Σελίδα 4027 από 4209

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Σάβ Ιαν 03, 2026 11:45 am
από toula
Ο σαρκικός άνθρωπος δεν μπορεί να καταλάβει, την ευλογία και την πνευματική ευφροσύνη που απολαμβάνουμε, με την προσευχή και την άσκηση της αρετής.
Ούτε στο ελάχιστο δεν μπορεί να κατανοήσει, τι ευλογία και ποιά μακαριότητα μας περιμένει στον άλλο κόσμο.
Δεν γνωρίζει τίποτα υψηλότερο από την επίγεια σαρκική χαρά.
Τις μέλλουσες ευλογίες, τις λογαριάζει φαντασίες.
Ο πνευματικός όμως άνθρωπος, γνωρίζει εμπειρικά την ευλογία που νοιώθει η ενάρετη ψυχή, γιατί η καρδιά του προγεύεται από τώρα, την μέλλουσα μακαριότητα.
Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης.

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Σάβ Ιαν 03, 2026 11:46 am
από toula
Ο Χριστός είναι το πάν.
Αυτός είναι η αγάπη μας, αυτός ο έρωτάς μας.
Είναι έρωτας αναφαίρετος ο έρωτας του Χριστού. Από κει πηγάζει η χαρά.
Η χαρά είναι ο ίδιος ο Χριστός. Είναι μια χαρά, που σε κάνει άλλο άνθρωπο.
Είναι μια πνευματική τρέλα, αλλά εν Χριστώ. Σε μεθάει σαν το κρασί το ανόθευτο, αυτό το κρασί το πνευματικό.
Όπως λέει ο Δαβίδ:
“Ελίπανας εν ελαίω την κεφαλήν μου και το ποτήριο σου μεθύσκον με ωσεί κράτιστον”.
Ο πνευματικός οίνος είναι άκρατος, ανόθευτος, πολύ δυνατός κι όταν τον πίνεις, σε μεθάει.
Αυτή η θεία μέθη είναι δώρο του Θεού, που δίνεται στους “καθαρούς τη καρδία”.
Όσο μπορείτε να νηστεύετε, όσες μετάνοιες μπορείτε να κάνετε, όσες αγρυπνίες θέλετε ν΄ απολαμβάνετε, αλλά να είστε χαρούμενοι.
Να έχετε τη χαρά του Χριστού.
Είναι η χαρά που διαρκεί αιώνια, που έχει αιώνια ευφροσύνη. Είναι η χαρά του Κυρίου μας, που δίνει την ασφαλή γαλήνη, την γαλήνια τερπνότητα και την πάντερπνη ευδαιμονία.
Η χαρά η πασίχαρη, που ξεπερνά κάθε χαρά.
Ο Χριστός θέλει κι ευχαριστείται να σκορπάει τη χαρά, να πλουτίζει τους πιστούς Του με χαρά.
Εύχομαι, “ίνα η χαρά υμών η πεπληρωμένη”.
Έργο μας είναι να προσπαθούμε να βρούμε έναν τρόπο να μπούμε μέσα στο φως του Χριστού.
Δεν είναι να κάνει κανείς τα τυπικά.
Η ουσία είναι να είμαστε μαζί με τον Χριστό.
Να ξυπνήσει η ψυχή και ν΄ αγαπήσει τον Χριστό, να γίνει αγία. Να επιδοθεί στον θείο έρωτα. Έτσι θα μας αγαπήσει κι Εκείνος. Θα είναι τότε η χαρά αναφαίρετη.
Αυτό θέλει πιο πολύ ο Χριστός, να μας γεμίζει από χαρά, διότι είναι η πηγή της χαράς. Αυτή η χαρά είναι δώρο του Χριστού.
Μέσα σ΄ αυτήν τη χαρά θα γνωρίσουμε τον Χριστό.
Δεν μπορούμε να Τον γνωρίσουμε, αν εκείνος δεν μας γνωρίσει.
Πώς το λέει ο Δαβίδ:
“Εάν μη Κύριος οικοδομήσει οίκον, εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες. Εάν μη Κύριος φυλάξει πόλιν, εις μάτην ηγρύπνησεν ο φυλάσσων"
“ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ” Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου , Λόγος Περί Θείου Έρωτος, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΧΡΥΣΟΠΗΓΗΣ ΧΑΝΙΑ 2003.

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Σάβ Ιαν 03, 2026 11:46 am
από toula
Ἡ ἡμέρα τῶν Θεοφανείων εἶναι ἡ μέρα ποὺ ὅλος ὁ κόσμος ἀναγεννᾶται καὶ γίνεται μέτοχος τῆς ἁγιότητος τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ συγχρόνως εἶναι ἡ μέρα κατὰ τὴν ὁποία ὁ Χριστός, εἰσέρχεται στὴν ὁδὸ πρὸς τὸν Γολγοθά.
Ἦλθε στὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστή, ὄχι γιὰ νὰ καθαριστεῖ, ἐπειδὴ ἦταν ἀναμάρτητος, σὰν Θεὸς καὶ συνάμα κατέστη ἁγνὸς ὡς πρὸς τὴν ἀνθρώπινη φύση Του καθ’ ὅλην τὴν διάρκεια τῆς ἱστορίας τοῦ Ἰσραὴλ ἀπὸ ἐκείνους τοὺς προγόνους ποὺ εἶχαν προσφέρει τὴ ζωή τους στὸν Θεό, καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἁγιότητα ἔφτασε στὸ κορύφωμά της στὴν καθαρότητα τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἦταν τόσο ἁγνή, τόσο ἄμεμπτη ποὺ μποροῦσε νὰ εἰσέλθει στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἐκεῖ ὅπου οὔτε ὁ Ἀρχιερέας δὲν τολμοῦσε νὰ εἰσέλθει, ἐκτὸς ἀπὸ μία φορὰ τὸ χρόνο μετὰ ἀπὸ ἕναν ἰδιαίτερο ἁγιασμό.
Ὁ Χριστὸς δεν εἶχε ἀνάγκη νὰ καθαριστεῖ. Ἀλλὰ ἐκεῖνα τὰ νερά, ὅπου εἶχαν πλυθεῖ ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοὶ ποὺ εἶχαν ἔλθει στὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστὴ ὁμολογώντας τὸ κακὸ ποὺ βάραινε τὴ ζωή τους, ἦταν βαριὰ ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτωλότητας καὶ ἑπομένως ἐξαιτίας τῆς θνητότητας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Εἶχαν γίνει νερὰ θανατηφόρα, καὶ σ’ αὐτὰ τὰ νερὰ εἶναι ποὺ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς καταδύεται ἐκείνη τὴν ἡμέρα σηκώνοντας στοὺς ὤμους Του τὴν θνητὴ φύση ἀποτέλεσμα τῆς ἀνθρώπινης ἁμαρτίας.
Ἔρχεται, ἀθάνατος ὡς πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα καὶ τὴν Θεότητά Του, καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ ἐνδύεται τὴν θνητότητα τοῦ ἁμαρτωλοῦ κόσμου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς πορείας Του πρὸς τὸν Γολγοθά. Αὐτὴ τὴν ἡμέρα θαυμάζουμε τὴν ἀτελείωτη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ ὅπως σὲ κάθε ἄλλη περίσταση, ὁ ἄνθρωπος ἔπρεπε νὰ λάβει μέρος στὸ σχέδιο ποὺ ὁ Θεὸς εἶχε προνοήσει γιὰ τὴ σωτηρία του. Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ὁ Θεὸς ἔρχεται καὶ μοιράζεται τὴν θνητή μας φύση, ὁ λόγος ποὺ ἔρχεται καὶ μᾶς σώζει. Τὸ ἀποκορύφωμα τῆς Θείας Οἰκονομίας γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου θὰ ἔλθει στὸν Γολγοθὰ ὅταν θὰ πεῖ, «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί μὲ ἐγκατέλειψες;» Θὰ εἶναι ἡ στιγμὴ ποὺ ὁ Θεός, ὅπως ὅταν ἦταν ἐνδεδυμένος τὴν ἀνθρώπινη φύση Του, θὰ ἔχει χάσει τὴν ἐπαφή Του μὲ τὸν Πατέρα μετέχοντας στὸ πεπρωμένο τῆς ἀνθρωπότητας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔσχατη πράξη Θεικὴς ἀγάπης.
Συνεπῶς ἂς θαυμάσουμε, ἂς ἀναρωτηθοῦμε, καὶ ἂς λατρέψουμε αὐτὴ τὴν Θεικὴ ἀγάπη, καὶ ἂς μάθουμε ἀπὸ Ἐκεῖνον· ἐπειδὴ εἶπε στὸ Εὐαγγέλιο, «Σᾶς ἔδωσα ἕνα παράδειγμα. Ἀκολουθεῖστε το.» Καλούμαστε, ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἁμαρτωλῆς καὶ θνητῆς φύσης μας, νὰ βαστάξουμε τὰ βάρη ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου στὴ ζωὴ καὶ στὸν θάνατο. Ἂς μάθουμε ἀπ’ αὐτό. Θεωροῦμε ὅτι εἶναι τόσο δύσκολο νὰ βαστάξουμε τὰ βάρη ἀκόμα κι ἐκείνων ποὺ ἀγαπᾶμε· καὶ πρακτικὰ εἶναι ἀδύνατο νὰ ἐπωμιστοῦμε τὰ βάρη τῶν ἀνθρώπων ποὺ δὲν ἀγαπᾶμε μὲ μιὰ εἰλικρινῆ, φυσικὴ τρυφερότητα. Ἂς μάθουμε, ἐπειδὴ διαφορετικὰ δὲν θὰ ἔχουμε μάθει τὸ πρῶτο μάθημα ποὺ θὰ μᾶς δώσει ὁ Χριστός, ὅταν εἰσέλθει στὴν διακονία Του. Ἀμήν.
Ὁμιλία στὴν ἀγρυπνία τῶν Θεοφανείων-Anthony Bloom

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Σάβ Ιαν 03, 2026 11:47 am
από toula
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ
Αγαπητοί αδελφοί,
σήμερα,η Αγία μας Εκκλησία μας μεταφέρει από το σιωπηλό μυστήριο της Βηθλεέμ στις όχθες του Ιορδάνη για να μας ετοιμάσει για την λαμπρότερη εορτή των Θεοφανίων. Αρχικά, στρέφει το βλέμμα μας στο ιερό πρόσωπο του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου.
Ο ευαγγελιστής Μάρκος τοποθετεί την αρχή του Ευαγγελίου ακριβώς στην εμφάνιση και το κήρυγμα του Ιωάννου. Εκείνος προηγείται του Χριστού, για να ετοιμάσει τον δρόμο της παρουσίας Του. «Αρχή του Ευαγγελίου» ακούσαμε σήμερα, όπως ακριβώς με τη λέξη «Αρχή» ξεκινά και το βιβλίο της Γενέσεως. Τότε είχαμε τη δημιουργία του κόσμου· τώρα έχουμε την αναδημιουργία της κτίσεως με το βάπτισμα του Χριστού και την έναρξη της Βασιλείας Του. Αυτό είναι το χαρμόσυνο μήνυμα που αφορά όλους τους ανθρώπους κάθε εποχής. Γι’ αυτό και τα γεγονότα της ζωής του Χριστού ονομάζονται Ευαγγέλιο, δηλαδή αγγελία χαράς.
Το πρόσωπο και η αποστολή του Προδρόμου είχαν προαναγγελθεί από τους μεγάλους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, τον Μωυσή, τον Ησαΐα και τον Μαλαχία. Η Γραφή τον παρουσιάζει ως αγγελιαφόρο και προετοιμαστή του έργου του Κυρίου. Ο Ιωάννης έπρεπε να αφυπνίσει τους ανθρώπους από τη ραθυμία και την πνευματική αδιαφορία, να τους παρηγορήσει με την εγγύτητα της σωτηρίας και να τους καθαρίσει με το βάπτισμα στον Ιορδάνη, ώστε να είναι έτοιμοι να υποδεχθούν τον Μεσσία. Ο προφήτης Ησαΐας τον ονομάζει «φωνή βοώντος εν τη ερήμω». Έρημος δεν είναι μόνο ο τόπος της ασκήσεώς του, αλλά και οι καρδιές των ανθρώπων, που είχαν ξεραθεί από την απελπισία και την πολύχρονη αναμονή.
Όμως αυτή η φωνή έρχεται να ταράξει τη σιωπή, να ξυπνήσει συνειδήσεις και να καλέσει όλους να ευθυγραμμίσουν την καρδιά τους, να ετοιμάσουν δρόμο για να περάσει ο Κύριος και να τους μεταμορφώσει. Το κήρυγμα του Ιωάννου είναι ξεκάθαρα κήρυγμα μετανοίας. Μετάνοια σημαίνει ριζική αλλαγή πορείας· επανεξέταση της ζωής μας, συντριβή για τις αστοχίες μας και σταθερή απόφαση να βαδίσουμε στον ίσιο και ευθύ δρόμο που ευαρεστεί τον Θεό.
Δεν υπάρχει πιο ζωντανή εικόνα καθαρμού από το βάπτισμα στον Ιορδάνη. Το κήρυγμα του Ιωάννου συγκλόνισε τόσο πολύ τον λαό, ώστε άδειαζαν οι πόλεις και τα Ιεροσόλυμα και όλοι έσπευδαν στον ποταμό, αφού πρώτα εξομολογούνταν δημόσια τις αμαρτίες τους. Ο Ιωάννης τους βάπτιζε στα νερά του ιερού ποταμού, για να τους βρει καθαρούς ο ερχομός του Μεσσία. Στον Ιορδάνη είχαν ενεργήσει οι μεγάλοι Προφήτες και εκεί ο Θεός είχε επιτελέσει θαυμαστά έργα. Δεν ήταν τυχαίο, λοιπόν, που εκεί θα πραγματοποιούνταν και η Θεοφάνεια, η φανέρωση του αληθινού Θεού.
Εξίσου εντυπωσιακή με το κήρυγμα ήταν και η ασκητική ζωή του Ιωάννου. Το ένδυμά του ήταν τραχύ και απλό, από καμηλότριχες, και η τροφή του λιτή και φυσική: μέλι άγριο και ακρίδες, όπως επέτρεπε ο Νόμος του Μωυσή και όπως ζούσαν οι άνθρωποι της ερήμου. Ζούσε όπως αργότερα θα δίδασκε ο ίδιος ο Χριστός: χωρίς μέριμνα για τα υλικά, εμπιστευόμενος απόλυτα την πρόνοια του Θεού. Η ζωή του ήταν ένα βουβό αλλά ισχυρό κήρυγμα· έδειχνε ότι, αφού έφτασε η ημέρα του Κυρίου, δεν χρειάζεται να εγκλωβιζόμαστε στα πρόσκαιρα, αλλά να στραφούμε στα ουσιώδη: στη Βασιλεία του Θεού.
Ο ίδιος ο Ιωάννης έλεγε: «Έρχεται μετά από μένα Εκείνος που είναι ισχυρότερός μου, και εγώ δεν είμαι άξιος ούτε να λύσω το λουρί των υποδημάτων Του». Γνώριζε ότι ο Ερχόμενος δεν ήταν απλός προφήτης ή απεσταλμένος, αλλά ο ίδιος ο Κύριος της δόξης, που έγινε άνθρωπος και περπάτησε ανάμεσα στους αμαρτωλούς. Το βάπτισμα που προσέφερε ο Ιωάννης ήταν προπαρασκευαστικό· το βάπτισμα του Χριστού όμως, με το Άγιο Πνεύμα και το πυρ, είναι βάπτισμα σωτηρίας. Με αυτά τα λόγια παρηγορούσε και ενίσχυε τον λαό.
Σήμερα λοιπόν, προπαραμονή της μεγάλης και φοβερής Επιφάνειας, η Εκκλησία συνεχίζει το έργο του Προδρόμου. Μας καλεί σε αγώνα, σε κάθαρση, σε πνευματική εγρήγορση, γιατί αύριο ο Κύριος θα φανερώσει θαυμαστά. Σε λίγο θα τελεστεί ο πρώτος Μέγας Αγιασμός· ο Χριστός είναι ήδη παρών, ο Ιωάννης Τον διακονεί και το Άγιο Πνεύμα κατέρχεται. Ας συνειδητοποιήσουμε όλοι τη σπουδαιότητα της ημέρας. Σε λίγο Θεοφάνεια και αποκάλυψη!
«Ἁγνίσασθε εἰς αὔριον, ὅτι αὔριον ποιήσει Κύριος ἐν ὑμῖν θαυμαστά».
Ας ετοιμαστούμε με νηστεία και καθαρή καρδιά, για να αξιωθούμε κι εμείς να αναφωνήσουμε με χαρά και κατάνυξη:
Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν!
Π. Παντ. Κρ.

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Σάβ Ιαν 03, 2026 11:49 am
από toula
3 Ιανουαρίου 1911 φεύγει από τη ζωή ο «άγιος των Ελληνικών γραμμάτων», ο κοσμοκαλόγερος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Η κάρα του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη φυλάσσεται στον Ι. Ναό Γεννήσεως της Θεοτόκου Παναγίας της Λιμνιάς Σκιάθου.
***
Τα χριστιανικά «τέλη»του Παπαδιαμάντη..
…Την τρίτην ημέραν της ασθενείας του ελιποθύμισε. Όταν δε συνήλθε,
-«Τι μου συνέβη;» είπε.
-«Δεν είναι τίποτε, μια λιποθυμία μικρά», του είπον αι περιστοιχίζουσαι αυτόν τρεις αδελφαί του.
-«Τόσα έτη», λέγει ο Αλέξανδρος, «εγώ δεν ελιποθύμισα, δεν εννοείτε ότι αυτά είναι προοίμια του θανάτου μου;
-Φέρετε αμέσως τον παπά και μην αναβάλλετε».
Μετ’ ολίγον κληθέντες ήλθον συγχρόνως και ο ιερεύς και ο ιατρός. Ο Παπαδιαμάντης προ πάντων ήτο χριστιανός και χριστιανός ευσεβής. Μόλις λοιπόν είδε τον ιατρόν, είπε εις αυτόν:
-«Τι θέλεις εσύ εδώ;».
-«Ήρθα να σε ιδώ», του λέγει ο ιατρός.
-«Να ησυχάσης», του λέγει ο ασθενής.
-«Εγώ θα κάμω πρώτα τα εκκλησιαστικά (δηλ. θα επικαλεσθώ την βοήθειαν του Θεού) και ύστερα ναρθής εσύ»
…Ο νους του μέχρι της τελευταίας του αναπνοής ήτο αφιερωμένος εις τον Θεόν. Μόνος του ολίγας ώρας πριν αποθάνη έστειλε να κληθή ο ιερεύς δια να κοινωνήση. «Ξεύρεις! μήπως αργότερα δεν καταπίνω!», έλεγε.
…Την εσπέραν της 2ας Ιανουαρίου, παραμονήν του θανάτου του, παρακάλεσε:
-«Ανάψτε ένα κηρί», είπε. «Φέρτε μου ένα βιβλίο» (εννοούσε Εκκλησιαστικό).
Το κηρίον ηνάφθη. Επρόκειτο δε να έλθη και το βιβλίον. Αλλά πάλιν αποκαμών ο Παπαδιαμάντης είπε: «Αφήστε το βιβλίο, απόψε θα ειπώ, όσα ενθυμούμαι απ’ όξω». Και ήρχισε ψάλλων τρεμουλιαστά!
«Την χείρα σου την αψαμένην» (σημ. Είναι τούτον τροπάριον της ενάτης Ώρας της παραμονής των Φώτων). Αυτό ήτο και το τελευταίον ψάλσιμον του Παπαδιαμάντη, διότι την ιδίαν νύκτα κατά την 2αν μετά το μεσονύκτιον ώραν εξημέρωνε η 3η Ιανουαρίου παρέδωκεν την ψυχήν εις χείρας του Πλάστου.
***
“Είχα γνωριμία και φιλία με
τον αείμνηστο Παπαδιαμάντη.
Τον γνώρισα στο εκκλησάκι
του Προφήτου Ελισαίου.
Από αυτόν έμαθα να ψάλλω συνετά , με κατάνυξη, φόβο Θεού ,ταπεινά…
Όταν έψελνε ήταν σαν να βρισκόταν μπροστά στο φοβερό βήμα της δευτέρας παρουσίας του Χριστού.
Ο Παπαδιαμάντης αγαπούσε
το Θεό, αγρυπνούσε πρόθυμα, έψελνε, υμνούσε, ευλογούσε
το Θεό χαρμόσυνα.
Ήταν ακτήμων όπως οι
Άγιοι Απόστολοι.
Μισούσε τον πλούτο, ως επιβλαβή και μάταιο.
Θα μπορούσε να γίνει βαθύπλουτος, αλλά προτίμησε να μένει πάμπτωχος.
Ό,τι του έδιναν για τον κόπο
του το μοίραζε στους φτωχούς αδελφούς.
Πολλές φορές έμενε χωρίς χρήματα.
Δεύτερη ενδυμασία δεν είχε!
Εγύρισα όλα τα μοναστήρια
της Ελλάδας, του Αγίου Όρους, της Παλαιστίνης, του Σινά. Ακτήμονες σαν τον Παπαδιαμάντη, βρήκα λίγους”..
Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος
***
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
† 3 Ιανουαρίου 1911 τό ξημέρωμα, ἐκοιμήθη ἐν Κυρίω ὁ κύρ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ἀφού ἐκοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ἔχοντας στά χείλη τό δοξαστικόν τῆς Ένάτης Ώρας τῶν Θεοφανείων: «Τὴν χεῖρά σου τὴν ἁψαμένην, τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου…».
Κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κηδείας του Άλέξανδρου Παπαδιαμάντη χιόνιζε, καὶ τὸ φέρετρο, ποὺ μεταφερόταν ξεσκέπαστο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν στὰ Μνημούρια, στρώθηκε μὲ χιόνι, σὰν σάβανο. Τὴ συνθήκη αὐτὴ εἶχε περιγράψει ὁ ἴδιος στὸ διήγημα «Ὁ Ἔρωτας στὰ χιόνια», ὅπου ὁ μπαρμπα–Γιαννιός, ὁ ἥρωας τοῦ διηγήματος, πεθαίνει σαβανομένος ἀπὸ τὸ χιόνι!
“Ἄσπρο σινδόνι… νὰ μᾶς ἀσπρίσῃ ὅλους στὸ μάτι τοῦ Θεοῦ… ν᾽ ἀσπρίσουν τὰ σωθικά μας… νὰ μὴν ἔχουμε κακὴ καρδιὰ μέσα μας…
{…} Καὶ ὁ μπαρμπα-Γιαννιὸς ἄσπρισεν ὅλος, κ᾽ ἐκοιμήθη ὑπὸ τὴν χιόνα, διὰ νὰ μὴ παρασταθῇ γυμνὸς καὶ τετραχηλισμένος, αὐτὸς καὶ ἡ ζωή του καὶ αἱ πράξεις του, ἐνώπιον τοῦ Κριτοῦ, τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερῶν, τοῦ Τρισαγίου.”
***
Ἀναμνήσεις Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου ἀπὸ τὸν Ἅγιο Νικόλαο Πλανά, τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη καὶ τὸν Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη
«Κατὰ τὸ ἔτος 1905 ‐ 1907 ὑπηρετῶν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἐφοίτων εἰς τὴν Βυζαντινὴν Μουσικὴν Σχολὴν «Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνος»… Ὁ συμπατριώτης μου Ἰωάννης Ἀλεξάκης… ἡμέραν τινα λέγει μοι: «Νὰ ἔλθῃς εἰς τὸν μικρὸν ναὸν τοῦ Προφήτου Ἐλισσαίου, εἰς τὸν ὁποῖον γίνονται κατανυκτικαὶ ἀγρυπνίαι καὶ ψάλλουν βυζαντινὰ οἱ Παπαδιαμάντης, Μωραϊτίδης, Τσώκλης καὶ ἄλλοι. Θὰ ὠφεληθῆς καὶ θὰ μάθης πολλὰ ἀναγκαῖα, χρήσιμα καὶ ὠφέλιμα διὰ τὴν ἱερὰν ὑμνωδίαν».
Μετέβην εἰς μίαν ἀγρυπνίαν καὶ τόσον πολὺ ηὐχαριστήθην καὶ κατενύγην, ὥστε συχνάκις καθ ̓ ὅλην τὴν ἑβδομάδα εἶχον εἰς τὸν νοῦν μου, πότε θὰ ἔλθη ἡ εὐλογημένη ὥρα νὰ ὑπάγω εἰς τὴν ἀγρυπνίαν∙ καὶ ὅτε ἤρχετο ἡ ὥρα, ἔτρεχον μὲ χαράν, ὥσπερ τρέχει ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγάς, διὰ νὰ πίω ἐκ τοῦ ὕδατος τοῦ ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον καὶ ποτίσω, δροσίσω καὶ εὐφράνω τὴν διψῶσαν μου ψυχήν. Καὶ πράγματι ᾐσθανόμην δρόσον, εὐφροσύνην καὶ ἀγαλλίασιν πνευματικὴν καὶ μοῖ ἐφαινοντο εἰς τὸν λάρυγγά μου γλυκύτερα ὑπὲρ μέλι καὶ κηρίον τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, οἱ ὕμνοι, αἱ δοξολογίαι, τὰ στιχηρά, τὰ ἰδιόμελα, οἱ κανόνες, τὰ κατανυκτικὰ τροπάρια, τὰ ὁποῖα ἔψαλλον οἱ ἀείμνηστοι καθηγηταὶ ἐξάδελφοι Ἀλέξανδροι Παπαδιαμάντης καὶ Μωραϊτίδης, ὄχι μὲ φωνὰς θυμελικὰς καὶ βοὰς ἀτάκτους καὶ ἀναρμόστους, ἀλλά, ὡς λέγει ὁ Δαβίδ, μὲ σύνεσιν, μὲ συναίσθησιν, μὲ φόβον καὶ τρόμον: «ψάλατε συνετῶς, ψάλατε τῷ Κυρίῳ ἐν φὸβῳ καὶ τρόμῳ».
Ὅταν ἔψαλλον οἱ δύο Ἀλέξανδροι Παπαδιαμάντης καὶ Μωραϊτίδης, ὁ εἷς δεξιὰ καὶ ὁ ἄλλος ἀριστερά, ἔψαλλον μὲ τόσην προσοχήν, ταπείνωσιν, κατάνυξιν καὶ συντριβὴν καρδίας, ποὺ ἐνόμιζες ὅτι προσηύχοντο, ὅτι ἵσταντο ἐνώπιον τοῦ ἀοράτως παρισταμένου καὶ πανταχοῦ παρόντος Παντοδυνάμου καὶ Παντοκράτορος Θεοῦ καὶ χωρὶς νὰ θέλῃ τις ἠλαύνετο ὁ νοῦς τοῦ ὥσπερ ὑπὸ μαγνήτου, ἐπρόσεχε, ᾐσθάνετο τὰ δρώμενα καὶ ἐνόμιζεν ὅτί εὐρίσκετο εἰς τὸν Ὁὐρανόν, ὡς ψάλλει ὁ ἱερὸς ὑμνωδός…
Εἰς τὰς ἀγρυπνίας ἐγνώρισα καὶ δύο ἱἐρεῖς τὸν παπα Ἀντώνιον, ἐφημέριον τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Ἁγίου Νικολάου Πευκακίων, καὶ τὸν παπα ‐ Νικόλαον Πλάνᾶ, ἐφημέριον τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Ἁγ. Ἰωάννου Κυνηγοῦ∙ καὶ οἱ δύο ἀκούραστοι, πρόθυμοι εἰς τὰς ἀγρυπνίας, καλόκαρδοι. Ἐξαιρέτως δὲ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος παπα‐ Νικόλας Πλανᾶς ἦτο ἁπλοῦς, ἄκακος, πρᾶος, ἀκέραιος, ἀπόνηρος, ἀόργητος, ἀμνησίκακος, πάντοτε ἱλαρός, χαροποιός, γελαστός.
Ἔἰς τὸν παπα‐ Νικόλαον, ἐπειδὴ ἦτο ταπεινός, ἐπέβλεψεν ἐπ ̓ αὐτὸν ὁ Κύριος, ὡς λέγει ὁ σοφὸς παροιμιαστής: «ἐπὶ τίνα ἐπιβλέψω, λέγει Κύριος, εἰμὴ ἐπὶ τὸν πρᾶον καὶ ταπεινὸν τῇ καρδὶᾳ καὶ τρέμοντα τοὺς λόγους∙» καὶ πάλιν: « ἐν καρδίαις πραέων ἀναπαύσεται πνεῦμα Κυρίου»∙ καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰ. Χριστὸς ἐν Εὐαγγελίοις μακαρίζει αὐτούς: «Μακάριοι οἱ πραεῖς ὅτί αὐτοὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν».
«Μέχρι σήμερον ποὺ ἔχουν παρέλθη 45 ἔτη, ὁσάκις ἀναπολήσω εἰς τὴν μνήμην μου τὸν Παπαδιαμάντη καὶ τὸν Μωραϊτίδην καὶ τὰς κατανυκτικὰς ἐκείνας ἀγρὺπνίας καὶ ἱερὰς μυσταγωγίας, τὰς ὁποίας ἐτέλουν ὁἱ ἀείμνηστοι π. Ἀντώνιος καὶ ὁ ἁπλοῦς καὶ ἀκέραιος καὶ ταπεινὸς τῇ κὰρδίᾳ παπα- Νικόλαος ὁ Πλανᾶς, μοῖ φαίνεται ὡσὰν νὰ ἀκούω τὴν ἱἐρὰν ἐκείνην ὑμνωδίαν, ἡ ὁποία ὡμοίαζε ὡσὰν ὑμνωδία ἀγγελικὴ καὶ προσευχὴ κατανυκτική. Δὲν θὰ λησμονήσω τὴν εὐλάβειαν καὶ προσοχὴν μὲ τὴν ὁποίαν ἔψαλλον οἱ ἀείμνηστοι διδάσκαλοι Μωραϊτίδης καὶ Παπαδιαμάντης, μὲ τὴν σιγανὴν καὶ ταπεινὴν φωνήν των. Ἐφαίνοντο ὄχι ὅτι ἔψαλλον, ἀλλ’ ὅτι προσηύχοντο καὶ συνωμίλουν μὲ τὸν Θέόν.
Ὁ δὲ Παπαδιαμάντης, ὅταν ἔψαλλε τὰ τροπάρια τῆς Δευτέρας Παρουσίας: «Ὅταν μέλλεις ἔρχεσθαι κρίσιν δικαίαν ποιῆσαι, Κριτὰ δικαιότατε… Ὅταν τίθωνται θρόνοι καὶ ἀνοίγωνται βίβλοι, καὶ Θεὸς εἰς κρίσιν καθέζηται… Ἐννοῶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ τὴν ὧραν, ὅταν μέλλομεν πάντες, γυμνοὶ καὶ ὡς κατάκριτοι τῷ ἀδεκάστῳ Κριτῇ παρίστασθαι…» τὰ ἔψαλλε μὲ τοιαύτην συναίσθησιν καὶ φόβον, ὥστε ἐφαίνετο ὡσὰν νὰ ἵστατο ἔμπροσθεν τοῦ φοβεροῦ Κριτηρίου. Ὅταν δὲ ἔψαλλε τὰ τοῦ Παραδείσου τροπάρια, ἐφαίνετο ὡσὰν νὰ ἐξίστατο καὶ ἡρπάζετο ὡς εἰς Παράδεισον. Ὡσαύτως, ὅταν ἔψαλλε τὰ Ἀναστάσιμα τροπάρια καὶ κανόνας, ἐφαίνετο ὡς χαίρων καὶ ἀλλόμενος, καθὼς ὁ Θεοπάτωρ Δαυΐδ «πρὸ τῆς σκιώδου Κιβωτοῦ ἥλατο σκιρτῶν».
«Ἐπειδὴ δὲ ἔψαλλον (ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Μωραϊτίδης) μετὰ συνέσεως καὶ εὐλαβείας, δὲν ἐπέτρεπον εἰς ψάλτας ποὺ ἤρχοντο διὰ νὰ ψάλωσι εἰς τὰς ἀγρυπνίας, ἐὰν καὶ ἐκεῖνοι δὲν ἔψαλλον συνετῶς καὶ μετεχειρίζοντο ὄχι τὰς φυσικάς των φωνάς, ἀλλὰ θυμελικάς, προσποιητὰς καὶ ἀτάκτους φωνάς. Ὁ δὲ Παπαδιαμάντης, ὅστις ἦτο καὶ εὐέξαπτος, τοὺς ἐδίωκε. Φύγετε, τοὺς ἔλεγε, ἐδῶ εἶναι τόπος προσευχῆς. Πηγαίνετε νὰ τραγουδήσετε εἰς τὰ θέατρα. Πολλάκις καὶ ἐμὲ ὅστις ἤμην βοηθός του καὶ μαθητής, ὅταν ἔκανα καμμίαν παραφωνίαν ἢ παρατονίαν, μὲ ἐδίωκεν. Φύγε, μοῖ ἔλεγε, παῦσε, κλεῖσε τὸ στόμα σου, ἀπρόσεκτε. Ἐγὼ παρεμέριζα, ἀλλὰ γρήγορα τοῦ περνοῦσε ὁ θυμὸς καὶ πάλιν μὲ ἐκάλει. Κώστα, ἔλα νὰ ψάλης. Ἐγὼ ἐπειδὴ εἶχον ζῆλον νὰ μάθω, ἀμέσως ἔτρεχον καὶ ἔψαλλον.
Ἦτο δὲ τόσο ταπεινός, ὥστε πολλάκις μετὰ τὸ τέλος τῆς ἀγρύπνίας ἔμπροσθεν πολλῶν μοῖ ἐζήτει σύγχώρησιν. Κώστα, μοῖ ἔλεγεν (τοῦτο ἦτο τὸ κοσμικὸν μου ὄνομα), νὰ μὲ συγχωρέσης, διότι σὲ ἐλύπησα. Καὶ ἐγὼ τῷ ἔλεγον: – Ἐγὼ πταίω, διδάσκαλε, διότι εἶμαι ἀπρόσεκτος. Σὲ εὐχαριστῶ δέ, διότι μὲ τὰς παρατηρήσεις ποὺ μὸῦ κάμνεις γίνομαι προσεκτικώτερος καὶ μὲ τὰς ἐπιπλήξεις μὲ διδάσκεις τὴν ὑπομονὴν τῆς ὁποίας ἔχω ἀνάγκην.
Ὀμολογῶ, ὅτι ἀπὸ τὴν τάξιν ἐκείνην ἡ ὁποία παρετηρεῖτο εἰς τὸ ἐκκλησάκι ἐκεῖνο τοῦ προφήτου Ἐλισσαίου ἔλαβον μεγάλην ὠφέλειαν».
Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος
***
Ο Παύλος Νιρβάνας γράφει στο περιοδικό "Νέα εστία" το 1933 πως τράβηξε μια μοναδική φωτογραφία τον
Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
[...Είχα διηγηθεί άλλοτε την ανησυχία του αυτή, όταν πήγα, κλέφτικα, με χίλιες προφάσεις, να τον φωτογραφίσω απάνω στο καφενεδάκι της Δεξαμενής. Δεν υπήρχε ως τότε φωτογραφία του Παπαδιαμάντη. Και συλλογιζόμουν ότι απ' τη μια μέρα στην άλλη μπορούσε να πεθάνει ο μεγάλος Σκιαθίτης, και μαζί του να σβύσει για πάντα η οσία μορφή του. Και πότε αυτό; Σε μια εποχή που δεν υπάρχει ασημότητα που να μην έχει λάβει τις τιμές του φωτογραφικού φακού. Και πώς θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μια τέτοια παράλειψη της γενεάς μας σ' εκείνους που θα 'ρθουν κατόπι μας να συνεχίσουν το θαυμασμό μας για τον απαράμιλλο λυρικό ψυχογράφο των καλών και των ταπεινών και τον αγνότατο ποιητή των νησιώτικων γιαλών; Αλλά ό αγνός αυτός χριστιανός, με τη ψυχή του αναχωρητή, δεν εννοούσε, με κανένα τρόπο, να επιτρέψει στον εαυτό του μια τέτοια ειδωλολατρική ματαιότητα. "Ου ποιήσεις σε αυτώ είδωλον ουδέ παντός ομοίωμα" ήταν η άρνηση του και η απολογία του. Αποφάσισα όμως να πάρω την αμαρτία του στο λαιμό μου. Ο Θεός και η μακαρία ψυχή του ας μου συγχωρέσουν το κρίμα μου. Ένας από τους ωραιότερους τίτλους που αναγνωρίζω στη ζωή μου, είναι ότι παρέδωκα στους μεταγενέστερους τη μορφή του Παπαδιαμάντη.Με τί δόλια και αμαρτωλά μέσα επραγματοποίησα τον άθλο μου αυτό, το διηγήθηκα, όπως είπα, αλλού. Εκείνο που μου θυμίζουν ζωηρότερα τώρα οι ευλαβητικές γιορτές της Σκιάθου, είναι η ανησυχία του τη στιγμή που τον αποτράβηξα ως την προσήλια γωνίτσα του μικρού καφενείου, για να ποζάρει μπροστά στον φακό μου. Να "ποζάρει" είναι ένας λεκτικός τρόπος. Είχε πάρει μόνος του τη φυσική του στάση απάνω σε μια πρόστυχη καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, με το κεφάλι σκυφτό, με τα μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινού αγίου, σαν ξεσηκωμένη από κάποιο καπνισμένο παλιό τέμπλο ερημοκλησιού του νησιού του. Αυτή δεν ήταν στάση για μια πεζή φωτογραφία. Ήταν μια καλλιτεχνική σύνθεση, και θα μπορούσε να είναι ένα έργο του Πανσελήνου ή του Θεοτοκοπούλου. Αμφιβάλλω αν φωτογραφικός φακός έλαβε ποτέ μια τέτοια ευτυχία.
Αλλά ό Αλέξανδρος ήταν βιαστικός να τελειώνουμε. Γιατί; Μου το ψιθύρισε, ανήσυχα στο αυτί, και ήταν η πρώτη φορά που τον είχα ακούσει - ούτε φαντάζομαι πως θα τον άκουσε ποτέ κανένας άλλος - να μιλεί γαλλικά:
"Nous excitons la curiosite du public".
Ακούσατε; Ερεθίζαμε την περιέργεια του... Κοινού! Ποιου Κοινού; Δεν ήταν εκεί κοντά μας παρά ένα κοιμισμένο γκαρσόνι του καφενείου, ένας γεροντάκος πού λιαζότανε στην άλλη γωνία του μαγαζιού, καί δυο λουστράκια που παίζανε παράμερα. Αυτό ήταν το Κοινό, πού ανησυχούσε τον Παπαδιαμάντη η "περιέργεια" του. Κι' αυτή ήταν η διαπόμπευση του, που βιαζότανε να της δώσει ένα τέλος,
Η φιλία ενίκησε το ζορμπαλίκι... μου είπε -αντιγράφω τα ίδια του τα λόγια - στο τέλος του μαρτυρίου του.
Μήπως δεν ήταν, στ' αλήθεια, μια πραγματική θυσία που είχε κάνει στη φιλία μου; Μια θυσία της αγιότητάς του στην ειδωλολατρική ματαιότητα των εγκόσμιων.
Και συλλογίζομαι τώρα τις εκατοντάδες των Γάλλων προσκυνητών της εταιρείας Μπυντέ, και των δικών μας του "Οδοιπορικού Συνδέσμου" , που πέρασαν το κατώφλι του ταπεινού του ερημητηρίου, όπου πλανάται τώρα η σκιά του στα γνώριμα καί αγαπητά της κατατόπια της ζωής του και της εργασίας του. Συλλογίζομαι την παράταξη των ναυτικών αγημάτων, που παρουσίασαν όπλα μπροστά στο μνημείο του. Συλλογίζομαι τις στολές, τα ξίφη, τις χρυσές επωμίδες που έλαμπαν κάτω από τον ήλιο του νησιού του, για τη δόξα του. Συλλογίζομαι τους λόγους των επισήμων, τους εθνικούς ύμνους, τα στεφάνια της δάφνης, τις πανηγυρικές κωδωνοκρουσίες, που έπλεξαν με ήχους και χρωματα το εγκώμιο του. Συλλογίζομαι όλα αυτό το δοξαστικό πανηγύρι, και η σκέψη μου πετάει στο «Κοινόν» του ερημικού καφενείου της Δεξαμενής "ένα γκαρσόνι, ένας γεροντάκος, δυο λουστράκια" που ανησυχούσε, τη μακρυνή εκείνη μέρα ο μακαρίτης μήπως "ερεθίση την περιέργεια των". Τι ανησυχία θα είχε νοιώσει τώρα, στα βάθη του ταπεινού τάφου όπου "αναπαύεται εν Χριστώ" ο χριστιανός ποιητής των ταπεινών, από το δοξαστικό αυτό θόρυβο; Καί πόσο θα βιαζότανε πάλι να τελειώσει; Αν σάλεψαν, από μυστικές αύρες, αυτή τη στιγμή, τα κυπαρίσσια του τάφου του, ένας στεναγμός θα βγήκε από το θρόισμα τους. Ένας ήχος, που θα ξαναψιθύριζε τα παλιά του εκείνα ανήσυχα και τόσο συμπαθητικά λόγια, σε μία γλώσσα που την εννοούσαν τώρα, γιατί ήταν δική τους , οι ευλαβητικοί προσκυνητές του της γαλλικής γης:" Nous excitons la curiosite du public". ]
Παύλος Νιρβάνας

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Σάβ Ιαν 03, 2026 11:52 am
από toula
Ο Εσπερινός της Περιτομής, που γίνεται το βράδυ της 31ης Δεκεμβρίου, περιέχει τρεις περικοπές από την Παλαιά Διαθήκη. Η πρώτη, από το 17ο κεφάλαιο της Γενέσεως, μας θυμίζει τη συνθήκη που σύνηψε ο Θεός με τον Αβραάμ: «περιτμηθήσεται ὑμῖν πᾶν ἀρσενικόν… Καὶ περιτμηθήσεσθε τὴν σάρκα τῆς ἀκροβυστίας ὑμῶν, καὶ ἔσται εἰς σημεῖον διαθήκης ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ὑμῶν» (στίχοι 10-11). Οι άλλες δύο περικοπές, που ανήκουν αντίστοιχα στις Παροιμίες και στη Σοφία Σολομώντος, μιλούν για τη θεία σοφία και υπονοούν το θεολογικό έργο του Μεγάλου Βασιλείου. Το εωθινό Ευαγγέλιο της 1ης Ιανουαρίου (Ιω. 10:1-9) περιγράφει τις σχέσεις του καλού ποιμένα με τα πρόβατα της ποίμνης του και αναφέρεται και πάλι στον Μέγα Βασίλειο και στην ιδιότητά του ως επισκόπου. Κατά τη θεία Λειτουργία, το αποστολικό ανάγνωσμα μας υποδεικνύει την καινούρια έννοια που αποκτά η περιτομή για ένα χριστιανό: «Ἐν Αὐτῷ περιετμήθητε περιτομῇ ἀχειροποιήτῳ ἐν τῇ ἀπεκδύσει τοῦ σώματος τῶν ἁμαρτιῶν τῆς σαρκός, ἐν τῇ περιτομῇ τοῦ Χριστοῦ» (Κολ. 2:8-12). Το Ευαγγέλιο περιγράφει την Περιτομή του Ιησού -«ὅτε ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι ὀκτὼ τοῦ περιτεμεῖν τὸ παιδίον, καὶ ἐκλήθη τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦς» (Λουκ. 2:21)- καθώς και το περιστατικό με τον 12ετή Ιησού, όταν κατά το ετήσιο προσκύνημα στα Ιεροσόλυμα, η οικογένειά Του Τον έχασε.
Η εορτή της Περιτομής του Χριστού, ίσως λόγω του ιουδαϊκού και προχριστιανικού χαρακτήρα της τελετής, ίσως και λόγω του ότι συμπίπτει με την αρχή του νέου έτους, είναι από εκείνες που δεν φαίνεται να «μιλάνε» στις σύγχρονες χριστιανικές ψυχές. Ωστόσο, έχει ένα πολύ πλούσιο πνευματικό περιεχόμενο. Υποβαλλόμενος ο Κύριός μας στον νόμο της περιτομής, θέλησε ταυτόχρονα να ταπεινωθεί ως προς τη σάρκα και να επισημαίνει ότι το πλήρωμα και το τέλος της Παλαιάς εκείνης συνθήκης είναι ο Ίδιος: το αιώνιο σημείο της Διαθήκης αποτυπώθηκε περισσότερο από κάθε άλλη σάρκα στη δική Του Σάρκα· η περιτομή Του προεικόνιζε εκείνη την άλλη αιματηρή θυσία που έμελλε να υποστεί το Σώμα Του στον Σταυρό. Αφ’ ετέρου, μπορεί να μην υποβαλλόμαστε πια σε σαρκική περιτομή, οφείλουμε όμως να υποβαλλόμαστε σε μια αληθινή πνευματική περιτομή. Η συνθήκη μας με τον Θεό, η νέα διαθήκη εν Χριστώ Ιησού, πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα την πλήρη υποταγή της σάρκας μας και των επιθυμιών της στον Θεό, τον αγιασμό του σώματός μας και των φυσικών του λειτουργιών. Δεν είναι όμως μόνον η σάρκα μας που οφείλει να περιτέμνεται πνευματικά. Κυρίως και προπαντός είναι η καρδιά μας. Η δική της περιτομή αφορά τις σκέψεις και τις επιθυμίες και όλα τα συναισθήματά μας, αφορά την παραίτησή της από κάθε τι που είναι ασύμβατο με την αναζήτηση του Θεού. Η μεγάλη εντολή «Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου» εκφράζει ωραία αυτή την περιτομή της καρδιάς, που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς έντονη προσπάθεια.
«Σήμερον ὁ Δεσπότης σαρκὶ περιετμήθη καὶ Ἰησοῦς ἐκλήθη», θα ψάλουμε στην Ενάτη ωδή του Ὄρθρου της εορτής. Η εορτή της Περιτομής είναι και εορτή του Ονόματος του Ιησού. Μας θυμίζει πόσο κεντρική θέση πρέπει να κατέχει στην πνευματική μας ζωή και πόση δύναμη κλείνει μέσα Του αυτό το Όνομα: «Διὸ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα, ἵνα ἐν τῷὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων» (Φιλ. 2:9). Και «Κύριε, …ἐν τῷ τὴν χεῖρά σου ἐκτείνειν σε εἰς ἴασιν καὶ σημεῖα καὶ τέρατα γίνεσθαι διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ ἁγίου παιδός σου Ἰησοῦ» (Πραξ. 4:29-30).
Τα τελευταία λόγια του σημερινού Ευαγγελίου αποτελούν τη μόνη ένδειξη που κατέχουμε γύρω από την κεκρυμμένη ζωή του Ιησού από τη Ναζαρέτ: «καὶ κατέβη μετ’ αὐτῶν καὶ ἦλθεν εἰς Ναζαρέτ, καὶ ἦν ὑποτασσόμενος αὐτοῖς. Καὶ Ἰησοῦς προέκοπτε σοφίᾳ καὶ ἡλικίᾳ καὶ χάριτι παρὰ Θεῷ καὶ ἀνθρώποις». Αν η δεύτερη αυτή φράση εγείρει ένα ενδιαφέρον θεολογικό πρόβλημα, η πρώτη θέτει ενώπιόν μας ένα πρότυπο ζωής ταπεινής και υπάκουης.
Ας ολοκληρώσουμε τον στοχασμό μας γύρω από την Περιτομή με έναν ύμνο από τον Εσπερινό, ο οποίος συνδέει διακριτικά τη μνήμη του Μεγάλου Βασιλείου με την ανάμνηση της Περιτομής: «Φιλοσοφίας ἔρωτι περιέτεμες, πάτερ, τὸ τῆς ψυχῆς σου κάλυμμα». Τον όρο φιλοσοφία πρέπει να τον εκλάβουμε εδώ με την έννοια που του έδιναν συχνά οι Πατέρες της Εκκλησίας: αναζήτηση της θείας σοφίας, αγώνας της διανοίας να βρει τον Θεό. Πράγματι, «λογισμοὺς καθαιροῦντες καὶ πᾶν ὕψωμα ἐπαιρόμενον κατὰ τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ. Καὶ αἰχμαλωτίζοντες πᾶν νόημα εἰς τὴν ὑπακοήν τοῦ Χριστοῦ…», να μία ευγενής μορφή περιτομής!
Ενός μοναχού της Ανατολής (Lev Gillet), Εγεννήθη ο Χριστός, Εκδ. Ακρίτας.

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Σάβ Ιαν 03, 2026 11:53 am
από toula
Το ευαγγέλιο πριν από πάρα πολύ καιρό είχε καταγράψει την ιστορία ενός ανθρώπου που πλούτισε, έκτισε καινούριες αποθήκες για να αποθηκεύσει τα αγαθά του, και αποφάσισε πως πλέον είχε όλα τα αναγκαία που εγγυώντο την ευτυχία του! Είχε άνεση και μέσα. Εκείνη όμως τη νύχτα άκουσε: «ἄφρων, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ, ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;» (Λουκ. 12, 20). Η σταδιακή συνειδητοποίηση ότι τίποτε δεν μπορεί να κρατηθεί, πως μπροστά μας βρίσκεται ο αναπόφευκτος θάνατος και η φθορά, είναι το δηλητήριο που δηλητηριάζει τη μικρή και περιορισμένη ευτυχία που διαθέτουμε. Αυτός είναι σίγουρα και ο λόγος για τη συνήθεια που έχουμε να κάνουμε τέτοιο σαματά και θόρυβο, φωνάζοντας και γελώντας, καθώς το ρολόι κτυπάει δώδεκα την παραμονή του Νέου Έτους. Φοβούμαστε να μείνουμε μόνοι και σιωπηλοί, καθώς το ρολόι κτυπάει σαν την ανελέητη φωνή της μοίρας: πρώτο κτύπημα, δεύτερο, τρίτο και συνεχίζει, τόσο αδυσώπητα, ομοιόμορφα, τόσο τρομακτικά μέχρι τέλους. Τίποτε δεν μπορεί να το αλλάξει, τίποτε να το σταματήσει.
Έτσι έχουμε δύο πολύ βαθείς και ακατάλυτους άξονες της ανθρώπινης συνείδησης: φόβος και ευτυχία, εφιάλτης και όνειρο. Η καινούρια ευτυχία που ονειρευόμαστε την παραμονή του Νέου Έτους θα μπορέσει τελικά να ηρεμήσει, να σκορπίσει και να κατανικήσει το φόβο; Ονειρευόμαστε μια ευτυχία στην οποία να μην παραμονεύει ο φόβος βαθιά μέσα της, ένας φόβος από τον οποίο προσπαθούμε πάντοτε να προφυλαχθούμε, πίνοντας, ή με το να είμαστε συνεχώς απασχολημένοι, περιβαλλόμενοι από θόρυβο. Η σιγή όμως αυτού του φόβου είναι ισχυρότερη από κάθε άλλο θόρυβο. «Ἄφρων »! Μάλιστα, το αθάνατο όνειρο της ευτυχίας είναι εκ φύσεως ανόητο σ’ έναν κόσμο μολυσμένο από φόβο και θάνατο. Ακόμη και στις ανώτερες στιγμές του ανθρώπινου πολιτισμού, οι άνθρωποι το γνωρίζουν καλά. Μπορούμε να νιώσουμε τη θλίψη και τη θλιβερή αλήθεια πίσω από τα λόγια του μεγάλου ποιητή Αλέξανδρου Πούσκιν, που τόσο πολύ αγαπούσε τη ζωή, όταν έγραφε: «Δεν υπάρχει ευτυχία στον κόσμο». Όντως, μια βαθιά θλίψη διαπερνά κάθε γνήσια τέχνη. Μόνο χαμηλά, στον πάτο του ανθρώπινου πολιτισμού, τα πλήθη ξετρελαίνονται με το θόρυβο και τις φωνές, ως εάν ο θόρυβος και τα θορυβώδη πάρτυ θα μπορούσαν να φέρουν την ευτυχία.
«Ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων, καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν » (Ιωάν. 1, 4-5). Αυτό που υπονοεί αυτή η φράση είναι πως το φως δεν μπορεί να καταποθεί από τον φόβο και το άγχος, δεν μπορεί να σκορπισθεί από τη λύπη και την απελπισία. Να μπορούσαν οι άνθρωποι, σ’ αυτή τη μάταιη δίψα για στιγμιαία ευτυχία, να έβρισκαν μέσα τους τη δύναμη να σταματήσουν, να σκεφτούν, να ατενίσουν τα βάθη της ζωής! Να μπορούσαν να ακούσουν τα λόγια, τη φωνή που τους καλεί αιώνια μέσα σ’ αυτά τα βάθη. Ας γνώριζαν μόνο τι είναι αληθινή ευτυχία. «Τὴν χαρὰν ὑμῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ’ ὑμῶν» (Ιωάν. 16, 22). Δεν είναι αυτό που ονειρευόμαστε όταν το ρολόι κτυπήσει μεσάνυκτα; Τη χαρά που κανείς δεν μπορεί να αφαιρέσει. Πόσο σπάνια όμως φτάνουμε σε τέτοια βάθη! Πόσο τα φοβόμαστε για κάποιο λόγο και τα παραμερίζουμε: «Όχι σήμερα, αλλά αύριο, η μεθαύριο, θα στρέψω την προσοχή στα ουσιώδη και αιώνια, μόνο, όχι σήμερα. Υπάρχει καιρός».
Ο καιρός όμως στην πραγματικότητα είναι τόσο λίγος. Μόνο στιγμές περνούν πριν το βέλος του χρόνου σφυρίξει πετώντας προς το μοιραίο στόχο. Γιατί καθυστερούμε; Επειδή ακριβώς εδώ, ανάμεσά μας, δίπλα μας, στέκεται Κάποιος: «ἰδοὺ ἕστηκα ἐπῖ τὴν θύραν καὶ κρούω» (Αποκ. 3, 20). Αν μόνο παραμερίζαμε το φόβο μας και Τον κοιτάζαμε, θα βλέπαμε ένα τέτοιο φως, μια τέτοια χαρά, και μια τέτοια περίσσεια ζωής, που σίγουρα θα καταλαβαίναμε το νόημα αυτής της φευγαλέας και μυστηριώδους λέξης «ευτυχία».
π. Αλέξανδρος Σμέμαν

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Σάβ Ιαν 03, 2026 11:53 am
από toula
Η ονοματοδοσία του Χριστού
Ιησούς είναι το όνομα με το οποίο ονόμασε τον Χριστό ο αρχάγγελος Γαβριήλ την ημέρα του Ευαγγελισμού λέγοντας στην Παναγία: Ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξῃ υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν. Επίσης Άγγελος Κυρίου εμήνυσε την εκ Πνεύματος Αγίου γέννηση του Χριστού προς τον Ιωσήφ, τον μνήστορα της Παναγίας, λέγοντας: Καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν· αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν.
Το Ιησούς είναι το αγιότερο όλων των ονομάτων: τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα. Λέγει ο όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: Το όνομα Ιησούς «είναι μία σύνοψη όλων εκείνων που έκανε (ο Χριστός) για την σωτηρία σου, και ένας αρραβώνας όλων εκείνων που έχει σκοπό να κάμει (εάν δεν εμποδισθεί από σένα) στο μέλλον, και να σε φέρει εμπράκτως στο ολοϋστερινό τέλος σου, που είναι ο Παράδεισος».
Οι κυριότερες ονομασίες που έλαβε ο Ιησούς Χριστός και αναφέρονται στην θεία Οικονομία είναι οι εξής:
1. Μεσσία ή Χριστός
Η λέξη Μεσσίας είναι εβραϊκή και σημαίνει Αυτόν που έχει χρισθεί, τον Χριστό.
Στην Παλαιά Διαθήκη χριστοί ονομάζονταν οι βασιλείς, οι ιερείς και οι προφήτες, διότι αυτοί μόνον χρίονταν με το άγιο έλαιο του χρίσματος. Στην Καινή Διαθήκη χριστοί ονομάζονται όλοι οι βαπτισμένοι χριστιανοί, διότι μετά την βάπτισή τους, χρίσθηκαν με το άγιο Μύρο. Κατ’ εξοχήν όμως Χριστός ονομάζεται ο μόνος κατά φύσιν χριστός, που ήλθε στον κόσμο για να καταστήσει τον άνθρωπο, κατά Χάριν, χριστό.
Ο Κύριος είναι Εκείνος που έχρισεν ο Θεός Πνεύματι Αγίω, είναι ο κεχρισμένος από το Άγιο Πνεύμα. Αυτό προφήτευσε ο προφήτης Δαυίδ λέγοντας: Διὰ τοῦτο ἔχρισε ὁ Θεός, ὁ Θεός σου, ἔλαιον ἀγαλλιάσεως παρὰ τοῦς μετόχους σου. Δηλαδή: Ω Θεέ Ιησού, ο Θεός Πατήρ σε έχρισε με το Άγιο Πνεύμα (διότι αυτό είναι το έλαιον αγαλλιάσεως) με ιδιαίτερο και ξεχωριστό τρόπο συγκριτικά με τους άλλους χριστούς και πνευματοφόρους ανθρώπους.
Η ονομασία του Χριστού είναι ομολογία όλης της Αγίας Τριάδος, επειδή δηλώνει «και τον Θεό που έχρισε, και τον Υιό που χρίσθηκε, και το Χρίσμα, δηλαδή το Άγιον Πνεύμα».
2. Εμμανουήλ
Το όνομα αυτό είναι επίσης εβραϊκό, και σημαίνει μεθ’ ημών ο Θεός, δηλαδή ο Θεός μαζί μας. Αναφέρεται από τον προφήτη Ησαΐα οκτώ αιώνες πριν από την γέννηση του Χριστού: Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός. Ο ευαγγελιστής Ματθαίος βεβαιώνει ότι η προφητική ρήση αναφέρεται στον Χριστό. Στο ερώτημα πότε ο Χριστός ονομάσθηκε Εμμανουήλ, απαντά ο ιερός Χρυσόστομος: «Εδώ δίνει ως όνομα τα γεγονότα… Το καλέσουσι Εμμανουήλ λοιπόν σημαίνει… ότι θα ιδούν τον Θεό μεταξύ των ανθρώπων. Πάντοτε βέβαια ο Θεός βρισκόταν μεταξύ των ανθρώπων, ποτέ όμως τόσο φανερά».
3. Υιός του Θεού και Υιός του ανθρώπου
Ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού και Θεός αληθινός. Το γεγονός αυτό είναι το θεμέλιο της πίστεώς μας. Ο αρχάγγελος Γαβριήλ λέγει την ημέρα του Ευαγγελισμού προς την Υπεραγία Θεοτόκο: Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἐκ σοῦ ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ.
Στην Βάπτιση και την Μεταμόρφωση του Χριστού ο Θεός Πατήρ βεβαιώνει: Οὗτος ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός. Και όταν ο Ιησούς Χριστός ρώτησε τους Μαθητάς Του: «Ποιος λέτε ότι είμαι;» ο απόστολος Πέτρος απάντησε: «Εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος».
Ο ευαγγελιστής Ιωάννης μας βεβαιώνει: Ὃς ἂν ὁμολογήσῃ ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ μένει καὶ αὐτὸς ἐν τῷ Θεῷ. Από τον λόγο αυτό «συμπεραίνεται ότι όταν κάποιος ομολογεί με το στόμα και πιστεύει με την καρδιά ότι ο Ιησούς Χριστός είναι αληθινός Υιός του Θεού, η πίστη και η ομολογία αυτή του προξενεί ένα πολύ μεγάλο στέφανο και υπερφυσικό μισθό: την ενοίκηση και διαμονή του Θεού, δηλαδή το να μένει ο Θεός στην καρδιά του και αυτός αντιστρόφως να μένει στον Θεό… Γι’ αυτό και οι καλούμενοι νηπτικοί Πατέρες, ακολουθώντας τον λόγο τούτο του Θεολόγου, διδάσκουν ότι όλοι οι χριστιανοί πρέπει να μελετούν πάντοτε και να προσεύχονται αδιαλείπτως την σύντομη και μονολόγιστη Ευχή που λέγει: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με». Διότι αυτός που μελετά συνεχώς αυτή την Ευχή στην καρδιά του, αυτός ομολογεί ότι ο Ιησούς είναι Υιός του Θεού».
***
Η προσωνυμία υιός του ανθρώπου σήμαινε για τους Ιουδαίους γενικά τον άνθρωπο. Ο Κύριος χρησιμοποίησε πολλές φορές την προσωνυμία αυτή για τον εαυτό Του. Με τον τρόπο αυτό θύμιζε στους Ιουδαίους το αποκαλυπτικό όραμα του προφήτου Δανιήλ, στο οποίο αρχικά παρουσιάζονται με μορφή θηρίων οι ανθρώπινες αυτοκρατορίες που θα καταρρεύσουν, και κατόπιν εμφανίζονται ο υιός του ανθρώπου, δηλαδή ο Μεσσία, στον οποίο δίδεται η αιώνια βασιλεία του κόσμου.
Η έκφραση υιός του ανθρώπου όταν αποδίδεται στον Χριστό τονίζει την ανθρώπινη φύση Του, όπως η αντίστοιχη έκφραση υιός του Θεού τονίζει την θεία Του φύση. Ο όσιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ανακεφαλαιώνει την πίστη της Εκκλησίας: «Ὁμολογοῦμεν Αὐτὸν ἕνα Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ μετὰ τὴν ἐνανθρώπησιν, καὶ Υἱὸν ἀνθρώπου τὸν αὐτόν, ἕνα Χριστόν, ἕνα Κύριον… τὸν αὐτὸν ὁμοῦ Θεόν τε καὶ ἄνθρωπον, Θεὸν τέλειον καὶ ἀνθρωπον τέλειον».
Ο Υιός του Θεού, κινούμενος από αγάπη, ἐκ Παρθένου ἁγίας σαρκωθείς, ἐκένωσεν ἑαυτὸν μορφήν δούλου λαβών, καὶ ἔγινε Υἱὸς ἀνθρώπου γιὰ νὰ μᾶς καταστήση κατὰ Χάριν υἱοὺς Θεοῦ. Αυτήν την θεία αγάπη, που φανερώθηκε στον κόσμο δια της Θεοτόκου, υμνεί ο πιστός: Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, διὰ σπλάγχνα οἰκτιρμῶν Υἱὸν ἀνθρώπου γεγενημένον, ἡ γεννήσασα, υἱὸν φωτὸς καὶ ἡμέρας με… Ὑπεράμωμε ποίησον, καὶ οὐρανίου Πατρὸς ἄξιον δεῖξον υἱόν.
Εκτός των ονομάτων αυτών ο Χριστός απέδωσε στον εαυτό Του διάφορες ονομασίες που αναφέρονται στην θεία Οικονομία. Πολλές φορές ο Χριστός ονόμασε τον εαυτό Του Κύριο. Σε άλλες περιπτώσεις είπε: Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς, ὁ ποιμὴν ὁ καλός, ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις, ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή, ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος, ἡ ρίζα καὶ τὸ γένος Δαυΐδ, ὁ ἀστὴρ ὁ λαμπρὸς ὁ πρωϊνός.
[Από Ιερομονάχου Γρηγορίου , Η Ορθόδοξη Πίστη, Λατρεία και Ζωή, Σχεδίασμα ορθοδόξου κατηχήσεως]

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Σάβ Ιαν 03, 2026 11:54 am
από toula
ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΣΤΗ ΣΙΒΗΡΙΑ- Φώτης Κόντογλου
Σήμερα θα σου πώ την πιο καλή ιστορία, και μπορείς να τη γράψεις στη φημερίδα, οι μέρες πούναι. Το λοιπόν, σαν τέτοιες χρονιάρες μέρες, Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά, βρέθηκα, όχι μονάχα στη Σιβηρία, αλλά πέρασα και στο νησί που το λένε Σαχαλίνα. Γι αυτό σου λέγω πως η σημερινή ιστορία είναι σπουδαία από τις σπουδαίες. Στη Σαχαλίνα δεν μπορούσε να πάγει όποιος κι όποιος, γιατί εκεί πέρα βρισκότανε οι φυλακές που στέλνανε τους βαρυποινίτες απ’ ούλη τη Ρουσία. Το λοιπόν, σ’ αυτό το μέρος έκανα Χριστούγεννα και τα’ αγιού Βασιλείου, κι έκλαψα, γιατί πήγα και λειτουργήθηκα σε εκκλησία! Και τι εκκλησία: Ορθόδοξη σαν τις δικές μας, με παπάδες σαν τους δικούς μας, με εικονίσματα, με ψαλμωδίες σαν τις δικές μας. Το «Πάτερ ημών», το «Κύριε ελέησον», κι άλλα γράμματα, τα λέγανε ελληνικα. Που; Εκεί που θαρρεί κανένας πως βρίσκεται στον άλλον κόσμο.
Μπόρεσα και πήγα στη Σαχαλίνα, γιατί ήμουνα τότες μαζί μ’ έναν Ρούσο μηχανικό Αντρώποφ, που είχε άδεια να πάγει να κάνει εξέταση για πετρέλαια. Γιατί αυτό το καταραμένο νησί τι δεν βγάζει: Κάρβουνο, πετρέλαιο, χρυσάφι, σίδερο, ψάρια, γούνες, φώκες, φάλαινες… Μ΄ όλο που είναι πολύ μεγάλο, δεν έχει καμιά πολιτεία απάνω του, εξόν από πεντέξι μαζέματα καλύβες, το Ντουέκ, τα’ Αλεξαντρόβσκ, το Ονόρ, κι ένα-δύο άλλα. Σ’ αυτά τα μέρη βγάζανε πετροκάρβουνο. Δουλεύανε Ρούσοι, Τάταροι, Αρμένηδες, Έλληνες και Τούρκοι, ούλοι ύποπτοι, της κοπριάς τ’ άνθος. Το νησί αυτό το λέγανε καταραμένο από τις φυλακές, από τα κάτεργα, που τα λέγανε κι οι Ρούσοι Κάτοργκα. Το τι είδανε τα μάτια μου, όσον καιρό κάθισα σ’ αυτόν τον τόπο, και τι σκληρά πράγματα άκουσα να λένε για τους καταδίκους, θα σου τα πώ άλλη φορά. Υπήρχανε κάτεργα σε δυό-τρία μέρη, όλα στο ίδιο σχέδιο, τα γραφεία, η εκκλησία, η καζάρμα, δυό-τρία μικρομάγαζα, κι οι φυλακές, κάτι μπουντρούμια, που καλύτερα να πεθαίνει κανένας στην καρμανιόλα, παρά νάναι ζωντανός εκεί μέσα.
Εξόν απ’ αυτά που είπα, εκείνο τα’ απέραντο νησί ήτανε έρημο. Από τη μεγάλη στεριά της Ταταρίας το χωρίζει ένα μπουγάζι, που έχει φάρδος από 12 έως 50 μίλια. Τον χειμώνα παγώνει αυτό το μπουγάζι, και περνάνε από την Ταταρία κρυφά Τάταροι, Μογγόλοι και άλλοι. Περνάνε από τη στεριά και αγρίμια. Περνούσανε από το νησί στη στεριά και κατσάκηδες (δραπέτες), που καταφέρνανε να φύγουνε από τα κάτεργα και γυρίζανε μέσα στα χιόνια οι δυστυχισμένοι, χωρίς θροφή, χωρίς τίποτα. Οι περισσότεροι πεθαίνανε.
Εγώ με τον μηχανικό είχαμε ξεμπαρκάρει στη Σαχαλίνα μπαίνοντας ο Δεκέμβριος. Επειδή ήμουνα ορθόδοξος, με περιποιόντανε πολύ όπου πήγαινα γιατί, μ’ όλο που οι πιο πολλοί ήτανε του σκοινιού και του παλουκιού, είχανε μεγάλο σέβας για τη θρησκεία. Τα Χριστούγεννα βρέθηκα σ’ ένα χωριό που το λέγανε Μοτνάρ, απάνω στην ακροθαλασσιά που κοιτάζει στο τατάρικο μπουγάζι. Εκεί πέρα βρήκα κι ακόμα ένα Ρωμιό από τα μέρη της Μακεδονίας, που είχε δυό-τρία χρόνια σ’ αυτό το μέρος και πήγαμε μαζί και προσκυνήσαμε στην εκκλησία. Ήτανε κανωμένη με ξύλα, αλλά στο σχέδιο ήτανε απαράλλαχτη με τις δικές μας, με κουμπέ και με καμπαναριό, με τέμπλο, με μανάλια, με όλα τα καθέκαστα σαν τις δικές μας εκκλησιές. Την είχανε στολισμένη για τα Χριστούγεννα, «Ροζντεστβό Χριστόβο». Η σκεπή της ήτανε φορτωμένη από χιόνι. Τα καλύβια τα μισά χωμένα στο χιόνι. Χιόνι! Χιόνι! Χιόνι!
Τη νύχτα, εκεί που κοιμώμουνα, με ξύπνησε η καμπάνα. Νόμισα πως ονειρεύουμαι, ν’ ακούγω καμπάνα της εκκλησιάς μας, ύστερα από χρόνια που είχα ζήσει μέσα στις ερημιές, χωρίς καλά-καλά να βλέπω άνθρωπο. Σηκώθηκα κι έκανα τον σταυρό μου, ντύθηκα και τράβηξα κατά την εκκλησία. Τη βλέπω από μακριά και φεγγοβολούσε από τα πολυέλαια, κι από τις λαμπάδες, κι οι άνθρωποι περπατούσαν μέσα στο χιόνι με φανάρια στα χέρια, και πηγαίνανε κατά την εκκλησιά από τα καλύβια τους. Δάκρυσα! Τι είναι η θρησκεία για τον άνθρωπο!
Μπήκα μέσα, άναψα ένα κερί κι ανεσπάσθηκα την εικόνα του άγιου Παντελεήμονα. Ύστερα πήγα και στάθηκα σ’ ένα στασίδι. Ο παπάς ήτανε ως σαράντα χρονών με ξανθά ανάρηα γένεια, με τ’ απανωκαλύμαυκο, με το φελόνι, με το πετραχήλι, με το θυμιατό στα χέρια. Πέρασε από κοντά μου και με θύμιασε., εγώ έσκυψα, έσκυψε και εκείνος. Έλεγα πως βρισκόμουνα στ’ Άγιον Όρος. Οι περισσότεροι άνθρωποι ήτανε γονατιστοί, με το κεφάλι σκυμμένο στη γή. Διάφορες φυσιογνωμίες, λογιών-λογιών ράτσες, Ρούσοι στρατιώτες, Τάταροι, Μογγόλοι, Οροχόνοι, Γκόλντοι, Κοζάκοι. Είδα και κάτι ανθρώπους αλλοιώτικους. Ήτανε κοντόσωμοι και με μικρά ποδάρια, τριχωτοί σαν ουραγκουτάγκοι. Τα πρόσωπά τους δεν φαινόντανε από τα μαλλιά, από τα μουστάκια κι από τα γένεια. Στεκόντανε συμμαζεμένοι σαν φοβισμένοι, ήσυχοι, ταπεινοί. Μου είπανε πως τους λέγανε Άϊνος, και πως ήτανε ντόπιοι της Σαχαλίνας, οι πιο αθώοι άνθρωποι που έπλασε ο Θεός. Είναι μια φυλή με τους Γιαπωνέζους, μονάχα πως οι Άϊνος βρίσκουνται σε άγρια κατάσταση. Υστερώτερα έκανα γνωριμία με κάμποσους τέτοιους, ταξίδεψα και μαζί τους. Οι περισσότεροι είναι ψαράδες και κυνηγοί, κι εξόν από τη Σαχαλίνα, βρίσκουνται κι απάνω στα νησιά που είναι βορεινά από τη Γιαπωνία.
Σαν απόλυσε η εκκλησία και πήρα αντίδωρο, δεν ήθελα να φύγω, τόσο με τραβούσε η εκκλησιά. Καταλάβαινα σαν να βρισκόμουνα στον τόπο μου με τους δικούς μου. Επειδής ήμουνα νεοφερμένος, ήρθανε κοντά μου κάμποσοι ντόπιοι και με ρωτούσανε από τι έθνος είμαι, από πού ήρθα και για ποια δουλειά. Φχαριστηθήκανε πολύ που ήμουνα Έλληνας, «Γκρέκ όρτοντόξ», και με καλέσανε να πάγω στα σπίτια τους. Κι οι στρατιώτες ακόμα, που ήτανε άγριοι και απότομοι, κι αυτοί μου μιλούσανε γελαστοί. Κατά βάθος, όλοι ήτανε καλοί άνθρωποι.
Τους είπα πως θα φεύγαμε την άλλη μέρα για τα βορεινά της Σαχαλίνας, για τη δουλειά μας. Μούπανε, πως εκεί που θα πάγω, βρίσκεται ένας άγιος άνθρωπος, ένας καλόγερος, «μονάχα», λεγόμενος πάτερ Ιωνάς, που ζεί σ’ εκείνην την έρημο πολλά χρόνια, και πως δεν τρώγει τίποτα, και πως σ’ αυτόν πηγαίνουνε όσοι νησιώτες θέλουνε να ξομολογηθούνε, για να τους βλογήσει να μη πάθουνε κακό στη θάλασσα και στη στερηά, καθώς και όσοι κατάδικοι τύχει να δραπετέψουνε από τα κάτεργα, σ’ αυτόν καταφεύγουνε να τους προστατέψει από τους στρατιώτες, επειδής οι στρατιώτες κι οι άνθρωποι του τσάρου φοβούνται να τον αγγίξουνε, γιατί όποιος τον αγγίξει ή του αντιμιλήσει, πεθαίνει. Και πως αυτός ο ασκητής είχε ένα καράβι, και μ’ αυτό κυκλόφερνε ένα γύρω στο νησί, και γλύτωνε όσους κατσάκηδες (δραπέτες) εύρισκε να κινδυνεύουνε να πνιγούνε μέσα σ’ εκείνες τις φουρτουνιασμένες θάλασσες, επειδή φεύγανε με παλιόβαρκες.
Την άλλη μέρα φύγαμε με τον κυρ-Αντρώποφ. Περπατήσαμε δύο μερόνυχτα καβάλλα στ’ άλογα, σε κάποια μέρη πιο έρημα απ’ όσα είχα ιδωμένα. Δεν συναπάντησαμε μηδέ έναν άνθρωπο, μηδέ μια καλύβα. Τίποτα! Τέλος φτάξαμε σ’ ένα μέρος, απ’ όπου είδαμε τη βορεινή θάλασσα που τη λένε Θάλασσα του Οκχότς, κι είδαμε τον βορεινόν κάβο της Σαχαλίνας, μια μύτη από άμμο, τον κάβο-Μαρία. Εκατομμύρια πουλιά πετούσανε απάνω από την ακροθαλασσιά, και μας ξεκουφαίνανε με τις φωνές τους. Σαν φτάξαμε κοντήτερα, είδαμε απάνω στην ακρογιαλιά έναν μεγάλο σταυρό στημένον απάνω σ’ έναν βράχο, και κανωμένον από δύο δέντρα σταυρωμένα. Πήγαμε κοντά και διαβάσαμε γραμμένα στα ρούσικα «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία». Απομείναμε αμίλητοι, κοιτάζοντας αυτόν τον σταυρό που στεκότανε μέσα σε κείνη την ερημιά. Βγάλαμε τα καλπάκια μας, κάναμε τον σταυρό μας και τον ανασπασθήκαμε με ευλάβεια.
Ακόμα θυμάμαι πως απομείναμε βουβοί κάμποση ώρα από τη μεγαλοπρέπεια που είχε εκείνη η άγρια τοποθεσία. Πέρα άπλωνε η βορεινή θάλασσα αφρισμένη, νερό ατελείωτο και έρημο. Αποπίσω μας ήτανε ένα πυκνό δάσος. Μπροστά μας φαινότανε ο κάβο-Μαρία, μια μύτη άμμο. Ο άμμος άπλωνε ολόγυρα στον κάβο, γιατί όπως φαίνεται, τον σκορπούσανε και τον στοιβιάζανε οι φοβεροί αγέρηδες που ερχόντανε από τον βόρειον ωκεανό, κι ήτανε αυτός ο άμμος κύματα-κύματα, σαν τη θάλασσα, και τόσο βαθύς, που βουλιάζαμε, εμείς και τα άλογα.
Σαν περάσαμε τον άμμο κι ανηφορίσαμε λίγο, είδαμε ένα παληό σπίτι κανωμένο από δέντρα, που υα είχανε μαυρισμένα η βροχή, το χιόνι κι ο αγέρας. Στη βορεινή μπάντα είχε έναν μικρόν πύργο μ’ έναν σταυρό στην κορφή του.
Πήγαμε κοντά στην πόρτα και χτυπήσαμε. Μα κανένας δεν ακούσθηκε από μέσα. Πιάσαμε και φωνάξαμε, και τότε φανερωθήκανε δυό-τρείς Άϊνος που καθότανε πίσω από το σπίτι, στ’ απάγκειο, για να φυλαχθούνε από τον αγέρα, και μας είπανε τσάτρα-πάτρα πως ο ασκητής έλειπε με το καράβι, και πως τον περιμένανε κι αυτοί να τους βλογήσει. Μας είπανε να περάσουμε μέσα στο σπίτι και να μείνουμε ως νάρθει ο καλόγερος, γιατί φχαριστιότανε πολύ όποτε εύρισκε ξένους στο σπίτι του, που ήτανε πάντα ανοιχτό.
Για να μην τα πολυλογούμε, καθήσαμε δυό μέρες στο σπίτι. Την Τρίτη μέρα τα χαράματα, μας ξυπνήσανε οι σκύλοι που είχανε οι Άϊνος. Σαν βγήκαμε έξω, είδαμε μια σκούνα που φουντάριζε και μάζευε τα πανιά της. Σε λίγο βγήκανε με τη βάρκα τρείς νοματαίοι, κι ερχόντανε κατά το σπίτι. Μπροστά πήγαινε ένας καλόγερος ψηλός κι αδύνατος σαν σκέλεθρο. Σαν πήγαμε κοντά του, σκέπασε τη σκούφια του με το επανωκαλύμαυκο, και μας βλόγησε. Τα γένεια του ήτανε ανάρηα κι άσπρα.
Μέσα στο σπίτι είχε μια εκκλησιά πολύ μικρή. Εκεί λειτουργηθήκαμε την Πρωτοχρονιά, γιατί ο πάτερ Ιωνάς ήτανε ιερομόναχος, «ότετς Γιονάς». Τι να σου πω κυρ-Φώτη, εσύ που αγαπάς τα θρησκευτικά! Τέτοια λειτουργία δε μπορώ να την παραστήσω! Ο πάτερ Ιωνάς έψελνε, κι ολοένα έλεγε «άγιος Βασίλιε», και θαρρούσες πως λειτουργούσε ο ίδιος ο άγιος Βασίλειος. Πού; Στη Σαχαλίνα, στον κάβο-Μαρία! Όξω φυσομανούσε ο αγέρας με το χιόνι, κι ακουγότανε το βογγητό της θάλασσας. Μέσα είμαστε: εγώ, ο Αντρώποφ, ένας Μογγόλος που είχε τάλογα, κι οι τρείς Άϊνος. Τα κονίσματα, όπως μούπε ο καλόγερος, ήτανε αγιορείτικα. Ο ίδιος ο πάτερ Ιωνάς είχε κάνει στ’ Άγιον Όρος, στα Καρούλια, και μιλούσε τα ελληνικά. Είχε κι έναν γέροντα Γερόντιο απ’ τ’ Αϊβαλί, κι έλεγε πως ήτανε άγιος. Σαν γύρισε στη Ρουσία, πήγε σ’ ένα μοναστήρι κοντά στο Τόμσκ. Μα σαν έμαθε τι μεγάλη δυστυχία ήτανε στη Σαχαλίνα με τα Κάτοργκα, αποφάσισε να αφιερώσει τη ζωή του για να ανακουφίσει εκείνους τους δυστυχισμένους. Είχε 40 χρόνια στη Σαχαλίνα. Αυτός έκανε Χριστιανούς τους Άϊνος. Οι κακόμοιροι φιλούσανε τα χέρια μου και λέγανε χαρούμενοι δείχνοντας με «Ορτοντόξ! Ορτοντόξ!». Σ’ όλη τη λειτουργία έκλαιγα, εγώ που πέρασα του λιναριού τα πάθη χωρίς να δακρύσω.
Αναρτήθηκε από Περιοδικό ΕΝΔΟΝ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Σάβ Ιαν 03, 2026 11:56 am
από toula
Ο Χριστός είπε ότι με το μέτρο που μετράς τους άλλους θα μετρηθείς κι εσύ. Όποιος βάζει στο στόμα του τους άλλους και τους χλευάζει για υποκριτές θα κριθεί ως υποκριτής . Αυτό σημαίνει το ρήμα του Χριστού. Επίσης όποιος καταδικάζει τους ενάρετους, τους ηθικούς και τους θρησκευόμενους, καλά θα κάνει να καλλιεργήσει ένα είδος αρετής, ηθους ή λατρείας, που να μπορεί να στηρίξει το οποιο προβάδισμα νομίζει ότι έχει στην κριτική και την κατάταξη των συνανθρώπων του. Αλλιώς δεν μπορώ να καταλάβω από ποια θέση μοιράζει ποιοτητες και βαθμίδες στους άλλους.Γεμίσαμε μικροθεούς και σουπερμαν. Εν τέλει όποιος νομίζει ότι είναι καλούλης, εναλλακτικούλης και δίκαιος θα βρεθεί με το παλούκι στο μάτι , ενω ψαχνει το σκουπιδακι στους άλλους. Και αυτό ο Χριστός το ειπε. Τέλος, δεν μπορείς να λες ότι αγαπας τον Χριστό αλλά όχι τους Χριστιανούς. Ζεις τεράστιο ψέμα. Και αυτό το είπε ο Χριστός. Όποιος αγαπάει τον Χριστο παιρνει πακετο και τους Χριστιανούς. Όπως είναι. Ατόφιους με ψεγάδια και πάθη.Αλλιώς ψευδεται και ζει απατηλές καταστάσεις.Και αυτό επίσης, ειναι λόγος του Χριστου.

π. Παντ. Κρούσκος