχνει να βρει επιχειρήματα για το πώς θα αποφύγουμε την αγάπη και τη βοήθεια. Τότε θα μας πει ότι αυτός που χρειάζεται να αγαπάμε ή να βοηθήσουμε είναι εχθρός μας, κάποτε μας έκανε εκείνο ή το άλλο, θα μας πει ότι αυτός είναι ξένος και επιβουλεύεται την πατρίδα μας, θα μας πει ότι οφείλουμε να αγαπάμε την πατρίδα μας και την ιδιαιτερότητά μας μόνο όταν είναι να στρέψουμε τα νώτα μας στον ξένο, ενώ κατά τα άλλα στην καθημερινή μας ζωή ούτε καμιά ιδιαίτερη αγάπη τρέφουμε για τους συμπατριώτες μας και την χώρα μας ούτε έχουμε καμιά ιδιαιτερότητα που επιθυμούμε να διαφυλάξουμε ή να καλλιεργήσουμε.
Ενώ λοιπον αρχικά γνωρίζουμε ποιο είναι το καλό, όταν είναι να το εφαρμόσουμε η καρδιά μας αντιστέκεται..
