Σελίδα 4157 από 4161

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Τετ Μαρ 04, 2026 10:48 am
από toula
«Είναι μεγάλη ντροπή να σπαταλήσουμε το σήμερα και αργότερα να αναπολούμε το παρελθόν, όταν πια σε τίποτε δεν θα μας ωφελεί μια τέτοια λύπη».
Μέγας Βασίλειος.

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Τετ Μαρ 04, 2026 10:49 am
από toula
"Είμαστε ένοικοι σε προσωρινές καλύβες"
Αδελφοί, οι ψυχές μας είναι ντυμένες με πηλό· και τα πήλινα, χοϊκά. σώματά μας έχουν δοθεί για την υπηρεσία της ψυχής μας.
Είθε οι ψυχές μας να μη βουλιάξουν μέσα στο χώμα! Είθε οι ψυχές μας να μη σκλαβωθούν στο πήλινο σαρκίο!
Είθε η ζωντανή φλόγα να μη σβηστεί μέσα στο χοϊκό τάφο!
Είναι απέραντη και αχανής η χοϊκή γη που μας έλκει προς τον εαυτό της, αλλά απείρως πλατύτερο είναι το απροσμέτρητο βασίλειο του Πνεύματος που καλεί την ψυχή μας, ως δικιά του.
Πράγματι συνδεόμαστε με τη γη με το χοϊκό σώμα, αλλά συνδεόμαστε και με τον ουρανό με την ψυχή.
Είμαστε ένοικοι σε προσωρινές καλύβες, είμαστε στρατιώτες που καταλύσαμε σε προσωρινές σκηνές.
Η μεγαλύτερη τραγωδία του αμαρτωλού είναι ότι ασυνείδητα και χωρίς να το θέλει είναι σύμμαχος των ίδιων των εχθρών του!
Απεναντίας, ο δίκαιος άνθρωπος έχει ριζωμένη στον Θεό και στη βασιλεία του Θεού τη δύναμη της ψυχής του και γι’ αυτό δεν φοβάται.
Δεν φοβάται τον εαυτό του κι επομένως δεν φοβάται και τους άλλους εχθρούς του.
Δεν φοβάται, διότι δεν είναι σύμμαχος ούτε συνεργός των εχθρών της ψυχής του. Κατά συνέπεια, ούτε άνθρωποι ούτε δαίμονες μπορούν να τον βλάψουν.
Ο Θεός είναι σύμμαχός του και οι άγγελοι του Θεού είναι προστάτες του. Τί μπορεί τότε να του κάνει ένας άνθρωπος;
Τί μπορούν να του κάνουν οι δαίμονες;
Τί μπορεί να του κάνει ο πηλός;
Ω Κύριε και Θεέ, Τριάς Ομοούσιε, Συ ο Δημιουργός που ενεφύσησες ζώσες ψυχές στα πήλινα σώματά μας, σώσε μας κατά το μέγα Σου έλεος!
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς.

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Τετ Μαρ 04, 2026 10:49 am
από toula
Ο Γέροντας Εφραίμ αποκαλύπτει για τον Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανάσιο!
Πανιερώτατε, θα κάνω μία εξομολόγηση τώρα.
Είμεθα στη Νέα Σκήτη. Εγώ ήμουν μάγειρας. Ξέρετε, ο μάγειρας δεν έχει αργία ποτέ.
Εγώ είχα λογισμούς, αλεθόμουν συνεχώς, διότι δεν είχα καμία αργία.
Έβλεπα τους πατέρες τις Κυριακές, τις αργίες κάτω από τα δεντράκια εκεί και διάβαζαν, εγώ εκάκιζα τον εαυτό μου που ήμουν μέσα εκεί στα ξύλα και μέσα στις μασίνες.
Τέλος πάντων μέσα σε αυτόν τον πόλεμο
-δεν το ξέρει ο γέροντας Αθανάσιος αυτό, πρώτη φορά το ακούει- ήρθε ο Γέροντας Ιωσήφ στην τράπεζα ένα μεσημέρι και λέει: "Ξέρετε, ο πατήρ Αθανάσιος από αυτή τη στιγμή δεν θα κάνει διακόνημα."
Λέω, τι γίνεται;
"Θα διαβάζει", λέει, "θα μελετά τον Άγιο Χρυσόστομο".
Εγώ, φούντωσαν οι λογισμοί μου! Είχα που είχα... Πήγα στον Γέροντα, λέω, Γέροντα, δύο μέτρα και δύο σταθμά; Τι θα γίνει; Ο Αθανάσιος θα διαβάζει, καλά κάνει. Εγώ δεν έχω ούτε μία μέρα αργία! Θέλω κι εγώ να διαβάσω!
Μου λέει: "Παιδί μου, αυτός, εγώ το βλέπω, θα γίνει Επίσκοπος στο μέλλον και πρέπει να του δώσουμε την ευκαιρία να μελετήσει.
Εσύ, μου λέει, είσαι εδώ, δεν διαβάζεις μεν αλλά μην ξεχνάς, μου λέει, η Αγία Μαρία η Αιγυπτία πότε διάβασε;
Είδε ποτέ μπροστά της Αγία Γραφή; Είδε μπροστά της Ευαγγέλιο;
Δεν είδε.
Και πώς μίλαγε με αυτούσια χωρία στον Άγιο Ζωσιμά, που αυτή ήταν διεθνής πόρνη και αυτός ήταν από 10 χρονών καλογεράκι παρθένο, καθαρό μέσα στο μοναχισμό και αυτή του έκανε μαθήματα!"
Η αλήθεια είναι ότι ειρήνευσα, δεν ξαναείχα λογισμούς.
Λέω, έχει ο Θεός. Έφόσον έτσι λέει ο γέροντας, ας διαβάζει ο Αθανάσιος!
Το καλό είναι ότι μου έλεγε μερικά που διάβαζε και με ωφελούσε κι εμένα αλλά από μέσα μου αλεθόμουνα.
Λοιπόν είναι όντως η πρόνοια του Θεού που όλα τα κανονίζει και όλα τα ευτρεπίζει.
Γέρων Εφραίμ καθηγουμενος Ι.Μ.Μ.Β.

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Τετ Μαρ 04, 2026 10:52 am
από toula
ΟΣΑ "ΣΗΜΕΙΑ"
καὶ νὰ βλέπεις, ὅσα "τέρατα" καὶ "ἐμπειρίες" καὶ νὰ ἐκδιηγεῖσαι, ὅσες νηστεῖες, ἀγρυπνίες, προσευχὲς καὶ κομποσχοίνια νὰ μετρᾶς, τὴ στιγμὴ ποὺ νιώθεις μέσα σου, ἀλλὰ καὶ ἐκφράζεσαι ἀπαξιωτικὰ γιὰ τὴν Ἐκκλησία γενικά, τοὺς Ἱερεῖς, τοὺς Ἐπισκόπους, βάζω ἕνα μεγάλο ἐρωτηματικὸ καί στὰ σημεῖα σου καί στὶς ἐμπειρίες σου χριστιανέ μου.
Ἀλλοῦ αὐτά.
Τελεῖα καὶ παῦλα.
Μᾶλλον ζεῖς σὲ ἕναν δικό σου φανταστικὸ κόσμο, ἀποκομμένος ἀπὸ τὴν πραγματικότητα.
Τὴν τύφλα τῶν παθῶν σου βλέπεις μεταμφιεσμένη ἂν κατάλαβες, ποὺ μᾶλλον ὄχι.
Τὰ ξέρουμε δά, ὅλα τοῦτα περὶ ἀσταμάτητων σημείων.
Ξυπνῆστε ὅσο εἶναι καιρός, ὅλοι οἱ "σημειοφόροι". Μεγάλη πλάνη ἡ ἀπουσία ταπείνωσης.
π. Ἐφραὶμ Τριανταφυλλόπουλος.

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Τετ Μαρ 04, 2026 10:53 am
από toula
Η Παναγία του Κύκκου, για άλλη μια φορά θα Σκεπάσει την Κύπρο...
Όλη μας η σκέψη και η καρδιά είναι στραμμένες στο πολύπαθο νησί της Κύπρου.
Στην Κύπρο των πληγών και των θαυμάτων, της δοκιμασίας και της αντοχής.
Τούτη η γη γνώρισε κατακτήσεις και ξένες σημαίες. Έζησε τα χρόνια της αγγλικής κατοχής, όταν η ελευθερία ήταν όνειρο ψιθυρισμένο σε κρυφές συναθροίσεις και γραμμένο με θάρρος στις καρδιές των ανθρώπων της. Πλήρωσε με κόπο και αίμα την επιθυμία της να σταθεί όρθια, να ορίσει μόνη τη μοίρα της.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, ήρθε το καλοκαίρι του 1974. Η τουρκική εισβολή χάραξε βαθιά το σώμα αυτής της πατρίδας. Πόλεις και χωριά έμειναν πίσω από συρματοπλέγματα, σπίτια ερήμωσαν, εκκλησιές σιώπησαν. Μάνες περίμεναν, οικογένειες ξεριζώθηκαν, μνήμες πάγωσαν στον χρόνο. Η γη αυτή χωρίστηκε, μα η ψυχή της δεν λύγισε. Κι όμως, μέσα από τις στάχτες της ιστορίας της, η Κύπρος έμαθε να ανασαίνει ξανά. Να σπέρνει ελπίδα εκεί όπου κάποτε φύτρωσε ο πόνος. Να κρατά ζωντανή τη μνήμη χωρίς να αφήνει το μίσος να ριζώσει.
Σήμερα, μπροστά στις δυσκολίες που έρχονται, θυμόμαστε πως το νησί είναι πολύπαθο αλλά όχι αδύναμο. Είναι πληγωμένο, μα όχι νικημένο. Κουβαλά στα χώματά του δάκρυα, μα και προσευχές που δεν έσβησαν ποτέ.
Και πιστεύουμε βαθιά πως η Παναγία του Κύκκου φυλάει το νησί της.
Στέκει σαν άγρυπνη Μητέρα πάνω από τη διχοτομημένη γη, σκεπάζοντας με το πέπλο της και τις ελεύθερες και τις σκλαβωμένες πατρίδες της καρδιάς των Κυπρίων αδερφών μας. Παρηγορεί τους πρόσφυγες, δυναμώνει τους αγωνιζόμενους, φωτίζει τον δρόμο προς τη δικαιοσύνη και την ειρήνη.
Κύριε, φύλαγε την Κύπρο μας.
Δώσε σύνεση στους ηγέτες, ενότητα στον λαό, παρηγοριά σε όσους ακόμη πονάνε.
Και χάρισε στο πολύπαθο αυτο νησί την ημέρα που η πληγή θα κλείσει, και η ειρήνη θα ριζώσει οριστικά στα χώματά του...

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Τετ Μαρ 04, 2026 10:56 am
από toula
Για τις εικόνες.
Επειδή ορισμένοι μας κατηγορούν ότι προσκυνούμε και τιμούμε
την εικόνα του Σωτήρα και της Δέσποινάς μας, και ακόμη τις εικόνες
των υπολοίπων αγίων και διακόνων του Χριστού, ας μάθουν
ότι εξαρχής ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο σύμφωνα με τη δική του εικόνα.
Για ποιό λόγο, για παράδειγμα, προσκυνούμε ο ένας τον άλλο, παρά μόνο
διότι έχουμε πλασθεί κατ’ εικόνα Θεού; Διότι, όπως λέει ο θεοφόρος και
βαθύς γνώστης των θείων Βασίλειος, «η τιμή προς την εικόνα απευθύνεται
στο πρωτότυπο· και πρωτότυπο είναι το εικονιζόμενο πρόσωπο, του οποίου
γίνεται αντίγραφο. Για ποιό λόγο, ακόμη, ο λαός του Μωϋσή προσκυνούσε
γύρω από τη σκηνή, που εικόνιζε και προτύπωνε τα επουράνια ή καλύτερα
όλη τη δημιουργία; Λέει μάλιστα ο Θεός στο Μωϋσή: «Πρόσεξε, να τα κάνεις
όλα σύμφωνα με το πρότυπο που είδες στο Όρος». Και τα Χερουβείμ, επίσης,
που έριχναν τη σκιά τους στο θυσιαστήριο, δεν ήταν ανθρώπινα
κατασκευάσματα; Τί ήταν πάλι ο περίφημος ναός των Ιεροσολύμων;
Δεν ήταν χειροποίητος και κτισμένος με την ανθρώπινη τέχνη;
Η Αγία Γραφή όμως κατηγορεί αυτούς που προσκυνούν τα γλυπτά,
αλλά και όσους θυσιάζουν στα δαιμόνια. Θυσίαζαν βέβαια οι ειδωλολάτρες,
θυσίαζαν όμως και οι Ιουδαίοι· οι ειδωλολάτρες θυσίαζαν στους δαίμονες,
ενώ οι Ιουδαίοι στο Θεό. Και η θυσία των ειδωλολατρών ήταν απορριπτέα
και κατακριτέα, ενώ των δικαίων ευπρόσδεκτη από το Θεό.
«Θυσίασε, δηλαδή, ο Νώε και μύρισε ο Θεός οσμή ευωδίας»,
καθώς με την ευωδία αποδέχτηκε την καλή προαίρεση και την ευχαριστία
(του Νώε) προς αυτόν. Έτσι, τα γλυπτά των ειδωλολατρών, επειδή
απεικόνιζαν δαίμονες είναι απορρίψιμα και απαγορευμένα.
Επιπλέον, ποιός μπορεί να φτιάξει ομοίωμα του αόρατου, ασώματου,
απερίγραπτου και ασχημάτιστου Θεού;
Η απεικόνιση του θείου αποτελεί ακραία παραφροσύνη και ασέβεια.
Γι’ αυτό η χρήση εικόνων δεν ήταν συνηθισμένη στην Παλαιά Διαθήκη.
Αφότου όμως ο Θεός, από την πολλή του αγάπη, έγινε αληθινός
άνθρωπος για τη σωτηρία μας, όχι όπως εμφανίσθηκε στον Αβραάμ
με μορφή ανθρώπου, ούτε όπως στους προφήτες, αλλά έγινε στην ουσία
αληθινά άνθρωπος· έζησε πάνω στη γη «και συναναστράφηκε με τους
ανθρώπους», έκανε θαύματα, έπαθε, σταυρώθηκε, αναστήθηκε,
αναλήφθηκε και όλα αυτά ήταν αληθινά γεγονότα· οι άνθρωποι τον είδαν
και τα έγραψαν αυτά για να τα γνωρίσουμε κι εμείς, και να τα διδαχθούν
όσοι δεν έζησαν εκείνη την εποχή, για ν’ αξιωθούμε το μακαρισμό
του Κυρίου (που λέει) ότι, αν και δεν είδαμε, ακούσαμε μόνο και πιστέψαμε.
Επειδή όμως δεν γνωρίζουν όλοι γράμματα και ούτε ασχολούνται
με τη μελέτη, οι Πατέρες αποφάσισαν ν’ απεικονισθούν αυτά σε εικόνες,
όπως απεικονίζονται κάποια ανδραγαθήματα, για σύντομη υπενθύμηση.
Διότι, χωρίς αμφιβολία, πολλές φορές, ενώ δεν έχουμε στο νου το πάθος
του Κυρίου, βλέποντας την εικόνα της σταυρώσεως του Χριστού, θυμόμαστε
το σωτήριο πάθος του και κάνοντας μετάνοια προσκυνούμε όχι την ύλη,
αλλά το εικονιζόμενο πρόσωπο· όπως ακριβώς, δεν προσκυνούμε την ύλη
του Ευαγγελίου ή του σταυρού αλλά το σχήμα. Διότι, σε τί διαφέρει
ο σταυρός που δεν έχει τη μορφή του Κυρίου από εκείνον που την έχει;
Το ίδιο και με τη Θεοτόκο· η τιμή, δηλαδή, προς το πρόσωπό της
απευθύνεται στο γιό της, που έλαβε σάρκα απ’ αυτήν. Παρόμοια, και τα
κατορθώματα των αγίων μας παρακινούν στην ανδρεία, το ζήλο,
τη μίμηση της αρετής τους και για τη δόξα του Θεού.
Διότι, όπως είπαμε,
η τιμή προς τους συνδούλους μας, που αποδείχτηκαν ευγνώμονες, φανερώνει
την καλή διάθεση προς τον κοινό δεσπότη· και η τιμή προς την εικόνα
απευθύνεται στο πρωτότυπο (πρόσωπο). Υπάρχει ακόμη άγραφη παράδοση,
όπως προσκυνούμε στραμένοι στην ανατολή, να προσκυνούμε και το σταυρό·
και άλλες πολλές παρόμοιες παραδόσεις.
Διηγούνται κι ένα σχετικό περιστατικό. Όταν ο Αύγαρος βασίλευε
στην πόλη της Έδεσσας, έστειλε ένα ζωγράφο για να κάνει πανομοιότυπη
εικόνα με τη μορφή του Κυρίου. Ο ζωγράφος όμως δεν τα κατάφερε,
διότι το πρόσωπο του Κυρίου έλαμπε εκθαμβωτικά. Τότε ο ίδιος Κύριος
άγγιξε ένα κομάτι ύφασμα στο θείο και ζωοποιό πρόσωπό του
και αποτύπωσε σ’ αυτό τη μορφή του. Έτσι, έστειλε το ύφασμα στον Αύγαρο
με την απεικόνιση που τόσο ποθούσε.
Επίσης, οι Απόστολοι μας έχουν μεταφέρει πολλές άγραφες παραδόσεις,
όπως γράφει ο απόστολος των εθνών Παύλος: «Επομένως, αδελφοί,
προσέχετε να διατηρείτε τις παραδόσεις μας, που σας διδάξαμε
είτε προφορικά είτε γραπτά. Και τους Κορινθίους (γράφει):
«Σας επαινώ, αδέλφια μου, διότι θυμάσθε όλα τα δικά μου,
και διατηρείτε τις παραδόσεις που σας μετάδωσα».

Αγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Τετ Μαρ 04, 2026 10:57 am
από toula
Η τιμή που προσφερεται στην εικόνα,αποδίδεται στο εικονιζομενο πρόσωπο και από κει στον Θεό,την Πηγη της αγιοτητος.
Αγ.Ιωαννης ο Δαμασκηνός.
Περι εικονων.

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Τετ Μαρ 04, 2026 11:05 am
από toula
Περί Αυτογνωσίας: (Ευχή Αγίου Εφραίμ του Σύρου)

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού αρχιμανδρίτου Αθανασίου Μυτιληναίου
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 25-3-1983]

Τώρα την Μεγάλη Τεσσαρακοστή, αγαπητοί μου, πολύ συχνά ακούεται η μικρά, εκείνη, κατανυκτική προσευχή του αγίου Εφραίμ, η οποία συνοδεύεται και με γονυκλισία: «Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καί ἀργολογίας, μή μοι δῷς. Πνεῦμα δέ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης, χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ. Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τά ἐμά πταίσματα καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου».

Ο όσιος πατήρ αισθάνεται ότι όταν αυτές οι πρώτες τέσσερις κακίες, που είναι το πνεύμα της αργίας, της περιεργείας, της φιλαρχίας και της αργολογίας και εν συνεχεία η επίτευξις των άλλων τεσσάρων αρετών, όπως είναι η σωφροσύνη, η ταπεινοφροσύνη, η υπομονή και η αγάπη, τότε θα επιτύχει κανείς ικανοποιητικά πνευματικά επίπεδα. Σαν κλειδί, όμως, αυτών των τεσσάρων αρετών προς επιτυχίαν και των τεσσάρων κακιών προς αποφυγήν των, προς περικοπήν των, θέτει την αυτογνωσία. Γι’αυτό λέγει: «Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τά ἐμά πταίσματα».«Βοήθησέ με, χάρισέ μου το να μπορώ να ιδώ τα δικά μου τα πταίσματα, και έτσι, με τον τρόπον αυτόν, να αποφύγω και την κατάκριση των άλλων και την δική μου προκοπή».


Η όλη προσευχή, όπως αντιληφθήκατε, αρχίζει με μίαν επίκλησιν προς τον Κύριον της ζωής: «Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου». Πραγματικά έχει πάρα πολλή σημασία αυτό, διότι μόνον ο Κύριος της ζωής είναι ο γνώστης της ανθρωπίνης κατασκευής. Κανείς δεν γνωρίζει, ούτε ο ιατρός, ούτε ο φιλόσοφος, ούτε ο κοινωνιολόγος, ούτε εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου. Κανείς δεν γνωρίζει τόσο, όσο γνωρίζει ο κατασκευαστής μου. Και ο κατασκευαστής μου είναι ο Κύριος της ζωής μου. Είναι Αυτός ο Οποίος με δημιούργησε. Γι΄αυτό αγαπητοί μου, πολλές φορές, όταν αναρωτιόμαστε τι ωφελεί τον άνθρωπο ή τι είναι ικανό να τον κάνει να αρρωστήσει, βεβαίως δεν θέλω να πω ότι θα απορρίψομε την γνώμη μιας πείρας που έχουν οι άνθρωποι, αλλά εφόσον όμως αυτή η πείρα που έχουν οι άνθρωποι, όπως η ιατρική πείρα, η κοινωνική πείρα κ.ο.κ. εφόσον αυτή η πείρα θα έρχεται, θα απορρέει από αυτό το οποίον λέγει και εντέλλεται ο Θεός δημιουργός μου.

Ένα μικρό παράδειγμα. «Πρέπει ή δεν πρέπει -συνηθισμένο ερώτημα για έναν νέον άνθρωπο, κυρίως για τον έφηβο- να μείνω εν παρθενία στα νεανικά μου χρόνια;». Η απάντησις: Ο κόσμος λέγει «Όχι». Πάρα πολλοί ιατροί, όχι όλοι -δόξα τω Θεώ- λέγουν «Όχι». Πολλοί κοινωνιολόγοι και εκπαιδευτικοί και ψυχολόγοι, όχι όλοι ευτυχώς, λέγουν «Όχι». Τι λέγει ο Χριστός; Ο κατασκευαστής μου; Ο κατασκευαστής μου, ο Οποίος γνωρίζει την μάρκα μου και τη δομή μου και την λειτουργία μου όσο κανένας άλλος, μου λέγει: «Θα μείνεις εν παρθενία μέχρι τον γάμο σου». Ποιον θα ακούσω; Προφανώς τον Κύριο της ζωής μου. Συνεπώς αποτείνομαι προς τον Κύριο της ζωής μου. «Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου…». Διότι εσύ μου έδωσες σήμερα την φυσικήν ζωήν, σε Σένα ελπίζω ότι θα μου δώσεις και την πνευματικήν ζωήν, και την αιωνίαν ζωήν. Διότι ποια η αξία το να επιτύχω την φυσικήν ζωήν, την βιολογικήν ζωήν, με τα εντάλματα των ανθρώπων, και χάσω την αιωνίαν ζωήν, που σε Σένα υπάρχει;

Καλό, λοιπόν, θα ήταν να αρχίσομε αυτήν την προσευχήν, από το κλειδί της επιτυχίας της, που είναι η αυτογνωσία. Διότι αν θέλει ο Θεός, στην σειρά των Παρασκευών, της ακολουθίας των Χαιρετισμών προς την Θεοτόκον, θα αναλύσομε αυτήν την προσευχήν. Γι΄αυτό, κάνοντες αρχή από απόψε, ερωτούμε: «Από πού θα αρχίσομε;». Προφανώς από το κλειδί της επιτυχίας. Ποιο είναι αυτό; Είναι η αυτογνωσία! «Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοὶ τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα», «δώρισέ μου το δώρο αυτό, το ανεκτίμητο, να μπορώ να δω τα δικά μου τα πταίσματα». Με άλλα λόγια, «βοήθησέ με να έχω αυτήν την αυτογνωσία». Αλλά αυτή η αυτογνωσία, αγαπητοί μου, πράγματι αποτελεί κλειδί. Οι αρχαίοι Έλληνες το είχαν κατανοήσει αυτό. Γι΄αυτό και υπήρχε στη μετώπη του μαντείου των Δελφών εκείνο το περίφημο ρητό «γνῶθι σαὐτόν» «γνώριζε τον εαυτό σου». Γιατί πράγματι αποτελεί κόμβον όλων των περιπτώσεων του ανθρώπου και των ενεργειών του. Οι πατέρες έλεγαν τούτο: «Ἀρχὴ σωτηρίας τὸ ἐπιγνῶναι τινὰ ἑαυτόν». «Η αρχή της σωτηρίας είναι σε κάποιον το να αρχίσει να έχει επίγνωση του εαυτού του». Να ξέρει δηλαδή πού ακριβώς βρίσκεται, ποια είναι η όλη του κατάσταση, ποιος είναι αυτός ο ίδιος.

Αγαπητοί μου, ξέρετε ότι ο άνθρωπος εξερευνά τα βάθη των ουρανών- εννοείται των φυσικών ουρανών-, εξερευνά την γην, τα βάθη των θαλασσών, εισχωρεί μέσα σε ζούγκλες και άβατους τόπους, που ποτέ άνθρωπος δεν επάτησε· κι όμως δεν έχει εξερευνήσει αυτόν τον ίδιο τον εαυτόν του. Καταρχάς η ανθρωπότητα δεν εξερεύνησε αυτό το ον που λέγεται άνθρωπος. Και ύστερα, ο κάθε άνθρωπος δεν έχει εξερευνήσει αυτήν την «terra incognita», αυτήν την άγνωστη γη, την άγνωστη χώρα. Δεν την έχει εξερευνήσει. Ανεξαιρέτως. Μας το λέγει η Ψυχολογία ότι ο άνθρωπος δεν έχει εξερευνήσει τον εαυτόν του. Μας το λέγει όμως και ο λόγος του Θεού. Κυρίως ο λόγος του Θεού.

Γι’αυτό τον λόγο πρέπει να έχομε μία στροφή προς τα μέσα. Αυτή η στροφή προς τα μέσα θα μας κάνει να δούμε ακριβώς ποια είναι η κατάστασίς μας, ποιος είμαι εγώ. Να ανακαλύψω το εγώ μου. Το αφήνω και ενεργεί, όπως ενεργεί, παθιασμένο, κουβαλάει μαζί του όστρακα και κελύφη και του κόβουν την ταχύτητά του στον δρόμο του, εμφανίζεται κακομοιριασμένο, κακοποιημένο, που μπορεί ακόμη να δημιουργήσει και το γέλιο των άλλων ανθρώπων, κι όμως εγώ ποτέ δεν έκανα τον κόπο να κοιτάξω αυτό το «εγώ» μου, να ιδώ ποιος είμαι και πώς κινούμαι, πώς με βλέπουν οι άλλοι άνθρωποι, πώς με βλέπει ο Θεός. Είναι η επιστήμη των επιστημών και η τέχνη των τεχνών, να γνωρίσω τον εαυτό μου! Κι αν ακριβώς, αγαπητοί μου, αν ακριβώς πάσχομε σαν άνθρωποι και σαν κοινωνίες, είναι ακριβώς αυτή η απουσία της αυτογνωσίας. Εάν πάσχω, είναι γιατί δεν ξέρω ποιος είμαι εγώ. Εάν η κοινωνία πάσχει, είναι γιατί οι διοικούντες, οι κυβερνώντες, πάντοτε οι προϊστάμενοι, εκείνοι οι οποίοι προΐστανται κάποιας ομάδας ανθρώπων, είναι γιατί δεν εγνώρισαν τον άνθρωπο· και δεν εγνώρισαν τον άνθρωπο επειδή δεν εγνώρισαν τον εαυτό τους. Πώς θα γνωρίσω τον άλλο άνθρωπο; Δεν θα τον ψαχουλεύω να τον γνωρίσω, ούτε φυσικά θα τον βάλω στη χημική ανάλυση, ούτε στο τραπέζι, θα λέγαμε, της ανατομίας. Θα τον γνωρίσω τον όποιον άλλον άνθρωπον, εάν καθίσω στο σκαμνί τον εαυτόν μου και αρχίσω να αναλύω τον εαυτόν μου. Από τη στιγμή που θα αναλύσω τον εαυτόν μου και θα τον γνωρίσω, τότε εγνώρισα όλους τους ανθρώπους. Από δω θα ξεκινήσει και η αγάπη και η φιλανθρωπία, από δω θα ξεκινήσουν όλες οι αρετές! Πραγματικά από την αυτογνωσία ξεκινούν όλες οι αρετές.

Όταν, όμως, θα ξεκινήσω, αγαπητοί μου, να ερευνώ τον εαυτό μου, αναμφισβήτητα δεν θα πρέπει να υποστώ μίαν… θα λέγαμε, έτσι, λάμψη στα μάτια μου, από κάτι που υπάρχει μέσα στην ανθρώπινη ψυχή και εκ της κατασκευής της λάμπει. Να αρχίσω φερ’ ειπείν να γοητεύομαι με τας πολυπλόκους λειτουργίας του μυαλού μου. Αν μάλιστα τύχει να είμαι και μορφωμένος άνθρωπος, βλέπω τις δαιδαλώδεις σκέψεις που κάνω. Και αρχίζω να υφίσταμαι ένα είδος ναρκισσισμού, να αυτοθαυμάζομαι. Αυτό δημιουργεί μια κατάσταση ψευδή, βεβαίως, αυτογνωσίας. Δεν είναι αληθινή αυτογνωσία. Όπως λέγουν οι Πατέρες, ότι η ψυχή αφ’ εαυτής έχει το κάλλος της. Και όταν εγώ δω το κάλλος της ψυχής μου, αφ’ εαυτής, από μόνη της, από κατασκευή της, τότε αρχίζω να γοητεύομαι. Δεν θα κοιτάξω το κάλλος. Θα με παρασύρει αν δω το κάλλος της ψυχής· αλλά θα ιδώ τις πληγές της! Θα αντιπαρέλθω τα κάλλη της ψυχής, τις δυνατότητες του νου μου, της καρδιάς μου, της βουλήσεώς μου, θα τα βάλω στην άκρη. Και θα προσπαθήσω να ιδώ τα έλκη της ψυχής μου. Θα κατέβω στη συνείδησή μου και θα αρχίσω άτεγκτος κριτής και αδυσώπητος, διότι ξέρει η συνείδησις του πεπτωκότος ανθρώπου να δημιουργεί, όπως λέγει η Ψυχολογία, μηχανές. Και τότε θα αρχίσουν οι μηχανές, και θα μου λέγει ένας μηχανισμός ότι «ε, αυτός είναι έτσι και εκείνο είναι έτσι», και θα αρχίσει να δικαιολογείται η συνείδησις. Θα είμαι άτεγκτος κριτής. Θα κρίνω την συνείδησή μου με βάση και κριτήριο πάντοτε των λόγων του Θεού.

Δεν θα αρκεστώ να μείνω στη συνείδησή μου· εις το τι έπραξα και δεν έπραξα. Αλλά θα κατέβω και εις τα εφέσεις της ψυχής μου και εις τις ροπές της ψυχής μου, που είναι κάτω από την συνείδησή μου, ή δίπλα στην συνείδησή μου. Γιατί, όπως ξέρετε, από την στιγμή που ο Αδάμ ημάρτησε, δημιουργήθηκε το διαβόητον υποσυνείδητον. Υποσυνείδητον δεν είχε ο Αδάμ. Είχε μόνο συνείδηση. Από την στιγμή που είπε στον Θεό: «Όχι εγώ… η γυναίκα που μου έδωσες, αυτή μου έδωσε τον καρπό και έφαγα» σημαίνει ότι την ενοχή της συνειδήσεώς του δεν την παραδέχτηκε, αλλά την επέρριψε εις τον Θεόν και συνεπώς αφού επέρριψε εις τον Θεόν την ενοχή του σημαίνει ότι πια την έβαλε πλάι στην συνείδηση, την ενοχή, δηλαδή την στιγμή εκείνη, εκείνη τη στιγμή δημιουργήθηκε η παρασυνείδησις. Δηλαδή αυτό που λέμε σήμερα υποσυνείδητο. Θα ερευνήσω και αυτό. Είναι εκείνο που σας είπα προηγουμένως ότι δημιουργεί η συνείδηση μηχανές για να κρύπτει το υποσυνείδητο. Αλλά και τον εαυτό της ακόμα να κρύπτει. Θα κατεβώ και εις αυτό το υποσυνείδητο για να κρίνω τον εαυτό μου. Και τότε θα πω: «Αθανάσιε, είσαι αυτός· και λυπούμαι για λογαριασμό σου, που είσαι και κληρικός· λυπούμαι. Έχεις αυτό, εκείνο, εκείνο, αυτό το πάθος, εκείνο το πάθος, εκείνο το πάθος, αυτήν την έφεσιν, εκείνη, εκείνη, αυτήν την ροπήν, εκείνη, εκείνη. Ίσως να μην το διέπραξες ποτέ, αλλά είσαι ακάθαρτος». Βέβαια, βέβαια, θα σωθώ εάν δεν διέπραξα εκείνο που έπεφτε εις το συνειδητό μου ή εις την συνείδησή μου. Θα σωθώ. Αλλά για να γίνω άγιος πρέπει να καθαρίσω και την συνείδηση και το υποσυνείδητον.

Αυτό έκαναν εξάλλου εις την έρημο οι άγιοι. Και εκεί κατηνάλωσαν την ζωή των. Στο να καθαρίσουν την συνείδηση και το υποσυνείδητο. Αν ήταν δυνατόν να το εξαλείψουν. Και να επανέλθουν εις την αρχέγονο κατάσταση, τον προ-πτωτικόν Αδάμ. Και ο προπτωτικός Αδάμ είναι ο Ιησούς Χριστός. Ο νέος Αδάμ. Είναι ο εν Χριστώ άνθρωπος. Αυτός είναι ο εν Χριστώ άνθρωπος. Και ελάτε να μου πείτε αν έχομε να κάνομε δουλειά ή όχι... Και ελάτε να μου πείτε αν η υπόθεσις το να ζήσω πνευματική ζωή –μην απογοητευόμεθα όμως, μην απογοητευόμεθα- αν είναι εύκολη… Κι αν είναι υπόθεσις μιας ημέρας ή ενός έτους…Έτσι πραγματικά θα αρχίσω να βλέπω τον εαυτό μου.

Αλλά το να δω τον εαυτό μου, αγαπητοί μου, πρέπει να πούμε ότι δεν είναι μόνο δικό μου έργον. Είναι και έργον του Θεού. Είναι έργον της χάριτός Του. Γι’ αυτόν τον λόγο κάνω προσευχή και Του λέγω: «Ναί, Δέσποτα, Βασιλεῦ, δώρησαί μοὶ τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα». «Δώσε μου αυτό το δώρο να μπορώ να βλέπω». Είναι συνεπώς ο μεγάλος προβολέας. Όπως, θα λέγαμε, είναι ένα σκοτεινό σπίτι, ένα σκοτεινό δωμάτιο, είναι ο εαυτός μου. Δεν έχω την διάθεση να τον ψαχουλέψω. Αλλά άμα ψαχουλεύω εδώ, δεν έχω εικόνα του όλου χώρου. Έχω ανάγκη φωτός. Αυτό το φως που θα διαυγάζει αυτόν τον σκοτεινόν χώρον είναι το Φως του Θεού. Είναι η χάρις του Χριστού. Και τότε θα μου φωτίσει τον χώρον αυτόν και τότε θα δω ποιος είμαι. Μάλιστα επειδή γνωρίζει ο κατασκευαστής μου, ο Χριστός, ότι όταν ρίξει άπλετο φως στη συνείδησή μου, θα τρομάξω, ακούστε το αυτό, θα τρομάξω, και υπάρχει ο κίνδυνος να απογοητευθώ, γι’αυτό ρίπτει λίγο λίγο φως. Κάποτε σε ορισμένες γωνιές της συνειδήσεως. Κάποτε σε όλο τον χώρο της συνειδήσεως. Αλλά ξεκινάει ως αμυδρό φως. Και όσο προχωρά, το φως αυτό αυξάνει. Εγώ το έχω δει αυτό σε πάρα πολλούς ανθρώπους όταν εξομολογούνται. Σήμερα μου λέγουν τα α αμαρτήματα και λέγουν δεν έχουν τίποτα. Λένε αλήθεια. Ύστερα από λίγο καιρό έρχονται, αφού ακούνε λόγο Θεού, δηλαδή έρχεται η χάρις του Θεού, τότε βλέπουνε κι άλλα πράγματα. Και λένε: «Αυτά δεν τα είχα δει άλλοτε». Και συνεπώς λέγουν και βγάζουν και βγάζουν. Γιατί; Γιατί τώρα αρχίζουν και τα βλέπουν. Γιατί τώρα τα βλέπουν; Γιατί τώρα φωτίζει τον χώρο της συνειδήσεώς τους ο Θεός. Είναι ανάγκη λοιπόν να παρακαλέσομε τον Κατασκευαστή μας να μας δώσει την χάρη Του, να μπορούμε να βλέπουμε εκείνα τα οποία υπάρχουν μέσα μας. Γι’αυτό πρέπει να προσευχόμεθα. Θα έλεγα εμπόνως, επιμόνως, μετά δακρύων!

Αυτό το «ὁρᾶν», «δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα», αυτό το «ὁρᾶν», το βλέπειν, δηλαδή αυτό το μάτι της ψυχής, πρέπει να έχει υγεία. Γι’αυτό πρέπει να παρακαλάμε τον Θεό να μας δίνει υγιές μάτι ψυχής. Αυτό το υγιές μάτι της ψυχής είναι θεμελιώδους σημασίας, θεμελιώδους, όπως ακριβώς το να πρέπει να γίνω καλλιτέχνης ή άνθρωπος επιστήμης και παρατηρήσεως και πειράματος, και να μην έχω μάτια. Ε, πώς είναι δυνατόν… Είπα παρατηρήσεως και να μην έχω μάτια. Είναι αδιανόητο πράγμα. Πρέπει, λοιπόν, να έχω μάτια και μάλιστα καλά μάτια. Και μάλιστα μάτια που να μη μου δίνουν ψευδαισθήσεις. Αλλά να έχω μάτια που να βλέπουν εξ αντικειμένου, σωστά, με ακρίβεια. Λοιπόν, αυτό το μάτι της ψυχής, «δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα»,το να βλέπω τα πταίσματά μου, τα αμαρτήματά μου, είναι, όπως σας εξήγησα, ανάγκη να είναι υγιές.

Πώς θα ξεκινήσει αυτό; Πώς δηλαδή θα γίνει το μάτι υγιές; Αν υποτεθεί ότι δεν είναι υγιές. Εκείνο που κάνει το μάτι της ψυχής υγιές είναι η ταπεινοφροσύνη! Είναι η ταπεινοφροσύνη. Θα σας πω ένα ωραίο από τον άγιο Μάρκο τον ασκητή. Λέγει το εξής: «Ὁ ταπεινόφρων καὶ ἔργον ἔχων πνευματικὸν ἀναγιγνώσκων τὰς θείας γραφὰς πάντα εἰς ἑαυτὸν νοήσει καὶ οὐκ εἰς ἕτερον». «Ο ταπεινός άνθρωπος, όταν διαβάζει», λέγει, «την Αγία Γραφή, ό,τι καταλαβαίνει, ουδέποτε λέγει: ‘’Α, αυτό είναι για τους άλλους’’, αλλά λέγει: ‘’Αυτό είναι για μένα’’». Δηλαδή τι αποκτά; Αυτογνωσία. Πώς αποκτά την αυτογνωσία; Όταν έχει ταπείνωση. Ο ταπεινόφρων άνθρωπος. Είναι μεγάλο πράγμα. Αγαπητοί μου, είναι μεγάλο πράγμα. Ας προσέξουμε το θέμα αυτό. Στον εγωιστή πείτε ό,τι θέλετε. Δεν βλέπει τίποτα. Ο εγωιστής είναι τυφλός. Είναι τυφλός. Όπως και αυτός που δεν έχει αγάπη είναι τυφλός, κι αυτός που δεν έχει ταπείνωση είναι τυφλός. Πείτε του ό,τι θέλετε. Δεν βλέπει. Δεν σας κοροϊδεύει. Δεν βλέπει! Δυστύχημα…

Αλλά εάν δω τον πραγματικό μου εαυτό, τότε θα αντιληφθώ ότι έχω πολλά πράγματα να κοιτάξω. Και τότε… ω, τότε, τότε δεν έχω καιρό να κοιτάξω τον άλλον άνθρωπο. Κι αν δεν έχω καιρό να κοιτάξω τον άλλον άνθρωπο, τότε δεν θα κατακρίνω. Ή, από μία στοιχειώδη αυτογνωσία, στοιχειώδη, θα πω: «Μα κι εγώ είμαι το ίδιο πράγμα, αν αυτός κάνει σήμερα αυτό, γιατί εγώ δεν θα το κάνω αύριο; Ποιος μου το εξασφαλίζει; Κι αν ακόμη ψάξω, θα βρω ότι κι εγώ έχω στοιχεία, που, αν βρεθώ στις συνθήκες που αυτός βρέθηκε, δεν ξέρω κι εγώ τι μπορεί να κάνω. Διαβάζω για ένα έγκλημα, για μία κλοπή, για μία πράξη βίας, οποιασδήποτε φύσεως, ποιος μου λέει εμένα, εάν βρεθώ κάτω από τις ίδιες συνθήκες, δεν θα κάνω το ίδιο;». Αδελφέ μου, αυτό το εξασφαλίζεις για τον εαυτό σου ότι δεν θα το κάνεις; Εάν το εξασφαλίζεις και είσαι σίγουρος, να το ξέρεις, μέτρο και κριτήριο: δεν έχεις αυτογνωσία. «Για όλους τους ανθρώπους είναι όλα δυνατά. Εγώ μπορώ να κάνω εγκλήματα; Γιατί δεν μπορώ να κάνω; Εάν με εγκαταλείψει η χάρις του Θεού, αν, αν, γιατί δεν μπορώ να κάνω;». Γι’αυτό τον λόγο ας λέμε: «Όλα μπορώ να τα κάνω. Μόνο η χάρις του Θεού αν με φυλάξει, τότε δεν θα κάνω εκείνα τα οποία σήμερα βλέπω στον άλλον και τρομάζω». Θα ΄λεγα για μια καλή γυναίκα, που ΄ναι νοικοκυρά, που έχει στο σπίτι της πολλή δουλειά να κάνει, όταν κάθεται και φτιάχνει το σπιτικό της και πάντα έχει μία απασχόληση, θα εξετάσει της γειτόνισσας το σπίτι σε ποια κατάσταση καθαριότητος βρίσκεται ή όχι; Αναμφισβήτητα όχι. Γιατί; Έχει να κοιτάξει το δικό της το σπίτι. Γιατί ακριβώς έχει πολλή δουλειά να κάνει.

Έτσι κι εδώ. Δεν θα ερευνήσω τον άλλον, δεν θα ψάχνω τον άλλον. Τον εαυτό μου, τον εαυτόν μου μόνο θα βλέπω, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι αν δω κάτι στον άλλον δεν θα του το διορθώσω. Διότι αυτήν την στιγμή, εάν εγώ επί παραδείγματι ως πνευματικός σου πω ότι «Αυτό το πράγμα έχεις· δεν σε κατηγορώ. Σου λέγω απλώς ότι έχεις κάτι για να το διορθώσεις κι εσύ· που το βλέπω εγώ και δεν το βλέπεις εσύ». Σημαίνει λοιπόν ότι εξετάζω τον εαυτό μου και μένω στον εαυτό μου, δεν σημαίνει ότι δεν θα βοηθήσω τον άλλον να διορθωθεί. Άπαγε, κάθε άλλο. Αλλά όταν ακριβώς μπορώ να βλέπω τον εαυτό μου, όπως είναι η παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου, θυμηθείτε την, ο Τελώνης έβλεπε μόνο τον εαυτόν του, ο Φαρισαίος έβλεπε τον άλλον και όχι τον εαυτό του! Είναι φοβερό πράγμα… Όταν τελικά αποκτήσω την αυτογνωσία, τότε αναμφισβήτητα οδηγούμαι, αγαπητοί μου, στο να αποκτήσω όλες τις αρετές. Την πίστη, την ελπίδα, την αγάπη, την προσευχή. Αναφέρω τις κεφαλαιώδεις αυτές και θεολογικές αρετές.

Λέγει ο όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: «Οὐδὲν κρεῖττον τοῦ γνῶναι τὴν οἰκείαν ἀσθενείαν καὶ ἀγνωσίαν, οὐδὲν χεῖρον τοῦ ταῦτα ἀγνοεῖν». «Δεν υπάρχει καλύτερο πράγμα από του να γνωρίζεις ποιος είσαι, την δική σου ασθένεια. Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από του να αγνοείς ποιος είσαι. Δεν υπάρχει…».

Τέλος, πρέπει να σας πω και κάτι. Ο αληθινός, ο ταπεινός άνθρωπος, όταν κοιτάζει τον εαυτό του και βρίσκει τα ελαττώματά του… έχει βεβαίως και αρετές, δεν τίθεται θέμα, τι κάνει; Όπως κοιτάζει τον εαυτόν του, ο Θεός κάνει το εξής: βάζει το χέρι Του μπροστά και κρύβει τα καλά. Του λένε οι άλλοι άνθρωποι: «Κοίταξε, έχεις αυτό το καλό». Έχει βάλει το χέρι Του εκεί όμως ο Θεός και δεν βλέπει αυτός. Για να μην υψηλοφρονήσει, τον προστατεύει ο Θεός και του κρύπτει τα καλά. Ή μικραίνει τα καλά. Εάν οι άνθρωποι επιμένουν στο σημείο αυτό, του να του λέγουν τα καλά του, τότε είναι ως να του ρίπτουν εις τα χέρια του διαβόλου τον άνθρωπον αυτόν.

Και, τέλος, ο όσιος πατήρ Θεόδωρος λέγει τα εξής θαυμάσια: «Τὸ δεσποτικὸν λόγον ἐπὶ νοῦν ἔχε, τὸ δοῦλος ἀχρεῖος εἶναι καὶ μήπω τὴν ἐντολὴν πεπληρωκέναι (:έχε πάντα στον νου σου αυτό που είπε ο Χριστός: ‘’Είμαι δούλος αχρείος και οφείλω να εκπληρώσω τις εντολές του Θεού’’) τῷ ὄντι, τῷ ὄντι γάρ, ἐφ΄ ὅσον ἐν τῷ παρόντι βίῳ ἐσμέν (:όσο ακόμη είμεθα εις τον παρόντα βίο) οὔπω τῆς ἐξορίας ἀνακεκλήμεθα, ἀλλ’ ἀκμὴν ἐπὶ τὸν ποταμὸν Βαβυλῶνος καθεζόμεθα (:όσο ακόμη ζούμε, δεν έχομε ανακληθεί από την εξορία την βαβυλωνιακή, είμαστε ακόμη εις τις ακτές της Βαβυλώνος, του Ευφράτου ποταμού και κλαίμε την εξορία μας) ἀκμὴν περὶ τὴν Αἰγύπτιον πλινθουργίαν ταλαιπωροῦμεν, μήπω τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας θεασάμενοι (:ακόμη είμαστε στη γη της σκλαβιάς, την Αίγυπτον, την πνευματική Αίγυπτο και τα έργα μας είναι η πλινθουργία, όπως τότε οι Εβραίοι ως δούλοι στον Φαραώ, και εργαζόμεθα τα έργα τα καθημερινά και είμεθα σκλάβοι. Όσο, λοιπόν, ακόμη είμεθα στην παρούσα ζωή και η γη της επαγγελίας είναι μακράν, ας ταπεινοφρονούμε. Ας έχομε, λοιπόν, αυτήν την αυτογνωσία, ας λέμε ότι είμεθα δούλοι αχρείοι). Ἐπειδὴ οὔπω ἐξεδυσάμεθα τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον, τὸν φθειρόμενον κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης, οὔπω ἐφορέσαμεν τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου· ἔτι γὰρ τὴν εἰκόνα τοῦ χοϊκοῦ φοροῦμεν· οὐκ ἔχομεν τοίνυν ὁδὸν καυχήσεως, ἀλλὰ δακρύειν ὀφείλομεν, δεόμενοι τοῦ δυναμένου σώζειν ἡμᾶς (:Φορούμε ακόμα την εικόνα του χοϊκού, του χωματένιου ανθρώπου· δεν ντυθήκαμε ακόμα την εικόνα και την φορεσιά του επουρανίου ανθρώπου. Πώς, λοιπόν, θα καυχηθούμε, τι θα πούμε; Ότι είμεθα ότι… Τίποτα… Να κλάψομε, να στραφούμε στον εαυτό μας, να δούμε τον πραγματικό εαυτό μας, για να μπορέσουμε να σωθούμε)».

Αγαπητοί μου, πράγματι είναι αναγκαιοτάτη αυτή η στροφή προς την αυτογνωσία. Λέγει πάλι ο Ησύχιος ο πρεσβύτερος, το θαυμάσιο που είναι και αγιογραφικό: «Οὐαὶ τοῖς ἀπολωλεκόσι τὴν καρδίαν, φησὶ· καὶ τί ποιήσουσιν, ὅταν ἐπισκέψηται Κύριος; (:Αλίμονο σε κείνους που έχασαν την καρδιά τους. Και την χάνουν όταν δεν έχουν αυτογνωσία. Και όταν θα έρθει ο Θεός να κρίνει την καρδιά, τι θα κάνουν τότε;)». «Δι’ ὃ σπουδαστέον ἡμῖν, ἀδελφοί»· «Γι΄αυτό, αγαπητοί μου αδελφοί», λέγει, εδώ ο όσιος Ησύχιος, «είναι ανάγκη να φροντίσουμε να κατακτούμε δια της αυτογνωσίας την καρδιά μας».

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή

μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,

ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:

Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_ath ... oi_011.mp3

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Τετ Μαρ 04, 2026 11:06 am
από toula
Μὴ μοῦ πῆς ὅτι·
τόσες μέρες νήστεψα,
τὸ καὶ τὸ δὲν ἔφαγα,
κρασὶ δὲν ἤπια,
στὰ λουτρὰ δὲν πῆγα.
Ἀλλὰ δεῖξε μου ἄν,
ἐνῷ ἤσουν ὀξύθυμος,
ἔγινες πράος,
κι ἂν ἔγινες φιλάνθρωπος
ἐνῷ ἤσουν πετρόκαρδος.
Ἂν μεθᾶς μὲ τὴν ὀργή,
τί βασανίζεις τὸ στομάχι σου;
Ἂν φωλιάζη μέσα σου
ὁ φθόνος κι ἡ πλεονεξία,
τί ὠφέλεια ἔχεις
ποὺ πίνεις μονάχα νερό;
Δὲν σ’ ἐρωτῶ λοιπὸν
τί λογῆς τραπέζι στρώνεις,
ἀλλ’ ἂν ἄλλαξες ψυχή.
Ἂν ἡ δέσποινα –ἡ ψυχή, λέγω– πορνεύει,
τί μαστιγώνεις τὴν ὑπηρέτρια,
ποὺ εἶναι ἡ κοιλιά;
Ἂν ἡ ψυχὴ γλιστρᾶ στὸ κακό,
τί παιδεύεις τὸ σῶμα;
Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου
Λόγος περὶ νηστείας καὶ ἐλεημοσύνης (ἀπόσπασμα)
Τεῦχος 289, Φεβρουάριος 2017

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Τετ Μαρ 04, 2026 11:10 am
από toula
Ομιλία του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, περί μετανοίας και περί εξορίας του Αδάμ

Εξορία του Αδάμ και της Εύας

Αδελφοί και πατέρες. Είναι καλόν πράγμα η μετάνοια και η ωφέλεια που προέρχεται από αυτήν. Αυτό γνωρίζοντας και ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο Θεός μας, ο οποίος όλα τα γνωρίζει εκ των προτέρων, είπε: «Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών». Θέλετε δε να μάθετε ότι χωρίς μετάνοια, και μάλιστα μετάνοια από το βάθος της ψυχής και τοιαύτην όπως ο Λόγος την ζητεί από εμάς, είναι αδύνατον να σωθούμε;

Ακούστε τον ίδιον τον Απόστολο που λέγει «… πάσα αμαρτία εκτός του σώματος εστίν. Ο δε πορνεύων εις το ίδιον σώμα αμαρτάνει…». Και πάλιν. «Παραστήναι δει ημάς έμπροσθεν του βήματος του Χριστού, ίνα απολήψεται έκαστος τα διά του σώματος προς ει έπραξε, είτε αγαθά είτε φαύλα». Μπορεί λοιπόν πολλές φορές λαμβάνοντας κάποιος αφορμήν από αυτά να πει: «ευχαριστώ τον Θεό, διότι δεν εμόλυνα κανένα μέλος του σώματός μου με κάποιαν πονηρά πράξη», και έχει δήθεν παρηγορία από αυτό, επειδή είναι ξένος από σωματικήν αμαρτία. Αλλά αποκρίνεται ο Δεσπότης λέγοντας την παραβολήν περί των δέκα παρθένων, και δεικνύει σε όλους μας και μας βεβαιώνει ότι καθόλου δεν ωφελούμεθα από την καθαρότητα του σώματος, εάν δεν συνυπάρχουν σ’ εμάς και οι υπόλοιπες αρετές. Και όχι μόνον αυτό, αλλά ο ίδιος πάλιν ο Παύλος μαζί με τον Δεσπότην φωνάζει: «Ειρήνην διώκετε μετά πάντων και τoν αγιασμόν, ου χωρίς ουδείς όψεται τoν Κύριον». Γιατί όμως είπε «διώκετε»; Διότι δεν είναι δυνατόν σε μίαν ώρα να γίνωμε και να είμεθα άγιοι, αλλά πρέπει αρχίζοντας από τα μικρά, να φθάσωμε προοδευτικώς στον αγιασμόν και την καθαρότητα, και διότι ακόμη και χίλια χρόνια εάν ζήσωμε στην ζωήν αυτήν, ουδέποτε θα ημπορέσωμε να τα αποκτήσωμε αυτά σε τέλειον βαθμό, αλλά βάζοντας αρχήν καθημερινώς, οφείλουμε να αγωνιζώμεθα συνεχώς. Αυτό εφανέρωσε πάλιν ο ίδιος λέγοντας, «Διώκω δε ει και καταλάβω (μήπως κατορθώσω δηλαδή) εφ’ ω και κατελήφθην (εκείνο δηλαδή για το οποίον και ο Χριστός με έφερε κοντά του)». Διότι κάθε άνθρωπος που έχει αμαρτήσει, όπως εγώ ο κατακεκριμένος, και έκλεισε με τoν βόρβορο των ηδονών τις αισθήσεις της ψυχής του, ακόμη και αν όλην την περιουσία του την διεμοίρασε στους πτωχούς, και εγκατέλειψε όλην την δόξα και λαμπρότητα των αξιωμάτων και πολυτέλειαν οίκου και ίππων, ποιμνίων και δούλων, και αυτούς τους ίδίους του φίλους και τους συγγενείς του όλους, και ήλθε πτωχός και ακτήμων και έγινε μοναχός, παρ’ όλα αυτά χρειάζεται τα δάκρυα της μετανοίας, ως αναγκαία για την ζωήν του. Και αυτό για να αποπλύνη τον βόρβορο των αμαρτημάτων του, και ακόμη περισσότερον εάν είναι καλυμμένος, όπως εγώ, με την αιθάλη και τον βόρβορο των πολλών του κακών, όχι μόνον στο πρόσωπο και στα χέρια, αλλά σε όλον γενικώς το σώμα του. Πράγματι, δεν αρκεί για την κάθαρσιν της ψυχής μας η διανομή των υπαρχόντων, αδελφοί, εάν παραλλήλως δεν κλαύσωμε και δεν θρηνήσωμε από τα βάθη της ψυχής μας. Διότι νομίζω ότι εάν δεν καθαρίσω ο ίδιος τον εαυτόν μου με κάθε δυνατήν προσπάθεια και με τα δάκρυα από τον μολυσμόν των αμαρτημάτων μου, αλλά εξέλθω από τoν βίον μολυσμένος, δικαίως θα γελάση και ο Θεός εις βάρος μου και οι άγγελοί του, και θα εκβληθώ στο πυρ το αιώνιον με τους δαίμονες. Ναι, πράγματι, έτσι είναι αδελφοί. Διότι τίποτε δεν εφέραμε μαζί μας στον κόσμο, για να το δώσωμε στoν Θεόν ως αντίλυτρον για τις αμαρτίες μας.

Είναι λοιπόν δυνατόν αδελφοί, σε όλους, όχι μόνον στους μοναχούς αλλά και στους λαϊκούς, το να μετανοούν πάντοτε και διαρκώς, και να κλαίουν και να παρακαλούν τον Θεόν, και δι’ αυτών των πράξεων να αποκτήσουν και όλες τις υπόλοιπες αρετές.

Προφητάναξ Δαυίδ. Ἱερὰ Μονὴ Παναγίας Χρυσοκουρδαλιωτίσσης, Κούρδαλι

Ότι αυτό είναι αληθές το επιβεβαιώνει μαζί μου και ο Χρυσόστομος Ιωάννης, ο μέγας στύλος και διδάσκαλος της Εκκλησίας, στους λόγους του περί του Δαυίδ, εξηγώντας εκεί τον πεντηκοστόν ψαλμό. Λέγει ότι είναι δυνατόν κάποιος που έχει γυναίκα και δούλους και δούλες και πλήθος υπηρετών και περιουσίαν πολλήν, και διαπρέπει στα κοσμικά πράγματα, να ημπορή όχι μόνον αυτό, το να κλαίη δηλαδή καθημερινώς και να προσεύχεται και να μετανοή, αλλά και να φθάση στην τελειότητα της αρετής εάν θέλη, και να λάβη Πνεύμα Άγιον και να γίνη φίλος του Θεού και να απολαμβάνη την θέαν του, όπως υπήρξαν πριν από την παρουσίαν του Χριστού ο Αβραάμ, ο Ισαάκ, ο Ιακώβ και στα Σόδομα ο Λωτ και, για να αφήσω τους άλλους, επειδή είναι πολλοί, ο Μωυσής και ο Δαυίδ. Στην δε νέαν χάρη και επιφάνειαν του Θεού και Σωτήρος μας, ο αλιεύς και αγράμματος Πέτρος, ο οποίος μαζί με την πενθερά του και τους άλλους εκήρυττε τον Θεόν που τότε εφανερώθη. Τους δε άλλους ποίος θα τους απαριθμήση, που είναι περισσότεροι από τις σταγόνες της βροχής και από τους αστέρες του ουρανού; Βασιλείς, αρχιερείς, εξουσιαστάς, για να μην ειπώ τους πτωχούς και όσους έζησαν μόνο με τα απαραίτητα, των οποίων οι πόλεις και οι οικίες και οι ναοί που εκείνοι φιλοτίμως ανήγειραν, τα γηροκομεία και τα ξενοδοχεία, σώζονται και υπάρχουν μέχρι τώρα; Όλα αυτά και όταν ήσαν ακόμη εκείνοι στην ζωή τα κατείχαν και τα χρησιμοποιούσαν ευσεβώς, όχι ως κύριοί των, αλλά ως δούλοι του Δεσπότου μετεχειρίζοντο αυτά τα οποία τους έδωσε ο Κύριος, όπως ήταν αρεστόν σ’ Εκείνον, «χρησιμοποιώντας μεν τω κόσμω, ου καταχρώμενοι δε», σύμφωνα με τον Παύλον. Γι’ αυτό και τώρα, στην παρούσα ζωή, έγιναν ένδοξοι και λαμπροί, και στους ατελευτήτους αιώνας, στην Βασιλείαν του Θεού, θα γίνουν ενδοξότεροι και λαμπρότεροι. Και μάλιστα εάν δεν ήμασταν οκνηροί και ράθυμοι και καταφρονηταί των εντολών του Θεού, αλλά πρόθυμοι και άγρυπνοι και προσέχαμε τον εαυτόν μας, ουδεμίαν ανάγκη θα είχαμε αποταγής ή κουράς ή της φυγής από τον κόσμο. Και για να σε βεβαιώσω γι’ αυτό άκουσε!

Ο Πρωτόπλαστος Αδάμ. Ιερός Ναός Παναγίας Μουτουλλά

Ο Θεός από την αρχήν έκαμε τον άνθρωπο βασιλέα όλων όσων υπάρχουν επάνω στην γην, αλλά και αυτών που ευρίσκονται κάτω από τoν θόλον του ουρανού. Διότι βέβαια ο ήλιος και η σελήνη και τα άστρα, για τoν άνθρωπον εδημιουργήθησαν. Τι λοιπόν; Άραγε επειδή ήταν βασιλεύς όλων αυτών των ορατών, εβλάπτετο από αυτά στην απόκτηση της αρετής; Όχι, καθόλου, αλλά εάν εζούσε ευχαριστώντας τον Θεόν, ο οποίος τα εδημιούργησε και του τα έδωσε όλα, ακόμη περισσότερο θα ευδοκιμούσε. Διότι εάν δεν παρέβαινε την εντολήν του Δεσπότου, δεν θα έχανε αυτήν την Βασιλεία, δεν θα στερούσε τoν εαυτόν του από την δόξαν του Θεού. Επειδή όμως το έκαμε αυτό, δικαίως εξεδιώχθη, εξωρίσθη, έζησε και απέθανε. Και θα σας ειπώ ένα πράγμα το οποίον, νομίζω, κανείς δεν το απεκάλυψε σαφώς, αλλά έχει λεχθεί σκιωδώς. Ποίον; Άκου την Θείαν Γραφή που λέγει: «Και είπεν ο Θεός τω Αδάμ (μετά την παράβασιν εννοώ). Αδάμ πού ει;». Γιατί το είπεν αυτό ο ποιητής του παντός; Οπωσδήποτε θέλοντας να τον φέρη σε συναίσθηση, και καλώντας τον σε μετάνοια, λέγει «Αδάμ πού ει;». Εξέτασε τον εαυτόν σου, διαπίστωσε την γύμνωσή σου! Κοίτα ποίον ένδυμα, ποίαν δόξαν εστερήθης. «Αδάμ πού ει;». Σαν να τον παρακαλή και να του λέγη: «Ναι, σύνελθε, ταπεινέ, ναί, άφησε τον τόπον όπου είσαι κρυμμένος. Από εμένα νομίζεις ότι κρύβεσαι; Ειπέ «Ήμαρτον!». Αλλά δεν το λέγει αυτό, ή μάλλον εγώ ο άθλιος δεν το λέγω, διότι ιδικό μου είναι το πάθος! Αλλά τι λέγει; «Της φωνής σου ήκουσα περιπατούντος εν τω παραδείσω, και έγνων ότι γυμνός ειμί και εκρύβην». Και τι του απήντησε ο Θεός; «Και τις ανήγγειλέ σοι ότι γυμνός ει, ει μη εκ του ξύλου, ου ενετειλάμην σοι τούτου μόνον μη φαγείν, απ’ αυτού έφαγες;». Βλέπεις, αγαπητέ, μακροθυμίαν Θεού; Διότι όταν είπε: «Αδάμ, πού ει:», και εκείνος δεν ωμολόγησε ευθύς την αμαρτίαν, αλλά είπε «της φωνής σου ήκουσα, Κύριε και έγνων ότι γυμνός ειμί και εκρύβην», ο Θεός δεν ωργίσθη, δεν τον απεστράφη αμέσως και οριστικώς, αλλά του δίδει ευκαιρίαν να αποκριθή και δευτέραν φορά, και λέγει: «τις ανήγγειλέ σοι ότι γυμνός ει; Ει μη εκ του ξύλου ου ενετειλάμην σοι τούτου μόνον μη φαγείν, απ’ αυτού έφαγες;». Πρόσεξε βάθος λόγων της σοφίας του Θεού: «Τι λέγεις, ότι είσαι γυμνός, του λέγει, κρύβεις όμως την αμαρτίαν σου; Μήπως νομίζεις ότι μόνον το σώμα σου βλέπω και δεν βλέπω την καρδίαν και τους λογισμούς σου;». Διότι ο Αδάμ, επειδή απατήθη, ήλπιζεν ότι ο Θεός δεν εγνώριζε την αμαρτίαν του, και έλεγε μέσα του κάπως έτσι: «εάν ειπώ ότι είμαι γυμνός, τότε επειδή ο Θεός δεν γνωρίζει, θα μου ειπή: και γιατί είσαι γυμνός; Τότε εγώ θα του απαντήσω αρνητικά και θα του ειπώ: δεν γνωρίζω, και έτσι θα του διαφύγω, και θα απολαύσω πάλι την πρώτην μου στολή. Τουλάχιστον δεν θα με εκδιώξη, τουλάχιστον δεν θα με εξορίση!». Ενώ συλλογίζετο αυτά, όπως και τώρα κάμουν πολλοί και πρώτος εγώ ο ίδιος, και κρύπτουν τα αμαρτήματά τους, ο Θεός, επειδή δεν ήθελε να πολλαπλασιάση το κρίμα του, λέγει: «Και πόθεν έγνως ότι γυμνός ει, ει μη από του ξύλου ου ενετειλάμην σοι μη φαγείν, απ’ αυτού έφαγες;». Σαν να λέγη. «Πράγματι, νομίζεις ότι κρύπτεσαι από εμέ; Δεν γνωρίζω εγώ τι έπραξες; Δεν λέγεις το «Ήμαρτον»; Ειπέ, πτωχέ: Ναι, αλήθεια, Κύριε, παρέβην την εντολήν σου, έπταισα ακούοντας την συμβουλή της γυναικός, έσφαλα πολύ ακολουθώντας τον λόγο της και παρακούοντας τον ιδικόν σου, ελέησόν με! Αλλά δεν λέγει τούτο, δεν ταπεινώνεται. Νεύρον από σίδερον ο αυχένας της καρδίας του, όπως ακριβώς είναι και ο ιδικός μου. Διότι εάν έλεγε αυτό, θα έμενε στον Παράδεισο, και όλον εκείνον τον κύκλο των μυρίων κακών, τον οποίον υπέστη όταν εξωρίσθη και έμεινε κάτω στον Άδη τόσους πολλούς αιώνες, θα τον είχε αποφύγει τότε με έναν μόνον λόγο.

Αυτό είναι λοιπόν εκείνο για το οποίο έχω υποσχεθή να ομιλήσω. Και άκου την συνέχεια, για να γνωρίσης ότι τα λόγια μου είναι αληθινά, και τίποτε δεν είναι ψεύδος από όλα αυτά. Είπεν ο Θεός στον Αδάμ. «Ην ώραν φάγεσθε από του ξύλου, ου ενετειλάμην υμίν τούτου μόνον μη φαγείν, θανάτω αποθανείσθε», δηλαδή τον ψυχικόν θάνατο, πράγμα που και έγινε την ιδίαν ώρα, γι’ αυτό και εγυμνώθη από την αθάνατον στολήν του. Τίποτε περισσότερον δεν είπεν ο Θεός και τίποτε περισσότερον δεν έγινε. Διότι προγνωρίζοντας ο Θεός ότι ο Αδάμ πρόκειται να αμαρτήση, και θέλοντας να τον συγχωρήση, όταν αυτός μετανοούσε, με τίποτε περισσότερον, όπως είπαμε, δεν τον απείλησε. Επειδή όμως ηρνήθη την αμαρτίαν του, και δεν μετενόησε ούτε όταν ηλέγχθη από τον Θεόν (διότι είπε: «Η γυνή, ην δέδωκάς μοι, αύτη με ηπάτησεν», σαν δηλαδή να λέγη στον Θεόν. «Σύ έπταισες. Η γυναίκα, την οποία συ μου έδωσες, αύτη με εξηπάτησε»), γι’ αυτό και ο Θεός του λέγει: «Εν κόπω και ιδρώτι φαγή τον άρτον σου, και ακάνθας και τριβόλους ανατελεί σοι η γη» και τελευταία ότι «γη ει και εις γην απελεύση». Ήθελα να μετανοήσης, λέγει, και να επανέλθης στην προηγουμένην σου διαγωγή. Επειδή όμως είσαι τόσο σκληρός, φύγε λοιπόν από κοντά μου, και η απομάκρυνσή σου θα σου είναι αρκετή για παιδαγωγία, επειδή είσαι χώμα, και στο χώμα θα επιστρέψης.

Γνωρίζεις λοιπόν τώρα ότι, επειδή μετά την παράβαση δεν μετενόησε να ειπή «Ήμαρτον», εξορίζεται και προστάσσεται να ζη με κόπο και ιδρώτα. Γι’ αυτό και κατεδικάσθη να επιστρέψη στην γην από την οποίαν ελήφθη. Και αυτό γίνεται φανερόν από την συνέχεια. Αφήνοντας λοιπόν αυτόν, έρχεται στην Εύα, θέλοντας να δείξη ότι δικαίως και αυτή θα εξορισθή, αφού δεν θέλει να μετανοήση, και της λέγει: «Τι τούτο εποίησας;» για να ειπή τουλάχιστον αυτή το «Ήμαρτον». Διότι ποία άλλη ανάγκη έκαμε τον Θεόν να της απευθύνη αυτά τα λόγια, παρά μόνον για να ειπή: «Από την αφροσύνη μου, Δέσποτα, το έπραξα αυτό, η ταπεινή και αθλία, και παρήκουσα εσέ τον Κυριόν μου. Ελέησόν με!». Αλλά δεν είπε αυτό. Και τι είπε; «Ο όφις εξηπάτησέ με». Ω τι αναισθησία! Και συνωμίλησες με τον όφιν, ο οποίος σου ωμιλούσε κατά του Δεσπότου, και προτίμησες αυτόν αντί του Θεού που σε έπλασε, και εθεώρησες προτιμοτέραν και αληθεστέραν την συμβουλήν εκείνου από την εντολήν του Δεσπότου; Και επειδή ούτε αυτή ημπόρεσε να ειπή το «Ήμαρτον», εκβάλλονται από την τρυφήν, εξορίζονται από τον Παράδεισο και από τον Θεόν. Αλλά πρόσεχε, παρακαλώ, το βάθος του μυστηρίου του φιλανθρώπου Θεού, και μάθε και διδάξου από αυτά ότι, εάν μετανοούσαν, δεν θα είχαν εκδιωχθή, δεν θα είχαν κατακριθή, δεν θα είχαν καταδικασθή να επιστρέψουν στην γην από την οποία προήλθαν. Και τι έγινε έπειτα; Ακουσε!

Άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος

Όταν εξεδιώχθησαν και έπεσαν ήδη από την αρχή μέσα στους ιδρώτες και τους σωματικούς κόπους, ήρχισαν δε να πεινούν και να διψούν, και συγχρόνως να ριγούν και να τρέμουν και να πάσχουν αυτά τα οποία και εμείς πάσχουμε σήμερα, αισθάνθησαν περισσότερο την δυστυχία και το κατάντημά τους, αλλά και την ιδίαν την κακοφροσύνη τους, και την ανέκφραστον φιλανθρωπία του Θεού. Περιπατώντας λοιπόν και καθήμενοι έξω από τον Παράδεισο, μετανοούσαν, έκλαιαν, εθρηνούσαν, εκτυπούσαν το πρόσωπο, εξερρίζωναν τα μαλλιά τους, καταδικάζοντας με οδυρμούς την σκληροκαρδία τους, και αυτό όχι μόνον μίαν ημέραν ούτε δύο ή δέκα, αλλά, πιστέψετέ το, σε όλην τους την ζωή. Και πώς δεν θα έκλαιαν πάντοτε και διαρκώς, ενθυμούμενοι εκείνον τον πράον και ήρεμον Δεσπότην, εκείνην την τρυφήν την ανέκφραστο, τα απερίγραπτα κάλλη των ανθέων εκείνων, την αμέριμνον εκείνην και ακοπίαστον ζωή, τις ανόδους και τις καθόδους των αγγέλων προς αυτούς; Διότι όπως εκείνοι που είχαν εκλεγή από κάποιον άρχοντα του παρόντος κόσμου ως προσωπικοί του υπηρέτες, όσον μεν διατηρούν ανόθευτον τον σεβασμό και την τιμή και την δουλεία προς τον κύριόν τους και αγαπούν αυτόν και τους ομοδούλους των, απολαμβάνουν και την προς αυτόν παρρησία και την εύνοια και την αγάπη του, ζώντας μέσα σε πολλήν άνεση και τρυφή και σπατάλη. Εάν όμως αλαζονευθούν κατά του κυρίου τους, και αποθρασυνθούν και αυθαδιάσουν εναντίον των συνδούλων τους, τότε εκπίπτουν από την προς αυτόν παρρησία και την αγάπη και την εύνοιάν του, εξορίζονται σε χώρα μακρινήν, και υποβάλλονται κατόπιν διαταγής του σε μυρίους πειρασμούς, μέσα σε κόπους και σε μεγάλες ταλαιπωρίες. Έτσι όλο και περισσότερον συνειδητοποιούν την άνεση την οποίαν απελάμβαναν, και πόσον εζημιώθησαν από την στέρησιν τόσων αγαθών.

Το ίδιο έπαθαν και οι πρωτόπλαστοι, οι οποίοι όσον ήσαν στον Παράδεισον, απελάμβαναν όλα εκείνα τα αγαθά, έπειτα όμως εξέπεσαν από αυτά και εξωρίσθησαν. Όταν αισθάνθησαν από πού έπεσαν, πάντοτε θρηνούσαν, πάντοτε έκλαιαν, επικαλούμενοι την ευσπλαγχνίαν του Κυρίου τους. Αλλά Αυτός τι κάνει, ο πλούσιος σε έλεος και βραδύς σε τιμωρίες; Επειδή είδε ότι εταπεινώθησαν, την μεν απόφαση που είχε λάβει δεν την ματαιώνει εντελώς —αυτό το έκαμε προς σωφρονισμόν ιδικόν μας, και για να μην υπερηφανεύεται κανείς κατά του ποιητού των όλων— προγνωρίζοντας δε ως Θεός και την πτώση τους και την μετάνοιαν, είχε ορίσει από την αρχήν, οπωσδήποτε πριν να δημιουργήση τα πάντα, και τον καιρόν και τον χρόνον και πώς και πότε θα τους ανακαλέση από την εξορία, με τρόπο μυστικόν και από κάθε κτίσμα ανεξιχνίαστο. Πράγματι, ακόμη και αν όλα τα μυστήρια της Θείας αυτής οικονομίας αποκαλυφθούν σε κάποιους, και θελήσουν να τα γράψουν, δεν θα φθάση ούτε ο χρόνος ούτε το χαρτί ούτε το μελάνι, ούτε ο κόσμος όλος θα χωρέση τα βιβλία αυτά που θα γραφούν. Όπως λοιπόν από ευσπλαγχνίαν είχεν ειπεί και προορίσει από πριν, έτσι ακριβώς και έπραξε. Και αυτούς τους οποίους για την αναίδειάν τους και για την αμετανόητο καρδία και γνώμην εξεδίωξε από τον Παράδεισον, όταν μετενόησαν όπως έπρεπε, και εταπεινώθησαν αξίως, και έκλαυσαν, και εθρήνησαν, Αυτός ο ίδιος, ο μόνος Μονογενής Υιός και Λόγος, από μόνον τον προάναρχον Πατέρα, κατήλθεν, όπως όλοι γνωρίζετε, και όχι μόνον έγινε άνθρωπος όμοιος με εκείνους, αλλά και να αποθάνη όπως αυτοί κατεδέχθη, προτιμώντας βίαιον και επονείδιστον θάνατο. Κατήλθε δε και στον Άδη, και από εκεί τους ανέστησε. Αυτός λοιπόν ο οποίος τόσα έπαθε γι’ αυτούς, για να τους ανακαλέση από την μακράν εκείνην εξορίαν, εάν μετανοούσαν στον Παράδεισο, δεν θα τους συμπαθούσε; Και πώς όχι, αφού είναι από την φύση του φιλάνθρωπος, και τους εδημιούργησε ακριβώς γι’ αυτό, για να απολαμβάνουν δηλ. τα αγαθά του μέσα στoν Παράδεισο και να δοξάζουν τoν ευεργέτην τους; Ναι, πράγματι αδελφοί, αυτό, όπως φρονώ, θα εγίνετο. Για να μάθης δε και τα υπόλοιπα, και να πιστεύσης περισσότερο στoν λόγον, άκου και τα εξής! Εάν είχαν μετανοήσει όταν ακόμη ήσαν μέσα στoν Παράδεισον, εκείνον τον ίδιον Παράδεισο θα απελάμβαναν και τίποτε περισσότερο. Επειδή δε για την αμετανοησία τους εξεβλήθησαν, μετά ταύτα ζώντας μέσα στις θλίψεις, μετενόησαν και έκλαυσαν πολύ. Αυτά, όπως είπα, δεν θα τα επάθαιναν, εάν είχαν μετανοήσει μέσα στoν Παράδεισον. Για τους πόνους λοιπόν αυτούς και τους ιδρώτες και τους κόπους, και για την καλήν τους μετάνοια, θέλοντας ο Δεσπότης Θεός να τους τιμήση και να τους δοξάση, αλλά και να τους κάνη να λησμονήσουν όλα εκείνα τα δεινά, τι κάνει; Πρόσεξε, παρακαλώ, το μέγεθος της φιλανθρωπίας! Όταν κατήλθε στον Άδη και τους ανέστησε, δεν τους αποκατέστησε πάλι στον Παράδεισον από όπου εξέπεσαν, αλλά τους ανέβασε σ’ αυτόν τον ίδιον τον ουρανόν του ουρανού. Και αφού ο Κύριος εκάθισε εκ δεξιών του προανάρχου Πατρός του και Θεού, τι λέγεις ότι τον έκαμε αυτόν, ο οποίος ήταν κατά φύσιν δούλος του; Τον έκαμε κατά χάριν πατέρα του! (αφού ο ίδιος αυτοαποκαλείται Υιός του ανθρώπου). Είδες σε ποίον ύψος τον ανέβασε ο Δεσπότης, για την μετάνοια και την ταπείνωση και τους θρήνους και τα δάκρυά του;

Ω δύναμις της μετανοίας και των δακρύων! Ω πέλαγος ανεκφράστου φιλανθρωπίας και ανεξιχνιάστου ελέους, αδελφοί! Διότι όχι μόνον εκείνον, αλλά και όλους τους απογόνους του, εμάς δηλαδή τα τέκνα του, οι οποίοι μιμούμεθα την εξομολόγησιν εκείνου, την μετάνοια, τον θρήνο, τα δάκρυα και τα άλλα τα οποία προείπαμε, τους ετίμησε και τους εδόξασε, τόσον όσον και εκείνον, όσους μέχρι σήμερα κάνουν όπως έκανε εκείνος, και όσους θα τον μιμηθούν από σήμερα, είτε κοσμικοί είναι είτε μοναχοί. «Αμήν», είπεν ο αψευδής Θεός, «ουκ εγκαταλείψω αυτούς ποτέ, αλλ’ ως αδελφούς μου και φίλους και πατέρας και μητέρας και συγγενείς και συγκληρονόμους μου αναδείξω αυτούς, και εδόξασα και δοξάσω. Και εν τω ουρανώ άνω και επί της γης κάτω, και της ζωής αυτών και ευφροσύνης και δόξης ουκ έσται τέλος ποτέ».

Τί ωφέλησε, ειπέ μου αδελφέ, τους πρωτοπλάστους η ακοπίαστος και αμέριμνος ζωή μέσα στον Παράδεισον, αφού εραθύμησαν, και από απιστίαν προς τον Θεόν κατεφρόνησαν και παρέβησαν την εντολή του; Διότι εάν τον είχαν πιστεύσει, δεν θα εθεωρούσε η Εύα τον όφι πλέον αξιόπιστον, ο δε Αδάμ την Εύα πλέον αξιόπιστον από Εκείνον, αλλά θα είχαν φυλαχθή να μη φάγουν από το φυτόν. Επειδή όμως έφαγαν και δεν μετενόησαν, εξεβλήθησαν. Από την εξορίαν πάλι καθόλου δεν εβλάβησαν, αλλά και πάρα πολύ ωφελήθησαν, και αυτό συνετέλεσε στην σωτηρίαν όλων μας. Διότι αφού κατήλθεν από τους ουρανούς ο Κύριός μας, κατετρόπωσε τον εχθρό μας, τον θάνατον, παραδίδοντας ο ίδιος τον εαυτόν Του, και έτσι εματαίωσεν εντελώς την καταδίκην που προήλθε από την παράβαση του προπάτορος. Και αναγεννώντας και αναπλάττοντας και απαλλάσσοντάς μας τελείως από αυτήν με το άγιον βάπτισμα, μας καθιστά εντελώς ελευθέρους στον κόσμον αυτόν, και μη ενεργουμένους τυραννικώς από τον εχθρόν. Αλλά τιμώντας μας με το αυτεξούσιον με το οποίον μας είχε προικίσει απ’ αρχής, μας δίδει περισσοτέραν δύναμιν εναντίον του, ώστε όποιοι θέλουν να τον νικούν με ευχέρειαν μεγαλυτέραν από όλους τους προ της παρουσίας του Χριστού αγίους. Και μετά τον θάνατόν τους να μην οδηγούνται και αυτοί όπως εκείνοι κάτω στον Άδη, αλλά στον ουρανό και στην τρυφή και την απόλαυση που επικρατεί εκεί, και να αξιώνωνται: να απολαμβάνουν τώρα μεν σε μέτριον βαθμό, μετά δε την εκ νεκρών ανάσταση, πλήρως όλην την αιωνίαν χαρά.

Να μη προφασίζωνται λοιπόν αυτοί που επιζητούν προφάσεις, ούτε να λέγουν ότι είναι πλήρης η επιρροή της παραβάσεως του Αδάμ επάνω μας, και ότι αυτό είναι που μας ελκύει πρός τα κάτω, προς την αμαρτία. Διότι όποιοι το σκέπτονται και το λέγουν αυτό, νομίζουν ότι ανωφελώς και ματαίως έγινε η παρουσία του Κυρίου και Θεού μας, πράγμα που μόνον οι αιρετικοί λέγουν, όχι οι πιστοί. Πράγματι, για ποίον άλλον λόγο κατήλθε και εγεύθη τον θάνατο, παρά μόνον βεβαίως για να καταργήση την καταδίκη που προήλθε από την αμαρτία, και να ελευθερώση το γένος μας από την δουλεία και ενέργειαν του εχθρού που το πολεμεί; Διότι αυτό είναι η πραγματική αυτεξουσιότης, δηλαδή το να μην εξουσιαζώμεθα με οποιονδήποτε τρόπον από κάποιον άλλον. Επειδή εμείς μεν ως τέκνα εκείνου που ημάρτησε είμεθα μέχρι τότε αμαρτωλοί, ως τέκνα εκείνου που παρέβη την εντολήν παραβάτες, ως τέκνα εκείνου που έγινε δούλος της αμαρτίας δούλοι κι εμείς της αμαρτίας, ως τέκνα εκείνου που εδέχθη την κατάραν και ενεκρώθη επικατάρατοι και εμείς και νεκροί, ως τέκνα εκείνου που επηρεάσθη από την συμβουλήν του πονηρού και υπεδουλώθη σ’ αυτόν, και έχασε το αυτεξούσιον, είχαμε κι εμείς δεχθεί την επήρειαν αυτού, και είχαμε καταδυναστευθή από την τυραννικήν του εξουσίαν. Ο Θεός όμως κατήλθε και εσαρκώθη, έγινε άνθρωπος όπως εμείς χωρίς όμως την αμαρτία, και έλυσε την αμαρτίαν, ηγίασε δε την σύλληψη και την γέννηση, και επειδή ανετράφη ολίγον κατ’ ολίγον, ευλόγησε κάθε ηλικίαν. Και όταν έγινε τέλειος άνδρας, τότε ήρχισε το κήρυγμα, διδάσκοντάς μας να μη προτρέχωμε σε ο,τιδήποτε, και να μη προλαμβάνωμε εκείνους που ελευκάνθησαν στην σύνεση και στην αρετήν, όσοι μάλιστα είμεθα νέοι στην φρόνηση και δεν έχουμε ανδρωθή. Εδέχθη επάνω του όσα ήσαν προς το συμφέρον μας, και αφού εφύλαξε όλες τις εντολές του Θεού και Πατρός αυτού, έλυσε την παράβαση, και ελευθέρωσε τους παραβάτες από την καταδίκην. Έγινε δούλος αναλαμβάνοντας μορφήν δούλου, και επανέφερε εμάς τους δούλους στο δεσποτικόν αξίωμα, αναδεικνύοντάς μας δεσπότες του πρώην τυράννου. Και το μαρτυρούν αυτό οι άγιοι, οι οποίοι και μετά θάνατον αποδιώκουν ως αδυνάμους και αυτόν και τους υπασπιστάς του. Με την σταύρωσίν του ο ίδιος έγινε κατάρα, και έλυσε όλην την κατάρα του Αδάμ. Απέθανε, και με τον θάνατόν του κατετρόπωσε τον θάνατον. Ανέστη, και εξηφάνισε την δύναμη και την ενέργειαν του εχθρού, ο οποίος διά μέσου του θανάτου και της αμαρτίας έχει την εξουσίαν εναντίον μας. Διότι βάζοντας μέσα στο θανατηφόρο δηλητήριο και στο φαρμάκι της αμαρτίας την ανέκφραστον ενέργειαν της Θεότητος και την ζωοποιόν ενέργεια του σώματός του, ελύτρωσε τελείως όλον το γένος μας από την ενέργειαν του εχθρού. Καθαίροντας δε και ζωοποιώντας μας με το άγιον βάπτισμα και με την κοινωνίαν των αχράντων μυστηρίων, του τιμίου σώματος και του αίματός του, μας αποκαθιστά αγίους και αναμαρτήτους. Αλλά και μας αφήνει την τιμήν του αυτεξουσίου, για να μη φανούμε ότι υπηρετούμε τον Δεσπότην με την βία, αλλά με την προαίρεση. Και όπως ο Αδάμ ήταν στον Παράδεισον εξ αρχής ελεύθερος, ξένος προς την αμαρτία και την βία, υπήκουσε δε στoν εχθρόν με το αυτεξούσιον θέλημά του, εξηπατήθη και παρέβη την εντολή του Θεού, έτσι και εμείς, αναγεννώμενοι με το άγιον βάπτισμα, απαλλασσόμεθα από την δουλεία και γινόμεθα αυτεξούσιοι, και εάν δεν υπακούσωμε στoν εχθρόν με την ιδικήν μας θέληση, δεν ημπορεί με άλλον τρόπο να ενεργήση κάτι εναντίον μας.

Πράγματι, εάν πριν από τον νόμο και την παρουσία του Χριστού, χωρίς όλα αυτά τα βοηθήματα, πολλοί και αναρίθμητοι ευηρέστησαν τον Θεόν και ανεδείχθησαν άμεμπτοι, όπως ο δίκαιος Ενώχ, τον οποίον μετέθεσε τιμώντας τον με τον τρόπον αυτό, και ο Ηλίας τον οποίον παρέλαβε στoν ουρανόν με άρμα πύρινον, τι θα απολογηθούμε εμείς, οι οποίοι μετά την χάρη και την τοιαύτη και τόσο μεγάλην ευεργεσίαν, ούτε ίσοι με τους προ της χάριτος ευρισκόμεθα, αλλά ζούμε μέσα στην ραθυμία, και καταφρονούμε τις εντολές του Θεού και τις παραβαίνουμε; Και αυτό μετά την κατάργηση του θανάτου και της αμαρτίας, μετά την αναγέννηση του βαπτίσματος και την προστασία των αγίων αγγέλων και την επισκίαση και επέλευση του ιδίου του Αγίου Πνεύματος. Ότι θα τιμωρηθούμε, εάν επιμένωμε στο κακόν, περισσότερον από εκείνους που ημάρτησαν όταν επικρατούσε ο νόμος, το εδήλωσε ο Παύλος λέγοντας. «Ει γάρ ο δι’ αγγέλων λαληθείς λόγος εγένετο βέβαιος, και πάσα παράβασις και παρακοή έλαβεν ένδικον μισθαποδοσίαν, πώς ημείς εκφευξόμεθα τηλικαύτης αμελήσαντες σωτηρίας;».

Ας μη αποδίδη λοιπόν την ευθύνην και ας μη κατηγορή τον Αδάμ, αλλά τoν εαυτόν του καθένας από εμάς, ο οποίος περιπίπτει σε οποιαδήποτε αμαρτίαν, και ας επιδεικνύη αξίαν μετάνοια όπως εκείνος, εάν βεβαίως θέλη να επιτύχη την αιωνίαν εν Χριστώ ζωήν…

Εκείνος που συλλογίζεται πάντοτε τις αμαρτίες του, και συνεχώς βλέπει εμπρός του την μέλλουσαν κρίσιν, και μετανοεί, και κλαίει θερμώς, αυτός υπερβαίνει όλα μαζί τα πάθη και τα αμαρτήματα, και τα υπερνικά ανυψούμενος από την μετάνοιαν, ώστε να μην ημπορή ούτε ένα από αυτά να φθάση και να προσεγγίση την ψυχή του στο ύψος εκείνο που πετά. Εάν δε ο νους μας, πτερωμένος από την μετάνοια και τα δάκρυα, και από την πνευματικήν ταπείνωση που γεννάται από αυτά, δεν ανυψωθή στο ύψος της απαθείας, δεν θα ημπορέσωμε να ελευθερωθούμε, δεν θα παύσουν να μας κεντούν πότε το ένα, πότε το άλλο πάθος, και να μας κατασπαράσσουν σαν άγρια θηρία.

Μετά δε τoν θάνατον, εξ αιτίας αυτών, θα χάσωμε την Βασιλείαν των Ουρανών, και από αυτά πάλι θα τιμωρηθούμε αιωνίως. Γι’ αυτό σας παρακαλώ όλους, πνευματικοί μου πατέρες και αδελφοί, και ποτέ δεν θα παύσω να παρακαλώ την αγάπη σας, να μην αμελήσετε την σωτηρία σας, αλλά με κάθε τρόπο να προσπαθήσετε να ανυψωθήτε ολίγον από την γη. Και όταν γίνη αυτό το θαύμα, το οποίο θα σας καταπλήξη, το να ανυψωθήτε δηλαδή από την γη και να υπερίπτασθε στον αέρα, δεν θα θελήσετε πλέον να κατέλθετε ούτε καν για λίγο και να σταθήτε στην γην. Λέγοντας δε «γην» εννοώ το σαρκικόν, και «αέρα» το πνευματικόν φρόνημα. Διότι εάν ο νους ελευθερωθή από τους πονηρούς λογισμούς και τα πάθη, και δι’ αυτού αντικρύσωμε την ελευθερίαν την οποία μας εχάρισεν ο Χριστός, δεν θα καταδεχθούμε πλέον να κατέλθωμε στην προηγουμένην δουλεία της αμαρτίας και του σαρκικού φρονήματος, αλλά συμφώνως με τους λόγους του Κυρίου, δεν θα παύσωμε να γρηγορούμε και να προσευχώμεθα, έως ότου μεταβούμε προς την εκείθεν μακαριότητα και τύχωμε των αιωνίων αγαθών, «χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω πρέπει πάσα δόξα εις τους αιώνας των αιωνων. Αμήν».

(10ος – 11ος αιών. Απαντα του Αγίων Πατέρων, εκδ. Ωφελίμου βιβλίου. Αγ. Συμεών του Νέου Θεολόγου, τόμ. 1, Κατήχ. Ε΄, σελ. 1-41, 87, 470 και 1054-1085. Από το βιβλίο “Πατερικόν Κυριακοδρόμιον”, σελίς 485 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)
Πηγή: orp.gr
Categories: Κυριακή της Τυροφάγου
Ιερά Μητρόπολις Μόρφου