Σήμερα είναι :
Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΒ΄ (12η) Απριλίου, ο Όσιος ΑΚΑΚΙΟΣ ο Νέος, ο εν τη κατά το Άγιον Όρος Σκήτη του Καυσοκαλυβίου ασκή
Τη ΙΒ΄ (12η) Απριλίου, ο Όσιος ΑΚΑΚΙΟΣ ο Νέος, ο εν τη κατά το Άγιον Όρος Σκήτη του Καυσοκαλυβίου ασκήσας, εν ειρήνη τελειούται εν έτει αψλ΄ (1730).
Ακάκιος ο εν Οσίοις Οσιώτατος Πατήρ ημών κατήγετο από χωρίον τι των Αγράφων Γόλιτζα καλούμενον, γεννηθείς από γονείς ευσεβείς, οίτινες κατά το Άγιον Βάπτισμα ωνόμασαν αυτόν Αθανάσιον. Όταν δε ο Όσιος ήτο εισέτι νήπιον, έμεινεν ορφανός από πατέρα ομού με τινα μικρότερον αδελφόν του, ανετρέφοντο δε και οι δύο υπό της μητρός αυτών, η οποία και τους εξεπαίδευε πτωχικά αναλόγως των δυνάμεών της. Ο Αναστάσιος όμως, ως μεγαλύτερος, κατεγίνετο και εις την φροντίδα του οίκου των και ως εκ τούτου δεν είχε την δυνατότητα να υπάγη εις τας πόλεις προς αναζήτησιν διδασκάλων. Όθεν έμεινεν αγράμματος, μεταβαίνων όμως εις την Εκκκλησίαν και ακούων τους Βίους των Αγίων, κατεφλέχθη υπό θείου έρωτος και εγένετο ζηλωτής της πολιτείας εκείνων ακριβέστατος κατά δύναμιν αγωνιζόμενος. Όταν δε ο Όσιος ήλθεν εις ηλικίαν, η μεν μήτηρ αυτού εφρόντιζε να τον νυμφεύση, ο δε θαυμαστός Αναστάσιος, έχων όλως διόλου τον νουν του εστραμμένον εις τον Θεόν, δεν ήθελεν ούτε να ακούση καν περί τούτου συζήτησιν. Δια να αποφύγη μάλιστα τας περί τούτου ενοχλήσεις της μητρός του, ανεχώρει πολλάκις εις τόπους ησυχαστικούς και προσηύχετο μόνος προς μόνον τον Θεόν. Επειδή όμως επλεόνασεν έτι περισσότερον εντός αυτού ο έρως των πνευματικών αγώνων, ημέρα τη ημέρα προσέθετε και κόπους επάνω εις τους κόπους, πολλάκις δε ελησμόνει και να επιστρέψη εις τον οίκον του. Όθεν η μήτηρ αυτού περιήρχετο ζητούσα τούτον και όταν τον εύρισκεν, ήρχιζε πάλιν να του λέγη τα ίδια. Να μένη δηλαδή εις την οικίαν των, να φροντίζη τα του κόσμου και να νυμφευθή. Αλλ’ ο του Θεού άνθρωπος μηδόλως προσέχων εις τους λόγους της μητρός του, ηγωνίζετο κατά δύναμιν δια να στολίση τον έσω άνθρωπον. Επειδή όμως εκεί ευρισκόμενος δεν ηδύνατο να πορεύεται κατά τον πόθον του, ανεχώρησε κατά το εικοστόν τρίτον έτος της ηλικίας του και επήγεν εις τα μέρη της Ζαγοράς, όπου υπάρχει η Ιερά Μονή της Αγίας Τριάδος, η καλουμένη Σουρβία, την οποίαν έκτισεν ο Όσιος Διονύσιος ο εν τω Ολύμπω, κειμένη πλησίον της Μακρυνίτσας και εισελθών εν αυτή εδοκιμάσθη και εντός ολίγου εφάνη δοκιμώτατος εις τους εκεί Πατέρας, δι’ ο και ενέδυσαν αυτόν το Αγγελικόν Σχήμα μετονομάσαντες τούτον Ακάκιον. Κατά την ιδίαν δε εκείνην νύκτα, κατά την οποίαν έλαβε το μοναχικόν Σχήμα, ηξιώθη και θείας οπτασίας και είδε καθ’ ύπνον, ή μάλλον ειπείν καθ’ ύπαρ (έξυπνος), ότι εκράτει μίαν λαμπάδα ανημμένην με φως υπέρλαμπρον, φέγγον και ακτινοβολούν εις όλον τον τόπον εκείνον. Εκ τούτου εσυλλογίσθη καλώς, ότι ούτω πρέπει να λάμπουν εις τον Μοναχόν αι άγιαι του Χριστού εντολαί και μάλιστα η υψοποιός ταπείνωσις· δια τούτο και ηγωνίζετο μάλιστα δι’ αυτήν και υπετάσσετο προθύμως όχι μόνον εις τον Προεστώτα της Μονής, αλλά και εις πάντας τους αδελφούς και εξετέλει και τας πλέον ευτελεστέρας και βαρυτέρας υπηρεσίας με μεγάλην ταπείνωσιν και προθυμίαν. Δια τούτο και ηγαπάτο παρά πάντων, διότι όλην αυτού την έφεσιν την είχεν αφιερωμένην εις αυτά. Επειδή όμως αι ανάγκαι της Μονής δεν του επέτρεπον να μεταχειρισθή τον κατά Θεόν σκοπόν του όπως εκείνος επεθύμει, δια τούτο κατέφευγε πολλάκις εις τα όρη και τους δρυμούς και ηγωνίζετο προσευχόμενος, αγρυπνών και με χόρτα μόνον τρεφόμενος ανά δύο ή τρεις ημέρας, τόσον μόνον όσον ήτο αρκετόν δια να ζη. Οι δε αδελφοί της Μονής, νομίζοντες ότι επλανήθη, κατέβαλον πάσαν προσπάθειαν δια να τον εμποδίσουν· όσοι δε εγνώριζον τον σκοπόν του, φοβούμενοι μήπως πλανηθή από τας τέχνας του εχθρού και δεν δυνηθή να φέρη εις καλόν τέλος τον σκοπόν του, τον συνεβούλευον να αφήση την τόσον υψηλήν πολιτείαν και να μεταχειρισθή μικροτέρους αγώνας, διότι ο Θεός είναι πολυεύσπλαγχνος και δέχεται το ολίγον, όπως και το πολύ, μάλιστα εις τους ιδικούς μας τούτους χαλεπούς καιρούς. Ο δε θαυμαστός Ακάκιος, τετρωμένος ων υπό του θείου έρωτος, δεν ημποδίζετο από τους τοιούτους λόγους, αλλά μάλλον επεξετείνετο προς τα έμπροσθεν. Όθεν, ευκαιρίας τυχούσης, φεύγει εκείθεν και έρχεται εις το Άγιον Όρος, περιερχόμενος δε τας διαφόρους εν αυτώ Σκήτας εύρε πολλούς κατά την γνώμην του και πολλά ωφελήθη παρ’ αυτών. Τέλος έφθασε και εις την Σκήτην της Αγίας Άννης και διελθών από το κοιμητήριον ησθάνθη άρρητον τινα ευωδίαν και ήναψεν όλος από την ένθεον φλόγα. Όθεν έμεινεν ημέρας τινάς εις τι μικρόν σπήλαιον εκεί πλησίον ευρισκόμενον, υπερανθρώπως αγωνιζόμενος. Έπειτα περιήρχετο τας διαφόρους Σκήτας ωφελείας χάριν και συναναστρεφόμενος με τους αρίστους των Μοναχών, έδρεπεν εξ αυτών, ως μέλισσα, τα άνθη των αρετών· ελθών δε και εις την Ιεράν Μονήν του Γρηγορίου και ευρών εις το άνωθεν του Μοναστηρίου κελλίον δύο σεβασμίους Γέροντας, έμεινεν μετ’ αυτών επί ένα χρόνον, κατά μεν το φαινόμενον δια να μάθη εργόχειρον, εργαζόμενος μετ’ αυτών κοχλιάρια, κατ’ αλήθειαν δε δια να στολίση την ψυχήν του με θείους και πνευματικούς στολισμούς, δι’ ο και υπετάσσετο προθύμως εις αυτούς και εξετέλει τας εντολάς των. Μετά ταύτα, απελθών ο Όσιος εις ερημικώτερον τόπον, έμεινε μετά τινος αδελφού, νομίζων ότι θα είχεν αυτόν συναγωνιστήν και συμβοηθόν εις την ασκητικήν ζωήν. Εκείνος όμως ο δυστυχής εδείκνυεν εν υποκρίσει βίον ασκητικόν, έσωθεν δε ήτο πλήρης έργων πονηρών και ατόπων. Πλην δεν εβλάβη ουδόλως ο Όσιος εκ της κακίας εκείνου, αλλά μάλλον εστερεώθη έτι περισσότερον εις τον ένθεον σκοπόν του και όσον ηδύνατο ηγωνίζετο. Συνέβη δε ποτε να μεταβή ο Όσιος μετά του Μοναχού εκείνου εις την περιοχήν της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας προς επίσκεψιν αδελφών τινων, έμειναν δε δια να διανυκτερεύσουν εις το κελλίον εκείνων. Ήτο δε τότε εσπέρα Σαββάτου και οι μεν άλλοι Μοναχοί, ομού μετά του συνοδίτου του Οσίου, αφού έφαγον και έπιον κατά κόρον, ετράπησαν εις ύπνον ως άλογα ζώα. Ο δε θείος άνθρωπος Ακάκιος, έχων το θείον πυρ εις την καρδίαν του, δεν ηδύνατο να κοιμηθή, αλλ’ εγερθείς ησύχως προσηύχετο νοερώς προς τον Θεόν, εκεί πλησίον όπου εκοιμώντο και οι άλλοι. Κατά δε τον καιρόν του Όρθρου ήλθεν εις έκστασιν και είδεν άνδρα τινά φοβερόν και θαυμάσιον, όστις ήλθε και εστάθη άνωθεν των κοιμωμένων και είπε· «Κύριε, ελέησον! Ως όνοι κοιμώνται τοιαύτην ημέραν!», ευθύς δε εκτύπησε την γην με την ράβδον την οποίαν εκράτει και είπε δεικνύων τον συνοδοιπόρον του Αγίου· «Αλλοίμονον εις τούτον τον άνθρωπον», ομού δε με τον λόγον έγινεν άφαντος. Τότε ο Όσιος έντρομος γενόμενος προσηύχετο εκτενέστερον μέχρι πρωϊας. Όταν δε εξημέρωσεν, αναχωρήσαντες εκείθεν επέστρεψαν εις το κελλίον των. Μετ’ ολίγας ημέρας αναχωρήσας από τον τόπον εκείνον ήλθε και κατώκησε μόνος άνωθεν της Μονής του Διονυσίου· ο δε άλλος εκείνος Μοναχός, απελθών εις Σάμον, έλαβε τέλος επώδυνον, γενόμενος εις όλους ελεεινόν θέαμα. Μετά παρέλευσιν ικανού χρόνου, αναχωρήσας εκείθεν ο Όσιος, μετέβη εις την Σκήτην του Παντοκράτορος. Κατά δε τας ημέρας εκείνας ήλθεν από την Ζαγοράν ο Γέροντάς του δια να μάθη την μουσικήν, ευρών δε τον Όσιον εζήτει να τον έχη μαζί του, ως Μοναχόν του. Αλλ’ ο Όσιος, με την συνειθισμένην του ταπείνωσιν, εζήτει την ευχήν του Γέροντός του, παρακαλών αυτόν να τον αφήση να ησυχάση. Όθεν ο Γέρων, βλέπων την καλήν του γνώμην, όχι μόνον τον άφησε να πράξη κατά τον πόθον του, αλλά του έδωκε και δύο φλωρία, λέγων· «Λάβε αυτά να κυβερνηθής και όταν τα εξοδεύσης, έλα να σου δώσω άλλα και παρακάλει τον Θεόν δι’ εμέ». Ο δε της ακτημοσύνης άκρος εραστής και πάσης φιλοχρηματίας ελεύθερος Όσιος, λαβών εις χείρας τα φλωρία εταράχθη και παρευθύς τα επέστρεψε πάλιν εις τον Γέροντα, λέγων· «Λάβε τα φλωρία σου, Γέροντα, διότι κινδυνεύω να χάσω τον νουν μου με αυτά»· τούτο δε ειπών ανεχώρησεν ευθύς εκείθεν. Πορευόμενος δε εις την οδόν του, ήρχισαν οι ενάντιοι λογισμοί να τον ενοχλούν μεγάλως· εις λογισμός τον εβίαζε να επιστρέψη με τον Γέροντα εις την μετάνοιάν του· άλλος πάλιν του έλεγε να φύγη εις κανέν ερημονήσι και άλλος εις άλλον τόπον. Ούτως υπό των λογισμών ενοχλούμενος και περιπατών έφθασεν εις εν σημείον, εις το οποίον διεσταυρώνοντο τρεις οδοί και εκεί εστάθη, μη γνωρίζων ποίαν οδόν να βαδίση. Τότε του εφάνη ότι τον εκέντησέ τις αοράτως και τον ώθησε προς την μίαν οδόν, εις την οποίαν και ήρχισε να βαδίζη. Αφού επροχώρησεν ολίγον, απήντησε Μοναχούς τινάς, οι οποίοι επήγαιναν εις την Αγίαν Άνναν· συμπορευθείς δε μετ’ αυτών έφθασε μέχρι της διασταυρώσεως, η οποία ονομάζεται του Σιδήρη και πάλιν ήρχισαν οι λογισμοί να τον ενοχλούν με περισσοτέραν βίαν. Χωρισθείς τότε από τους άλλους συνοδοιπόρους του εστάθη ολίγον και κατόπιν ήρχισε και πάλιν να περιπατή, εσκοτισμένος ων από την αιχμαλωσίαν των λογισμών. Προχωρήσας δε ολίγον και ευρών πέτραν τινά εκάθισεν επ’ αυτής, επειδή δε επεινούσε, διότι είχε τρεις ημέρας να φάγη, έλαβεν ολίγον άρτον, τον οποίον του είχον δώσει οι προρρηθέντες Μοναχοί και έφαγεν. Αφού δε έφαγεν, ακούμβησεν εις το χέρι του· και εκ της πολλής ταραχής των λογισμών του εφάνη ότι του ήλθε σκότισις του νοός και άμετρος ακηδία. Όθεν έκλινεν εις ύπνον και εκεί βλέπει έμπροσθέν του γιγαντιαίον τινά μαύρον, δυσειδέστατον και φοβερόν. Συγχρόνως του εφάνη ως να του έλεγεν άλλος τις αοράτως εις το εσωτερικόν ους με ημερότητα, ότι αυτός ο άσαχημος γίγας είναι ο πονηρός δαίμων, όστις σε έβαλεν εμπρός δια να σε αφανίση. Παρευθύς τότε εξύπνησεν έντρομος και λέγει· «Αλλοίμονον εις εμέ, ότι με έβαλεν ο δαίμων εμπρός και θέλει να με αφανίση»! Όθεν εσκέφθη να υπάγη εις τον Πνευματικόν και να κάμη ό,τι τον προστάξη εκείνος, ίνα ούτως εύρη ίσως ανάπαυσιν. Ταύτα δε διανοηθείς έλαβε παρευθύς την προς τον Πνευματικόν άγουσαν οδόν. Ενώ δε ο Όσιος επορεύετο εις την οδόν του, του εφάνη, ότι αίφνης ηγέρθη βίαιος ανεμοστρόβιλος, όστις αρπάσας αυτόν τον απεμάκρυνεν από την οδόν επί ικανόν διάστημα, συνέχιζε δε να βιάζη και να απωθή αυτόν δια να τον ρίψη εις κρημνόν τινά. Ταύτα πάσχων φανερώς ο Όσιος και βλέπων ότι υπό της δαιμονικής εκείνης ενεργείας εφέρετο πράγματι προς κρημνόν, εφοβήθη σφόδρα και εβόησε μεγαλοφώνως· «Κύριε Ιησού Χριστέ, Παναγία Θεοτόκε, βοήθει μοι». Παρευθύς τότε του εφάνη ότι ήλθεν άνωθεν του βουνού άλλη τις ένθεος και θαυμασία δύναμις, ως αστραπή μετά βοής μεγάλης, ήτις εδίωξεν όλην εκείνην την σατανικήν ενέργειαν. Έφθασε δε αύτη έως εις τον αιγιαλόν διώκουσα τον πειράζοντα, εχάρισε δε εις τον Όσιον γαλήνην και ησυχίαν και επλήρωσε τούτον χαράς αφάτου, τόσον ώστε εβόα μεγαλοφώνως φωνάς ευχαριστηρίους προς τον ελευθερώσαντα Κύριον Ιησούν Χριστόν και προς την Κυρίαν ημών και μεσίτριαν Θεοτόκον. Παρευθύς τότε έσπευσε τάχιστα προς τον Πνευματικόν Πατέρα Γαλακτίωνα, όστις διέμενεν εις τα Κατουνάκια και διηγήθη προς αυτόν όλα τα συμβάντα. Δι’ ευχής τότε του Πνευματικού τούτου Πατρός μετέβη εις την Μεταμόρφωσιν των Καυσοκαλυβίων, όπου και εκάθισεν χρόνους είκοσιν. Εκεί ειργάζετο κοχλιάρια, η δε τροφή του ήτο άρτος και ύδωρ, αλλά και εκ τούτων ανά δύο ή τρεις ημέρας έτρωγεν. Άλλοτε πάλιν ετρέφετο με άγρια μόνον χόρτα, ή κάστανα· τόσην δε μόνον φροντίδα είχε δια το σώμα, όσον ήτο αρκετόν δια να ζη, άπασα δε η φροντίς αυτού ήτο εστραμμένη προς τους πνευματικούς αγώνας, παλαίων και ανταγωνιζόμενος με τον αντίπαλον διάβολον αισθητώς και νοητώς κατά τους είκοσι αυτούς χρόνους. Μετά ταύτα κατήλθεν ο Όσιος πλησίον του αιγιαλού και κατώκησεν εις τι σπήλαιον μικρόν, εις το οποίον κατώκει πρότερον ο Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης. Εκεί ήρχισε να αγωνίζεται υπέρ άνθρωπον, ταλαιπωρών και κατανικών την σάρκα με πείναν και δίψαν, με κόπους και μόχθους, με ψύχος και γυμνότητα και με μυρίας άλλας κακοπαθείας. Επειδή δε ο τόπος ήτο άνυδρος, τον μεν χειμώνα εμάζευεν ύδωρ βρόχινον εις μίαν στάμναν, το δε θέρος τον παρηγόρει ο Θεός και ήρχετο νέφος μικρόν επάνω του σπηλαίου, το οποίον έβρεχεν έως ότου εγέμιζεν ύδατος την στάμναν και κατόπιν εχάνετο. Επειδή δε ηγωνίζετο να κατανικήση την σάρκα, εξήραινε τα άγρια χόρτα και τρίβων αυτά έτρωγεν εξ αυτών τόσον ολίγον, όσον δια να ζη. Πολλάκις δε έτριβε και πέτρας και τας έκαμνε ως άλευρον, το οποίον έσμιγε με ξηρά χόρτα και έτρωγεν. Ερωτώμενος δε περί τούτου έλεγεν, ότι όταν τα έτρωγε, τον επήγαινεν αίμα. Και αυτός μεν ούτως ηγωνίζετο· οι δε πέριξ Μοναχοί προσεπάθουν να τον εμποδίσουν, νομίζοντες πλάνην τα γενόμενα και τον συνεβούλευον έκαστος κατά την γνώμην του. Αυτός όμως ο μακάριος εκείνους μεν ανέπαυε με την συνειθισμένην του ταπείνωσιν, από δε τους αγώνας του δεν έπαυεν, αλλ’ ως άσαρκος ηγωνίζετο καθ’ ημέραν να αυξάνη αυτούς. Αλλά και οι μισόκαλοι δαίμονες δεν έπαυον από του να πειράζουν συχνώς τον Όσιον με διαφόρους τρόπους, αισθητώς και νοητώς, επιδιώκοντες να τον πλανήσωσιν από την ευθείαν και ευαγγελικήν οδόν. Όθεν έθλιβον αυτόν ποικιλοτρόπως, άλλοτε μεν προσβάλλοντες αυτόν με λογισμούς διαφόρους, άλλοτε δε βασανίζοντες αυτόν με διαφόρους ασθενείας σωματικάς. Αυτός όμως ο μακάριος, γνωρίζων τας μεθόδους του σατανά, ετρέπετο εις προσευχήν, με την οποίαν διέλυε τας σκευωρίας αυτών ως ιστόν αράχνης. Άλλοτε πάλιν τον ηπείλουν με κτύπους και φωνάς και εξυβρίσεις φοβεράς, φαινόμενοι προς αυτόν ως θηρία και γίγαντες φοβεροί μέλανες και δυσώδεις, αλλά δια τον άπαξ χαριτωθέντα Όσιον πάντα ταύτα ενομίζοντο νηπίων παίγνια και άξια γέλωτος. Εξήλθε ποτέ ο Όσιος εκ του σπηλαίου δια τινα ανάγκην, όταν δε επέστρεψεν, είδεν αισθητώς έμπροσθεν του σπηλαίου πλήθος φαινομένων Αθιγγάνων, μετά γυναικών και παιδίων, οίτινες εχάλκευον δήθεν και κατεσκεύαζον κόσκινα και πολλά άλλα παρόμοια ποιούντες, ηλάλαζον δε και εφώναζον κατά την συνήθειαν των Αθιγγάνων. Εννοήσας τότε την πονηρίαν των δαιμόνων έστρεψε το νοερόν όμμα της ψυχής του προς τον Θεόν και είπε· «Κύριε Ιησού Χριστέ ο λυτρωτής και Θεός μου, λύτρωσαί με από τας πανουργίας των δαιμόνων, πρεσβείαις της Παναχράντου Σου Μητρός, Αμήν». Ποιήσας τότε το σημείον του Τιμίου Σταυρού ωσεί καπνός διελύθησαν άπαντες και έγιναν άφαντοι. Ούτω λοιπόν αγωνιζόμενος, ηξιώθη να αποκτήση την νοεράν προσευχήν και να ίδη θείας αποκαλύψεις, όταν δε προσηύχετο, ίστατο ως στύλος ακλόνητος και καθήμενος εφαίνετο όλος μετάρσιος έχων άνω τον νουν και του γηϊνου τούτου σαρκίου ουδόλως αισθανόμενος, αλλ’ ήτο όλος θείος και θεοειδής κατά το πνεύμα και εις τους έξωθεν χαριέστατος. Τότε ήλθεν εις τον Όσιον και ο μετά ταύτα μαρτυρήσας δια τον Χριστόν Άγιος Ρωμανός ο Καρπενησιώτης, όστις έμεινε μετ’ αυτού χρόνον ικανόν, ηγωνίζοντο δε και οι δύο ως άσαρκοι. Επειδή δε ο Ρωμανός εφέρετο ως ξένος της παρούσης ζωής, όλος δι’ όλου το Μαρτύριον φανταζόμενος, κοινή γνώμη, νηστεύσαντες και οι δύο ημέρας ικανάς και δεηθέντες περί της αισίας εκβάσεως του Μαρτυρίου, απεκαλύφθη εις αυτούς, ότι θέλημα Θεού είναι τούτο και θέλει τελειώσει καλώς το Μαρτύριον. Όθεν συνεφώνησαν μεταξύ των, όπως ο μεν Ρωμανός μετά την επιτυχίαν τού ποθουμένου Μαρτυρίου πρεσβεύη προς τον Θεόν υπέρ της του Οσίου σωτηρίας, ο δε Όσιος επικαλείται την βοήθειαν του Θεού υπέρ του Ρωμανού, έως ου αξιωθή του μαρτυρικού στεφάνου, να παραμείνη δε εις το ίδιον εκείνο σπήλαιον μέχρι της τελειώσεώς του. Προς τούτοις συνεφώνησαν να παρακαλούν αμφότεροι τον Θεόν όπως μετά τον θάνατόν των κατατάξη αυτούς ομού ο Κύριος εις τον Παράδεισον. Ταύτα λοιπόν συμφωνήσαντες και ενδυθείς ο μακάριος Ρωμανός το μέγα και Αγγελικόν Σχήμα, απήλθε χαίρων και έλαβε δι’ ευχής του Οσίου το ποθούμενον Μαρτύριον, ως διαλαμβάνει το περί τούτου Υπόμνημα. Ο δε Άγιος ηγωνίζετο έκτοτε περισσότερον. Μετά παρέλευσιν ολίγου χρόνου αφήσας ο Όσιος το σπήλαιον μετέβη εις το κάθισμα του Οσίου Αθανασίου του Αθωνίτου, προσευχόμενος δε ποτέ εκεί ήλθεν εις έκστασιν και βλέπει τον Οσιομάρτυρα Ρωμανόν λευκοφόρον και αρρήτως λάμποντα, το δε πρόσωπόν του ηκτινοβόλει υπέρ τον ήλιον. Αποστρέψας δε ο Άγιος Οσιομάρτυς το θεοειδές αυτού πρόσωπον από τον Γέροντα, εφαίνετο ως να τον ωνείδιζε δια την παράβασιν, την οποίαν έκαμε και έφυγεν από το σπήλαιον. Ο δε Όσιος προσπέσας παρεκάλει τον Μάρτυρα να τον ατενίση με ιλαρόν πρόσωπον και να του συγχωρήση το σφάλμα της μετοικήσεως, αλλ’ ο Ρωμανός δεν επήκουσε και έγινεν άφαντος. Ελθών τότε εις εαυτόν ο Όσιος και φοβηθείς το αδιάλλακτον του Αγίου, επέστρεψε πάλιν εις το σπήλαιον. Εκεί είδε πολλάκις τον Οσιομάρτυρα με την ομοίαν δόξαν και με ιλαρόν και γλυκύτατον πρόσωπον βλέποντα τον Όσιον και ενθαρρύνοντα τούτον δια λόγων καιπαρηγορούντα αυτόν, ούτω δε παρηγορηθείς μεγάλως έμεινεν εκεί αγωνιζόμενος. Ύστερον έκτισε και μικράν καλύβην εις το σπήλαιον δια των ιδίων αυτού χειρών, εις την οποίαν έζη μετερχόμενος πολιτείαν Αγγελικήν και ουράνιον, πεινών, διψών και πάσαν κακοπάθειαν υπομένων, εν μόνον παλαιόρασον έχων, το οποίον δεν εφόρει και πάντοτε, αλλ’ όταν ήθελεν ίδει τινά από τους γνωστούς του να πηγαίνη προς αυτόν, και λέγω από τους γνωστούς του, διότι δεν ενεφανίζετο εις όλους. Χειμόνα τινά, πεσούσης χιόνος πολλής, εκρύωνεν υπερβολικώς ο μακάριος· όθεν ανάψας πυράν, προσεπάθει να ζεσταθή, αλλά δεν ηδύνατο, όσον δε επλησίαζεν εις την πυράν, τόσον εψυχραίνετο περισσότερον. Εννοήσας τότε ότι η τόσον μεγάλη ψυχρότης εκείνη δεν είναι φυσική, αλλ’ εκ της τέχνης του πονηρού, την μεν πυράν πατήσας απέσβεσεν, ελθών δε έξω γυμνός έπεσεν εις την χιόνα. Τούτο ποιήσας ο Όσιος του εφάνη ότι ήλθεν εις αυτόν θαυμαστή τις δύναμις, τόσον ώστε ενόμιζεν ότι κάθηται εις λουτρόν και όχι εις χιόνα. Εκ των τοιούτων λοιπόν κατορθωμάτων του Οσίου εξήλθεν η φήμη αυτού πανταχού και έτρεχον προς αυτόν, οι μεν ευχής χάριν, οι δε ωφελείας, τινές δε εξ αυτών απαρνηθέντες τα του κόσμου έμειναν πλησίον του. Προσευχόμενος δε ποτε ο Όσιος ήλθεν εις έκτασιν και βλέπει άνδρα τινά θαυμάσιον, όστις λαβών αυτόν από της χειρός τον επήγεν εις αγρόν τινά τόσον μεγάλον, ώστε η άκρα αυτού δεν εφαίνετο. Ήτο δε ούτος πλήρης παλατίων και οίκων ωραιοτάτων, ερήμων όμως από ανθρώπους. Θαυμάζων δε ηρώτησε τον οδηγούντα, διατί είναι έρημα. Ο δε αποκριθείς είπεν· «Ο τόπος ούτος και τα παλάτια ταύτα είναι ητοιμασμένα δια να κατοικήσουν εις αυτά, μετά την κοινήν ανάστασιν, οι Χριστιανοί εκείνοι οι οποίοι πληρώνουν εις τους Τούρκους φόρους κεφαλικούς και τόσα άλλα πρόστιμα και υπομένουν ευχαρίστως μυρία κακά δια τον Χριστόν». Εκάλεσε τότε την πρωϊαν πάντας τους μετ’ αυτού και τους είπεν· «Εάν έχετε χρήματα, πηγαίνετε να πληρώσετε τον φόρον σας, δια να γίνωμεν και ημείς συγκοινωνοί με εκείνους οι οποίοι πληρώνουν τους φόρους αυτούς». Ταύτα δε ειπών διηγήθη προς αυτούς λεπτομερώς την οπτασίαν την οποίαν είδεν. Πνευματικός τις, Σίλβεστρος το όνομα, άνθρωπος Χριστιανικώτατος και αξιόπιστος, έλεγεν ότι παρατηρών πολλάκις τον Όσιον καθ’ ον χρόνον ούτος προσηύχετο και έλεγε το Κύριε Ιησού Χριστέ, έβλεπε να εξέρχεται φλοξ πυρός εκ του στόματος αυτού. Αλλά και προορατικού χαρίσματος ηξιώθη ο Όσιος και προέλεγεν εις πολλούς εκείνα τα οποία έμελλον να τους συμβούν. Έβλεπε δε και εκάστου την ψυχικήν κατάστασιν, εάν ευρίσκετο εν αμαρτίαις ή εν αρεταίς καθώς εις πολλούς εμπίστους του το εφανέρωσε. Δια τοιούτων κατορθωμάτων διέλαμπεν ο Όσιος, όταν ήλθε προς αυτόν και ο Οσιομάρτυς Νικόδημος, δια να λάβη την ευχήν του και δια να συμβουλευθή τι να πράξη. Ευθύς λοιπόν ως είδεν ούτος τον Όσιον έπεσεν εις τους πόδας αυτού κλαίων και οδυρόμενος ώραν πολλήν. Ο δε Όσιος λαβών αυτόν εκ της χειρός και καλέσας αυτόν εξ ονόματος, χωρίς να τον έχη άλλοτε γνωρίσει ή να του είπη τις το όνομά του, τον εσήκωσε και τον παρηγόρησεν ικανώς. Μετά τούτο αποσυρθείς ολίγον προσηύχετο νοερώς, οι δε τυχόντες εκεί τότε έλεγον, ότι είδον φως μέγα ως άστρον το οποίον κατήλθεν εις τον Όσιον και ευθύς έλαμψε το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος. Έπειτα στραφείς επήγεν εις τον Νικόδημον και του είπε λόγον τινά μυστικόν και με τον λόγον ευθύς η μεν λάμψις εχάθη από τον Όσιον, κατάνυξις δε ήλθεν εις τον Νικόδημον και κεντηθείς υπό της θείας Χάριτος εβόησε μεγάλως και απελθών κάτωθεν του σπηλαίου έκλαυσε γοερώς ώραν ικανήν, έπειτα δε ήλθεν εις τον Όσιον και εζήτει ευχήν και ευλογίαν ίνα απέλθη εις το Μαρτύριον. Ευχηθείς τότε αυτόν ο Όσιος και ράβδον τινά λαβών, την έδωκεν εις χείρας αυτού ειπών· «Άπελθε μετ’ αυτής ενώπιον του πασά και δια της δυνάμεως του Χριστού θέλεις τελειώσει καλώς το Μαρτύριον». Λαβών δε ο Νικόδημος ως εκ χειρός Κυρίου την ράβδον και δια των ευχών του Οσίου Πατρός περιφραχθείς, απεφάσισε να εκκινήση παρευθύς προς την του Μαρτυρίου οδόν, πλην επειδή ήτο καταβεβλημένος από τας υπερμέτρους νηστείας, τας οποίας έκαμνεν, εζήτει ευλογίαν να καταλύση ολίγον φαγητόν και ποτόν, δια να δύναται να περιπατή. Ο δε Όσιος είπε προς αυτόν· «Τώρα μάλιστα, αδελφέ, όπου μέλλεις να αγωνισθής τον υπέρ Χριστού τελευταίον αγώνα, σου χρειάζεται περισσοτέρα νηστεία και ο Κύριος ημών θέλει σε ενδυναμώσει να υπάγης χωρίς κόπον». Απεκρίθη δε πάλιν ο Νικόδημος ειπών· «Ο Κύριος ημών δι’ ευχών σου να με αξιώση της καλής του ομολογίας, πλην φοβούμαι τον διάβολον». Ο δε Όσιος του λέγει· «Τον Θεόν να φοβάσαι και όχι τον διάβολον τον αδύνατον, όστις αφ’ εαυτού δεν έχει καμμίαν εξουσίαν εφ’ ημών. Έχε λοιπόν εις τον Χριστόν όλον σου το θάρρος και Εκείνος θέλει σε ενδυναμώσει, ώστε και τον δαίμονα να νικήσης και υπέρ Χριστού να μαρτυρήσης». Ταύτα ακούσας ο καλός Νικόδημος υπό χαράς απείρου και δακρύων περιχυθείς, προσέπεσε προ των ποδών του Οσίου και κατησπάζετο αυτούς. Είτα απήλθε χαίρων και ετελείωσε καλώς το Μαρτύριον. Εις τον τόπον δε εκείνον, εις τον οποίον ευρίσκετο ο Όσιος Ακάκιος, συνηθροίσθησαν και άλλοι αδελφοί, ποθούντες την σωτηρίαν των. Όθεν έκτισαν καλύβας και έγινε Σκήτη Πατέρων ικανών, δια πρεσβειών δε του Οσίου ηύξανεν αύτη καθ’ εκάστην. Αλλ’ επειδή εστερούντο ύδατος, λαβών ο Όσιος αδελφόν τινά εργατικόν, Τιμόθεον καλούμενον, έφερεν αυτόν εις το μέσον της Σκήτης και δεικνύων εις αυτόν τόπον αρμόδιον, του είπεν· «Εδώ σκάψον και θέλεις εύρει νερόν διαυγέστατον και υγιέστατον, δια της Χάριτος του Χριστού». Τούτο δε και εγένετο και ευρέθη εκεί ύδωρ αρκετόν και προς κατασκευήν μύλου, τον οποίον και έκαμαν εκεί. Ο δε Όσιος, πλην των άλλων διδασκαλιών, με τας οποίας ενουθέτει τους αδελφούς, έλεγε και τούτο· «Ούτε στρώματα, ούτε ενδύματα, ούτε πλούτος, ούτε τροφή τρέφουν και αυξάνουν τα πάθη τόσον, όσον ο ύπνος ο πολύς, ούτε πάλιν άλλο τι ημπορεί να καταδαμάση αυτά τόσον όσον η αγρυπνία». Και πάλιν έξεγε· «Δύο προ πάντων σωματικάς αρετάς πρέπει να ασκή ο Μοναχός δια να νικήση την σάρκα, νηστείαν δηλαδή και αγρυπνίαν. Διότι και όλας τας άλλας κακουχίας αν υπομένη τις είτε κόπους, είτε χαμαικοιτίας, είτε σίδηρα, είτε γύμνωσιν, είτε άλλην τοιαύτην κακοπάθειαν, όταν το σώμα αναπαύεται εις τρυφάς και εις ύπνον, όλα αυτά τα συνηθίζει και δεν τα λαμβάνει υπ’ όψει· αλλά με την νηστείαν και την αγρυπνίαν δεν δύναται να κινήται εις τας ορέξεις του, ούτε δύναται να συνηθίση αυτά όπως τα άλλα». Ερωτώμενος δε ποτέ περί του ύπνου, πόσον δηλαδή είναι επιτετραμμένον να κοιμάται ο Μοναχός, απεκρίθη· «Ημίσεια ώρα αρκετή είναι εις τον αληθινόν Μοναχόν». Τούτο δε το απεδείκνυεν ο ίδιος εμπράκτως, παρ’ όλον ότι ευρίσκετο εις έσχατον γήρας και υπέφερεν εκ φοβεράς κήλης· όμως επέμενε με μεγάλην γενναιότητα, ιστάμενος όλην την νύκτα όρθιος ή γονατιστός εις τους θείους ύμνους, εκοιμάτο δε ολίγον, κατά τα εξημερώματα, αναπαυόμενος επί της χειρός του, ή όπου αλλού, τόσον ώστε να μη σκοτίζεται το λογικόν από την άμετρον αγρυπνίαν. Τόσον πολύ εμίσει τον ύπνον ο μακάριος, ώστε ενόμιζεν αυτόν ως μεγάλον εχθρόν του. Θαύμα δε μέγα ενεφανίζετο εις τον Όσιον αξιοδιήγητον. Το ότι αν και εντελώς αγράμματος, ανεγίνωσκε με μεγάλην κατανόησιν και τα πλέον δυσκατάληπτα βιβλία, τόσον ώστε ουδέν ρητόν της θείας Γραφής τού διέφευγεν, αλλ’ ερωτώμενος απεκρίνετο ως λίαν σοφός, δίδων την πρέπουσαν απόκρισιν και σημασίαν παντός ρητού εις σοφούς και αμαθείς. Έτρεφε δε ευλάβειαν ο Όσιος εις πάντας τους Αγίους, εξαιρέτως δε εις τον Όσιον Μάξιμον τον Καυσοκαλύβην, δια τον οποίον έλεγεν, ότι τον είδε πολλάκις· και όταν ήθελεν αισθανθή λύπην εκ συνεργείας του εχθρού, αυτόν τον Άγιον επεκαλείτο και τον εύρισκεν έτοιμον βοηθόν. Διότι εφαίνετο εν εκστάσει εις αυτόν, φέρων στολήν ιερατικήν λαμπροτάτην, κρατών εις χείρας θυμιατόν, με το οποίον εθυμίαζεν όλον τον Ναόν και τον Όσιον, καθώς και πάντας τους ακολουθούντας αυτόν. Διότι εις εκάστην εμφάνισίν του ηκολούθουν αυτόν πλήθος αναρίθμητον Μοναχών, φερόντων στολήν μοναχικήν, λευκήν όμως ως χιόνα και εξαστράπτουσαν, ήσαν δε ούτοι εκείνοι οι οποίοι εσώθηκαν δια μεσιτείας εκείνου. Ταύτα βλέπων ο Όσιος ηλευθερούτο ευθύς από την υπέρμετρον λύπην και παρηγορείτο θαυμασίως. Άλλοτε πάλιν έλεγεν ότι, όταν ήτο μόνος, εφαίνετο κατά την πρωϊαν ωραιότατον τι πτηνόν, ως τρυγών, το οποίον εκελάδει με θαυμασίαν τινά μελωδίαν, την οποίαν ακούων ο Όσιος επληρούτο κατά την καρδίαν αρρήτου ευφροσύνης και ανεχώρει απ’ αυτού πάσα λύπη. Αφ’ ότου όμως συνηθροίσθησαν εκεί αδελφοί, δεν είδε πλέον το πτηνόν εκείνο. Έλεγε δε ότι ούτε προηγουμένως ούτε κατόπιν είδε καμμίαν φοράν τοιούτον ωραιότατον πτηνόν, ούτε τοιαύτην μελωδίαν τόσον γλυκείαν ήκουσεν. Εγώ (ο συγγραφεύς δηλαδή του Βίου Ιερομόναχος Ιωνάς ο Καυσοκαλυβίτης) δε δεν θέλω αποκρύψει εκείνο το οποίον επανειλημμένος είδον και ήκουσα. Καθήμενος πολλάκις την νύκτα εφύλαττον έξω του κελλίου του, ευλαβικώς φερόμενος προς τον Όσιον, όστις όταν προσηύχετο, εκ μεν του στόματος αυτού δεν ηκούετο ουδέ η ελαχίστη φωνή, έσωθεν όμως της καρδίας του ηκούετο φωνή τις μετά στεναγμών άρρητος, θαυμασία, γλυκυτάτη και μελωδική. Τούτο δε συνέβαινε καθ’ όλην την νύκτα, διότι πάντοτε ηγρύπνει και προσηύχετο και προς τα εξημερώματα εκοιμάτο ολίγον ύπνον, ως είπομεν. Είχε δε ο Όσιος πνεύμα ειρηνοποιόν, ώστε, εάν τις έπασχεν από λογισμούς, ευθύς ως ήθελεν ίδει το χαρίεν αυτού πρόσωπον, οι λογισμοί του ειρήνευον. Ήλθε δε ποτέ εις το Άγιον Όρος χάριν προσκυνήσεως ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Χρύσανθος, όστις ακούων τα περί του Οσίου εκινήθη μετά μεγάλης σπουδής προς συνάντησιν αυτού. Συναντηθείς δε μετ’ αυτού και πολλά απόρρητα ερωτήσας, εθαύμασε την υψηλήν του διάκρισιν και την θαυμαστήν και αγίαν πολιτείαν του και ευφρανθείς εκ των καλών λόγων του, εκήρυττε πανταχού λέγων· «Είδον άλλον Ηλίαν και Ιωάννην τον Βαπτιστήν, είδον περισσότερα από όσα ήκουον». Εδόξαζε δε τον Θεόν ο μακάριος εκείνος Πατριάρχης, διότι εις τοιούτους καιρούς ευρίσκεται τοιούτος άνθρωπος πεπροικισμένος δια τόσων λαμπρών αρετών. Αναγινώσκων δε ποτέ εγώ τους λόγους του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, εύρον την φράσιν εκείνην του Αγίου την λέγουσαν, ότι, αν ο Χριστιανός δεν ίδη τον Χριστόν εδώ εις την παρούσαν ζωήν, ας μη ελπίζη ότι θα τον ίδη εις την μέλλουσαν· απορήσας δε ηρώτησα τον Όσιον. Εκείνος δε μου απήντησε· «Αληθές είναι, τέκνον, και μη αμφιβάλλης δια τούτο· διότι, βεβαίως, αν ο Χριστιανός δεν αποκτήση την όρασιν των νοερών οφθαλμών, ίνα ούτω δυνηθή να βλέπη εδώ καθαρώς τον Χριστόν, ούτε εκεί είναι δυνατόν να τον ίδη». Εγώ δε του είπον· «Είδες η αγιωσύνη σου τον Χριστόν, Πάτερ;» Τότε εκείνος μου είπε· «Τον είδον, τέκνον μου, όχι μίαν φοράν». Εγώ δε πάλιν τον ηρώτησα· «Και τι σου είπε, Πάτερ;» Απεκρίθη ο Όσιος· «Ακολούθει μοι, ήτοι εργάζου τας εντολάς μου (διότι ούτως ηρμήνευε το ακολούθει μοι ο Όσιος)· Εγώ όμως δεν τον ηκολούθησα»· και με τον λόγον έτρεξαν από τους οφθαλμούς του τα δάκρυα ποταμηδόν. Αλλά και πάλιν εγώ με την συνειθισμένην μου αυθάδειαν τον ηρώτησα· «Δια τίνος τρόπου βλέπει ο άνθρωπος εδώ τον Χριστόν; Αισθητώς ή νοερώς;» Απεκρίθη ο Άγιος· «Νοερώς· πλην γνώριζε, ότι εκείνος όστις θέλει αξιωθή του τοιούτου χαρίσματος, όταν έλθη εις τοιαύτας αποκαλύψεις, βλέπει τα νοερά ως αισθητά· επειδή και η αίσθησις των σωματικών οφθαλμών μένει τότε τελείως ανενέργητος· όθεν και συ, όταν αναγινώσκης τους τοιούτους υψηλούς λόγους και εγγίζεται κάπως η καρδία σου, τότε ευθύς αγωνίζου να αποκτήσης ή να πράξης τι εξ εκείνων, τα οποία αναγινώσκεις· διότι, αν ίσως κατά πρώτην και δευτέραν φοράν αμελήσης, κατόπιν πωρούται η καρδία σου και θέλει σου φαίνονται τα τοιαύτα υψηλά και πνευματικά ως μύθοι και άσματα. Εκείνος ο οποίος θα εκτελέση αυτά, τα οποία σου λέγω, θα είναι καλότυχος, επειδή θέλει αξιωθή μεγάλων χαρισμάτων». Άλλοτε πάλιν τον ηρώτησαν τινές περί των σκανδαλιζομένων από ωραία πρόσωπα. Αυτός δε, αποκριθείς μετά κατανύξεως και της συνήθους απλότητος, είπεν· «Εγώ δεν γνωρίζω τι να σας αποκριθώ επ’ αυτού, διότι δεν έμαθον ποτέ τι είναι το τοιούτον σκάνδαλον· μάλιστα δε, όταν βλέπω τα τοιαύτα πρόσωπα, κινούμαι εις δοξολογίαν Θεού και χαίρω δια την δημιουργίαν Αυτού». Ηξιώθη δε ο Όσιος, ως είπομεν, και διορατικού χαρίσματος και πολλών πολλάκις προέλεγε φανερά τα μέλλοντα να γίνουν· αλλά και εάν τις ήθελε του αποκρύψει τι, έστω και απλούν λογισμόν, τον οποίον θα συνέβαινε να έχη, ο Όσιος τον εφανέρωνε με τρόπον συμβουλευτικόν. Αλλά διατί να πολυλογώ διηγούμενος μίαν προς μίαν τας του Αγίου αρετάς, αφού δεν έλειπεν από αυτόν καμμία αρετή; Όλας σχεδόν τας αρετάς τας κατείχε και όλας σώας και αμωμήτους· προ πάντων δε είχε την ταπεινοφροσύνην τόσον, ώστε δεν υπέμενεν όχι να πράξη έργον τι ή να ειπή λόγον υπερήφανον, αλλ’ ούτε να ακούση καν πράξιν ή λόγον τοιούτον. Κατά τον καιρόν εκείνον ευρίσκετο εις τα Καυσοκαλύβια και ο Προηγούμενος Νεόφυτος, όστις, εκ της ευλαβείας την οποίαν έτρεφε προς τον Όσιον, αναχωρήσας εκ της Λαύρας ήλθε και έκτισεν εκεί δύο Εκκλησίας και κελλία και έμεινεν εκεί έως τέλους αγωνιζόμενος κατά το δυνατόν. Κατά τινα δε εορτήν, συναχθέντες κατά το σύνηθες άπαντες οι αδελφοί εις το Κυριακόν της Σκήτης, εζήτουν από τον Προηγούμενον Νεόφυτον να τους διορίση και δεύτερον Προεστώτα, δια να μη ενοχλούν συχνά τον Όσιον εις τα παραμικρά· ο Προηγούμενος όμως, εγερθείς, έλαβε ράβδον τινά και δώσας αυτήν εις τον Όσιον είπε· «Λάβε, Πάτερ, ταύτην την ράβδον και να είσαι Προεστώς εις όλους τους ενταύθα αδελφούς μέχρι τελευταίας σου αναπνοής». Και τότε μεν ασπασθείς ο Όσιος την χείρα του Προηγουμένου έλαβε την ράβδον, θέλων να δείξη υποταγήν εις όλα. Αλλ’ ω της θαυμαστής αυτού ταπεινοφροσύνης! Έκτοτε δεν έλαβε πλέον ράβδον ο Όσιος εις τας χείρας του, αν και πρότερον δια το πολύ γήρας του περιεπάτει μετά ράβδου, αποβάλλων τοιουτοτρόπως αφ’ εαυτού πάντα υψηλόφρονα λογισμόν. Αλλά και περί το τέλος της αγγελικής του ζωής ηξιώθη ο Όσιος να κάμη και τρίτον Οσιομάρτυρα, τον απλούστατον Παχώμιον τον Ρώσον, όστις εφοδιασθείς δια των παραινέσεων και των ευχών του Οσίου, συνεπλήρωσε καλώς το υπέρ Χριστού Μαρτύριον. Ο δε Όσιος Ακάκιος, εγγύς των εκατόν ετών γενόμενος, μικρόν ασθενήσας μετά την δια το Μαρτύριον αποδημίαν του Οσιομάρτυρος Παχωμίου, απήλθε προς Κύριον κατά το αψλ΄ (1730) έτος, Απριλίου ιβ΄ (12ην), προγνωρίσας και αυτόν τον θάνατον και ειπών εις Μοναχόν τινά, Αθανάσιον ονόματι, ελθόντα από της Αγίας Άννης ίνα λάβη την ευχήν του· «Πηγαίνω τώρα, Αθανάσιε, οδόν μακράν και πλέον εδώ δεν βλέπομεν αλλήλους». Συνέτρεξε δε πλήθος άπειρον εις την μακαρίαν αυτού τελευτήν και πάντες εθρήνουν την τούτου στέρησιν· ου ταις αγίαις πρεσβείαις αξιωθείημεν και ημείς της Βασιλείας των ουρανών. Αμήν.
Ακάκιος ο εν Οσίοις Οσιώτατος Πατήρ ημών κατήγετο από χωρίον τι των Αγράφων Γόλιτζα καλούμενον, γεννηθείς από γονείς ευσεβείς, οίτινες κατά το Άγιον Βάπτισμα ωνόμασαν αυτόν Αθανάσιον. Όταν δε ο Όσιος ήτο εισέτι νήπιον, έμεινεν ορφανός από πατέρα ομού με τινα μικρότερον αδελφόν του, ανετρέφοντο δε και οι δύο υπό της μητρός αυτών, η οποία και τους εξεπαίδευε πτωχικά αναλόγως των δυνάμεών της. Ο Αναστάσιος όμως, ως μεγαλύτερος, κατεγίνετο και εις την φροντίδα του οίκου των και ως εκ τούτου δεν είχε την δυνατότητα να υπάγη εις τας πόλεις προς αναζήτησιν διδασκάλων. Όθεν έμεινεν αγράμματος, μεταβαίνων όμως εις την Εκκκλησίαν και ακούων τους Βίους των Αγίων, κατεφλέχθη υπό θείου έρωτος και εγένετο ζηλωτής της πολιτείας εκείνων ακριβέστατος κατά δύναμιν αγωνιζόμενος. Όταν δε ο Όσιος ήλθεν εις ηλικίαν, η μεν μήτηρ αυτού εφρόντιζε να τον νυμφεύση, ο δε θαυμαστός Αναστάσιος, έχων όλως διόλου τον νουν του εστραμμένον εις τον Θεόν, δεν ήθελεν ούτε να ακούση καν περί τούτου συζήτησιν. Δια να αποφύγη μάλιστα τας περί τούτου ενοχλήσεις της μητρός του, ανεχώρει πολλάκις εις τόπους ησυχαστικούς και προσηύχετο μόνος προς μόνον τον Θεόν. Επειδή όμως επλεόνασεν έτι περισσότερον εντός αυτού ο έρως των πνευματικών αγώνων, ημέρα τη ημέρα προσέθετε και κόπους επάνω εις τους κόπους, πολλάκις δε ελησμόνει και να επιστρέψη εις τον οίκον του. Όθεν η μήτηρ αυτού περιήρχετο ζητούσα τούτον και όταν τον εύρισκεν, ήρχιζε πάλιν να του λέγη τα ίδια. Να μένη δηλαδή εις την οικίαν των, να φροντίζη τα του κόσμου και να νυμφευθή. Αλλ’ ο του Θεού άνθρωπος μηδόλως προσέχων εις τους λόγους της μητρός του, ηγωνίζετο κατά δύναμιν δια να στολίση τον έσω άνθρωπον. Επειδή όμως εκεί ευρισκόμενος δεν ηδύνατο να πορεύεται κατά τον πόθον του, ανεχώρησε κατά το εικοστόν τρίτον έτος της ηλικίας του και επήγεν εις τα μέρη της Ζαγοράς, όπου υπάρχει η Ιερά Μονή της Αγίας Τριάδος, η καλουμένη Σουρβία, την οποίαν έκτισεν ο Όσιος Διονύσιος ο εν τω Ολύμπω, κειμένη πλησίον της Μακρυνίτσας και εισελθών εν αυτή εδοκιμάσθη και εντός ολίγου εφάνη δοκιμώτατος εις τους εκεί Πατέρας, δι’ ο και ενέδυσαν αυτόν το Αγγελικόν Σχήμα μετονομάσαντες τούτον Ακάκιον. Κατά την ιδίαν δε εκείνην νύκτα, κατά την οποίαν έλαβε το μοναχικόν Σχήμα, ηξιώθη και θείας οπτασίας και είδε καθ’ ύπνον, ή μάλλον ειπείν καθ’ ύπαρ (έξυπνος), ότι εκράτει μίαν λαμπάδα ανημμένην με φως υπέρλαμπρον, φέγγον και ακτινοβολούν εις όλον τον τόπον εκείνον. Εκ τούτου εσυλλογίσθη καλώς, ότι ούτω πρέπει να λάμπουν εις τον Μοναχόν αι άγιαι του Χριστού εντολαί και μάλιστα η υψοποιός ταπείνωσις· δια τούτο και ηγωνίζετο μάλιστα δι’ αυτήν και υπετάσσετο προθύμως όχι μόνον εις τον Προεστώτα της Μονής, αλλά και εις πάντας τους αδελφούς και εξετέλει και τας πλέον ευτελεστέρας και βαρυτέρας υπηρεσίας με μεγάλην ταπείνωσιν και προθυμίαν. Δια τούτο και ηγαπάτο παρά πάντων, διότι όλην αυτού την έφεσιν την είχεν αφιερωμένην εις αυτά. Επειδή όμως αι ανάγκαι της Μονής δεν του επέτρεπον να μεταχειρισθή τον κατά Θεόν σκοπόν του όπως εκείνος επεθύμει, δια τούτο κατέφευγε πολλάκις εις τα όρη και τους δρυμούς και ηγωνίζετο προσευχόμενος, αγρυπνών και με χόρτα μόνον τρεφόμενος ανά δύο ή τρεις ημέρας, τόσον μόνον όσον ήτο αρκετόν δια να ζη. Οι δε αδελφοί της Μονής, νομίζοντες ότι επλανήθη, κατέβαλον πάσαν προσπάθειαν δια να τον εμποδίσουν· όσοι δε εγνώριζον τον σκοπόν του, φοβούμενοι μήπως πλανηθή από τας τέχνας του εχθρού και δεν δυνηθή να φέρη εις καλόν τέλος τον σκοπόν του, τον συνεβούλευον να αφήση την τόσον υψηλήν πολιτείαν και να μεταχειρισθή μικροτέρους αγώνας, διότι ο Θεός είναι πολυεύσπλαγχνος και δέχεται το ολίγον, όπως και το πολύ, μάλιστα εις τους ιδικούς μας τούτους χαλεπούς καιρούς. Ο δε θαυμαστός Ακάκιος, τετρωμένος ων υπό του θείου έρωτος, δεν ημποδίζετο από τους τοιούτους λόγους, αλλά μάλλον επεξετείνετο προς τα έμπροσθεν. Όθεν, ευκαιρίας τυχούσης, φεύγει εκείθεν και έρχεται εις το Άγιον Όρος, περιερχόμενος δε τας διαφόρους εν αυτώ Σκήτας εύρε πολλούς κατά την γνώμην του και πολλά ωφελήθη παρ’ αυτών. Τέλος έφθασε και εις την Σκήτην της Αγίας Άννης και διελθών από το κοιμητήριον ησθάνθη άρρητον τινα ευωδίαν και ήναψεν όλος από την ένθεον φλόγα. Όθεν έμεινεν ημέρας τινάς εις τι μικρόν σπήλαιον εκεί πλησίον ευρισκόμενον, υπερανθρώπως αγωνιζόμενος. Έπειτα περιήρχετο τας διαφόρους Σκήτας ωφελείας χάριν και συναναστρεφόμενος με τους αρίστους των Μοναχών, έδρεπεν εξ αυτών, ως μέλισσα, τα άνθη των αρετών· ελθών δε και εις την Ιεράν Μονήν του Γρηγορίου και ευρών εις το άνωθεν του Μοναστηρίου κελλίον δύο σεβασμίους Γέροντας, έμεινεν μετ’ αυτών επί ένα χρόνον, κατά μεν το φαινόμενον δια να μάθη εργόχειρον, εργαζόμενος μετ’ αυτών κοχλιάρια, κατ’ αλήθειαν δε δια να στολίση την ψυχήν του με θείους και πνευματικούς στολισμούς, δι’ ο και υπετάσσετο προθύμως εις αυτούς και εξετέλει τας εντολάς των. Μετά ταύτα, απελθών ο Όσιος εις ερημικώτερον τόπον, έμεινε μετά τινος αδελφού, νομίζων ότι θα είχεν αυτόν συναγωνιστήν και συμβοηθόν εις την ασκητικήν ζωήν. Εκείνος όμως ο δυστυχής εδείκνυεν εν υποκρίσει βίον ασκητικόν, έσωθεν δε ήτο πλήρης έργων πονηρών και ατόπων. Πλην δεν εβλάβη ουδόλως ο Όσιος εκ της κακίας εκείνου, αλλά μάλλον εστερεώθη έτι περισσότερον εις τον ένθεον σκοπόν του και όσον ηδύνατο ηγωνίζετο. Συνέβη δε ποτε να μεταβή ο Όσιος μετά του Μοναχού εκείνου εις την περιοχήν της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας προς επίσκεψιν αδελφών τινων, έμειναν δε δια να διανυκτερεύσουν εις το κελλίον εκείνων. Ήτο δε τότε εσπέρα Σαββάτου και οι μεν άλλοι Μοναχοί, ομού μετά του συνοδίτου του Οσίου, αφού έφαγον και έπιον κατά κόρον, ετράπησαν εις ύπνον ως άλογα ζώα. Ο δε θείος άνθρωπος Ακάκιος, έχων το θείον πυρ εις την καρδίαν του, δεν ηδύνατο να κοιμηθή, αλλ’ εγερθείς ησύχως προσηύχετο νοερώς προς τον Θεόν, εκεί πλησίον όπου εκοιμώντο και οι άλλοι. Κατά δε τον καιρόν του Όρθρου ήλθεν εις έκστασιν και είδεν άνδρα τινά φοβερόν και θαυμάσιον, όστις ήλθε και εστάθη άνωθεν των κοιμωμένων και είπε· «Κύριε, ελέησον! Ως όνοι κοιμώνται τοιαύτην ημέραν!», ευθύς δε εκτύπησε την γην με την ράβδον την οποίαν εκράτει και είπε δεικνύων τον συνοδοιπόρον του Αγίου· «Αλλοίμονον εις τούτον τον άνθρωπον», ομού δε με τον λόγον έγινεν άφαντος. Τότε ο Όσιος έντρομος γενόμενος προσηύχετο εκτενέστερον μέχρι πρωϊας. Όταν δε εξημέρωσεν, αναχωρήσαντες εκείθεν επέστρεψαν εις το κελλίον των. Μετ’ ολίγας ημέρας αναχωρήσας από τον τόπον εκείνον ήλθε και κατώκησε μόνος άνωθεν της Μονής του Διονυσίου· ο δε άλλος εκείνος Μοναχός, απελθών εις Σάμον, έλαβε τέλος επώδυνον, γενόμενος εις όλους ελεεινόν θέαμα. Μετά παρέλευσιν ικανού χρόνου, αναχωρήσας εκείθεν ο Όσιος, μετέβη εις την Σκήτην του Παντοκράτορος. Κατά δε τας ημέρας εκείνας ήλθεν από την Ζαγοράν ο Γέροντάς του δια να μάθη την μουσικήν, ευρών δε τον Όσιον εζήτει να τον έχη μαζί του, ως Μοναχόν του. Αλλ’ ο Όσιος, με την συνειθισμένην του ταπείνωσιν, εζήτει την ευχήν του Γέροντός του, παρακαλών αυτόν να τον αφήση να ησυχάση. Όθεν ο Γέρων, βλέπων την καλήν του γνώμην, όχι μόνον τον άφησε να πράξη κατά τον πόθον του, αλλά του έδωκε και δύο φλωρία, λέγων· «Λάβε αυτά να κυβερνηθής και όταν τα εξοδεύσης, έλα να σου δώσω άλλα και παρακάλει τον Θεόν δι’ εμέ». Ο δε της ακτημοσύνης άκρος εραστής και πάσης φιλοχρηματίας ελεύθερος Όσιος, λαβών εις χείρας τα φλωρία εταράχθη και παρευθύς τα επέστρεψε πάλιν εις τον Γέροντα, λέγων· «Λάβε τα φλωρία σου, Γέροντα, διότι κινδυνεύω να χάσω τον νουν μου με αυτά»· τούτο δε ειπών ανεχώρησεν ευθύς εκείθεν. Πορευόμενος δε εις την οδόν του, ήρχισαν οι ενάντιοι λογισμοί να τον ενοχλούν μεγάλως· εις λογισμός τον εβίαζε να επιστρέψη με τον Γέροντα εις την μετάνοιάν του· άλλος πάλιν του έλεγε να φύγη εις κανέν ερημονήσι και άλλος εις άλλον τόπον. Ούτως υπό των λογισμών ενοχλούμενος και περιπατών έφθασεν εις εν σημείον, εις το οποίον διεσταυρώνοντο τρεις οδοί και εκεί εστάθη, μη γνωρίζων ποίαν οδόν να βαδίση. Τότε του εφάνη ότι τον εκέντησέ τις αοράτως και τον ώθησε προς την μίαν οδόν, εις την οποίαν και ήρχισε να βαδίζη. Αφού επροχώρησεν ολίγον, απήντησε Μοναχούς τινάς, οι οποίοι επήγαιναν εις την Αγίαν Άνναν· συμπορευθείς δε μετ’ αυτών έφθασε μέχρι της διασταυρώσεως, η οποία ονομάζεται του Σιδήρη και πάλιν ήρχισαν οι λογισμοί να τον ενοχλούν με περισσοτέραν βίαν. Χωρισθείς τότε από τους άλλους συνοδοιπόρους του εστάθη ολίγον και κατόπιν ήρχισε και πάλιν να περιπατή, εσκοτισμένος ων από την αιχμαλωσίαν των λογισμών. Προχωρήσας δε ολίγον και ευρών πέτραν τινά εκάθισεν επ’ αυτής, επειδή δε επεινούσε, διότι είχε τρεις ημέρας να φάγη, έλαβεν ολίγον άρτον, τον οποίον του είχον δώσει οι προρρηθέντες Μοναχοί και έφαγεν. Αφού δε έφαγεν, ακούμβησεν εις το χέρι του· και εκ της πολλής ταραχής των λογισμών του εφάνη ότι του ήλθε σκότισις του νοός και άμετρος ακηδία. Όθεν έκλινεν εις ύπνον και εκεί βλέπει έμπροσθέν του γιγαντιαίον τινά μαύρον, δυσειδέστατον και φοβερόν. Συγχρόνως του εφάνη ως να του έλεγεν άλλος τις αοράτως εις το εσωτερικόν ους με ημερότητα, ότι αυτός ο άσαχημος γίγας είναι ο πονηρός δαίμων, όστις σε έβαλεν εμπρός δια να σε αφανίση. Παρευθύς τότε εξύπνησεν έντρομος και λέγει· «Αλλοίμονον εις εμέ, ότι με έβαλεν ο δαίμων εμπρός και θέλει να με αφανίση»! Όθεν εσκέφθη να υπάγη εις τον Πνευματικόν και να κάμη ό,τι τον προστάξη εκείνος, ίνα ούτως εύρη ίσως ανάπαυσιν. Ταύτα δε διανοηθείς έλαβε παρευθύς την προς τον Πνευματικόν άγουσαν οδόν. Ενώ δε ο Όσιος επορεύετο εις την οδόν του, του εφάνη, ότι αίφνης ηγέρθη βίαιος ανεμοστρόβιλος, όστις αρπάσας αυτόν τον απεμάκρυνεν από την οδόν επί ικανόν διάστημα, συνέχιζε δε να βιάζη και να απωθή αυτόν δια να τον ρίψη εις κρημνόν τινά. Ταύτα πάσχων φανερώς ο Όσιος και βλέπων ότι υπό της δαιμονικής εκείνης ενεργείας εφέρετο πράγματι προς κρημνόν, εφοβήθη σφόδρα και εβόησε μεγαλοφώνως· «Κύριε Ιησού Χριστέ, Παναγία Θεοτόκε, βοήθει μοι». Παρευθύς τότε του εφάνη ότι ήλθεν άνωθεν του βουνού άλλη τις ένθεος και θαυμασία δύναμις, ως αστραπή μετά βοής μεγάλης, ήτις εδίωξεν όλην εκείνην την σατανικήν ενέργειαν. Έφθασε δε αύτη έως εις τον αιγιαλόν διώκουσα τον πειράζοντα, εχάρισε δε εις τον Όσιον γαλήνην και ησυχίαν και επλήρωσε τούτον χαράς αφάτου, τόσον ώστε εβόα μεγαλοφώνως φωνάς ευχαριστηρίους προς τον ελευθερώσαντα Κύριον Ιησούν Χριστόν και προς την Κυρίαν ημών και μεσίτριαν Θεοτόκον. Παρευθύς τότε έσπευσε τάχιστα προς τον Πνευματικόν Πατέρα Γαλακτίωνα, όστις διέμενεν εις τα Κατουνάκια και διηγήθη προς αυτόν όλα τα συμβάντα. Δι’ ευχής τότε του Πνευματικού τούτου Πατρός μετέβη εις την Μεταμόρφωσιν των Καυσοκαλυβίων, όπου και εκάθισεν χρόνους είκοσιν. Εκεί ειργάζετο κοχλιάρια, η δε τροφή του ήτο άρτος και ύδωρ, αλλά και εκ τούτων ανά δύο ή τρεις ημέρας έτρωγεν. Άλλοτε πάλιν ετρέφετο με άγρια μόνον χόρτα, ή κάστανα· τόσην δε μόνον φροντίδα είχε δια το σώμα, όσον ήτο αρκετόν δια να ζη, άπασα δε η φροντίς αυτού ήτο εστραμμένη προς τους πνευματικούς αγώνας, παλαίων και ανταγωνιζόμενος με τον αντίπαλον διάβολον αισθητώς και νοητώς κατά τους είκοσι αυτούς χρόνους. Μετά ταύτα κατήλθεν ο Όσιος πλησίον του αιγιαλού και κατώκησεν εις τι σπήλαιον μικρόν, εις το οποίον κατώκει πρότερον ο Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης. Εκεί ήρχισε να αγωνίζεται υπέρ άνθρωπον, ταλαιπωρών και κατανικών την σάρκα με πείναν και δίψαν, με κόπους και μόχθους, με ψύχος και γυμνότητα και με μυρίας άλλας κακοπαθείας. Επειδή δε ο τόπος ήτο άνυδρος, τον μεν χειμώνα εμάζευεν ύδωρ βρόχινον εις μίαν στάμναν, το δε θέρος τον παρηγόρει ο Θεός και ήρχετο νέφος μικρόν επάνω του σπηλαίου, το οποίον έβρεχεν έως ότου εγέμιζεν ύδατος την στάμναν και κατόπιν εχάνετο. Επειδή δε ηγωνίζετο να κατανικήση την σάρκα, εξήραινε τα άγρια χόρτα και τρίβων αυτά έτρωγεν εξ αυτών τόσον ολίγον, όσον δια να ζη. Πολλάκις δε έτριβε και πέτρας και τας έκαμνε ως άλευρον, το οποίον έσμιγε με ξηρά χόρτα και έτρωγεν. Ερωτώμενος δε περί τούτου έλεγεν, ότι όταν τα έτρωγε, τον επήγαινεν αίμα. Και αυτός μεν ούτως ηγωνίζετο· οι δε πέριξ Μοναχοί προσεπάθουν να τον εμποδίσουν, νομίζοντες πλάνην τα γενόμενα και τον συνεβούλευον έκαστος κατά την γνώμην του. Αυτός όμως ο μακάριος εκείνους μεν ανέπαυε με την συνειθισμένην του ταπείνωσιν, από δε τους αγώνας του δεν έπαυεν, αλλ’ ως άσαρκος ηγωνίζετο καθ’ ημέραν να αυξάνη αυτούς. Αλλά και οι μισόκαλοι δαίμονες δεν έπαυον από του να πειράζουν συχνώς τον Όσιον με διαφόρους τρόπους, αισθητώς και νοητώς, επιδιώκοντες να τον πλανήσωσιν από την ευθείαν και ευαγγελικήν οδόν. Όθεν έθλιβον αυτόν ποικιλοτρόπως, άλλοτε μεν προσβάλλοντες αυτόν με λογισμούς διαφόρους, άλλοτε δε βασανίζοντες αυτόν με διαφόρους ασθενείας σωματικάς. Αυτός όμως ο μακάριος, γνωρίζων τας μεθόδους του σατανά, ετρέπετο εις προσευχήν, με την οποίαν διέλυε τας σκευωρίας αυτών ως ιστόν αράχνης. Άλλοτε πάλιν τον ηπείλουν με κτύπους και φωνάς και εξυβρίσεις φοβεράς, φαινόμενοι προς αυτόν ως θηρία και γίγαντες φοβεροί μέλανες και δυσώδεις, αλλά δια τον άπαξ χαριτωθέντα Όσιον πάντα ταύτα ενομίζοντο νηπίων παίγνια και άξια γέλωτος. Εξήλθε ποτέ ο Όσιος εκ του σπηλαίου δια τινα ανάγκην, όταν δε επέστρεψεν, είδεν αισθητώς έμπροσθεν του σπηλαίου πλήθος φαινομένων Αθιγγάνων, μετά γυναικών και παιδίων, οίτινες εχάλκευον δήθεν και κατεσκεύαζον κόσκινα και πολλά άλλα παρόμοια ποιούντες, ηλάλαζον δε και εφώναζον κατά την συνήθειαν των Αθιγγάνων. Εννοήσας τότε την πονηρίαν των δαιμόνων έστρεψε το νοερόν όμμα της ψυχής του προς τον Θεόν και είπε· «Κύριε Ιησού Χριστέ ο λυτρωτής και Θεός μου, λύτρωσαί με από τας πανουργίας των δαιμόνων, πρεσβείαις της Παναχράντου Σου Μητρός, Αμήν». Ποιήσας τότε το σημείον του Τιμίου Σταυρού ωσεί καπνός διελύθησαν άπαντες και έγιναν άφαντοι. Ούτω λοιπόν αγωνιζόμενος, ηξιώθη να αποκτήση την νοεράν προσευχήν και να ίδη θείας αποκαλύψεις, όταν δε προσηύχετο, ίστατο ως στύλος ακλόνητος και καθήμενος εφαίνετο όλος μετάρσιος έχων άνω τον νουν και του γηϊνου τούτου σαρκίου ουδόλως αισθανόμενος, αλλ’ ήτο όλος θείος και θεοειδής κατά το πνεύμα και εις τους έξωθεν χαριέστατος. Τότε ήλθεν εις τον Όσιον και ο μετά ταύτα μαρτυρήσας δια τον Χριστόν Άγιος Ρωμανός ο Καρπενησιώτης, όστις έμεινε μετ’ αυτού χρόνον ικανόν, ηγωνίζοντο δε και οι δύο ως άσαρκοι. Επειδή δε ο Ρωμανός εφέρετο ως ξένος της παρούσης ζωής, όλος δι’ όλου το Μαρτύριον φανταζόμενος, κοινή γνώμη, νηστεύσαντες και οι δύο ημέρας ικανάς και δεηθέντες περί της αισίας εκβάσεως του Μαρτυρίου, απεκαλύφθη εις αυτούς, ότι θέλημα Θεού είναι τούτο και θέλει τελειώσει καλώς το Μαρτύριον. Όθεν συνεφώνησαν μεταξύ των, όπως ο μεν Ρωμανός μετά την επιτυχίαν τού ποθουμένου Μαρτυρίου πρεσβεύη προς τον Θεόν υπέρ της του Οσίου σωτηρίας, ο δε Όσιος επικαλείται την βοήθειαν του Θεού υπέρ του Ρωμανού, έως ου αξιωθή του μαρτυρικού στεφάνου, να παραμείνη δε εις το ίδιον εκείνο σπήλαιον μέχρι της τελειώσεώς του. Προς τούτοις συνεφώνησαν να παρακαλούν αμφότεροι τον Θεόν όπως μετά τον θάνατόν των κατατάξη αυτούς ομού ο Κύριος εις τον Παράδεισον. Ταύτα λοιπόν συμφωνήσαντες και ενδυθείς ο μακάριος Ρωμανός το μέγα και Αγγελικόν Σχήμα, απήλθε χαίρων και έλαβε δι’ ευχής του Οσίου το ποθούμενον Μαρτύριον, ως διαλαμβάνει το περί τούτου Υπόμνημα. Ο δε Άγιος ηγωνίζετο έκτοτε περισσότερον. Μετά παρέλευσιν ολίγου χρόνου αφήσας ο Όσιος το σπήλαιον μετέβη εις το κάθισμα του Οσίου Αθανασίου του Αθωνίτου, προσευχόμενος δε ποτέ εκεί ήλθεν εις έκστασιν και βλέπει τον Οσιομάρτυρα Ρωμανόν λευκοφόρον και αρρήτως λάμποντα, το δε πρόσωπόν του ηκτινοβόλει υπέρ τον ήλιον. Αποστρέψας δε ο Άγιος Οσιομάρτυς το θεοειδές αυτού πρόσωπον από τον Γέροντα, εφαίνετο ως να τον ωνείδιζε δια την παράβασιν, την οποίαν έκαμε και έφυγεν από το σπήλαιον. Ο δε Όσιος προσπέσας παρεκάλει τον Μάρτυρα να τον ατενίση με ιλαρόν πρόσωπον και να του συγχωρήση το σφάλμα της μετοικήσεως, αλλ’ ο Ρωμανός δεν επήκουσε και έγινεν άφαντος. Ελθών τότε εις εαυτόν ο Όσιος και φοβηθείς το αδιάλλακτον του Αγίου, επέστρεψε πάλιν εις το σπήλαιον. Εκεί είδε πολλάκις τον Οσιομάρτυρα με την ομοίαν δόξαν και με ιλαρόν και γλυκύτατον πρόσωπον βλέποντα τον Όσιον και ενθαρρύνοντα τούτον δια λόγων καιπαρηγορούντα αυτόν, ούτω δε παρηγορηθείς μεγάλως έμεινεν εκεί αγωνιζόμενος. Ύστερον έκτισε και μικράν καλύβην εις το σπήλαιον δια των ιδίων αυτού χειρών, εις την οποίαν έζη μετερχόμενος πολιτείαν Αγγελικήν και ουράνιον, πεινών, διψών και πάσαν κακοπάθειαν υπομένων, εν μόνον παλαιόρασον έχων, το οποίον δεν εφόρει και πάντοτε, αλλ’ όταν ήθελεν ίδει τινά από τους γνωστούς του να πηγαίνη προς αυτόν, και λέγω από τους γνωστούς του, διότι δεν ενεφανίζετο εις όλους. Χειμόνα τινά, πεσούσης χιόνος πολλής, εκρύωνεν υπερβολικώς ο μακάριος· όθεν ανάψας πυράν, προσεπάθει να ζεσταθή, αλλά δεν ηδύνατο, όσον δε επλησίαζεν εις την πυράν, τόσον εψυχραίνετο περισσότερον. Εννοήσας τότε ότι η τόσον μεγάλη ψυχρότης εκείνη δεν είναι φυσική, αλλ’ εκ της τέχνης του πονηρού, την μεν πυράν πατήσας απέσβεσεν, ελθών δε έξω γυμνός έπεσεν εις την χιόνα. Τούτο ποιήσας ο Όσιος του εφάνη ότι ήλθεν εις αυτόν θαυμαστή τις δύναμις, τόσον ώστε ενόμιζεν ότι κάθηται εις λουτρόν και όχι εις χιόνα. Εκ των τοιούτων λοιπόν κατορθωμάτων του Οσίου εξήλθεν η φήμη αυτού πανταχού και έτρεχον προς αυτόν, οι μεν ευχής χάριν, οι δε ωφελείας, τινές δε εξ αυτών απαρνηθέντες τα του κόσμου έμειναν πλησίον του. Προσευχόμενος δε ποτε ο Όσιος ήλθεν εις έκτασιν και βλέπει άνδρα τινά θαυμάσιον, όστις λαβών αυτόν από της χειρός τον επήγεν εις αγρόν τινά τόσον μεγάλον, ώστε η άκρα αυτού δεν εφαίνετο. Ήτο δε ούτος πλήρης παλατίων και οίκων ωραιοτάτων, ερήμων όμως από ανθρώπους. Θαυμάζων δε ηρώτησε τον οδηγούντα, διατί είναι έρημα. Ο δε αποκριθείς είπεν· «Ο τόπος ούτος και τα παλάτια ταύτα είναι ητοιμασμένα δια να κατοικήσουν εις αυτά, μετά την κοινήν ανάστασιν, οι Χριστιανοί εκείνοι οι οποίοι πληρώνουν εις τους Τούρκους φόρους κεφαλικούς και τόσα άλλα πρόστιμα και υπομένουν ευχαρίστως μυρία κακά δια τον Χριστόν». Εκάλεσε τότε την πρωϊαν πάντας τους μετ’ αυτού και τους είπεν· «Εάν έχετε χρήματα, πηγαίνετε να πληρώσετε τον φόρον σας, δια να γίνωμεν και ημείς συγκοινωνοί με εκείνους οι οποίοι πληρώνουν τους φόρους αυτούς». Ταύτα δε ειπών διηγήθη προς αυτούς λεπτομερώς την οπτασίαν την οποίαν είδεν. Πνευματικός τις, Σίλβεστρος το όνομα, άνθρωπος Χριστιανικώτατος και αξιόπιστος, έλεγεν ότι παρατηρών πολλάκις τον Όσιον καθ’ ον χρόνον ούτος προσηύχετο και έλεγε το Κύριε Ιησού Χριστέ, έβλεπε να εξέρχεται φλοξ πυρός εκ του στόματος αυτού. Αλλά και προορατικού χαρίσματος ηξιώθη ο Όσιος και προέλεγεν εις πολλούς εκείνα τα οποία έμελλον να τους συμβούν. Έβλεπε δε και εκάστου την ψυχικήν κατάστασιν, εάν ευρίσκετο εν αμαρτίαις ή εν αρεταίς καθώς εις πολλούς εμπίστους του το εφανέρωσε. Δια τοιούτων κατορθωμάτων διέλαμπεν ο Όσιος, όταν ήλθε προς αυτόν και ο Οσιομάρτυς Νικόδημος, δια να λάβη την ευχήν του και δια να συμβουλευθή τι να πράξη. Ευθύς λοιπόν ως είδεν ούτος τον Όσιον έπεσεν εις τους πόδας αυτού κλαίων και οδυρόμενος ώραν πολλήν. Ο δε Όσιος λαβών αυτόν εκ της χειρός και καλέσας αυτόν εξ ονόματος, χωρίς να τον έχη άλλοτε γνωρίσει ή να του είπη τις το όνομά του, τον εσήκωσε και τον παρηγόρησεν ικανώς. Μετά τούτο αποσυρθείς ολίγον προσηύχετο νοερώς, οι δε τυχόντες εκεί τότε έλεγον, ότι είδον φως μέγα ως άστρον το οποίον κατήλθεν εις τον Όσιον και ευθύς έλαμψε το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος. Έπειτα στραφείς επήγεν εις τον Νικόδημον και του είπε λόγον τινά μυστικόν και με τον λόγον ευθύς η μεν λάμψις εχάθη από τον Όσιον, κατάνυξις δε ήλθεν εις τον Νικόδημον και κεντηθείς υπό της θείας Χάριτος εβόησε μεγάλως και απελθών κάτωθεν του σπηλαίου έκλαυσε γοερώς ώραν ικανήν, έπειτα δε ήλθεν εις τον Όσιον και εζήτει ευχήν και ευλογίαν ίνα απέλθη εις το Μαρτύριον. Ευχηθείς τότε αυτόν ο Όσιος και ράβδον τινά λαβών, την έδωκεν εις χείρας αυτού ειπών· «Άπελθε μετ’ αυτής ενώπιον του πασά και δια της δυνάμεως του Χριστού θέλεις τελειώσει καλώς το Μαρτύριον». Λαβών δε ο Νικόδημος ως εκ χειρός Κυρίου την ράβδον και δια των ευχών του Οσίου Πατρός περιφραχθείς, απεφάσισε να εκκινήση παρευθύς προς την του Μαρτυρίου οδόν, πλην επειδή ήτο καταβεβλημένος από τας υπερμέτρους νηστείας, τας οποίας έκαμνεν, εζήτει ευλογίαν να καταλύση ολίγον φαγητόν και ποτόν, δια να δύναται να περιπατή. Ο δε Όσιος είπε προς αυτόν· «Τώρα μάλιστα, αδελφέ, όπου μέλλεις να αγωνισθής τον υπέρ Χριστού τελευταίον αγώνα, σου χρειάζεται περισσοτέρα νηστεία και ο Κύριος ημών θέλει σε ενδυναμώσει να υπάγης χωρίς κόπον». Απεκρίθη δε πάλιν ο Νικόδημος ειπών· «Ο Κύριος ημών δι’ ευχών σου να με αξιώση της καλής του ομολογίας, πλην φοβούμαι τον διάβολον». Ο δε Όσιος του λέγει· «Τον Θεόν να φοβάσαι και όχι τον διάβολον τον αδύνατον, όστις αφ’ εαυτού δεν έχει καμμίαν εξουσίαν εφ’ ημών. Έχε λοιπόν εις τον Χριστόν όλον σου το θάρρος και Εκείνος θέλει σε ενδυναμώσει, ώστε και τον δαίμονα να νικήσης και υπέρ Χριστού να μαρτυρήσης». Ταύτα ακούσας ο καλός Νικόδημος υπό χαράς απείρου και δακρύων περιχυθείς, προσέπεσε προ των ποδών του Οσίου και κατησπάζετο αυτούς. Είτα απήλθε χαίρων και ετελείωσε καλώς το Μαρτύριον. Εις τον τόπον δε εκείνον, εις τον οποίον ευρίσκετο ο Όσιος Ακάκιος, συνηθροίσθησαν και άλλοι αδελφοί, ποθούντες την σωτηρίαν των. Όθεν έκτισαν καλύβας και έγινε Σκήτη Πατέρων ικανών, δια πρεσβειών δε του Οσίου ηύξανεν αύτη καθ’ εκάστην. Αλλ’ επειδή εστερούντο ύδατος, λαβών ο Όσιος αδελφόν τινά εργατικόν, Τιμόθεον καλούμενον, έφερεν αυτόν εις το μέσον της Σκήτης και δεικνύων εις αυτόν τόπον αρμόδιον, του είπεν· «Εδώ σκάψον και θέλεις εύρει νερόν διαυγέστατον και υγιέστατον, δια της Χάριτος του Χριστού». Τούτο δε και εγένετο και ευρέθη εκεί ύδωρ αρκετόν και προς κατασκευήν μύλου, τον οποίον και έκαμαν εκεί. Ο δε Όσιος, πλην των άλλων διδασκαλιών, με τας οποίας ενουθέτει τους αδελφούς, έλεγε και τούτο· «Ούτε στρώματα, ούτε ενδύματα, ούτε πλούτος, ούτε τροφή τρέφουν και αυξάνουν τα πάθη τόσον, όσον ο ύπνος ο πολύς, ούτε πάλιν άλλο τι ημπορεί να καταδαμάση αυτά τόσον όσον η αγρυπνία». Και πάλιν έξεγε· «Δύο προ πάντων σωματικάς αρετάς πρέπει να ασκή ο Μοναχός δια να νικήση την σάρκα, νηστείαν δηλαδή και αγρυπνίαν. Διότι και όλας τας άλλας κακουχίας αν υπομένη τις είτε κόπους, είτε χαμαικοιτίας, είτε σίδηρα, είτε γύμνωσιν, είτε άλλην τοιαύτην κακοπάθειαν, όταν το σώμα αναπαύεται εις τρυφάς και εις ύπνον, όλα αυτά τα συνηθίζει και δεν τα λαμβάνει υπ’ όψει· αλλά με την νηστείαν και την αγρυπνίαν δεν δύναται να κινήται εις τας ορέξεις του, ούτε δύναται να συνηθίση αυτά όπως τα άλλα». Ερωτώμενος δε ποτέ περί του ύπνου, πόσον δηλαδή είναι επιτετραμμένον να κοιμάται ο Μοναχός, απεκρίθη· «Ημίσεια ώρα αρκετή είναι εις τον αληθινόν Μοναχόν». Τούτο δε το απεδείκνυεν ο ίδιος εμπράκτως, παρ’ όλον ότι ευρίσκετο εις έσχατον γήρας και υπέφερεν εκ φοβεράς κήλης· όμως επέμενε με μεγάλην γενναιότητα, ιστάμενος όλην την νύκτα όρθιος ή γονατιστός εις τους θείους ύμνους, εκοιμάτο δε ολίγον, κατά τα εξημερώματα, αναπαυόμενος επί της χειρός του, ή όπου αλλού, τόσον ώστε να μη σκοτίζεται το λογικόν από την άμετρον αγρυπνίαν. Τόσον πολύ εμίσει τον ύπνον ο μακάριος, ώστε ενόμιζεν αυτόν ως μεγάλον εχθρόν του. Θαύμα δε μέγα ενεφανίζετο εις τον Όσιον αξιοδιήγητον. Το ότι αν και εντελώς αγράμματος, ανεγίνωσκε με μεγάλην κατανόησιν και τα πλέον δυσκατάληπτα βιβλία, τόσον ώστε ουδέν ρητόν της θείας Γραφής τού διέφευγεν, αλλ’ ερωτώμενος απεκρίνετο ως λίαν σοφός, δίδων την πρέπουσαν απόκρισιν και σημασίαν παντός ρητού εις σοφούς και αμαθείς. Έτρεφε δε ευλάβειαν ο Όσιος εις πάντας τους Αγίους, εξαιρέτως δε εις τον Όσιον Μάξιμον τον Καυσοκαλύβην, δια τον οποίον έλεγεν, ότι τον είδε πολλάκις· και όταν ήθελεν αισθανθή λύπην εκ συνεργείας του εχθρού, αυτόν τον Άγιον επεκαλείτο και τον εύρισκεν έτοιμον βοηθόν. Διότι εφαίνετο εν εκστάσει εις αυτόν, φέρων στολήν ιερατικήν λαμπροτάτην, κρατών εις χείρας θυμιατόν, με το οποίον εθυμίαζεν όλον τον Ναόν και τον Όσιον, καθώς και πάντας τους ακολουθούντας αυτόν. Διότι εις εκάστην εμφάνισίν του ηκολούθουν αυτόν πλήθος αναρίθμητον Μοναχών, φερόντων στολήν μοναχικήν, λευκήν όμως ως χιόνα και εξαστράπτουσαν, ήσαν δε ούτοι εκείνοι οι οποίοι εσώθηκαν δια μεσιτείας εκείνου. Ταύτα βλέπων ο Όσιος ηλευθερούτο ευθύς από την υπέρμετρον λύπην και παρηγορείτο θαυμασίως. Άλλοτε πάλιν έλεγεν ότι, όταν ήτο μόνος, εφαίνετο κατά την πρωϊαν ωραιότατον τι πτηνόν, ως τρυγών, το οποίον εκελάδει με θαυμασίαν τινά μελωδίαν, την οποίαν ακούων ο Όσιος επληρούτο κατά την καρδίαν αρρήτου ευφροσύνης και ανεχώρει απ’ αυτού πάσα λύπη. Αφ’ ότου όμως συνηθροίσθησαν εκεί αδελφοί, δεν είδε πλέον το πτηνόν εκείνο. Έλεγε δε ότι ούτε προηγουμένως ούτε κατόπιν είδε καμμίαν φοράν τοιούτον ωραιότατον πτηνόν, ούτε τοιαύτην μελωδίαν τόσον γλυκείαν ήκουσεν. Εγώ (ο συγγραφεύς δηλαδή του Βίου Ιερομόναχος Ιωνάς ο Καυσοκαλυβίτης) δε δεν θέλω αποκρύψει εκείνο το οποίον επανειλημμένος είδον και ήκουσα. Καθήμενος πολλάκις την νύκτα εφύλαττον έξω του κελλίου του, ευλαβικώς φερόμενος προς τον Όσιον, όστις όταν προσηύχετο, εκ μεν του στόματος αυτού δεν ηκούετο ουδέ η ελαχίστη φωνή, έσωθεν όμως της καρδίας του ηκούετο φωνή τις μετά στεναγμών άρρητος, θαυμασία, γλυκυτάτη και μελωδική. Τούτο δε συνέβαινε καθ’ όλην την νύκτα, διότι πάντοτε ηγρύπνει και προσηύχετο και προς τα εξημερώματα εκοιμάτο ολίγον ύπνον, ως είπομεν. Είχε δε ο Όσιος πνεύμα ειρηνοποιόν, ώστε, εάν τις έπασχεν από λογισμούς, ευθύς ως ήθελεν ίδει το χαρίεν αυτού πρόσωπον, οι λογισμοί του ειρήνευον. Ήλθε δε ποτέ εις το Άγιον Όρος χάριν προσκυνήσεως ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Χρύσανθος, όστις ακούων τα περί του Οσίου εκινήθη μετά μεγάλης σπουδής προς συνάντησιν αυτού. Συναντηθείς δε μετ’ αυτού και πολλά απόρρητα ερωτήσας, εθαύμασε την υψηλήν του διάκρισιν και την θαυμαστήν και αγίαν πολιτείαν του και ευφρανθείς εκ των καλών λόγων του, εκήρυττε πανταχού λέγων· «Είδον άλλον Ηλίαν και Ιωάννην τον Βαπτιστήν, είδον περισσότερα από όσα ήκουον». Εδόξαζε δε τον Θεόν ο μακάριος εκείνος Πατριάρχης, διότι εις τοιούτους καιρούς ευρίσκεται τοιούτος άνθρωπος πεπροικισμένος δια τόσων λαμπρών αρετών. Αναγινώσκων δε ποτέ εγώ τους λόγους του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, εύρον την φράσιν εκείνην του Αγίου την λέγουσαν, ότι, αν ο Χριστιανός δεν ίδη τον Χριστόν εδώ εις την παρούσαν ζωήν, ας μη ελπίζη ότι θα τον ίδη εις την μέλλουσαν· απορήσας δε ηρώτησα τον Όσιον. Εκείνος δε μου απήντησε· «Αληθές είναι, τέκνον, και μη αμφιβάλλης δια τούτο· διότι, βεβαίως, αν ο Χριστιανός δεν αποκτήση την όρασιν των νοερών οφθαλμών, ίνα ούτω δυνηθή να βλέπη εδώ καθαρώς τον Χριστόν, ούτε εκεί είναι δυνατόν να τον ίδη». Εγώ δε του είπον· «Είδες η αγιωσύνη σου τον Χριστόν, Πάτερ;» Τότε εκείνος μου είπε· «Τον είδον, τέκνον μου, όχι μίαν φοράν». Εγώ δε πάλιν τον ηρώτησα· «Και τι σου είπε, Πάτερ;» Απεκρίθη ο Όσιος· «Ακολούθει μοι, ήτοι εργάζου τας εντολάς μου (διότι ούτως ηρμήνευε το ακολούθει μοι ο Όσιος)· Εγώ όμως δεν τον ηκολούθησα»· και με τον λόγον έτρεξαν από τους οφθαλμούς του τα δάκρυα ποταμηδόν. Αλλά και πάλιν εγώ με την συνειθισμένην μου αυθάδειαν τον ηρώτησα· «Δια τίνος τρόπου βλέπει ο άνθρωπος εδώ τον Χριστόν; Αισθητώς ή νοερώς;» Απεκρίθη ο Άγιος· «Νοερώς· πλην γνώριζε, ότι εκείνος όστις θέλει αξιωθή του τοιούτου χαρίσματος, όταν έλθη εις τοιαύτας αποκαλύψεις, βλέπει τα νοερά ως αισθητά· επειδή και η αίσθησις των σωματικών οφθαλμών μένει τότε τελείως ανενέργητος· όθεν και συ, όταν αναγινώσκης τους τοιούτους υψηλούς λόγους και εγγίζεται κάπως η καρδία σου, τότε ευθύς αγωνίζου να αποκτήσης ή να πράξης τι εξ εκείνων, τα οποία αναγινώσκεις· διότι, αν ίσως κατά πρώτην και δευτέραν φοράν αμελήσης, κατόπιν πωρούται η καρδία σου και θέλει σου φαίνονται τα τοιαύτα υψηλά και πνευματικά ως μύθοι και άσματα. Εκείνος ο οποίος θα εκτελέση αυτά, τα οποία σου λέγω, θα είναι καλότυχος, επειδή θέλει αξιωθή μεγάλων χαρισμάτων». Άλλοτε πάλιν τον ηρώτησαν τινές περί των σκανδαλιζομένων από ωραία πρόσωπα. Αυτός δε, αποκριθείς μετά κατανύξεως και της συνήθους απλότητος, είπεν· «Εγώ δεν γνωρίζω τι να σας αποκριθώ επ’ αυτού, διότι δεν έμαθον ποτέ τι είναι το τοιούτον σκάνδαλον· μάλιστα δε, όταν βλέπω τα τοιαύτα πρόσωπα, κινούμαι εις δοξολογίαν Θεού και χαίρω δια την δημιουργίαν Αυτού». Ηξιώθη δε ο Όσιος, ως είπομεν, και διορατικού χαρίσματος και πολλών πολλάκις προέλεγε φανερά τα μέλλοντα να γίνουν· αλλά και εάν τις ήθελε του αποκρύψει τι, έστω και απλούν λογισμόν, τον οποίον θα συνέβαινε να έχη, ο Όσιος τον εφανέρωνε με τρόπον συμβουλευτικόν. Αλλά διατί να πολυλογώ διηγούμενος μίαν προς μίαν τας του Αγίου αρετάς, αφού δεν έλειπεν από αυτόν καμμία αρετή; Όλας σχεδόν τας αρετάς τας κατείχε και όλας σώας και αμωμήτους· προ πάντων δε είχε την ταπεινοφροσύνην τόσον, ώστε δεν υπέμενεν όχι να πράξη έργον τι ή να ειπή λόγον υπερήφανον, αλλ’ ούτε να ακούση καν πράξιν ή λόγον τοιούτον. Κατά τον καιρόν εκείνον ευρίσκετο εις τα Καυσοκαλύβια και ο Προηγούμενος Νεόφυτος, όστις, εκ της ευλαβείας την οποίαν έτρεφε προς τον Όσιον, αναχωρήσας εκ της Λαύρας ήλθε και έκτισεν εκεί δύο Εκκλησίας και κελλία και έμεινεν εκεί έως τέλους αγωνιζόμενος κατά το δυνατόν. Κατά τινα δε εορτήν, συναχθέντες κατά το σύνηθες άπαντες οι αδελφοί εις το Κυριακόν της Σκήτης, εζήτουν από τον Προηγούμενον Νεόφυτον να τους διορίση και δεύτερον Προεστώτα, δια να μη ενοχλούν συχνά τον Όσιον εις τα παραμικρά· ο Προηγούμενος όμως, εγερθείς, έλαβε ράβδον τινά και δώσας αυτήν εις τον Όσιον είπε· «Λάβε, Πάτερ, ταύτην την ράβδον και να είσαι Προεστώς εις όλους τους ενταύθα αδελφούς μέχρι τελευταίας σου αναπνοής». Και τότε μεν ασπασθείς ο Όσιος την χείρα του Προηγουμένου έλαβε την ράβδον, θέλων να δείξη υποταγήν εις όλα. Αλλ’ ω της θαυμαστής αυτού ταπεινοφροσύνης! Έκτοτε δεν έλαβε πλέον ράβδον ο Όσιος εις τας χείρας του, αν και πρότερον δια το πολύ γήρας του περιεπάτει μετά ράβδου, αποβάλλων τοιουτοτρόπως αφ’ εαυτού πάντα υψηλόφρονα λογισμόν. Αλλά και περί το τέλος της αγγελικής του ζωής ηξιώθη ο Όσιος να κάμη και τρίτον Οσιομάρτυρα, τον απλούστατον Παχώμιον τον Ρώσον, όστις εφοδιασθείς δια των παραινέσεων και των ευχών του Οσίου, συνεπλήρωσε καλώς το υπέρ Χριστού Μαρτύριον. Ο δε Όσιος Ακάκιος, εγγύς των εκατόν ετών γενόμενος, μικρόν ασθενήσας μετά την δια το Μαρτύριον αποδημίαν του Οσιομάρτυρος Παχωμίου, απήλθε προς Κύριον κατά το αψλ΄ (1730) έτος, Απριλίου ιβ΄ (12ην), προγνωρίσας και αυτόν τον θάνατον και ειπών εις Μοναχόν τινά, Αθανάσιον ονόματι, ελθόντα από της Αγίας Άννης ίνα λάβη την ευχήν του· «Πηγαίνω τώρα, Αθανάσιε, οδόν μακράν και πλέον εδώ δεν βλέπομεν αλλήλους». Συνέτρεξε δε πλήθος άπειρον εις την μακαρίαν αυτού τελευτήν και πάντες εθρήνουν την τούτου στέρησιν· ου ταις αγίαις πρεσβείαις αξιωθείημεν και ημείς της Βασιλείας των ουρανών. Αμήν.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΓ΄ (13η) Απριλίου μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΜΑΡΤΙΝΟΥ Πάπα Ρώμης.
Μαρτίνος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών, ο της Ρώμης μακάριος Επίσκοπος, έζησε κατά τους χρόνους του βασιλέως Κώνσταντος Β΄ του βασιλεύσαντος κατά τα έτη χμα΄ - χξη΄ (641- 668), όστις εφονεύθη εις τας εν Σικελία Συρακούσας, εντός του λουτρού του λεγομένου Δάφνη, δεχθείς τραύμα εις την κεφαλήν δια τινος κάδου, υπό του Ανδρέου Τρωϊλου. Ούτος λοιπόν ο θεσπέσιος Μαρτίνος, δια την Ορθόδοξον Πίστιν ωδηγήθη βιαίως από της Ρώμης εις την Κωνσταντινούπολιν, μετ’ άλλων δυτικών Επισκόπων, κατά προσταγήν του βασιλέως και πολλάς θλίψεις και κακοπαθείας υπέμεινε μετ’ εκείνων καθ’ οδόν ο μακάριος, έως ότου φθάσωσιν εις Κωνσταντινούπολιν. Επειδή δε ο μεν βασιλεύς υπερήσπιζε την δυσσεβή αίρεσιν των Μονοθελητών, ο δε Άγιος Μαρτίνος απεκήρυξε και ανεθεμάτισε τους Σέργιον, Πύρρον και Θεόδωρον τους Μονοθελητάς και εξέδωκεν όρον μετά της εν Ρώμη συναχθείσης Συνόδου, ο οποίος ανέτρεπε την αίρεσιν των Μονοθελητών, δια ταύτα, έστειλεν ο βασιλεύς και έφερον τον Άγιον εις την Κωνσταντινούπολιν, ως είπομεν, δέσας δε αυτόν και τους μετ’ αυτού Επισκόπους, ως κακούργους και ληστάς, με αλύσεις και δεσμά, εφυλάκισεν αυτούς εις το Πραιτώριον και εκεί τους αφήκε φυλακισμένους επί τρία ολόκληρα έτη. Έπειτα απέστειλεν αυτόν και τους συν αυτώ εξορίστους εις την πόλιν της Χερσώνος, την πλησιάζουσαν εις την Κριμαίαν· εκεί δε πολλά δεινά υπομείνας ο αοίδιμος και μαρτυρικώς την ζωήν του διανύσας, προς Κύριον εξεδήμησε. Το δε άγιον αυτού Λείψανον ενεταφιάσθη έξω της πόλεως Χερσώνος εν τω Ναώ της Υπεραγίας Θεοτόκου.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΔ΄ (14η) Απριλίου, μνήμη του Αγίου Νέου Μάρτυρος ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ του Πελοποννησίου, αθλήσαντος εν έτει α
Τη ΙΔ΄ (14η) Απριλίου, μνήμη του Αγίου Νέου Μάρτυρος ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ του Πελοποννησίου, αθλήσαντος εν έτει αωγ΄ (1803).
Δημήτριος ο νεοφανής Μάρτυς του Χριστού κατήγετο από την Πελοπόννησον εκ χωρίου τινός της Αρκαδίας Λιγούδιστα καλούμενον, υιός ων Χριστιανών γονέων. Ο πατήρ αυτού ωνομάζετο Ηλίας, η δε μήτηρ του απέθανεν, ότε ο Άγιος ήτο ακόμη βρέφος μικρόν και δεν την εγνώρισε καθόλου, είχε δε και αδελφόν μεγαλύτερον. Ο πατήρ του, μετά τον θάνατον της πρώτης του συζύγου, έλαβε και δευτέραν τοιαύτην, η οποία, καθό μητρυιά, όχι μόνον δεν είχε καμμίαν επιμέλειαν δια τους προγονούς της, αλλ’ όλως αντιθέτως, εφέρετο ως μητρυιά. Όθεν, στενοχωρημένοι οι παίδες από την πτωχείαν και περιφρονημένοι και μεμισημένοι από την μητρυιάν, ανεχώρησαν εκείθεν και ο μεν πρώτος αδελφός μετέβη εις την Τρίπολιν και έγινεν υπηρέτης εις τουρκικήν τινά οικογένειαν, ο δε Δημήτριος προσεκολλήθη εις τινας κτίστας, οι οποίοι κατά το σύνηθες εις αυτούς περιεπάτουν από τόπου εις τόπον δια να κτίζουν οικοδομάς. Όθεν μετά καιρόν ήλθον και εις την Τρίπολιν, έχοντες μαζί των και τον Δημήτριον, όστις συνανεστρέφετο εκεί με τουρκόπαιδας. Ελθών δε ποτε εις προστριβάς μετά των ανθρώπων εκείνων, ανεχώρησεν απ’ αυτούς, δια μικράν τινα αφορμήν, και εγένετο υπηρέτης εις τουρκικήν τινά οικογένειαν. Εκεί όμως παρακινούμενος ολίγον κατ’ ολίγον από τους ασεβείς, ηπατήθη από την νηπιοφροσύνην του και ηρνήθη, φεύ! την Αγίαν Πίστιν τού Χριστού δεχθείς δε την ιδικήν των θρησκείαν και περιτμηθείς έμεινε μετ’ αυτών. Μαθών τούτο ο μεγαλύτερος αδελφός του μετέβη εις συνάντησίν του και ιδών τούτον ενδεδυμένον τουρκικά ενδύματα, αντί να λυπηθή και να τον ελέγξη και όσον ήτο δυνατόν εις αυτόν να τον ονειδίση δια το κακόν το οποίον έκαμε, να αφήση δηλαδή την αληθινήν Πίστιν του Χριστού και να δεχθή την βδελυράν εκείνην θρησκείαν και με τρόπον κατάλληλον να τον νουθετήση προς επιστροφήν και μετάνοιαν, εζήλωσε και αυτός ο δυστυχής να πέση, φεύ! εις το ίδιον φοβερόν παράπτωμα της αρνήσεως. Όθεν λέγει προς τον αδελφόν του· «Θέλω και εγώ να γίνω όπως και συ». Ο αδελφός του τότε ευρέθη πρόθυμος και του είπε να γίνη· όθεν ετούρκευσε και αυτός. Ω της δυστυχίας! Φεύ της ελεεινής συμφοράς! Αλλά ποία τα μετά ταύτα; Ο δυστυχής Ηλίας ο πατήρ αυτών επληροφορήθη την συμφοράν των τέκνων του και λυπηθείς σφόδρα ανεχώρησεν, επιθυμών να τα συναντήση· αλλά πως ήτο δυνατόν; Τι έκαμε τέλος με τον μεγαλύτερον υιόν αγνοούμεν. Ούτος δε ο Δημήτριος, όστις ήτο ο μικρότερος, ακούσας ότι τον ζητεί ο πατήρ του, εκρύβη και δεν ετόλμησε να παρουσιασθή, αφ’ ενός μεν από την εντροπήν του, αφ’ ετέρου δε από τον φόβον του αγά του. Ούτως επέστρεψεν ο άθλιος πατήρ άπρακτος, χωρίς να ίδη τον υιόν του και να του είπη τίποτε, καθώς είχεν πόθον. Είπον ότι έφυγεν άπρακτος ο πατήρ, αλλά μετέπειτα απεδείχθη ότι δεν έμεινε παντελώς άκαρπος και ανωφελής ο κόπος του. Διότι, πρώτον μεν ο καλός Δημήτριος ήρχισε να συλλογίζεται καθ’ εαυτόν τα σπλάγχνα τα πατρικά, να συλλογίζεται, λέγω, ποίαν και πόσην λύπην επροξένησεν εις τον πατέρα του δια την άρνησιν της Πίστεως και δια το ότι δεν παρουσιάσθη ούτε να τον ίδη καν, ενώ εκείνος προς χάριν του υπέμεινε τόσον μακράν οδοιπορίαν. Δεύτερον δε ήρχισε να αισθάνεται το κακόν, το οποίον έπαθε, να αρνηθή τον Χριστόν. Έτι δε και άλλους θειοτέρους λογισμούς επιστροφής και μετανοίας ήρχισε να φέρη εις τον νουν του ο μακάριος, εκ των τοιούτων δε λογισμών ήρχισε να λυπήται περισσότερον και να κατακρίνη τον εαυτόν του και δια την άρνησιν και δια την ασπλαγχνίαν την οποίαν έδειξε προς τον πατέρα του, τον οποίον, αν έβλεπεν, ίσως ήθελεν εύρει τον τρόπον να φύγη μετ’ αυτού και να λυτρωθή από την ασέβειαν. Τοιούτους λοιπόν σωτηρίους λογισμούς έχων ο αοίδιμος και ευκαιρίας τυχούσης, καθώς επόθει, έφυγεν εκείθεν κρυφίως μόνος, δια να υπάγη προς τον πατέρα του· μη γνωρίζων δε τον δρόμον, κατήντησε το βράδυ εις χωρίον τι καλούμενον Στεμνίτσα και έμεινεν εκεί κατά την νύκτα εκείνην, φιλοξενηθείς από φιλόξενον τινα γυναίκα. Εις ταύτην φανερώσας ο Άγιος τον σκοπόν του επληροφορήθη παρ’ αυτής, ότι ο δρόμος εκείνος δεν οδηγεί προς τον πατέρα του, αλλά πρέπει να επιστρέψη προς τα οπίσω και να εύρη οδηγόν, όστις να του δείξη την οδόν την οποίαν έπρεπε να ακολουθήση. Επέστρεψε λοιπόν εις την Τρίπολιν και μετέβη πάλιν εις την ιδίαν τουρκικήν οικογένειαν, εις την οποίαν ήτο και πρότερον και έμεινε πάλιν εις αυτήν υπηρέτης, έχων κατά νουν να μείνη εκεί, έως ότου εύρη οδηγόν. Επειδή δε εγνώριζε και την τέχνην του αγά του, όστις ήτο κουρεύς, ειργάζετο εις το εργαστήριον εκείνου, έχων όμως έσωθεν πάντοτε μαστίζουσαν δεινώς την συνείδησιν. Όθεν ευρών μετ’ ολίγον Χριστιανούς τινάς, οίτινες ήθελον να μεταβούν εις την Σμύρνην, μετέβαλε γνώμην και δεν ηθέλησε να υπάγη πλέον προς συνάντησιν του πατρός του· και τούτο ήτο ίσως οικονομία Θεού, του θέλοντος πάντας σωθήναι. Αφού λοιπόν έφυγεν εκείθεν κρυφίως, ήλθεν εις τους Μύλους του Άργους, όπου ευρών πλοίον επεβιβάσθη εις αυτό μετά των άλλων και έπλευσαν προς την Σμύρνην. Εκείθεν ο Άγιος μετέβη εις την Μαγνησίαν, διότι έμαθεν, ότι ήσαν εκεί γνώριμοί του τινές και έμεινε μετά τινος εξ αυτών, εις τον οποίον μετά καιρόν διηγήθη όλα τα συμβάντα, ακόμη δε είπε προς αυτόν ότι ποθεί και θέλει να εύρη Πνευματικόν αρμόδιον, προς τον οποίον να εξομολογηθή την αμαρτίαν του και να κάμη την πρέπουσαν μετάνοιαν. Εκείνος δε, συλλογιζόμενος το επικίνδυνον του τόπου και ότι εκεί μέσα εις τόσην ασέβειαν δεν είναι δυνατόν να κατορθωθή παρόμοιον πράγμα χωρίς κίνδυνον, εζήτει να εύρη τόπον ασφαλή να τον στείλη. Ταύτα εκείνος εσκέπτετο· επειδή όμως ηπλώθη τότε μεγάλη επιδημία πανώλους εις την Μαγνησίαν και αυτός κατέφυγε μετά του Δημητρίου εις χωρίον τι, εις το οποίον ήσαν όλοι συμπατριώται των Χριστιανοί, ανεκοίνωσεν εις τινας φιλοχρίστους τον σκοπόν τού Δημητρίου και ευρέθη, θείω ελέει, και ο τόπος και ο τρόπος, ως ήθελον. Ούτω, ευρών ο ευλογημένος Δημήτριος οδηγόν, μετέβη εις τας Κυδωνίας και εκείθεν διεπεραιώθη εις το Ιερόν Μοναστήριον του Τιμίου Προδρόμου, κείμενον μεταξύ Κυδωνιών και Μοσχονησίων εις μικράν νήσον, εις τόπον ακίνδυνον και εξομολογηθείς εις τον Ηγούμενον την αμαρτίαν του, εμυρώθη και ανέπαυσε μικρόν την συνείδησίν του. Το Μοναστήριον τούτο ήτο περίφημον εις εκείνα τα μέρη, δια τα θαύματα τα οποία ετελούντο συνεχώς εν αυτώ υπό του θείου Προδρόμου εις όσους προσέτρεχον εις αυτόν μετά πίστεως. Δια τούτο συνήγοντο εις αυτό πλήθος ανθρώπων από τα πλησιόχωρα μέρη φέροντες ασθενείς και ενοχλουμένους. Όθεν ο Άγιος δια την των πολλών συνδρομήν ηναγκάσθη να φύγη εκείθεν και να μεταβή εις τα Μοσχονήσια. Ευρών δε εις την αγοράν εργαστήριον έγινε καφεπώλης και έμεινεν εκεί περί τον ένα χρόνον· αλλά και εκεί δεν ανεπαύετο. Φαίνεται ότι άλλο τι διελογίζετο η διάνοιά του, όπερ και η καρδία του επόθει δια να αναπαυθή. Όθεν ήλθε πάλιν εις το Μοναστήριον, εις προσκύνησιν της αγίας Εικόνος του Τιμίου Προδρόμου, του οποίου επικαλούμενος την βοήθειαν έταξε να προσφέρη μίαν αργυράν κανδήλαν. Έπειτα μεταβάς εις τας Κυδωνίας έγινε κουρεύς, πριν δε εισέτι συμπληρώσει εκεί ένα χρόνον εκέρδησεν από την τέχνην του υπέρ τα διακόσια γρόσια. Χωρίς τότε αναβολήν κατεσκεύασεν εις αργυροχόον ωραίαν τινά και μεγάλην κανδήλαν, κατά την υπόσχεσίν του, δια να την προσφέρη εις τον Τίμιον Πρόδρομον, κρίνων ως θαύμα του Αγίου το ανέλπιστον εκείνο κέρδος· διότι πρότερον, οίαν δήποτε εργασίαν και αν επεχείρει, μηδαμινόν τι κέρδος απεκόμιζεν. Έκτοτε ήρχισε να γεννάται εις την καρδίαν του ο πόθος και ολίγον κατ’ ολίγον να ανάπτη η φλοξ της του Χριστού αγάπης. Συνέπεσε δε κατά τον ίδιον καιρόν να μεταβή εκεί εις συμπατριώτης του έμπορος, εις τον οποίον, αφού συνεδέθη δια φιλίας, διηγήθη όλα τα συμβάντα εις αυτόν· εκείνος δε του ανέγνωσε διάφορα Μαρτύρια Αγίων Νεομαρτύρων από το νεοτύπωτον τότε «Νέον Μαρτυρολόγιον». Ακούων δε ο μακάριος τα Μαρτύρια των Αγίων Νέων Μαρτύρων και πληροφορούμενος, ότι εκείνος όστις θέλει αρνηθή τον Χριστόν έμπροσθεν των ανθρώπων, θέλει τον αρνηθή και ο Χριστός έμπροσθεν του Πατρός Του του εν ουρανοίς, ήρχισε να αισθάνεται και πάλιν τον θείον εκείνον πόθον, τον οποίον είχε και πρότερον και η φλοξ της του Κυρίου αγάπης, ήτις έκαιε την καρδίαν του, ήρχισε να του προξενή τον πόθον και την αγάπην του Μαρτυρίου. Όχι δε απλώς πόθον και αγάπην, αλλά φλόγα λαμπράν του ήναψε μέσα εις την καρδίαν, να αποθάνη υπέρ της αγάπης του Χριστού. Όθεν απεφάσισε να μεταβή εκεί όπου Τον ηρνήθη πρότερον, να Τον ομολογήση και πάλιν και ούτω να πληρώση το χρέος του και να εξαλείψη την ανομίαν του. Εγκατέλειψε λοιπόν την τέχνην του και ελθών εις το Μοναστήριον εφιέρωσε την κανδήλαν εις τον Τίμιον Πρόδρομον, επικαλούμενος αυτόν να τον βοηθήση εις την ανάγκην εις την οποίαν ευρίσκετο. Έπειτα παρουσιάσθη εις τον Ηγούμενον και εξομολογούμενος εις αυτόν τον σκοπόν του, τον παρεκάλει να τον συμβουλεύση και να τον καθοδηγήση εις εκείνο το οποίον πρέπει να κάμη. Εκείνος δε τον έστειλε με επιστολήν του εις την Χίον προς τινα Πνευματικόν Πατέρα, τον οποίον εγνώριζε, και τοιουτοτρόπως ήλθεν εις την Χίον. Τότε ο Πνευματικός εκείνος τον υπεδέχθη με πάσαν ευμένειαν και αγάπην. Αφού δε επληροφορήθη αμέσως εκ του στόματος του ιδίου του Δημητρίου όλα εκείνα, τα οποία προηγουμένως άλλοι του συνέστησαν και ήκουσε και τον σκοπόν τον οποίον είχε, να παρουσιασθή και να ομολογήση Εκείνον τον οποίον παλαιότερον ηρνήθη, τον παρηγόρησεν ικανώς δια την άρνησιν λέγων προς αυτόν να ελπίζη μετά βεβαιότητος εις το άπειρον πέλαγος της ευσπλαγχνίας του Θεού, τον επήνεσε δε μετρίως δια την προθυμίαν την οποίαν είχε δια τον υπέρ Χριστού θάνατον. Μετά δε ταύτα του λέγει και τα εξής· «Όταν, τέκνον, το καλέση η ανάγκη, πρέπει απαραιτήτως να μη λυπούμεθα την ζωήν μας δια την αγάπην του Χριστού». Αφού λοιπόν με τοιούτους και παρομοίους άλλους λόγους τον έκαμε να σκιρτήση η καρδία του από χαράν πνευματικήν και να κυριευθή όλως δι’ όλου από την αγάπην τού Πνευματικού του Πατρός ως εσαγηνεύθη η καρδία τής Πρωτομάρτυρος Θέκλης από την αγάπην και τους λόγους του θείου Αποστόλου Παύλου και αφού τον προητοίμασε εις το να αποκρεμασθή παντελώς από την γνώμην και την απόφασιν του Πνευματικού, τότε πλέον του λέγει και τα εξής: «Δημήτριε, τέκνον μου αγαπητόν εν Κυρίω, πρέπει να γνωρίζης αναμφιβόλως, ότι δεν υπάρχει καμμία αμαρτία, όσον μεγάλη και αν είναι, η οποία να νικά την ευσπλαγχνίαν του Θεού και η οποία να μη δύναται να συγχωρηθή με την ιεράν εξομολόγησιν και την μετάνοιαν. Έχομεν εν τη Εκκλησία σεσωσμένους δια της μετανοίας, ασώτους, τελώνας, πόρνας και πολλούς εξωμότας ως και αρνητάς του Χριστού κατά τον καιρόν των διωγμών. Υπεράνω δε πάντων των άλλων έχομεν τον πρωτόθρονον και κορυφαίον των Αποστόλων Πέτρον, ο οποίος, δια μετανοίας και δακρύων, εθεράπευσε την τριττήν άρνησιν, ότε ηρνήθη τον Χριστόν κατά τον καιρόν του Σωτηρίου Πάθους. Όθεν δύνασαι και συ να υπάγης εις τόπον τινά ησυχαστικόν και δια της μετανοίας να εξαλείψης την ανομίαν σου και να σωθής. Ίσως μου είπης, συνέχισε λέγων ο Πνευματικός, διατί πολλοί άλλοι δεν ευχαριστούνται να θεραπεύσουν την αμαρτίαν της αρνήσεώς των δια της μετανοίας, αλλά δια του Μαρτυρίου και του θανάτου; Άκουσον, τέκνον, η μετάνοια είναι έργον πολυχρόνιον και εκείνος, όστις θέλει να σωθή δια της μετανοίας είναι ανάγκη να έχη καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην έως ότου ζη και να λυπήται και να κλαίη καθ’ όλην του την ζωήν διότι ήμαρτεν, έστω και αν η αμαρτία του έχει συγχωρηθεί, καθώς τούτο έπραττε και ο θείος Πέτρος, όστις πικρώς εθρήνει καθ’ όλην αυτού την ζωήν, όταν ήκουε την φωνήν του αλέκτορος. Και όπως και ο Προφητάναξ Δαβίδ θρηνών έλεγεν· «Η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστι διά παντός» (Ψαλμ. ν:5). Επειδή λοιπόν είναι ενδεχόμενον να μη κάμνουν την απαιτουμένην μετάνοιαν ή να πέσουν και εις άλλας νέας αμαρτίας, δια τούτο τρέχουν εις το Μαρτύριον, δια να φθάσουν το συντομώτερον εις τον Παράδεισον· επειδή το Μαρτύριον είναι βάπτισμα δια του αίματος γινόμενον. Καθώς δε λέγει ο Θεολόγος Γρηγόριος, δεν φοβείται ο βαπτισθείς δια του Μαρτυρίου να μολυνθή με δευτέρους μολυσμούς αμαρτίας. Λέγει δε και ο ιερός Κλήμης ο Στρωματεύς, ότι το Μαρτύριον είναι αποκάθαρσις αμαρτιών μετά δόξης. Όθεν καλόν είναι το Μαρτύριον, μάλιστα πολύ καλλίτερον και ενδοξότερον από την απλήν μετάνοιαν. Εγώ όμως βλέπων την νεανικήν σου ηλικίαν, σε συμβουλεύω να παραιτηθής από το Μαρτύριον, δια το άδηλον της εκβάσεως και να επιμεληθής τα έργα της μετανοίας. Διότι, κατά τον λόγον του Κυρίου, το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής· και ίσως να μη δυνηθής να βαστάσης τα βάσανα του Μαρτυρίου μέχρι τέλους και να πέσης εις το ίδιον παράπτωμα, ενώ δύνασαι να εγερθής εκ του πτώματος δια της μετανοίας». Ταύτα και άλλα πολλά παρόμοια είπεν εις τον Μάρτυρα ο Πνευματικός εκείνος, εξάπτων εις αυτόν τον πόθον του Μαρτυρίου, αλλά συγχρόνως και συγκρατών αυτόν από του να ορμήση αλόγως και απερισκέπτως εις εν τόσον μέγα και επικίνδυνον έργον. Ακούων δε ο ευλογημένος Δημήτριος τας θείας εκείνας παραινέσεις και συμβουλάς του Πνευματικού και φυλάττων το πρέπον σέβας προς αυτόν, εσιώπα και δεν ηναντιούντο παντελώς εις τους λόγους του. Εσιώπα μεν, αλλά το πυρ της προς Χριστόν αγάπης ελάλει ενεργητικώτερον και δραστικώτερον μέσα εις την καρδίαν του. Όθεν ήναψε τούτο σφοδρώς την καρδίαν του και τον παρώτρυνε να αγωνίζεται αγώνας πολλούς, νηστείας δηλονότι, μεγάλας προσευχάς, αδιαλείπτους και αδικόπους αγρυπνίας σχεδόν ολονυκτίους, γονυκλισίας αμετρήτους και παρακλήσεις και δεήσεις εις την Θεοτόκον, την μεσίτριαν των αμαρτωλών, θερμάς και πολλάς. Εις τόσην δε συντριβήν και κατάνυξιν ήλθεν εκ τούτων απάντων, ώστε έκλαιε πικρώς, ως άλλος Πέτρος, ανεστέναζεν οδυνηρώς εκ βάθους καρδίας, ως ο Τελώνης, και επεκαλείτο την Θεοτόκον εις βοήθειαν. Ο μακάριος όμως Δημήτριος ταύτα πάντα ενόμιζεν ολίγα προς εξιλέωσιν του Θεού και του εφαίνοντο μικρά προς ικανοποίησιν του μεγίστου αμαρτήματος της αρνήσεως. Εκτύπα λοιπόν σφοδρώς δια των χειρών του το στήθος, το πρόσωπον και την κεφαλήν του και τόσον βαρέως, ώστε πολλάκις έτρεχον τα αίματα από τους μυκτήρας του. Ποίος ήθελεν ίδει αυτόν, ας ήτο και ο πλέον σκληροκάρδιος και να μη κινηθή εις οίκτον και συμπάθειαν; Ο ίδιος εκείνος Πνευματικός, όστις τον εξωμολόγησε και όστις και πάντα τα κατά τον Δημήτριον παρέδωκεν ημίν να γράψωμεν (ταύτα λέγει ο Όσιος Νικηφόρος ο Χίος) έλεγεν εις ημάς· «Ημείς μέχρι τινός, βλέποντες τα αίματα τρέχοντα, ενομίζαμεν ότι κατά συμβεβηκός αιμορραγεί εκ της ρινός, επειδή εκείνος ο μακάριος έκρυπτεν όσον ηδύνετο την αιτίαν και μόνος ο των κρυπτών γνώστης Θεός ήθελε να την γνωρίζη. Κατόπιν όμως, παρατηρήσαντες και γνωρίσαντες το πράγμα, υπερεθαυμάσαμεν και συνετρίβη η καρδία μας από την συμπάθειαν· όχι δε τούτο μόνον έκαμνε κρυφίως και δεν ήθελεν άλλος τις να το γνωρίζη, αλλά και άλλο παρόμοιον. Τόπος κεκαλυμμένος ήτο εκεί παράμερα εις την υπώρειαν του βουνού, από το οποίον έτρεχεν ύδωρ. Ήτο δηλαδή υπόγειος τις στοά, από την οποίαν ήρχετο το νερό, αυτήν δε την στοάν είχεν ο ευλογημένος Δημήτριος εργαστήριον ιερόν της πνευματικής του εργασίας και εκεί μέσα προσηύχετο μόνος προς μόνον τον ποθούμενόν του Χριστόν και δια δακρύων και στεναγμών προητοίμαζεν ο αοίδιμος τον εαυτόν του δια τους αγώνας του Μαρτυρίου. Και πότε έκαμε τούτο; Ω και τι δεν κάμνει η θερμή αγάπη προς τον Χριστόν! Πότε ηγωνίζετο μέσα εις τον ψυχρότατον εκείνον τόπον; Εις εποχήν χειμώνος, ότε ήτο υπερβολικόν και ανυπόφορον ψύχος· τόσον δε σφοδρόν ρίγος εδοκίμαζεν, ώστε μη υποφέρων έκοψε μικρόν τεμάχιον από παλαιόν τι σκέπασμα, το οποίον είχε, και έρριπτεν αυτό επάνω του προς μικράν παρηγορίαν, μη θέλων να ζητήση κανέν ένδυμα, δια να μη γνωρίσωμεν ημείς την κρυπτήν του άσκησιν και τον αγώνα του. Κατ’ αυτόν λοιπόν τον τρόπον καλώς ετοιμασθείς, εξωμολογήθη τελευταίον και εις άλλον κυρίως και ενεργεία Πνευματικόν Ιερομόναχον, διότι ο πρώτος Πνευματικός, περί του οποίου εκάμαμεν ανωτέρω λόγον, δεν εξετέλει το της πνευματικής διακονίας έργον. Εις τον Πνευματικόν αυτόν εξωμολογήθη ο μακάριος Δημήτριος όλας τας αμαρτίας του, όσας ήμαρτεν ως άνθρωπος εις όλην του την ζωήν, δια λεπτομερούς και καθαράς εξομολογήσεως. Αφ’ ου δε και ο Πνευματικός αυτός τον ενουθέτησε πατρικώς και ως έπρεπε, τον συνεβούλευσε να προτιμήση, ως ασφαλεστέραν, την εν ησυχία μετάνοιαν και να λείψη από το Μαρτύριον. Αυτός όμως πάλιν εσιώπα και ουδέν απεκρίθη· αλλ’ η προλαβούσα ησυχία και οι της μετανοίας καρποί, τους οποίους συνεχώς εξ αυτής απεκόμιζε, του ήναψαν μεγάλην φλόγα δια το Μαρτύριον, σιωπών δε άλλο τι δεν εφαντάζετο και άλλο δεν επόθει παρά μόνον το Μαρτύριον· καμμία δε δύναμις λόγων δεν ηδυνήθη να του μεταβάλη τον λογισμόν και να τον εμποδίση από του να πραγματοποιήση το υπέρ Χριστού Μαρτύριον και τον Θάνατον. Δια τούτο εσκίρτα η καρδία του και η διάνοιά του επτερούτο από την ανάγνωσιν των νέων Μαρτυρίων, τόσον ώστε δεν εζόρταινε να ακούη ταύτα όλην την ημέραν· αλλά και την νύκτα παρεκάλει αδελφόν τινα και συνηγρύπνει μαζί του, όστις κατά το περισσότερον μέρος της νυκτός τού ανεγίνωσκε τα νέα Μαρτύρια. Ούτως από ημέρας εις ημέραν και από ώρας εις ώραν «αναβάσεις» θείου πόθου και αγάπης «εν τη καρδία αυτού», κατά τον Προφήτην, «διέθετο» (Ψαλμ. πγ:6), και τέλος πάντων τόσον παρεκινήθη και εθερμάνθη εις το Μαρτύριον, από τον ζήλον και την μίμησιν των νέων Μαρτύρων και τόσον ήναψεν από τον πόθον του Ιησού Χριστού, ώστε του εφαίνετο, ότι με μόνην την ροήν του αίματός του θέλει σβύσει την νοητήν εκείνην φλόγα την καταφλέγουσαν την καρδίαν του. Ω έρως! Ω πόθος! Ω αγάπη διάπυρος! την οποίαν άλλος τις δεν δύναται να εννοήση, παρά μόνον εκείνος όστις ήθελε καθαρίσει την καρδίαν του και κάμει αυτήν αξίαν τοιαύτης αγάπης. Βεβαιότατα, αδελφοί, «μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού» (Ιωάν. ιε:13), καθώς είπεν ο Κύριος. Δια ταύτα πάντα, μη δυνάμενος να αναβάλη πλέον τον καιρόν, ο Δημήτριος εζήτησε την άδειαν από τον προρρηθέντα Πνευματικόν Πατέρα να υπάγη εις την Πελοπόννησον, αφ’ ενός μεν δια να ομολογήση τον Χριστόν, εκεί όπου αφρόνως τον ηρνήθη, αφ’ ετέρου δε δια να εύρη τον αυταδελφόν του και να τον παρακινήση δια λόγων τε και έργων εις το να ομολογήση και εκείνος τον Χριστόν, ή τουλάχιστον να έλθη εις αίσθησιν του καλού, το οποίον έπραξε και να μετανοήση, δια να κάμη την πρέπουσαν διόρθωσιν· διότι τον έτυπτεν η συνείδησις δια τον λόγον τον οποίον του είπε και ήθελε να διορθώση και τούτο το σφάλμα του. Ο δε Πνευματικός, βλέπων τον αμετάθετον σκοπόν του και το στερεόν της γνώμης του, εχάρη καθ’ εαυτόν και τον Θεόν εδόξασεν εξ όλης ψυχής και καρδίας. Έπειτα συνεβούλευσεν αυτόν τα δέοντα και επευξάμενος επ’ αυτού ολοψύχως, τον απέλυσεν εν ειρήνη, εγχειρίσας εις αυτόν και επιστολήν προς τον εν Πελοποννήσω σεβάσμιον Ιεροκήρυκα (ούτος ήτο ο εν Πελοποννήσω Ιεροδιδάσκαλος Ησαϊας), δια της οποίας παρήγγειλεν εις αυτόν να ακολουθήση τας συμβουλάς του. Όθεν αναχωρήσας εκείθεν ο Άγιος και ευοδωθείς συν Θεώ εις την Πελοπόννησον, επήγεν εις το Άργος δια να συναντήση τον Ιεροδιδάσκαλον και να του εγχειρίση την επιστολήν. Αλλά μη ευρών αυτόν εκεί, έμεινεν εις ευλαβή τινά και φιλόξενον Χριστιανόν, εις τον οποίον εφανέρωσε τον σκοπόν του και έμενε μετ’ αυτού, έως ότου έλθη ο ειρημένος Ιεροδιδάσκαλος. Ο αδελφός δε εκείνος, φιλάρετος ων, δεν παρέλειπε νύκτα και ημέραν από του να αναγινώσκη εις αυτόν το «Νέον Μαρτυρολόγιον» και να του εξάπτη ζωηρώς τον έρωτα και την προθυμίαν εις το Μαρτύριον. Αλλά τας προσευχάς, τας νηστείας και τα θερμά δάκρυα και όλην την άλλην κακουχίαν όπου ο Μάρτυς έκαμνεν εις το Άργος, ποία γλώσσα δύναται να διηγηθή αξίως και τις κάλαμος να περιγράψη; Αι προσευχαί του κατά μεν την νύκτα ήσαν ολονύκτιοι, κατά δε την ημέραν ακατάπαυστοι. Η νηστεία του ήτο παράδοξος, διότι καθώς μαρτυρεί φιλαλήθως ο αιδεσιμώτατος Σακελλάριος Ιερεύς Αντώνιος μίαν μόνον φοράν ανά οκτώ ημέρας έτρωγεν ολίγον τι, κατά τας ημέρας εκείνας κατά τας οποίας ευρίσκετο εις το Άργος. Τα δάκρυά του ήσαν πηγή αέναος, ο δε πόθος και η προθυμία του δια το Μαρτύριον εγνωρίζετο και από τα εξωτερικά ταύτα σημεία, ποία όμως κάμινος ή ποία φλοξ πυρός ήναπτε μέσα εις την καρδίαν του, ούτε εκείνος ο ίδιος ηδύνατο να το εκθέση δια λόγων. Όταν λοιπόν παρήλθεν η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς των Παθών του Κυρίου μας, καθώς επίσης και η Διακαινήσιμος και ο ειρημένος διδάσκαλος δεν ενεφανίσθη, δεν ηδυνήθη πλέον να υπομείνη ο τρισόλβιος. Όθεν, εξαφθείς από φλόγα απροσμετρήτου προθυμίας, έλεγεν εις τον αδελφόν· «Να υπάγω, αδελφέ, να υπάγω· δεν υπάρχει πλέον καιρός αργοπορίας, ούτε καιρός στοχασμού, αλλά καιρός αποδημίας».Συνοδευθείς τότε από θεοσεβή τινα Χριστιανόν, ήλθον κατ’ ευθείαν εις την Ιεράν Μονήν, την καλουμένην Κηπιανά. Εκεί εξωμολογήθη και διήλθεν άγρυπνος όλην την νύκτα, μετά δακρύων και προσευχών, με τα οποία καλώς ετοιμασθείς, έφθασεν εις την Τρίπολιν, κατά την δευτέραν ημέραν της εβδομάδος του Θωμά, ευθύς δε μετέβη εις την οικίαν Χριστιανού τινός συντρόφου του πρώην αυθέντου του Αγαρηνού και εχαιρέτισεν πάντας τους εν αυτή με το «Χριστός Ανέστη», τον σωτήριον ασπασμόν. Γνωρίσαντες δε εκείνοι αυτόν και μαθόντες τον σκοπόν του, μεγάλως εφοβήθησαν. Κατά την ιδίαν εκείνην εσπέραν ο ευλογημένος Μάρτυς του Χριστού Δημήτριος συνήντησε και Ιερωμένους τινάς ευλαβείς, καθώς και τους εγκρίτους εκ των λαϊκών, προς τους οποίους ανεκοίνωσε την κατάστασίν του και την σταθεράν του απόφασιν να παρουσιασθή. Ούτοι δε πολλά ειπόντες δεν παρέλειψαν από του να προσπαθήσωσι να τον εμποδίσωσιν από του σκοπού του, επισείοντες κατ’ αυτού τους επικρεμαμένους κινδύνους. Έπραττον δε τούτο, φοβούμενοι την ανθρωπίνην ασθένειαν και τον κίνδυνον, όστις ίσως ήθελεν επακολουθήσει και εις τους άλλους Χριστιανούς. Ο δε μακάριος μετά μεγίστης ταπεινώσεως έδιδε τας αποκρίσεις του εις όσα τον ηρώτων, λέγων· «Θαρσείτε, αδελφοί μου, διότι εγώ προσήλωσα όλας μου τας ελπίδας εις τον Εσταυρωμένον μου Ιησούν και ελπίζω εις την άπειρον παντοδυναμίαν Του, ότι καθώς ενεδυνάμωσεν όλους τους Αγίους Μάρτυρας, ούτω θέλει ενδυναμώσει και εμέ τον άθλιον, ίνα εξαλείψω την αμαρτίαν μου με την θυσίαν του αίματός μου». Ο ανωτέρω αναφερόμενος Ιερεύς Αντώνιος εκάλεσε και πάλιν τον Μάρτυρα και ωμίλησε προς αυτόν ιδιαιτέρως περί του ιδίου θέματος, εμποδίζων με διαφόρους λόγους τον Άγιον από το Μαρτύριον. Αλλ’ επειδή δεν ηδυνήθη να τον καταπείση, τέλος του λέγει· «Ας κάμωμεν, τέκνον, την νύκτα ταύτην θερμήν δέησιν εις τον Θεόν και ό,τι μας οδηγήση, ας πράξωμεν αύριον». Υπήκουσε τότε μετά χαράς ο ευλογημένος Δημήτριος και έφυγεν ίνα διαμείνη εις την Εκκλησίαν του εν Αγίοις Πατρός ημών Νικολάου, άνωθεν της Τριπόλεως, ο δε Σακελλάριος μετέβη εις την Μητρόπολιν. Και ο μεν Δημήτριος έμεινεν άγρυπνος και προσευχόμενος καθ’ όλην την νύκτα. Ο δε Ιερεύς απεκοιμήθη και ιδού βλέπει κατ’ όναρ στράτευμα φοβερόν εκ πλήθους στρατιωτών αποτελούμενον και εν παρατάξει βασιλική παρατεταγμένον. Εις το μέσον της παρατάξεως ταύτης έβαινεν άμαξα χρυσοστολισμένη, την οποίαν έσυρον δύο λευκοί ίπποι, όλα δε αυτά εφαίνοντο ότι γίνονται εντός της Τριπόλεως. Ο αμαξηλάτης της αμάξης εκείνης ήτο ωραιότατος τις άνθρωπος, ξανθός, ολιγογένειος, δια λευκών και πρασίνων ενδυμάτων ενδεδυμένος, από δε της οσφύος αυτού εκρέματο μάχαιρα μεγάλη. Τούτον ηκολούθει ο Μάρτυς Δημήτριος, έχων εις την κεφαλήν του σινδόνα λευκήν και πλησιάσας τον Ιερέα, του είπε δύο φοράς με ταπεινήν φωνήν· «Σήκω τώρα, σήκω τώρα». Επειδή δε εκείνος συνέχιζε κοιμώμενος, λαβών αυτόν από της χειρός ο Δημήτριος του εφώναξε και δια τρίτην φοράν, λέγων με μεγάλην φωνήν· «Σήκω τώρα, διότι είναι καιρός». Ευθύς τότε έντρομος γενόμενος ο Ιερεύς εξύπνησε, τόσον δε καλά ήσαν τετυπωμένα μέσα εις την φαντασίαν του όλα αυτά, το οποία είδεν, ώστε ως ο ίδιος ωμολόγει μετά ταύτα δεν ενόμιζεν ότι είδεν όνειρον τι, αλλ’ ότι εν εγρηγόρσει είδεν όσα είδε. Μάλιστα του εφαίνετο ότι έβλεπεν ακόμη εμπρός του τα ίδια. Εξελθών ακολούθως από την οικίαν του εισήλθεν εις τον Ναόν του Αγίου Δημητρίου και έκαμε προσευχήν, ευθύς δε κατόπιν εξεκίνησε προς τον δρόμον του Αγίου Νικολάου. Ιδών ο Μάρτυς του Χριστού Δημήτριος από μακράν ερχόμενον τον Πνευματικόν, έτρεξεν εις προϋπάντησιν αυτού με φαιδρόν πρόσωπον και πλήρης χαράς. Αφού δε έφθασαν εκεί όπου διέμενεν, έξω εις τινας βράχους, τον ηρώτησεν ο Πνευματικός πως διήλθε την νύκτα· εκείνος δε απεκρίθη· «Καλώς Χάριτι θεία, και με την ευχήν σου». Τον ηρώτησε κατόπιν, εάν του έδειξεν ο Θεός κανέν σημείον και εκείνος απεκρίθη· «Όχι, δεν μου έδειξεν». Αλλ’ επειδή ο Πνευματικός είχεν ίδει την ανωτέρω αναφερομένην οπτασίαν, δεν τον επίστευσε, διαλογιζόμενος ότι εκείνος μάλλον θα έπρεπε να έχη ίδη αποκάλυψιν τινά, ως άξιος. Μάλιστα εσκέπτετο, ότι εάν του έλεγε ότι είδε, θα εβεβαιούτο και αυτός ότι και η ιδική του οπτασία ήτο αληθής και θεία. Δια τούτο τον εβίασε πολύ, έως ότου ο Μάρτυς τού απεκάλυψε την αλήθειαν, λέγων· «Αφ’ εσπέρας ήρχισα να προσεύχωμαι και περί την τετάρτην ώραν της νυκτός είδον θαυμαστήν τινα λάμψιν, και παρευθύς εκυκλώθην όλος από φως ουράνιον. Μέσα δε εις το φως αυτό είδον λευκοφόρον τινά άνδρα, όστις μου έλεγε· «Χαίρε Δημήτριε, μη φοβού, τρέχε εις τον αγώνα σου με θάρρος και εγώ είμαι μετά σου». Εγώ δε, συνέχισε λέγων ο Μάρτυς, εφοβήθην από την φοβεράν εκείνην οπτασίαν, πλην όμως έλαβον και θάρρος και δύναμιν, έρρητος δε χαρά επλημμύρισε την καρδίαν μου. Τότε από την έκπληξιν έπεσον εις την γην και προσηυχόμην. Μετά παρέλευσιν δε ώρας ικανής εγερθείς, είδον πάλιν τον άνθρωπον εκείνον ιστάμενον άνωθεν εμού και μοι είπε πάλιν τους ιδίους λόγους· εγώ δε έπεσον και πάλιν εις την γην από το μέγα θάμβος και την έκπληξιν του φωτός και της θεωρίας του ανδρός εκείνου. Πάλιν δε μεθ’ ώραν ικανήν εγερθείς, είδον τα αυτά και τους αυτούς λόγους ήκουσα. Τοιουτοτρόπως έμεινα γονυπετής εις την γην μέχρι της ογδόης ώρας και τότε, όταν και πάλιν ηγέρθην, εχάθη από τους οφθαλμούς μου ο θαυμαστός εκείνος άνθρωπος ομού και το φως». Ταύτα διηγήθη εις τον Πνευματικόν ο αοίδιμος. Μετά ταύτα, εξομολογηθείς ο μακάριος Δημήτριος μετά πολλών δακρύων, εκοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού και ενδυναμωθείς δια του ουρανίου Άρτου, εισήλθε πάλιν εις την Τρίπολιν, τρέχων ως η ασματική Νύμφη, δια να εύρη τον γλυκύν και μυστικόν Νυμφίον της, περιήλθε δε τρεις φοράς την πόλιν, με φρόνημα γενναίον και με βάδισμα υπερήφανον, δια να γνωρισθή. Αλλ’ υπό μηδενός αναγνωρισθείς, επέστρεψε πάλιν εις τον Ναόν του Αγίου Νικολάου, επειδή είχεν εντολήν από τον Πνευματικόν του Πατέρα Αντώνιον, εάν δεν γίνη αντιληπτός από τους Αγαρηνούς, να μη φανερωθή μόνος. Τότε μετέβη πάλιν προς συνάντησίν του ο ευλογημένος εκείνος Ιερεύς και ευρών αυτόν κλαίοντα μετά πολλού πόνου δια την αποτυχίαν του, λέγει προς αυτόν· «Μη λυπείσαι, αδελφέ, διότι δεν επέτυχες το παρά σου ποθούμενον· ο Θεός, όστις ερευνά τα βάθη των καρδιών, γνωρίζει τον πόθον σου και θέλει σε ανταμείψει, ως να ωλοκλήρωσας και την πράξιν το Μαρτύριον. Τώρα βέναια συ είσαι Μάρτυς τη προαιρέσει, ώστε αρκούντως εξεπλήρωσας το χρέος σου, εις το εξής δε άλλο δεν σου χρειάζεται ή να φυλάττης ακριβώς τας εντολάς του Θεού. όθεν ύπαγε εις άλλον τινά τόπον Χριστιανικόν, εις τον οποίον θα ημπορέσης να ζήσης ζωήν αγίαν και να ευαρεστήσης εις τον Θεόν». Ταύτα και άλλα τοιαύτα είπεν ο σεβάσμιος εκείνος Πατήρ· αλλ’ ο μακάριος Δημήτριος μετά την αποτυχίαν ησθάνετο, ότι η φλοξ του θεϊκού πόθου ήναψε περισσότερον εις την καρδίαν του και απεκρίθη μετά πόνου· «Μη γένοιτο, Πάτερ, μη γένοιτο, να σταθώ έως εδώ, πρέπει να αποθάνω, Πάτερ, να αποθάνω δια τον Ιησούν μου, τον οποίον αφρόνως ηρνήθην και να τον ομολογήσω ενώπιον των τυράννων τέλειον Θεόν και τέλειον άνθρωπον και δια το όνομά του το Άγιον να χύσω το αμαρτωλόν αίμα μου, δια να μου συγχωρήση ο Κύριος τας αμετρήτους αμαρτίας μου. Και αν ακόμη πρόκειται να μου κάμουν όλα τα βασανιστήρια του κόσμου, έτοιμος είμαι να τα δεχθώ δια την αγάπην του Σωτήρος μου». Ταύτα λοιπόν και άλλα παρόμοια ακούσας ο Ιερεύς και ιδών την τοσαύτην προθυμίαν τού Μάρτυρος, είπεν· «Ιδού ότι ίσταται ενταύθα αοράτως ο Κύριος ημών, τέκνον, και σε δέχεται προθύμως· ύπαγε λοιπόν δια να εκπληρώσης τον πόθον σου». Τότε ευθύς εγερθείς μετά χαράς ο Μάρτυς, μετέβη κατ’ ευθείαν εις το εργαστήριον του κουρέως πρώην αυθέντου του και ησπάσθη τους άλλοτε συναδέλφους του, με το «Χριστός ανέστη». Ερωτηθείς δε παρ’ αυτών ποίος είναι, απεκρίθη· «Εγώ είμαι ο Δηνήτριος, όστις μέσα εδώ, εις το κατηραμένον τούτο εργαστήριον, ηρνήθην τον Χριστόν μου, τον αληθινόν Θεόν· ήλθον δε τώρα να Τον ομολογήσω και πάλιν εδώ, όπου τον ηρνήθην, δια να λάβω και πάλιν τον θησαυρόν της Πίστεώς μου, τον οποίον απώλεσα». Ταύτα ακούσαντες οι Χριστιανοί εφοβήθησαν και έσπευσαν να αναχωρήσουν· εις δε τουρκόπαις του αυτού εργαστηρίου, συμμαθητής πρώην του Μάρτυρος, του λέγει· «Μεχμέτ, τι είναι αυτά τα οποία λέγεις; Ετρελάθης; Έλα εις τον νουν σου· δεν λυπείσαι την ζωήν σου; Αν ακούσουν αυτά οι Τούρκοι, θα σε θανατώσουν ευθύς». Ο δε μακάριος Δημήτριος απεκρίθη προς αυτόν· «Εγώ δια τούτο ήλθον· δια να χύσω το αίμα μου και να αποπλύνω με αυτό την εντροπήν της κατηραμένης σφραγίδος σας». Ο δε τουρκόπαις του λέγει· «Επειδή έχεις τοιαύτην απόφασιν, έλα μέσα εις την αυλήν να σε κόψω εγώ με το ξυράφι». Τότε ο αοίδιμος Δημήτριος με χαράν μεγάλην και ταχύτητα έτρεξεν εις την αυλήν και ήπλωσε παρευθύς τον λαιμόν του, λέγων· «Κόψε με, αν είσαι παλληκάρι· θα μου κάμης μεγάλην χάριν». Ο τουρκόπαις όμως έφριξε προ του τοιούτου θανάτου και της τόλμης του Μάρτυρος και εξελθών εκείθεν με τρόπον, είπεν· «Εύρε το από άλλον». Τι δε συνέβη μετά ταύτα; Εξήλθε και ο Άγιος Μάρτυς και εκάθησεν έξω από το εργαστήριον. Μετ’ ολίγον ήλθεν ο κατηραμένος Βελής ο πρώην αυθέντης του, όστις, ως είδε τον Μάρτυρα και επληροφορήθη τον σκοπόν του, επεχείρησε με απειλάς και με κολακείας πολλάς να τον πλανήση. Βλέπων όμως την αμετάτρεπτον απόφασίν του, υπεσχέθη να του δώση αργυρά νομίσματα δια να φύγη ευθύς την ώραν εκείνην και όπου θέλει ας υπάγη και ας είναι Χριστιανός. Ο δε τρισόλβιος Δημήτριος άλλο δεν έλεγεν, ει μη ότι: «Είμαι Χριστιανός, δεν φεύγω· ήλθον να ομολογήσω την Πίστιν μου και να χύσω το αίμα μου δια τον Χριστόν μου τον Εσταυρωμένον». Εν ω δε ταύτα συνέβαινον, διεδόθη εις τους Τούρκους η είδησις, ότι εις Χριστιανός, όστις είχε τουρκεύσει ήλθε τώρα και λέγει ότι είναι και πάλιν Χριστιανός και αρνείται την πίστιν των, την οποίαν πρωτύτερα εδέχθη. Εις λοιπόν εκ τούτων αιμοβόρος και σκληροτράχηλος ελθών εύρε τον Μάρτυρα καθήμενον και του λέγει· «Συ ήσουν Τούρκος· πως τώρα φορείς Ελληνικά ενδύματα και λέγεις ότι είσαι Χριστιανός;» Εις τούτον απεκρίθη ο Μάρτυς· «Χριστιανός ήμην, Χριστιανός είμαι και Χριστανός θέλω να αποθάνω». Όθεν ο δυσσεβέστατος εκείνος ήρπασε τον ευλογημένον Δημήτριον ως ο λύκος το αρνίον, δια να τον οδηγήση προς τον ηγεμόνα· καθ’ οδόν όμως τον εισήγαγεν εις τι εργαστήριον και ηρεύνα τα ενδύματά του, μήπως είχε χρήματα δια να του τα αρπάση. Ο δε Χριστιανός, ο κύριος του εργαστηρίου, μαθών την αιτίαν, είπεν εις τον Αγαρηνόν να του δώση αργυρά νομίσματα και να απολύση τον Μάρτυρα. Αλλ’ ο Άγιος διακόψας είπε· «Χριστιανέ, αδελφέ μου, σε ευχαριστώ, πλην μη χάνης τα χρήματά σου, διότι εγώ δια τον σκοπόν αυτόν ήλθον και θέλω να τον εκπληρώσω». Τότε ο θηριόγνωμος εκείνος ήρπασε πάλιν τον Μάρτυρα και τον ωδήγησεν εις τον επίτροπον του ηγεμόνος, όστις ήρχισε πρώτον με κολακείας και πολλάς υποσχέσεις, πειρώμενος να εξαπατήση τον Μάρτυρα, κατόπιν δε τον ηπείλησε και με φρικτάς τιμωρίας δια να τον φέρη πάλιν εις την βρελυρωτάτην θρησκείαν των. Εις ταύτα όμως ο Μάρτυς άλλο δεν απεκρίνετο ει μη ότι, «Χριστιανός εγεννήθην, Χριστιανός είμαι και Χριστιανός θέλω να αποθάνω. Ο Εσταυρωμένος είναι ο αληθινός Θεός. Προσκυνώ Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον». Το δε ανήμερον θηρίον, ο Αγαρηνός εκείνος, ιδών το αμετάθετον της γνώμης του Μάρτυρος, τον απέστειλεν εις τον δικαστήν, τον κριτήν του εναγούς νόμου των, δια να τον εξετάση και να τον παρακινήση εκείνος, ελπίζων ότι ούτως θα ομολογήση ίσως και πάλιν την πλάνην των. Καθ’ οδόν δε, ενώ οι αλιτήριοι εκείνοι ωδήγουν τον γενναίον Αθλητήν εις το κριτήριον, εις εξ αυτών τον εβάσταζε σφιγκτά από την δεξιάν του χείρα, τόσον ώστε δεν ηδύνατο να κάμη το σημείον του Τιμίου Σταυρού. Όθεν, ως με οργήν, του είπεν ο Μάρτυς· «Εγώ ήλθον αυτόκλητος· τι φοβείσθε; Μη φύγω; Δεν φεύγω. Λοιπόν εν τω ονόματι του Κυρίου μου Ιησού, ούτε συ ούτε άλλος τις εις την οδόν μου αυτήν να μη εγγίση επάνω μου». Ευθύς τότε εκείνος τον άφησεν και ούτε άλλος τις τον ήγγισεν. Ούτως έκαμεν ανεμποδίστως τον Σταυρόν του και με ταπεινήν φωνήν προσηύχετο ο μακάριος. Εν ω δε ταύτα συνέβαινον, ηπλώθη η φήμη μεταξύ των Χριστιανών, ότι εις αδελφός παρουσιάζεται δια την ομολογίαν της Πίστεως. Τότε άλλοι εις τα εργαστήριά των άλλοι εις τας οικίας των, ενώπιον των Αγίων Εικόνων, ασκεπείς και μετά θερμών δακρύων, παρεκάλουν τον Κύριον να ενδυναμώση τον Μάρτυρα εις την ομολογίαν της Αγίας του Πίστεως. Αφού λοιπόν ο μακάριος Μάρτυς παρουσιάσθη εις τον κριτήν, τον ηρώτησεν εκείνος με ημερότητα και κολακείαν, ποίος είναι και διατί ηρνήθη την πίστιν των, η οποία, έλεγεν, είναι λαμπρά και ένδοξος. Ο δε μακάριος Δημήτριος δεν ηθέλησε να αποκριθή με τουρκικήν διάλεκτον, διότι απεστράφη και εβδελύχθη παντελώς και αυτούς και την γλώσσαν των. Όθεν κύπτων την κεφαλήν με ταπείνωσιν απεκρίθη· «Ήμην και είμαι Χριστιανός και τον Χριστόν μου προσκυνώ ως Θεόν αληθινόν». Ταύτα ακούων ο κριτής και μη εννοών τι λέγει, ηρώτησε τους περιεστώτας Αγαρηνούς, εις δε εξ εκείνων, ως Χριστιανομάχος, απεκρίθη· «Αυτός λέγει, ότι Τούρκος ήτο και Τούρκος είναι». Ο δε Μάρτυς, μη υποφέρων να τον ακούη, εβόησε δια μεγάλης φωνής τουρκιστί· «Όχι, όχι, όχι, ω κριτά, ψεύδονται αυτοί· εγώ Χριστιανός εγεννήθην, Χριστιανός είμαι και Χριστιανός θέλω να αποθάνω». Ο κριτής, απορήσας δια την πολλήν αυτού παρρησίαν και γενναιότητα και απελπισθείς, ως βλέπων το ακλόνητον του Μάρτυρος, τον απέστειλεν εις τον ηγεμόνα, χωρίς να εκδώση και την απόφασιν του θανάτου του. Παρήγγειλεν όμως, μετά την ερώτησιν, να τον φυλακίσωσιν, μήπως και μεταμεληθή είτε με κολακείας είτε με απειλάς. Εξερχόμενος δε από το κριτήριον ο Μάρτυς, απέρριψεν από την κεφαλήν του το φέσι, το οποίον εφόρει (δια να προσεύχεται ασκεπής, ή και ως σημείον της ασεβούς θρησκείας των), ούτω δε ασκεπής παρουσιάσθη εις τον ηγεμόνα παρόντων και πλείστω Αγαρηνών. Ο ηγεμών, όταν είδε και πάλιν τον Μάρτυρα, τον ηρώτησε τας αιτίας δια τας οποίας εγκατέλειψε την πίστιν των, έπειτα δε υπεσχέθη εις τον Μάρτυρα ίππους χρυσοχαλίνους, ιμάτια πολύτιμα, χρυσόν και άργυρον, πλην εις δώδεκα ερωτήσεις τας οποίας ο ηγεμών, ο γαμβρός του και έτερος συγγενής του έκαμεν εις τον Μάρτυρα, με πολλάς υποσχέσεις, κατόπιν δε μα απειλάς κολαστηρίων, άλλο δεν έλεγεν, ει μη· «Χριστιανός είμαι, προσκυνώ τον Εσταυρωμένον μου Ιησούν ως Θεόν αληθινόν, προσκυνώ Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον». Ίδετε, αδελφοί, Πρόνοιαν Θεού, ότι ενώ πρότερον το τρισσόν της Θεότητος ηρνήθη από την αφροσύνην του εις τρία κριτήρια των ασεβών, λαμπρά τη φωνή ωμολόγησε κατόπιν την Αγίαν Τριάδα και ιάτρευσε την άρνησίν του με την καλήν ομολογίαν του. Όθεν ο ηγεμών, ιδών το αμετάθετον της γνώμης του, επρόσταξεν ευθύς να αποκεφαλισθή. Ταύτην την απόφασιν ακούσας ο μακάριος Δημήτριος μεγάλως εχάρη και με φαιδρόν πρόσωπον εφέρετο δέσμιος ως αρνίον εις τον τόπον της καταδίκης, ζητών και δίδων συγχώρησιν εις τους Χριστιανούς, τους οποίους συνήντα καθ’ οδόν. Ήτο δε άξιον θαυμασμού το να τον βλέπη τις, ότι ούτε εφοβήθη ούτε εδειλίασεν, ούτε η όψις του ηλλοιώθη, αλλ’ έτρεχε μετά χαράς ως η έλαφος, κατά τον Δαβίδ, «επί τας πηγάς των υδάτων» (Ψαλμ. μα:1). Όταν δε έφθασεν εις το μέσον της αγοράς, ύψωσε την μαρτυρικήν του κεφαλήν εις τον ουρανόν και εβόησε· «Δόξα σοι, Χριστέ μου Εσταυρωμένε, ότι με ηξίωσας, τον αμαρτωλόν και ανάξιον, να φθάσω εις αυτήν την αγίαν ώραν και να χύσω το αμαρτωλόν μου αίμα δια το σωτήριον όνομά Σου». Τούτο ακούσας ο δήμιος, τον εκτύπησε με ράβδον εις τον λαιμόν και μετ’ ολίγον, εκεί πλησίον της αγοράς, τον διέταξε να κύψη την κεφαλήν του, ευθύς δε ο τρισόλβιος με προθυμίαν εγονάτισε. Ο δήμιος όμως τον ανήγειρε και πάλιν και προχωρήσας προς το εργαστήριον του αυθέντου του έκαμνε και πάλιν τα ίδια, αλλά το άκακον του Χριστού αρνίον ακόμη προθυμότερον εδεικνύετο. Και εις την ιχθυαγοράν, όταν έφθασαν και εκεί, τον διέταξεν ο δήμιος να γονατίση, ο δε Μάρτυς παρεκίνει τον δήμιον να εκτελέση την εντολήν του μίαν ώραν ενωρίτερον. Πολλοί δε των Αγαρηνών, βλέποντες τον Μάρτυρα να κλίνη καθ’ εκάστην φοράν μετά τοσαύτης προθυμίας την κεφαλήν, εθαύμαζον την ανδρείαν του και έλεγον· «Τοιαύτην ανδρείαν και γενναιότητα ουδέποτε είδομεν εις άνθρωπον». Τέλος ο δήμιος με τρία κτυπήματα απέτεμε την αγίαν κεφαλήν τού Μάρτυρος, διότι τοιαύτη ήτο η απόφασις του πασά· να θανατωθή με τρία κτυπήματα. Ο δε ευλογημένος Μάρτυς του Χριστού Δημήτριος, όταν εδέχθη το πρώτον κτύπημα εις τον λαιμόν, έψαλλε· «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη Βασιλεία Σου». Αγανακτήσας δια τούτο ο δήμιος, έδωκεν εις τον Μάρτυρα εν ράπισμα. Όταν δε ο δήμιος εκτύπησε δια δευτέραν φοράν, πάλιν έψαλλεν ο Μάρτυς· «Μνήσθητί μου, Κύριε». Κατά δε το τρίτον κτύπημα παρέδωκε το πνεύμα· ενώ δε ήτο γονατιστός προς δυσμάς, με μίαν στροφήν θαυμαστήν έπεσε μετά την αποτομήν του κατ’ ανατολάς και ούτως εβαπτίσθη όλον το Μαρτυρικόν του σώμα εις τους ρύακας του αγίου του αίματος. Ετελείωσε δε τον καλόν αγώνα του Μαρτυρίου ο καλλίνικος ούτος Μάρτυς του Χριστού Δημήτριος εις τους χιλίους οκτακοσίους τρεις χρόνους (1803) από Χριστού, εις τας δέκα τρεις (13) του Απριλίου, ημέραν Τρίτην, ώραν εβδόμην. Χάριτι δε Θεού ο ζηλωτής εκείνος συνοδίτης του Μάρτυρος, περί ου ανωτέρω ωμιλήσαμεν, ήτο παρών εις όλα τα κριτήρια και εις την απόφασιν και εις την αποτομήν του Μάρτυρος και ιδών πάντα τα γενόμενα τα εξιστόρησεν εις ημάς. Μετά την αποτομήν της τιμίας κεφαλής του Μάρτυρος τα πλήθη των Χριστιανών, άτινα συνέδραμον εις την παράδοξον ταύτην θεωρίαν, παραμερίσαντες πάντα φόβον και υπό θερμής ευλαβείας κινούμενοι προσέτρεξαν εις τον τόπον του Μαρτυρίου και συνθλιβόμενοι και καταπατούμενοι συνέλεγον άλλοι ποσότητα τινα από το τίμιον αίμα του, άλλοι μέρη από το υποκάμισόν του, άλλοι έκοπτον δάκτυλα, άλλοι άλλα μέρη από το μαρτυρικόν του σώμα και άλλοι ελάμβανον τρίχας δι’ αγιασμόν των. Δια τούτων χριόμενοι πολλοί ασθενείς εθεραπεύθησαν. Ομολογώ δε, αδελφοί, την αλήθειαν, ότι τοιαύτην εντροπήν και καταισχύνην ουδέποτε άλλοτε έλαβον οι ασεβείς, όπως συνέβη τούτο εις αυτούς μετά την γενναίαν ομολογίαν και την σφαγήν του Μάρτυρος Δημητρίου. Όχι δε μόνον εντροπήν έλαβον, αλλά και τόσον φόβον (και τούτο βέβαια θεόθεν εγένετο), ώστε δεν ετόλμησέ τις να είπη τον παραμικρόν υβριστικόν λόγον εις την τόσην ορμήν, την οποίαν εδείκνυον οι Χριστιανοί. Αλλά και οι Χριστιανοί, εξ άλλου, τοιαύτην χαράν και αγαλλίασιν εδοκίμασαν δια την δόξαν της Πίστεώς των, όσην πιστεύω ότι άλλην φοράν δεν εδοκίμασαν. Και δικαίως· διότι η λαμπρά νίκη του Μάρτυρος και τα θαύματα με τα οποία τον εδόξασεν η Αγία Τριάς και η ευωδία του τιμίου του Σώματος, την οποίαν ως και αυτοί οι ασεβείς ησθάνθησαν, όλα ταύτα ήσαν αίτια χαράς πνευματικής. Ολίγον μετά την μακαρίαν αποτομήν της τιμίας Κεφαλής του Μάρτυρος, ηνεώχθησαν, ω φρικτόν άκουσμα! ηνεώχθησαν, λέγω, οι κεκλεισμένοι οφθαλμοί της κεκομμένης τρισολβίας κεφαλής του και εφαίνετο ως ζώσα, προς θαυμασμόν και έκπληξιν των ορώντων. Τούτο δε το θαυμάσιον ήτο πράγματι θαύμα του Κυρίου, ίνα αποδείξη ότι οι Δίκαιοι ζώσιν εις τον αιώνα (Σοφ. Σολ. ε:16) και αν προς καιρόν οι οφθαλμοί εκλείσθησαν, ηνεώχθησαν όμως και βλέπουσι καθαρώς το τρισήλιον φως της Θεότητος. Αλλά και το νενεκρωμένον πρόσωπον του Μάρτυρος χαράν ομού και θάμβος επροξένει εις τους ευσεβείς, τύφλωσιν δε μόνον και λύπην και καταισχύνην εις τους εχθρούς. Διότι τόσον λαμπρόν, τόσον ωραίον, τόσον ροδόχρουν εφαίνετο, ώστε οι βλέποντες τούτο έλεγον, ότι ωμοίαζε με κεφαλήν ζώντος ανθρώπου, εκ του λουτρού μόλις εξερχομένου. Κατά δε την νύκτα εκείνην ευλαβείς τινές Χριστιανοί, παραφυλάττοντες εις τα εργαστήριά των, είδον ιεροπρεπείς τινας άνδρας με λευκάς στολάς ενδεδυμένους, οι οποίοι δεν επάτουν εις την γην, αλλ’ εφαίνοντο ιστάμενοι περί τας δύο πήχεις υψηλότερα απ’ αυτής, οίτινες περιήρχοντο το άγιον Λείψανον, ψάλλοντες. Τούτο το θαυμάσιον εβεβαίωσαν οι ιδόντες με επιτίμια και όρκους φρικτούς, τους δε φανέντας εκείνους άνδρας, άλλοι είδον εξ τον αριθμόν, άλλοι επτά, άλλοι δώδεκα. Έμεινε δε το άγιον Λείψανον εις τον αυτόν τόπον ερριμμένον τρεις ημέρας και τρεις νύκτας και εφαίνετο λαμπρόν και λευκόν ως η χιών. Έπειτα ερρίφθη γνώμη παρά των δυσσεβών ουλεμάδων (Ουλεμάδες εκαλούντο υπό των Τούρκων οι εγκρατείς του ιερού αυτών νόμου, οι ειδικώς προς τούτο εκπαιδευθέντες), να καή το ιερώτατον Λείψανον· όμως, δια προσφοράς πολλών χρημάτων, επείσθησαν να το ρίψουν έξω του κάστρου εις τόπον λεγόμενον Κρεμάλαν, εις τον οποίον εκρεμώντο οι κατάδικοι. Εκείθεν παραληφθέν υπό των ευσεβών ενεταφιάσθη εντίμως και πανευλαβώς. Ο δε προρρηθείς Ιερεύς, απελθών κατά την ιδίαν εκείνην νύκτα μετά φόβου και τρόμου, ανεκόμισε την αγίαν κάραν του Μάρτυρος και φέρων ταύτην εναπέθεσεν αυτήν εν τω Ναώ του Αγίου Δημητρίου του Μυριβλήτου, κάτωθεν της Αγίας Τραπέζης, μετέβαινε δε συχνάκις και επέβλεπε τον τόπον εκείνον, εις τον οποίον είχε κεκρυμμένον τον θησαυρόν. Μετά παρέλευσιν ημερών τινών μεταβάς και πάλιν είδεν επί της πλακός σταγόνα τινά αίματος. Εξιστάμενος δε και μη γνωρίζων περί τίνος να πρόκειται, το έξεσε, ευθύς δε την ώραν εκείνην εχάθη το αίμα, αλλά μετ’ ολίγον επιστρέψας εύρε και πάλιν το ίδιον εκείνο αίμα επί της πλακός, αφού δε εσπόγγισε και έξεσε την πλάκα, εχάθη η σταγών του αίματος ως και πρότερον. Τούτο δεν έγινεν άπαξ και δις, αλλά πολλάκις τοιουτοτρόπως ενεφανίζετο και εξηφανίζετο η σταγών αύτη. Εις το θαύμα δε τούτο και έτερον επηκολούθησε. Το αίμα εκείνο, αφ’ ου πολλάκις εφάνη, εχάθη πλέον, εις το εξής δε ανέβλυζεν επί της πλακός ελαιώδης τις ουσία, ολίγη μεν, αλλά ευωδεστάτη, την οποίαν και πολλοί από τους φίλους του Ιερέως, τους οποίους εκείνος ο ίδιος εκάλεσε την είδον δια των ιδίων των οφθαλμών και την περιεργάσθησαν επιμελώς. Εκ τούτου οι βλέποντες ομολόγουν, ότι και εις τον νέον τούτον Μάρτυρα Δημήτριον έδωκεν ο Θεός τα χάρισμα του παλαιού Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, να αναβλύζη δηλαδή μύρον εκ του τάφου του. Διότι και η ουσία εκείνη όχι μόνον ευωδίαζεν, αλλ’ ήτο και παντοίας νόσου ιατρικόν θαυμάσιον. Επειδή όμως οι εισερχόμενοι εις την Εκκλησίαν ηπόρουν, αγνοούντες πόθεν προήρχετο η ευωδία εκείνη και διηρωτώντο περί τούτου και επειδή ήρχισε να κοινολογήται εκείνο το οποίον ο Ιερεύς εκ του φόβου των Τούρκων δεν ήθελε να γνωρίζουν πολλοί, δια τούτο την ιγ΄ (13) του Ιουλίου, αγρυπνίαν ποιήσας ο Ιερεύς μετά τριών πιστών φίλων αυτού, έκαμεν ανακομιδήν της αγίας Κάρας και απέθεσε ταύτην εις άλλον τόπον. Το δε πάντιμον σώμα του Μάρτυρος μετεκομίσθη υπό τινων δια νυκτός εις την Ιεράν Μονήν του Αγίου Νικολάου, την επονομαζομένην των Βαρσών και εκεί ετάφη πανεντίμως. Πολλά δε θαυμάσια ενήργησε και ενεργεί ακαταπαύστως η μαρτυρική χάρις του θείου τούτου Δημητρίου, από τα οποία ολίγα μόνον θέλομεν γράψει εδώ προς δόξαν αυτού και εις ωφέλειαν των φιλομαρτύρων Χριστιανών. Κόρη τις έπασχε δεινώς από σεληνιασμόν και προστρέχουσα συνεχώς εις ιατρούς, μετεχειρίσθη πολλά και διάφορα ιατρικά προς θεραπείαν της. Όμως δεν έλαβε την ποθουμένην υγείαν της, ακούσασα δε τα θαύματα του Μάρτυρος, προσεκάλεσε τον ευλαβέστατον Ιερέα Αντώνιον, τον οποίον πολλάκις ανεφέραμεν, ίνα ψάλη εις αυτήν αγιασμόν. Μετά δε το ράντισμα του αγιασμού, εσημείωσεν επ’ αυτής με εν δάκτυλον του Μάρτυρος το σημείον του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού και, ω του θαύματος! ευθύς εφώναξεν εκείνη· «Αλλοίμονον εις εμέ, με έφαγεν ο κοψοκέφαλος Δημήτριος». Ταύτα δε λέγουσα μετά φωνής ησύχασε και ιάθη πλήρως, δια της χάριτος του Αγίου Μάρτυρος και εις το εξής υγίαινε και εσωφρόνει, δοξάζουσα τον εν τοις Αγίοις Αυτού δοξαζόμενον Θεόν και τον θείον αυτής ιατρόν και ευεργέτην Άγιον Δημήτριον. Άνθρωπος τις ασθενήσας, καθώς φαίνεται, εκ συνεργείας δαιμονικής, έβλεπεν, εκείνος μόνος, αιθίοπα τινά τόσον υψηλόν και μεγάλον, ώστετου εφαίνετο, ότι έφθανεν έως των νεφών, εγίνετο δε όλος ως φοβερώτατον τι και ασχημότατον στόμα και εδείκνυεν, ότι ορμά να τον καταπίη. Φοβερόν το θέαμα! Ρώσαι ημάς, Κύριε, εκ της επηρείας των πονηρών δαιμόνων! Ο δε άθλιος ασθενής, από τον υπερβολικόν και απερίγραπτον φόβον, ο οποίος τον κατελάμβανεν, εταράσσετο και έκαμνεν όλα εκείνα τα σχήματα από τα οποία υποφέρουν οι σεληνιαζόμενοι με υπερβάλλουσαν όμως βίαν πάσχων ταύτα. Όθεν ήτο φρικτόν και ελεεινόν θέαμα εις τους ορώντας. Η τόσον όμως μεγάλη και φοβερά αύτη επήρεια και ενόχλησις του διαβόλου, με ολίγον αίμα του Νεομάρτυρος Δημητρίου, δια του οποίου εχρίσθη ο πάσχων, ηφανίσθη παντελώς και εις το εξής έμεινεν ανενόχλητος ο άνθρωπος, δοξάζων τον Θεόν τον ούτω δοξάζοντα τους Αυτόν αντιδοξάζοντας. Αλλά και παιδίον τι το οποίον εκινδύνευσεν εις θάνατον από βαρυτάτην ασθένειαν και όλοι το είχον αποφασισμένον, ευθύς ως το άχνισαν οι γονείς του δι’ ελαχίστου τεμαχίου εκ του υποκαμίσου του Αγίου ιατρεύθη, παρά πάσαν περί τούτου ελπίδα. Αλλά και άλλη τις γυνή, έχουσα τυφλόν τον ένα οφθαλμόν της και χρισθείσα δια του αγίου αίματος του Μάρτυρος, έλαβε παραδόξως το φως του οφθαλμού της. Ούτω λαμπρώς, αδελφοί, εδόξασε και δοξάζει ο Θεός τον θείον αυτού Μάρτυρα Δημήτριον, διότι και εκείνος ο αοίδιμος λαμπρώς εδόξασε τον Θεόν και καλώς εθεράπευσεν Αυτόν με τους αγώνας του Μαρτυρίου του και με τα θεία έργα της υπερθαυμάστου μετανοίας του, την οποίαν, ως και την συντριβήν και τα δάκρυα και όλα τα άλλα έργα της μετανοίας αυτού, άξιον είναι και ημείς να μιμούμεθα δια τας αμαρτίας μας, με τας οποίας καθ’ εκάστην παραπικραίνομεν και εις αγανάκτησιν κινούμεν τον Πλάστην μας. Δια του τρόπου τούτου θέλομεν φανή, ότι ελάβομεν καρπόν τινα από την διήγησιν του ιερού τούτου Μαρτυρίου, την οποίαν ηκούσαμεν, άλλως ματαία και άσκοπος θέλει γίνει δι’ ημάς η θαυμαστή αύτη διήγησις και ανάγνωσις και όχι μόνον ματαία, αλλά και εις κατάκρισιν ημών θέλει αποβή, διότι καταφρονούμεν τα καλά και δεν προαιρούμεθα να διορθώσωμεν την διεστραμμένην ζωήν μας και να εξιλεώσωμεν τον Δεσπότην δια τα πλήθη των ανομιών μας με την μετάνοιαν, την οποίαν πρέπει να κάμνωμεν αληθινήν και τελείαν, δια των ευπροσδέκτων πρεσβειών του καλλινίκου και πανθαυμάστου Νέου Μάρτυρος Δημητρίου. Αμην.
Δημήτριος ο νεοφανής Μάρτυς του Χριστού κατήγετο από την Πελοπόννησον εκ χωρίου τινός της Αρκαδίας Λιγούδιστα καλούμενον, υιός ων Χριστιανών γονέων. Ο πατήρ αυτού ωνομάζετο Ηλίας, η δε μήτηρ του απέθανεν, ότε ο Άγιος ήτο ακόμη βρέφος μικρόν και δεν την εγνώρισε καθόλου, είχε δε και αδελφόν μεγαλύτερον. Ο πατήρ του, μετά τον θάνατον της πρώτης του συζύγου, έλαβε και δευτέραν τοιαύτην, η οποία, καθό μητρυιά, όχι μόνον δεν είχε καμμίαν επιμέλειαν δια τους προγονούς της, αλλ’ όλως αντιθέτως, εφέρετο ως μητρυιά. Όθεν, στενοχωρημένοι οι παίδες από την πτωχείαν και περιφρονημένοι και μεμισημένοι από την μητρυιάν, ανεχώρησαν εκείθεν και ο μεν πρώτος αδελφός μετέβη εις την Τρίπολιν και έγινεν υπηρέτης εις τουρκικήν τινά οικογένειαν, ο δε Δημήτριος προσεκολλήθη εις τινας κτίστας, οι οποίοι κατά το σύνηθες εις αυτούς περιεπάτουν από τόπου εις τόπον δια να κτίζουν οικοδομάς. Όθεν μετά καιρόν ήλθον και εις την Τρίπολιν, έχοντες μαζί των και τον Δημήτριον, όστις συνανεστρέφετο εκεί με τουρκόπαιδας. Ελθών δε ποτε εις προστριβάς μετά των ανθρώπων εκείνων, ανεχώρησεν απ’ αυτούς, δια μικράν τινα αφορμήν, και εγένετο υπηρέτης εις τουρκικήν τινά οικογένειαν. Εκεί όμως παρακινούμενος ολίγον κατ’ ολίγον από τους ασεβείς, ηπατήθη από την νηπιοφροσύνην του και ηρνήθη, φεύ! την Αγίαν Πίστιν τού Χριστού δεχθείς δε την ιδικήν των θρησκείαν και περιτμηθείς έμεινε μετ’ αυτών. Μαθών τούτο ο μεγαλύτερος αδελφός του μετέβη εις συνάντησίν του και ιδών τούτον ενδεδυμένον τουρκικά ενδύματα, αντί να λυπηθή και να τον ελέγξη και όσον ήτο δυνατόν εις αυτόν να τον ονειδίση δια το κακόν το οποίον έκαμε, να αφήση δηλαδή την αληθινήν Πίστιν του Χριστού και να δεχθή την βδελυράν εκείνην θρησκείαν και με τρόπον κατάλληλον να τον νουθετήση προς επιστροφήν και μετάνοιαν, εζήλωσε και αυτός ο δυστυχής να πέση, φεύ! εις το ίδιον φοβερόν παράπτωμα της αρνήσεως. Όθεν λέγει προς τον αδελφόν του· «Θέλω και εγώ να γίνω όπως και συ». Ο αδελφός του τότε ευρέθη πρόθυμος και του είπε να γίνη· όθεν ετούρκευσε και αυτός. Ω της δυστυχίας! Φεύ της ελεεινής συμφοράς! Αλλά ποία τα μετά ταύτα; Ο δυστυχής Ηλίας ο πατήρ αυτών επληροφορήθη την συμφοράν των τέκνων του και λυπηθείς σφόδρα ανεχώρησεν, επιθυμών να τα συναντήση· αλλά πως ήτο δυνατόν; Τι έκαμε τέλος με τον μεγαλύτερον υιόν αγνοούμεν. Ούτος δε ο Δημήτριος, όστις ήτο ο μικρότερος, ακούσας ότι τον ζητεί ο πατήρ του, εκρύβη και δεν ετόλμησε να παρουσιασθή, αφ’ ενός μεν από την εντροπήν του, αφ’ ετέρου δε από τον φόβον του αγά του. Ούτως επέστρεψεν ο άθλιος πατήρ άπρακτος, χωρίς να ίδη τον υιόν του και να του είπη τίποτε, καθώς είχεν πόθον. Είπον ότι έφυγεν άπρακτος ο πατήρ, αλλά μετέπειτα απεδείχθη ότι δεν έμεινε παντελώς άκαρπος και ανωφελής ο κόπος του. Διότι, πρώτον μεν ο καλός Δημήτριος ήρχισε να συλλογίζεται καθ’ εαυτόν τα σπλάγχνα τα πατρικά, να συλλογίζεται, λέγω, ποίαν και πόσην λύπην επροξένησεν εις τον πατέρα του δια την άρνησιν της Πίστεως και δια το ότι δεν παρουσιάσθη ούτε να τον ίδη καν, ενώ εκείνος προς χάριν του υπέμεινε τόσον μακράν οδοιπορίαν. Δεύτερον δε ήρχισε να αισθάνεται το κακόν, το οποίον έπαθε, να αρνηθή τον Χριστόν. Έτι δε και άλλους θειοτέρους λογισμούς επιστροφής και μετανοίας ήρχισε να φέρη εις τον νουν του ο μακάριος, εκ των τοιούτων δε λογισμών ήρχισε να λυπήται περισσότερον και να κατακρίνη τον εαυτόν του και δια την άρνησιν και δια την ασπλαγχνίαν την οποίαν έδειξε προς τον πατέρα του, τον οποίον, αν έβλεπεν, ίσως ήθελεν εύρει τον τρόπον να φύγη μετ’ αυτού και να λυτρωθή από την ασέβειαν. Τοιούτους λοιπόν σωτηρίους λογισμούς έχων ο αοίδιμος και ευκαιρίας τυχούσης, καθώς επόθει, έφυγεν εκείθεν κρυφίως μόνος, δια να υπάγη προς τον πατέρα του· μη γνωρίζων δε τον δρόμον, κατήντησε το βράδυ εις χωρίον τι καλούμενον Στεμνίτσα και έμεινεν εκεί κατά την νύκτα εκείνην, φιλοξενηθείς από φιλόξενον τινα γυναίκα. Εις ταύτην φανερώσας ο Άγιος τον σκοπόν του επληροφορήθη παρ’ αυτής, ότι ο δρόμος εκείνος δεν οδηγεί προς τον πατέρα του, αλλά πρέπει να επιστρέψη προς τα οπίσω και να εύρη οδηγόν, όστις να του δείξη την οδόν την οποίαν έπρεπε να ακολουθήση. Επέστρεψε λοιπόν εις την Τρίπολιν και μετέβη πάλιν εις την ιδίαν τουρκικήν οικογένειαν, εις την οποίαν ήτο και πρότερον και έμεινε πάλιν εις αυτήν υπηρέτης, έχων κατά νουν να μείνη εκεί, έως ότου εύρη οδηγόν. Επειδή δε εγνώριζε και την τέχνην του αγά του, όστις ήτο κουρεύς, ειργάζετο εις το εργαστήριον εκείνου, έχων όμως έσωθεν πάντοτε μαστίζουσαν δεινώς την συνείδησιν. Όθεν ευρών μετ’ ολίγον Χριστιανούς τινάς, οίτινες ήθελον να μεταβούν εις την Σμύρνην, μετέβαλε γνώμην και δεν ηθέλησε να υπάγη πλέον προς συνάντησιν του πατρός του· και τούτο ήτο ίσως οικονομία Θεού, του θέλοντος πάντας σωθήναι. Αφού λοιπόν έφυγεν εκείθεν κρυφίως, ήλθεν εις τους Μύλους του Άργους, όπου ευρών πλοίον επεβιβάσθη εις αυτό μετά των άλλων και έπλευσαν προς την Σμύρνην. Εκείθεν ο Άγιος μετέβη εις την Μαγνησίαν, διότι έμαθεν, ότι ήσαν εκεί γνώριμοί του τινές και έμεινε μετά τινος εξ αυτών, εις τον οποίον μετά καιρόν διηγήθη όλα τα συμβάντα, ακόμη δε είπε προς αυτόν ότι ποθεί και θέλει να εύρη Πνευματικόν αρμόδιον, προς τον οποίον να εξομολογηθή την αμαρτίαν του και να κάμη την πρέπουσαν μετάνοιαν. Εκείνος δε, συλλογιζόμενος το επικίνδυνον του τόπου και ότι εκεί μέσα εις τόσην ασέβειαν δεν είναι δυνατόν να κατορθωθή παρόμοιον πράγμα χωρίς κίνδυνον, εζήτει να εύρη τόπον ασφαλή να τον στείλη. Ταύτα εκείνος εσκέπτετο· επειδή όμως ηπλώθη τότε μεγάλη επιδημία πανώλους εις την Μαγνησίαν και αυτός κατέφυγε μετά του Δημητρίου εις χωρίον τι, εις το οποίον ήσαν όλοι συμπατριώται των Χριστιανοί, ανεκοίνωσεν εις τινας φιλοχρίστους τον σκοπόν τού Δημητρίου και ευρέθη, θείω ελέει, και ο τόπος και ο τρόπος, ως ήθελον. Ούτω, ευρών ο ευλογημένος Δημήτριος οδηγόν, μετέβη εις τας Κυδωνίας και εκείθεν διεπεραιώθη εις το Ιερόν Μοναστήριον του Τιμίου Προδρόμου, κείμενον μεταξύ Κυδωνιών και Μοσχονησίων εις μικράν νήσον, εις τόπον ακίνδυνον και εξομολογηθείς εις τον Ηγούμενον την αμαρτίαν του, εμυρώθη και ανέπαυσε μικρόν την συνείδησίν του. Το Μοναστήριον τούτο ήτο περίφημον εις εκείνα τα μέρη, δια τα θαύματα τα οποία ετελούντο συνεχώς εν αυτώ υπό του θείου Προδρόμου εις όσους προσέτρεχον εις αυτόν μετά πίστεως. Δια τούτο συνήγοντο εις αυτό πλήθος ανθρώπων από τα πλησιόχωρα μέρη φέροντες ασθενείς και ενοχλουμένους. Όθεν ο Άγιος δια την των πολλών συνδρομήν ηναγκάσθη να φύγη εκείθεν και να μεταβή εις τα Μοσχονήσια. Ευρών δε εις την αγοράν εργαστήριον έγινε καφεπώλης και έμεινεν εκεί περί τον ένα χρόνον· αλλά και εκεί δεν ανεπαύετο. Φαίνεται ότι άλλο τι διελογίζετο η διάνοιά του, όπερ και η καρδία του επόθει δια να αναπαυθή. Όθεν ήλθε πάλιν εις το Μοναστήριον, εις προσκύνησιν της αγίας Εικόνος του Τιμίου Προδρόμου, του οποίου επικαλούμενος την βοήθειαν έταξε να προσφέρη μίαν αργυράν κανδήλαν. Έπειτα μεταβάς εις τας Κυδωνίας έγινε κουρεύς, πριν δε εισέτι συμπληρώσει εκεί ένα χρόνον εκέρδησεν από την τέχνην του υπέρ τα διακόσια γρόσια. Χωρίς τότε αναβολήν κατεσκεύασεν εις αργυροχόον ωραίαν τινά και μεγάλην κανδήλαν, κατά την υπόσχεσίν του, δια να την προσφέρη εις τον Τίμιον Πρόδρομον, κρίνων ως θαύμα του Αγίου το ανέλπιστον εκείνο κέρδος· διότι πρότερον, οίαν δήποτε εργασίαν και αν επεχείρει, μηδαμινόν τι κέρδος απεκόμιζεν. Έκτοτε ήρχισε να γεννάται εις την καρδίαν του ο πόθος και ολίγον κατ’ ολίγον να ανάπτη η φλοξ της του Χριστού αγάπης. Συνέπεσε δε κατά τον ίδιον καιρόν να μεταβή εκεί εις συμπατριώτης του έμπορος, εις τον οποίον, αφού συνεδέθη δια φιλίας, διηγήθη όλα τα συμβάντα εις αυτόν· εκείνος δε του ανέγνωσε διάφορα Μαρτύρια Αγίων Νεομαρτύρων από το νεοτύπωτον τότε «Νέον Μαρτυρολόγιον». Ακούων δε ο μακάριος τα Μαρτύρια των Αγίων Νέων Μαρτύρων και πληροφορούμενος, ότι εκείνος όστις θέλει αρνηθή τον Χριστόν έμπροσθεν των ανθρώπων, θέλει τον αρνηθή και ο Χριστός έμπροσθεν του Πατρός Του του εν ουρανοίς, ήρχισε να αισθάνεται και πάλιν τον θείον εκείνον πόθον, τον οποίον είχε και πρότερον και η φλοξ της του Κυρίου αγάπης, ήτις έκαιε την καρδίαν του, ήρχισε να του προξενή τον πόθον και την αγάπην του Μαρτυρίου. Όχι δε απλώς πόθον και αγάπην, αλλά φλόγα λαμπράν του ήναψε μέσα εις την καρδίαν, να αποθάνη υπέρ της αγάπης του Χριστού. Όθεν απεφάσισε να μεταβή εκεί όπου Τον ηρνήθη πρότερον, να Τον ομολογήση και πάλιν και ούτω να πληρώση το χρέος του και να εξαλείψη την ανομίαν του. Εγκατέλειψε λοιπόν την τέχνην του και ελθών εις το Μοναστήριον εφιέρωσε την κανδήλαν εις τον Τίμιον Πρόδρομον, επικαλούμενος αυτόν να τον βοηθήση εις την ανάγκην εις την οποίαν ευρίσκετο. Έπειτα παρουσιάσθη εις τον Ηγούμενον και εξομολογούμενος εις αυτόν τον σκοπόν του, τον παρεκάλει να τον συμβουλεύση και να τον καθοδηγήση εις εκείνο το οποίον πρέπει να κάμη. Εκείνος δε τον έστειλε με επιστολήν του εις την Χίον προς τινα Πνευματικόν Πατέρα, τον οποίον εγνώριζε, και τοιουτοτρόπως ήλθεν εις την Χίον. Τότε ο Πνευματικός εκείνος τον υπεδέχθη με πάσαν ευμένειαν και αγάπην. Αφού δε επληροφορήθη αμέσως εκ του στόματος του ιδίου του Δημητρίου όλα εκείνα, τα οποία προηγουμένως άλλοι του συνέστησαν και ήκουσε και τον σκοπόν τον οποίον είχε, να παρουσιασθή και να ομολογήση Εκείνον τον οποίον παλαιότερον ηρνήθη, τον παρηγόρησεν ικανώς δια την άρνησιν λέγων προς αυτόν να ελπίζη μετά βεβαιότητος εις το άπειρον πέλαγος της ευσπλαγχνίας του Θεού, τον επήνεσε δε μετρίως δια την προθυμίαν την οποίαν είχε δια τον υπέρ Χριστού θάνατον. Μετά δε ταύτα του λέγει και τα εξής· «Όταν, τέκνον, το καλέση η ανάγκη, πρέπει απαραιτήτως να μη λυπούμεθα την ζωήν μας δια την αγάπην του Χριστού». Αφού λοιπόν με τοιούτους και παρομοίους άλλους λόγους τον έκαμε να σκιρτήση η καρδία του από χαράν πνευματικήν και να κυριευθή όλως δι’ όλου από την αγάπην τού Πνευματικού του Πατρός ως εσαγηνεύθη η καρδία τής Πρωτομάρτυρος Θέκλης από την αγάπην και τους λόγους του θείου Αποστόλου Παύλου και αφού τον προητοίμασε εις το να αποκρεμασθή παντελώς από την γνώμην και την απόφασιν του Πνευματικού, τότε πλέον του λέγει και τα εξής: «Δημήτριε, τέκνον μου αγαπητόν εν Κυρίω, πρέπει να γνωρίζης αναμφιβόλως, ότι δεν υπάρχει καμμία αμαρτία, όσον μεγάλη και αν είναι, η οποία να νικά την ευσπλαγχνίαν του Θεού και η οποία να μη δύναται να συγχωρηθή με την ιεράν εξομολόγησιν και την μετάνοιαν. Έχομεν εν τη Εκκλησία σεσωσμένους δια της μετανοίας, ασώτους, τελώνας, πόρνας και πολλούς εξωμότας ως και αρνητάς του Χριστού κατά τον καιρόν των διωγμών. Υπεράνω δε πάντων των άλλων έχομεν τον πρωτόθρονον και κορυφαίον των Αποστόλων Πέτρον, ο οποίος, δια μετανοίας και δακρύων, εθεράπευσε την τριττήν άρνησιν, ότε ηρνήθη τον Χριστόν κατά τον καιρόν του Σωτηρίου Πάθους. Όθεν δύνασαι και συ να υπάγης εις τόπον τινά ησυχαστικόν και δια της μετανοίας να εξαλείψης την ανομίαν σου και να σωθής. Ίσως μου είπης, συνέχισε λέγων ο Πνευματικός, διατί πολλοί άλλοι δεν ευχαριστούνται να θεραπεύσουν την αμαρτίαν της αρνήσεώς των δια της μετανοίας, αλλά δια του Μαρτυρίου και του θανάτου; Άκουσον, τέκνον, η μετάνοια είναι έργον πολυχρόνιον και εκείνος, όστις θέλει να σωθή δια της μετανοίας είναι ανάγκη να έχη καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην έως ότου ζη και να λυπήται και να κλαίη καθ’ όλην του την ζωήν διότι ήμαρτεν, έστω και αν η αμαρτία του έχει συγχωρηθεί, καθώς τούτο έπραττε και ο θείος Πέτρος, όστις πικρώς εθρήνει καθ’ όλην αυτού την ζωήν, όταν ήκουε την φωνήν του αλέκτορος. Και όπως και ο Προφητάναξ Δαβίδ θρηνών έλεγεν· «Η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστι διά παντός» (Ψαλμ. ν:5). Επειδή λοιπόν είναι ενδεχόμενον να μη κάμνουν την απαιτουμένην μετάνοιαν ή να πέσουν και εις άλλας νέας αμαρτίας, δια τούτο τρέχουν εις το Μαρτύριον, δια να φθάσουν το συντομώτερον εις τον Παράδεισον· επειδή το Μαρτύριον είναι βάπτισμα δια του αίματος γινόμενον. Καθώς δε λέγει ο Θεολόγος Γρηγόριος, δεν φοβείται ο βαπτισθείς δια του Μαρτυρίου να μολυνθή με δευτέρους μολυσμούς αμαρτίας. Λέγει δε και ο ιερός Κλήμης ο Στρωματεύς, ότι το Μαρτύριον είναι αποκάθαρσις αμαρτιών μετά δόξης. Όθεν καλόν είναι το Μαρτύριον, μάλιστα πολύ καλλίτερον και ενδοξότερον από την απλήν μετάνοιαν. Εγώ όμως βλέπων την νεανικήν σου ηλικίαν, σε συμβουλεύω να παραιτηθής από το Μαρτύριον, δια το άδηλον της εκβάσεως και να επιμεληθής τα έργα της μετανοίας. Διότι, κατά τον λόγον του Κυρίου, το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής· και ίσως να μη δυνηθής να βαστάσης τα βάσανα του Μαρτυρίου μέχρι τέλους και να πέσης εις το ίδιον παράπτωμα, ενώ δύνασαι να εγερθής εκ του πτώματος δια της μετανοίας». Ταύτα και άλλα πολλά παρόμοια είπεν εις τον Μάρτυρα ο Πνευματικός εκείνος, εξάπτων εις αυτόν τον πόθον του Μαρτυρίου, αλλά συγχρόνως και συγκρατών αυτόν από του να ορμήση αλόγως και απερισκέπτως εις εν τόσον μέγα και επικίνδυνον έργον. Ακούων δε ο ευλογημένος Δημήτριος τας θείας εκείνας παραινέσεις και συμβουλάς του Πνευματικού και φυλάττων το πρέπον σέβας προς αυτόν, εσιώπα και δεν ηναντιούντο παντελώς εις τους λόγους του. Εσιώπα μεν, αλλά το πυρ της προς Χριστόν αγάπης ελάλει ενεργητικώτερον και δραστικώτερον μέσα εις την καρδίαν του. Όθεν ήναψε τούτο σφοδρώς την καρδίαν του και τον παρώτρυνε να αγωνίζεται αγώνας πολλούς, νηστείας δηλονότι, μεγάλας προσευχάς, αδιαλείπτους και αδικόπους αγρυπνίας σχεδόν ολονυκτίους, γονυκλισίας αμετρήτους και παρακλήσεις και δεήσεις εις την Θεοτόκον, την μεσίτριαν των αμαρτωλών, θερμάς και πολλάς. Εις τόσην δε συντριβήν και κατάνυξιν ήλθεν εκ τούτων απάντων, ώστε έκλαιε πικρώς, ως άλλος Πέτρος, ανεστέναζεν οδυνηρώς εκ βάθους καρδίας, ως ο Τελώνης, και επεκαλείτο την Θεοτόκον εις βοήθειαν. Ο μακάριος όμως Δημήτριος ταύτα πάντα ενόμιζεν ολίγα προς εξιλέωσιν του Θεού και του εφαίνοντο μικρά προς ικανοποίησιν του μεγίστου αμαρτήματος της αρνήσεως. Εκτύπα λοιπόν σφοδρώς δια των χειρών του το στήθος, το πρόσωπον και την κεφαλήν του και τόσον βαρέως, ώστε πολλάκις έτρεχον τα αίματα από τους μυκτήρας του. Ποίος ήθελεν ίδει αυτόν, ας ήτο και ο πλέον σκληροκάρδιος και να μη κινηθή εις οίκτον και συμπάθειαν; Ο ίδιος εκείνος Πνευματικός, όστις τον εξωμολόγησε και όστις και πάντα τα κατά τον Δημήτριον παρέδωκεν ημίν να γράψωμεν (ταύτα λέγει ο Όσιος Νικηφόρος ο Χίος) έλεγεν εις ημάς· «Ημείς μέχρι τινός, βλέποντες τα αίματα τρέχοντα, ενομίζαμεν ότι κατά συμβεβηκός αιμορραγεί εκ της ρινός, επειδή εκείνος ο μακάριος έκρυπτεν όσον ηδύνετο την αιτίαν και μόνος ο των κρυπτών γνώστης Θεός ήθελε να την γνωρίζη. Κατόπιν όμως, παρατηρήσαντες και γνωρίσαντες το πράγμα, υπερεθαυμάσαμεν και συνετρίβη η καρδία μας από την συμπάθειαν· όχι δε τούτο μόνον έκαμνε κρυφίως και δεν ήθελεν άλλος τις να το γνωρίζη, αλλά και άλλο παρόμοιον. Τόπος κεκαλυμμένος ήτο εκεί παράμερα εις την υπώρειαν του βουνού, από το οποίον έτρεχεν ύδωρ. Ήτο δηλαδή υπόγειος τις στοά, από την οποίαν ήρχετο το νερό, αυτήν δε την στοάν είχεν ο ευλογημένος Δημήτριος εργαστήριον ιερόν της πνευματικής του εργασίας και εκεί μέσα προσηύχετο μόνος προς μόνον τον ποθούμενόν του Χριστόν και δια δακρύων και στεναγμών προητοίμαζεν ο αοίδιμος τον εαυτόν του δια τους αγώνας του Μαρτυρίου. Και πότε έκαμε τούτο; Ω και τι δεν κάμνει η θερμή αγάπη προς τον Χριστόν! Πότε ηγωνίζετο μέσα εις τον ψυχρότατον εκείνον τόπον; Εις εποχήν χειμώνος, ότε ήτο υπερβολικόν και ανυπόφορον ψύχος· τόσον δε σφοδρόν ρίγος εδοκίμαζεν, ώστε μη υποφέρων έκοψε μικρόν τεμάχιον από παλαιόν τι σκέπασμα, το οποίον είχε, και έρριπτεν αυτό επάνω του προς μικράν παρηγορίαν, μη θέλων να ζητήση κανέν ένδυμα, δια να μη γνωρίσωμεν ημείς την κρυπτήν του άσκησιν και τον αγώνα του. Κατ’ αυτόν λοιπόν τον τρόπον καλώς ετοιμασθείς, εξωμολογήθη τελευταίον και εις άλλον κυρίως και ενεργεία Πνευματικόν Ιερομόναχον, διότι ο πρώτος Πνευματικός, περί του οποίου εκάμαμεν ανωτέρω λόγον, δεν εξετέλει το της πνευματικής διακονίας έργον. Εις τον Πνευματικόν αυτόν εξωμολογήθη ο μακάριος Δημήτριος όλας τας αμαρτίας του, όσας ήμαρτεν ως άνθρωπος εις όλην του την ζωήν, δια λεπτομερούς και καθαράς εξομολογήσεως. Αφ’ ου δε και ο Πνευματικός αυτός τον ενουθέτησε πατρικώς και ως έπρεπε, τον συνεβούλευσε να προτιμήση, ως ασφαλεστέραν, την εν ησυχία μετάνοιαν και να λείψη από το Μαρτύριον. Αυτός όμως πάλιν εσιώπα και ουδέν απεκρίθη· αλλ’ η προλαβούσα ησυχία και οι της μετανοίας καρποί, τους οποίους συνεχώς εξ αυτής απεκόμιζε, του ήναψαν μεγάλην φλόγα δια το Μαρτύριον, σιωπών δε άλλο τι δεν εφαντάζετο και άλλο δεν επόθει παρά μόνον το Μαρτύριον· καμμία δε δύναμις λόγων δεν ηδυνήθη να του μεταβάλη τον λογισμόν και να τον εμποδίση από του να πραγματοποιήση το υπέρ Χριστού Μαρτύριον και τον Θάνατον. Δια τούτο εσκίρτα η καρδία του και η διάνοιά του επτερούτο από την ανάγνωσιν των νέων Μαρτυρίων, τόσον ώστε δεν εζόρταινε να ακούη ταύτα όλην την ημέραν· αλλά και την νύκτα παρεκάλει αδελφόν τινα και συνηγρύπνει μαζί του, όστις κατά το περισσότερον μέρος της νυκτός τού ανεγίνωσκε τα νέα Μαρτύρια. Ούτως από ημέρας εις ημέραν και από ώρας εις ώραν «αναβάσεις» θείου πόθου και αγάπης «εν τη καρδία αυτού», κατά τον Προφήτην, «διέθετο» (Ψαλμ. πγ:6), και τέλος πάντων τόσον παρεκινήθη και εθερμάνθη εις το Μαρτύριον, από τον ζήλον και την μίμησιν των νέων Μαρτύρων και τόσον ήναψεν από τον πόθον του Ιησού Χριστού, ώστε του εφαίνετο, ότι με μόνην την ροήν του αίματός του θέλει σβύσει την νοητήν εκείνην φλόγα την καταφλέγουσαν την καρδίαν του. Ω έρως! Ω πόθος! Ω αγάπη διάπυρος! την οποίαν άλλος τις δεν δύναται να εννοήση, παρά μόνον εκείνος όστις ήθελε καθαρίσει την καρδίαν του και κάμει αυτήν αξίαν τοιαύτης αγάπης. Βεβαιότατα, αδελφοί, «μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού» (Ιωάν. ιε:13), καθώς είπεν ο Κύριος. Δια ταύτα πάντα, μη δυνάμενος να αναβάλη πλέον τον καιρόν, ο Δημήτριος εζήτησε την άδειαν από τον προρρηθέντα Πνευματικόν Πατέρα να υπάγη εις την Πελοπόννησον, αφ’ ενός μεν δια να ομολογήση τον Χριστόν, εκεί όπου αφρόνως τον ηρνήθη, αφ’ ετέρου δε δια να εύρη τον αυταδελφόν του και να τον παρακινήση δια λόγων τε και έργων εις το να ομολογήση και εκείνος τον Χριστόν, ή τουλάχιστον να έλθη εις αίσθησιν του καλού, το οποίον έπραξε και να μετανοήση, δια να κάμη την πρέπουσαν διόρθωσιν· διότι τον έτυπτεν η συνείδησις δια τον λόγον τον οποίον του είπε και ήθελε να διορθώση και τούτο το σφάλμα του. Ο δε Πνευματικός, βλέπων τον αμετάθετον σκοπόν του και το στερεόν της γνώμης του, εχάρη καθ’ εαυτόν και τον Θεόν εδόξασεν εξ όλης ψυχής και καρδίας. Έπειτα συνεβούλευσεν αυτόν τα δέοντα και επευξάμενος επ’ αυτού ολοψύχως, τον απέλυσεν εν ειρήνη, εγχειρίσας εις αυτόν και επιστολήν προς τον εν Πελοποννήσω σεβάσμιον Ιεροκήρυκα (ούτος ήτο ο εν Πελοποννήσω Ιεροδιδάσκαλος Ησαϊας), δια της οποίας παρήγγειλεν εις αυτόν να ακολουθήση τας συμβουλάς του. Όθεν αναχωρήσας εκείθεν ο Άγιος και ευοδωθείς συν Θεώ εις την Πελοπόννησον, επήγεν εις το Άργος δια να συναντήση τον Ιεροδιδάσκαλον και να του εγχειρίση την επιστολήν. Αλλά μη ευρών αυτόν εκεί, έμεινεν εις ευλαβή τινά και φιλόξενον Χριστιανόν, εις τον οποίον εφανέρωσε τον σκοπόν του και έμενε μετ’ αυτού, έως ότου έλθη ο ειρημένος Ιεροδιδάσκαλος. Ο αδελφός δε εκείνος, φιλάρετος ων, δεν παρέλειπε νύκτα και ημέραν από του να αναγινώσκη εις αυτόν το «Νέον Μαρτυρολόγιον» και να του εξάπτη ζωηρώς τον έρωτα και την προθυμίαν εις το Μαρτύριον. Αλλά τας προσευχάς, τας νηστείας και τα θερμά δάκρυα και όλην την άλλην κακουχίαν όπου ο Μάρτυς έκαμνεν εις το Άργος, ποία γλώσσα δύναται να διηγηθή αξίως και τις κάλαμος να περιγράψη; Αι προσευχαί του κατά μεν την νύκτα ήσαν ολονύκτιοι, κατά δε την ημέραν ακατάπαυστοι. Η νηστεία του ήτο παράδοξος, διότι καθώς μαρτυρεί φιλαλήθως ο αιδεσιμώτατος Σακελλάριος Ιερεύς Αντώνιος μίαν μόνον φοράν ανά οκτώ ημέρας έτρωγεν ολίγον τι, κατά τας ημέρας εκείνας κατά τας οποίας ευρίσκετο εις το Άργος. Τα δάκρυά του ήσαν πηγή αέναος, ο δε πόθος και η προθυμία του δια το Μαρτύριον εγνωρίζετο και από τα εξωτερικά ταύτα σημεία, ποία όμως κάμινος ή ποία φλοξ πυρός ήναπτε μέσα εις την καρδίαν του, ούτε εκείνος ο ίδιος ηδύνατο να το εκθέση δια λόγων. Όταν λοιπόν παρήλθεν η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς των Παθών του Κυρίου μας, καθώς επίσης και η Διακαινήσιμος και ο ειρημένος διδάσκαλος δεν ενεφανίσθη, δεν ηδυνήθη πλέον να υπομείνη ο τρισόλβιος. Όθεν, εξαφθείς από φλόγα απροσμετρήτου προθυμίας, έλεγεν εις τον αδελφόν· «Να υπάγω, αδελφέ, να υπάγω· δεν υπάρχει πλέον καιρός αργοπορίας, ούτε καιρός στοχασμού, αλλά καιρός αποδημίας».Συνοδευθείς τότε από θεοσεβή τινα Χριστιανόν, ήλθον κατ’ ευθείαν εις την Ιεράν Μονήν, την καλουμένην Κηπιανά. Εκεί εξωμολογήθη και διήλθεν άγρυπνος όλην την νύκτα, μετά δακρύων και προσευχών, με τα οποία καλώς ετοιμασθείς, έφθασεν εις την Τρίπολιν, κατά την δευτέραν ημέραν της εβδομάδος του Θωμά, ευθύς δε μετέβη εις την οικίαν Χριστιανού τινός συντρόφου του πρώην αυθέντου του Αγαρηνού και εχαιρέτισεν πάντας τους εν αυτή με το «Χριστός Ανέστη», τον σωτήριον ασπασμόν. Γνωρίσαντες δε εκείνοι αυτόν και μαθόντες τον σκοπόν του, μεγάλως εφοβήθησαν. Κατά την ιδίαν εκείνην εσπέραν ο ευλογημένος Μάρτυς του Χριστού Δημήτριος συνήντησε και Ιερωμένους τινάς ευλαβείς, καθώς και τους εγκρίτους εκ των λαϊκών, προς τους οποίους ανεκοίνωσε την κατάστασίν του και την σταθεράν του απόφασιν να παρουσιασθή. Ούτοι δε πολλά ειπόντες δεν παρέλειψαν από του να προσπαθήσωσι να τον εμποδίσωσιν από του σκοπού του, επισείοντες κατ’ αυτού τους επικρεμαμένους κινδύνους. Έπραττον δε τούτο, φοβούμενοι την ανθρωπίνην ασθένειαν και τον κίνδυνον, όστις ίσως ήθελεν επακολουθήσει και εις τους άλλους Χριστιανούς. Ο δε μακάριος μετά μεγίστης ταπεινώσεως έδιδε τας αποκρίσεις του εις όσα τον ηρώτων, λέγων· «Θαρσείτε, αδελφοί μου, διότι εγώ προσήλωσα όλας μου τας ελπίδας εις τον Εσταυρωμένον μου Ιησούν και ελπίζω εις την άπειρον παντοδυναμίαν Του, ότι καθώς ενεδυνάμωσεν όλους τους Αγίους Μάρτυρας, ούτω θέλει ενδυναμώσει και εμέ τον άθλιον, ίνα εξαλείψω την αμαρτίαν μου με την θυσίαν του αίματός μου». Ο ανωτέρω αναφερόμενος Ιερεύς Αντώνιος εκάλεσε και πάλιν τον Μάρτυρα και ωμίλησε προς αυτόν ιδιαιτέρως περί του ιδίου θέματος, εμποδίζων με διαφόρους λόγους τον Άγιον από το Μαρτύριον. Αλλ’ επειδή δεν ηδυνήθη να τον καταπείση, τέλος του λέγει· «Ας κάμωμεν, τέκνον, την νύκτα ταύτην θερμήν δέησιν εις τον Θεόν και ό,τι μας οδηγήση, ας πράξωμεν αύριον». Υπήκουσε τότε μετά χαράς ο ευλογημένος Δημήτριος και έφυγεν ίνα διαμείνη εις την Εκκλησίαν του εν Αγίοις Πατρός ημών Νικολάου, άνωθεν της Τριπόλεως, ο δε Σακελλάριος μετέβη εις την Μητρόπολιν. Και ο μεν Δημήτριος έμεινεν άγρυπνος και προσευχόμενος καθ’ όλην την νύκτα. Ο δε Ιερεύς απεκοιμήθη και ιδού βλέπει κατ’ όναρ στράτευμα φοβερόν εκ πλήθους στρατιωτών αποτελούμενον και εν παρατάξει βασιλική παρατεταγμένον. Εις το μέσον της παρατάξεως ταύτης έβαινεν άμαξα χρυσοστολισμένη, την οποίαν έσυρον δύο λευκοί ίπποι, όλα δε αυτά εφαίνοντο ότι γίνονται εντός της Τριπόλεως. Ο αμαξηλάτης της αμάξης εκείνης ήτο ωραιότατος τις άνθρωπος, ξανθός, ολιγογένειος, δια λευκών και πρασίνων ενδυμάτων ενδεδυμένος, από δε της οσφύος αυτού εκρέματο μάχαιρα μεγάλη. Τούτον ηκολούθει ο Μάρτυς Δημήτριος, έχων εις την κεφαλήν του σινδόνα λευκήν και πλησιάσας τον Ιερέα, του είπε δύο φοράς με ταπεινήν φωνήν· «Σήκω τώρα, σήκω τώρα». Επειδή δε εκείνος συνέχιζε κοιμώμενος, λαβών αυτόν από της χειρός ο Δημήτριος του εφώναξε και δια τρίτην φοράν, λέγων με μεγάλην φωνήν· «Σήκω τώρα, διότι είναι καιρός». Ευθύς τότε έντρομος γενόμενος ο Ιερεύς εξύπνησε, τόσον δε καλά ήσαν τετυπωμένα μέσα εις την φαντασίαν του όλα αυτά, το οποία είδεν, ώστε ως ο ίδιος ωμολόγει μετά ταύτα δεν ενόμιζεν ότι είδεν όνειρον τι, αλλ’ ότι εν εγρηγόρσει είδεν όσα είδε. Μάλιστα του εφαίνετο ότι έβλεπεν ακόμη εμπρός του τα ίδια. Εξελθών ακολούθως από την οικίαν του εισήλθεν εις τον Ναόν του Αγίου Δημητρίου και έκαμε προσευχήν, ευθύς δε κατόπιν εξεκίνησε προς τον δρόμον του Αγίου Νικολάου. Ιδών ο Μάρτυς του Χριστού Δημήτριος από μακράν ερχόμενον τον Πνευματικόν, έτρεξεν εις προϋπάντησιν αυτού με φαιδρόν πρόσωπον και πλήρης χαράς. Αφού δε έφθασαν εκεί όπου διέμενεν, έξω εις τινας βράχους, τον ηρώτησεν ο Πνευματικός πως διήλθε την νύκτα· εκείνος δε απεκρίθη· «Καλώς Χάριτι θεία, και με την ευχήν σου». Τον ηρώτησε κατόπιν, εάν του έδειξεν ο Θεός κανέν σημείον και εκείνος απεκρίθη· «Όχι, δεν μου έδειξεν». Αλλ’ επειδή ο Πνευματικός είχεν ίδει την ανωτέρω αναφερομένην οπτασίαν, δεν τον επίστευσε, διαλογιζόμενος ότι εκείνος μάλλον θα έπρεπε να έχη ίδη αποκάλυψιν τινά, ως άξιος. Μάλιστα εσκέπτετο, ότι εάν του έλεγε ότι είδε, θα εβεβαιούτο και αυτός ότι και η ιδική του οπτασία ήτο αληθής και θεία. Δια τούτο τον εβίασε πολύ, έως ότου ο Μάρτυς τού απεκάλυψε την αλήθειαν, λέγων· «Αφ’ εσπέρας ήρχισα να προσεύχωμαι και περί την τετάρτην ώραν της νυκτός είδον θαυμαστήν τινα λάμψιν, και παρευθύς εκυκλώθην όλος από φως ουράνιον. Μέσα δε εις το φως αυτό είδον λευκοφόρον τινά άνδρα, όστις μου έλεγε· «Χαίρε Δημήτριε, μη φοβού, τρέχε εις τον αγώνα σου με θάρρος και εγώ είμαι μετά σου». Εγώ δε, συνέχισε λέγων ο Μάρτυς, εφοβήθην από την φοβεράν εκείνην οπτασίαν, πλην όμως έλαβον και θάρρος και δύναμιν, έρρητος δε χαρά επλημμύρισε την καρδίαν μου. Τότε από την έκπληξιν έπεσον εις την γην και προσηυχόμην. Μετά παρέλευσιν δε ώρας ικανής εγερθείς, είδον πάλιν τον άνθρωπον εκείνον ιστάμενον άνωθεν εμού και μοι είπε πάλιν τους ιδίους λόγους· εγώ δε έπεσον και πάλιν εις την γην από το μέγα θάμβος και την έκπληξιν του φωτός και της θεωρίας του ανδρός εκείνου. Πάλιν δε μεθ’ ώραν ικανήν εγερθείς, είδον τα αυτά και τους αυτούς λόγους ήκουσα. Τοιουτοτρόπως έμεινα γονυπετής εις την γην μέχρι της ογδόης ώρας και τότε, όταν και πάλιν ηγέρθην, εχάθη από τους οφθαλμούς μου ο θαυμαστός εκείνος άνθρωπος ομού και το φως». Ταύτα διηγήθη εις τον Πνευματικόν ο αοίδιμος. Μετά ταύτα, εξομολογηθείς ο μακάριος Δημήτριος μετά πολλών δακρύων, εκοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού και ενδυναμωθείς δια του ουρανίου Άρτου, εισήλθε πάλιν εις την Τρίπολιν, τρέχων ως η ασματική Νύμφη, δια να εύρη τον γλυκύν και μυστικόν Νυμφίον της, περιήλθε δε τρεις φοράς την πόλιν, με φρόνημα γενναίον και με βάδισμα υπερήφανον, δια να γνωρισθή. Αλλ’ υπό μηδενός αναγνωρισθείς, επέστρεψε πάλιν εις τον Ναόν του Αγίου Νικολάου, επειδή είχεν εντολήν από τον Πνευματικόν του Πατέρα Αντώνιον, εάν δεν γίνη αντιληπτός από τους Αγαρηνούς, να μη φανερωθή μόνος. Τότε μετέβη πάλιν προς συνάντησίν του ο ευλογημένος εκείνος Ιερεύς και ευρών αυτόν κλαίοντα μετά πολλού πόνου δια την αποτυχίαν του, λέγει προς αυτόν· «Μη λυπείσαι, αδελφέ, διότι δεν επέτυχες το παρά σου ποθούμενον· ο Θεός, όστις ερευνά τα βάθη των καρδιών, γνωρίζει τον πόθον σου και θέλει σε ανταμείψει, ως να ωλοκλήρωσας και την πράξιν το Μαρτύριον. Τώρα βέναια συ είσαι Μάρτυς τη προαιρέσει, ώστε αρκούντως εξεπλήρωσας το χρέος σου, εις το εξής δε άλλο δεν σου χρειάζεται ή να φυλάττης ακριβώς τας εντολάς του Θεού. όθεν ύπαγε εις άλλον τινά τόπον Χριστιανικόν, εις τον οποίον θα ημπορέσης να ζήσης ζωήν αγίαν και να ευαρεστήσης εις τον Θεόν». Ταύτα και άλλα τοιαύτα είπεν ο σεβάσμιος εκείνος Πατήρ· αλλ’ ο μακάριος Δημήτριος μετά την αποτυχίαν ησθάνετο, ότι η φλοξ του θεϊκού πόθου ήναψε περισσότερον εις την καρδίαν του και απεκρίθη μετά πόνου· «Μη γένοιτο, Πάτερ, μη γένοιτο, να σταθώ έως εδώ, πρέπει να αποθάνω, Πάτερ, να αποθάνω δια τον Ιησούν μου, τον οποίον αφρόνως ηρνήθην και να τον ομολογήσω ενώπιον των τυράννων τέλειον Θεόν και τέλειον άνθρωπον και δια το όνομά του το Άγιον να χύσω το αμαρτωλόν αίμα μου, δια να μου συγχωρήση ο Κύριος τας αμετρήτους αμαρτίας μου. Και αν ακόμη πρόκειται να μου κάμουν όλα τα βασανιστήρια του κόσμου, έτοιμος είμαι να τα δεχθώ δια την αγάπην του Σωτήρος μου». Ταύτα λοιπόν και άλλα παρόμοια ακούσας ο Ιερεύς και ιδών την τοσαύτην προθυμίαν τού Μάρτυρος, είπεν· «Ιδού ότι ίσταται ενταύθα αοράτως ο Κύριος ημών, τέκνον, και σε δέχεται προθύμως· ύπαγε λοιπόν δια να εκπληρώσης τον πόθον σου». Τότε ευθύς εγερθείς μετά χαράς ο Μάρτυς, μετέβη κατ’ ευθείαν εις το εργαστήριον του κουρέως πρώην αυθέντου του και ησπάσθη τους άλλοτε συναδέλφους του, με το «Χριστός ανέστη». Ερωτηθείς δε παρ’ αυτών ποίος είναι, απεκρίθη· «Εγώ είμαι ο Δηνήτριος, όστις μέσα εδώ, εις το κατηραμένον τούτο εργαστήριον, ηρνήθην τον Χριστόν μου, τον αληθινόν Θεόν· ήλθον δε τώρα να Τον ομολογήσω και πάλιν εδώ, όπου τον ηρνήθην, δια να λάβω και πάλιν τον θησαυρόν της Πίστεώς μου, τον οποίον απώλεσα». Ταύτα ακούσαντες οι Χριστιανοί εφοβήθησαν και έσπευσαν να αναχωρήσουν· εις δε τουρκόπαις του αυτού εργαστηρίου, συμμαθητής πρώην του Μάρτυρος, του λέγει· «Μεχμέτ, τι είναι αυτά τα οποία λέγεις; Ετρελάθης; Έλα εις τον νουν σου· δεν λυπείσαι την ζωήν σου; Αν ακούσουν αυτά οι Τούρκοι, θα σε θανατώσουν ευθύς». Ο δε μακάριος Δημήτριος απεκρίθη προς αυτόν· «Εγώ δια τούτο ήλθον· δια να χύσω το αίμα μου και να αποπλύνω με αυτό την εντροπήν της κατηραμένης σφραγίδος σας». Ο δε τουρκόπαις του λέγει· «Επειδή έχεις τοιαύτην απόφασιν, έλα μέσα εις την αυλήν να σε κόψω εγώ με το ξυράφι». Τότε ο αοίδιμος Δημήτριος με χαράν μεγάλην και ταχύτητα έτρεξεν εις την αυλήν και ήπλωσε παρευθύς τον λαιμόν του, λέγων· «Κόψε με, αν είσαι παλληκάρι· θα μου κάμης μεγάλην χάριν». Ο τουρκόπαις όμως έφριξε προ του τοιούτου θανάτου και της τόλμης του Μάρτυρος και εξελθών εκείθεν με τρόπον, είπεν· «Εύρε το από άλλον». Τι δε συνέβη μετά ταύτα; Εξήλθε και ο Άγιος Μάρτυς και εκάθησεν έξω από το εργαστήριον. Μετ’ ολίγον ήλθεν ο κατηραμένος Βελής ο πρώην αυθέντης του, όστις, ως είδε τον Μάρτυρα και επληροφορήθη τον σκοπόν του, επεχείρησε με απειλάς και με κολακείας πολλάς να τον πλανήση. Βλέπων όμως την αμετάτρεπτον απόφασίν του, υπεσχέθη να του δώση αργυρά νομίσματα δια να φύγη ευθύς την ώραν εκείνην και όπου θέλει ας υπάγη και ας είναι Χριστιανός. Ο δε τρισόλβιος Δημήτριος άλλο δεν έλεγεν, ει μη ότι: «Είμαι Χριστιανός, δεν φεύγω· ήλθον να ομολογήσω την Πίστιν μου και να χύσω το αίμα μου δια τον Χριστόν μου τον Εσταυρωμένον». Εν ω δε ταύτα συνέβαινον, διεδόθη εις τους Τούρκους η είδησις, ότι εις Χριστιανός, όστις είχε τουρκεύσει ήλθε τώρα και λέγει ότι είναι και πάλιν Χριστιανός και αρνείται την πίστιν των, την οποίαν πρωτύτερα εδέχθη. Εις λοιπόν εκ τούτων αιμοβόρος και σκληροτράχηλος ελθών εύρε τον Μάρτυρα καθήμενον και του λέγει· «Συ ήσουν Τούρκος· πως τώρα φορείς Ελληνικά ενδύματα και λέγεις ότι είσαι Χριστιανός;» Εις τούτον απεκρίθη ο Μάρτυς· «Χριστιανός ήμην, Χριστιανός είμαι και Χριστανός θέλω να αποθάνω». Όθεν ο δυσσεβέστατος εκείνος ήρπασε τον ευλογημένον Δημήτριον ως ο λύκος το αρνίον, δια να τον οδηγήση προς τον ηγεμόνα· καθ’ οδόν όμως τον εισήγαγεν εις τι εργαστήριον και ηρεύνα τα ενδύματά του, μήπως είχε χρήματα δια να του τα αρπάση. Ο δε Χριστιανός, ο κύριος του εργαστηρίου, μαθών την αιτίαν, είπεν εις τον Αγαρηνόν να του δώση αργυρά νομίσματα και να απολύση τον Μάρτυρα. Αλλ’ ο Άγιος διακόψας είπε· «Χριστιανέ, αδελφέ μου, σε ευχαριστώ, πλην μη χάνης τα χρήματά σου, διότι εγώ δια τον σκοπόν αυτόν ήλθον και θέλω να τον εκπληρώσω». Τότε ο θηριόγνωμος εκείνος ήρπασε πάλιν τον Μάρτυρα και τον ωδήγησεν εις τον επίτροπον του ηγεμόνος, όστις ήρχισε πρώτον με κολακείας και πολλάς υποσχέσεις, πειρώμενος να εξαπατήση τον Μάρτυρα, κατόπιν δε τον ηπείλησε και με φρικτάς τιμωρίας δια να τον φέρη πάλιν εις την βρελυρωτάτην θρησκείαν των. Εις ταύτα όμως ο Μάρτυς άλλο δεν απεκρίνετο ει μη ότι, «Χριστιανός εγεννήθην, Χριστιανός είμαι και Χριστιανός θέλω να αποθάνω. Ο Εσταυρωμένος είναι ο αληθινός Θεός. Προσκυνώ Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον». Το δε ανήμερον θηρίον, ο Αγαρηνός εκείνος, ιδών το αμετάθετον της γνώμης του Μάρτυρος, τον απέστειλεν εις τον δικαστήν, τον κριτήν του εναγούς νόμου των, δια να τον εξετάση και να τον παρακινήση εκείνος, ελπίζων ότι ούτως θα ομολογήση ίσως και πάλιν την πλάνην των. Καθ’ οδόν δε, ενώ οι αλιτήριοι εκείνοι ωδήγουν τον γενναίον Αθλητήν εις το κριτήριον, εις εξ αυτών τον εβάσταζε σφιγκτά από την δεξιάν του χείρα, τόσον ώστε δεν ηδύνατο να κάμη το σημείον του Τιμίου Σταυρού. Όθεν, ως με οργήν, του είπεν ο Μάρτυς· «Εγώ ήλθον αυτόκλητος· τι φοβείσθε; Μη φύγω; Δεν φεύγω. Λοιπόν εν τω ονόματι του Κυρίου μου Ιησού, ούτε συ ούτε άλλος τις εις την οδόν μου αυτήν να μη εγγίση επάνω μου». Ευθύς τότε εκείνος τον άφησεν και ούτε άλλος τις τον ήγγισεν. Ούτως έκαμεν ανεμποδίστως τον Σταυρόν του και με ταπεινήν φωνήν προσηύχετο ο μακάριος. Εν ω δε ταύτα συνέβαινον, ηπλώθη η φήμη μεταξύ των Χριστιανών, ότι εις αδελφός παρουσιάζεται δια την ομολογίαν της Πίστεως. Τότε άλλοι εις τα εργαστήριά των άλλοι εις τας οικίας των, ενώπιον των Αγίων Εικόνων, ασκεπείς και μετά θερμών δακρύων, παρεκάλουν τον Κύριον να ενδυναμώση τον Μάρτυρα εις την ομολογίαν της Αγίας του Πίστεως. Αφού λοιπόν ο μακάριος Μάρτυς παρουσιάσθη εις τον κριτήν, τον ηρώτησεν εκείνος με ημερότητα και κολακείαν, ποίος είναι και διατί ηρνήθη την πίστιν των, η οποία, έλεγεν, είναι λαμπρά και ένδοξος. Ο δε μακάριος Δημήτριος δεν ηθέλησε να αποκριθή με τουρκικήν διάλεκτον, διότι απεστράφη και εβδελύχθη παντελώς και αυτούς και την γλώσσαν των. Όθεν κύπτων την κεφαλήν με ταπείνωσιν απεκρίθη· «Ήμην και είμαι Χριστιανός και τον Χριστόν μου προσκυνώ ως Θεόν αληθινόν». Ταύτα ακούων ο κριτής και μη εννοών τι λέγει, ηρώτησε τους περιεστώτας Αγαρηνούς, εις δε εξ εκείνων, ως Χριστιανομάχος, απεκρίθη· «Αυτός λέγει, ότι Τούρκος ήτο και Τούρκος είναι». Ο δε Μάρτυς, μη υποφέρων να τον ακούη, εβόησε δια μεγάλης φωνής τουρκιστί· «Όχι, όχι, όχι, ω κριτά, ψεύδονται αυτοί· εγώ Χριστιανός εγεννήθην, Χριστιανός είμαι και Χριστιανός θέλω να αποθάνω». Ο κριτής, απορήσας δια την πολλήν αυτού παρρησίαν και γενναιότητα και απελπισθείς, ως βλέπων το ακλόνητον του Μάρτυρος, τον απέστειλεν εις τον ηγεμόνα, χωρίς να εκδώση και την απόφασιν του θανάτου του. Παρήγγειλεν όμως, μετά την ερώτησιν, να τον φυλακίσωσιν, μήπως και μεταμεληθή είτε με κολακείας είτε με απειλάς. Εξερχόμενος δε από το κριτήριον ο Μάρτυς, απέρριψεν από την κεφαλήν του το φέσι, το οποίον εφόρει (δια να προσεύχεται ασκεπής, ή και ως σημείον της ασεβούς θρησκείας των), ούτω δε ασκεπής παρουσιάσθη εις τον ηγεμόνα παρόντων και πλείστω Αγαρηνών. Ο ηγεμών, όταν είδε και πάλιν τον Μάρτυρα, τον ηρώτησε τας αιτίας δια τας οποίας εγκατέλειψε την πίστιν των, έπειτα δε υπεσχέθη εις τον Μάρτυρα ίππους χρυσοχαλίνους, ιμάτια πολύτιμα, χρυσόν και άργυρον, πλην εις δώδεκα ερωτήσεις τας οποίας ο ηγεμών, ο γαμβρός του και έτερος συγγενής του έκαμεν εις τον Μάρτυρα, με πολλάς υποσχέσεις, κατόπιν δε μα απειλάς κολαστηρίων, άλλο δεν έλεγεν, ει μη· «Χριστιανός είμαι, προσκυνώ τον Εσταυρωμένον μου Ιησούν ως Θεόν αληθινόν, προσκυνώ Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον». Ίδετε, αδελφοί, Πρόνοιαν Θεού, ότι ενώ πρότερον το τρισσόν της Θεότητος ηρνήθη από την αφροσύνην του εις τρία κριτήρια των ασεβών, λαμπρά τη φωνή ωμολόγησε κατόπιν την Αγίαν Τριάδα και ιάτρευσε την άρνησίν του με την καλήν ομολογίαν του. Όθεν ο ηγεμών, ιδών το αμετάθετον της γνώμης του, επρόσταξεν ευθύς να αποκεφαλισθή. Ταύτην την απόφασιν ακούσας ο μακάριος Δημήτριος μεγάλως εχάρη και με φαιδρόν πρόσωπον εφέρετο δέσμιος ως αρνίον εις τον τόπον της καταδίκης, ζητών και δίδων συγχώρησιν εις τους Χριστιανούς, τους οποίους συνήντα καθ’ οδόν. Ήτο δε άξιον θαυμασμού το να τον βλέπη τις, ότι ούτε εφοβήθη ούτε εδειλίασεν, ούτε η όψις του ηλλοιώθη, αλλ’ έτρεχε μετά χαράς ως η έλαφος, κατά τον Δαβίδ, «επί τας πηγάς των υδάτων» (Ψαλμ. μα:1). Όταν δε έφθασεν εις το μέσον της αγοράς, ύψωσε την μαρτυρικήν του κεφαλήν εις τον ουρανόν και εβόησε· «Δόξα σοι, Χριστέ μου Εσταυρωμένε, ότι με ηξίωσας, τον αμαρτωλόν και ανάξιον, να φθάσω εις αυτήν την αγίαν ώραν και να χύσω το αμαρτωλόν μου αίμα δια το σωτήριον όνομά Σου». Τούτο ακούσας ο δήμιος, τον εκτύπησε με ράβδον εις τον λαιμόν και μετ’ ολίγον, εκεί πλησίον της αγοράς, τον διέταξε να κύψη την κεφαλήν του, ευθύς δε ο τρισόλβιος με προθυμίαν εγονάτισε. Ο δήμιος όμως τον ανήγειρε και πάλιν και προχωρήσας προς το εργαστήριον του αυθέντου του έκαμνε και πάλιν τα ίδια, αλλά το άκακον του Χριστού αρνίον ακόμη προθυμότερον εδεικνύετο. Και εις την ιχθυαγοράν, όταν έφθασαν και εκεί, τον διέταξεν ο δήμιος να γονατίση, ο δε Μάρτυς παρεκίνει τον δήμιον να εκτελέση την εντολήν του μίαν ώραν ενωρίτερον. Πολλοί δε των Αγαρηνών, βλέποντες τον Μάρτυρα να κλίνη καθ’ εκάστην φοράν μετά τοσαύτης προθυμίας την κεφαλήν, εθαύμαζον την ανδρείαν του και έλεγον· «Τοιαύτην ανδρείαν και γενναιότητα ουδέποτε είδομεν εις άνθρωπον». Τέλος ο δήμιος με τρία κτυπήματα απέτεμε την αγίαν κεφαλήν τού Μάρτυρος, διότι τοιαύτη ήτο η απόφασις του πασά· να θανατωθή με τρία κτυπήματα. Ο δε ευλογημένος Μάρτυς του Χριστού Δημήτριος, όταν εδέχθη το πρώτον κτύπημα εις τον λαιμόν, έψαλλε· «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη Βασιλεία Σου». Αγανακτήσας δια τούτο ο δήμιος, έδωκεν εις τον Μάρτυρα εν ράπισμα. Όταν δε ο δήμιος εκτύπησε δια δευτέραν φοράν, πάλιν έψαλλεν ο Μάρτυς· «Μνήσθητί μου, Κύριε». Κατά δε το τρίτον κτύπημα παρέδωκε το πνεύμα· ενώ δε ήτο γονατιστός προς δυσμάς, με μίαν στροφήν θαυμαστήν έπεσε μετά την αποτομήν του κατ’ ανατολάς και ούτως εβαπτίσθη όλον το Μαρτυρικόν του σώμα εις τους ρύακας του αγίου του αίματος. Ετελείωσε δε τον καλόν αγώνα του Μαρτυρίου ο καλλίνικος ούτος Μάρτυς του Χριστού Δημήτριος εις τους χιλίους οκτακοσίους τρεις χρόνους (1803) από Χριστού, εις τας δέκα τρεις (13) του Απριλίου, ημέραν Τρίτην, ώραν εβδόμην. Χάριτι δε Θεού ο ζηλωτής εκείνος συνοδίτης του Μάρτυρος, περί ου ανωτέρω ωμιλήσαμεν, ήτο παρών εις όλα τα κριτήρια και εις την απόφασιν και εις την αποτομήν του Μάρτυρος και ιδών πάντα τα γενόμενα τα εξιστόρησεν εις ημάς. Μετά την αποτομήν της τιμίας κεφαλής του Μάρτυρος τα πλήθη των Χριστιανών, άτινα συνέδραμον εις την παράδοξον ταύτην θεωρίαν, παραμερίσαντες πάντα φόβον και υπό θερμής ευλαβείας κινούμενοι προσέτρεξαν εις τον τόπον του Μαρτυρίου και συνθλιβόμενοι και καταπατούμενοι συνέλεγον άλλοι ποσότητα τινα από το τίμιον αίμα του, άλλοι μέρη από το υποκάμισόν του, άλλοι έκοπτον δάκτυλα, άλλοι άλλα μέρη από το μαρτυρικόν του σώμα και άλλοι ελάμβανον τρίχας δι’ αγιασμόν των. Δια τούτων χριόμενοι πολλοί ασθενείς εθεραπεύθησαν. Ομολογώ δε, αδελφοί, την αλήθειαν, ότι τοιαύτην εντροπήν και καταισχύνην ουδέποτε άλλοτε έλαβον οι ασεβείς, όπως συνέβη τούτο εις αυτούς μετά την γενναίαν ομολογίαν και την σφαγήν του Μάρτυρος Δημητρίου. Όχι δε μόνον εντροπήν έλαβον, αλλά και τόσον φόβον (και τούτο βέβαια θεόθεν εγένετο), ώστε δεν ετόλμησέ τις να είπη τον παραμικρόν υβριστικόν λόγον εις την τόσην ορμήν, την οποίαν εδείκνυον οι Χριστιανοί. Αλλά και οι Χριστιανοί, εξ άλλου, τοιαύτην χαράν και αγαλλίασιν εδοκίμασαν δια την δόξαν της Πίστεώς των, όσην πιστεύω ότι άλλην φοράν δεν εδοκίμασαν. Και δικαίως· διότι η λαμπρά νίκη του Μάρτυρος και τα θαύματα με τα οποία τον εδόξασεν η Αγία Τριάς και η ευωδία του τιμίου του Σώματος, την οποίαν ως και αυτοί οι ασεβείς ησθάνθησαν, όλα ταύτα ήσαν αίτια χαράς πνευματικής. Ολίγον μετά την μακαρίαν αποτομήν της τιμίας Κεφαλής του Μάρτυρος, ηνεώχθησαν, ω φρικτόν άκουσμα! ηνεώχθησαν, λέγω, οι κεκλεισμένοι οφθαλμοί της κεκομμένης τρισολβίας κεφαλής του και εφαίνετο ως ζώσα, προς θαυμασμόν και έκπληξιν των ορώντων. Τούτο δε το θαυμάσιον ήτο πράγματι θαύμα του Κυρίου, ίνα αποδείξη ότι οι Δίκαιοι ζώσιν εις τον αιώνα (Σοφ. Σολ. ε:16) και αν προς καιρόν οι οφθαλμοί εκλείσθησαν, ηνεώχθησαν όμως και βλέπουσι καθαρώς το τρισήλιον φως της Θεότητος. Αλλά και το νενεκρωμένον πρόσωπον του Μάρτυρος χαράν ομού και θάμβος επροξένει εις τους ευσεβείς, τύφλωσιν δε μόνον και λύπην και καταισχύνην εις τους εχθρούς. Διότι τόσον λαμπρόν, τόσον ωραίον, τόσον ροδόχρουν εφαίνετο, ώστε οι βλέποντες τούτο έλεγον, ότι ωμοίαζε με κεφαλήν ζώντος ανθρώπου, εκ του λουτρού μόλις εξερχομένου. Κατά δε την νύκτα εκείνην ευλαβείς τινές Χριστιανοί, παραφυλάττοντες εις τα εργαστήριά των, είδον ιεροπρεπείς τινας άνδρας με λευκάς στολάς ενδεδυμένους, οι οποίοι δεν επάτουν εις την γην, αλλ’ εφαίνοντο ιστάμενοι περί τας δύο πήχεις υψηλότερα απ’ αυτής, οίτινες περιήρχοντο το άγιον Λείψανον, ψάλλοντες. Τούτο το θαυμάσιον εβεβαίωσαν οι ιδόντες με επιτίμια και όρκους φρικτούς, τους δε φανέντας εκείνους άνδρας, άλλοι είδον εξ τον αριθμόν, άλλοι επτά, άλλοι δώδεκα. Έμεινε δε το άγιον Λείψανον εις τον αυτόν τόπον ερριμμένον τρεις ημέρας και τρεις νύκτας και εφαίνετο λαμπρόν και λευκόν ως η χιών. Έπειτα ερρίφθη γνώμη παρά των δυσσεβών ουλεμάδων (Ουλεμάδες εκαλούντο υπό των Τούρκων οι εγκρατείς του ιερού αυτών νόμου, οι ειδικώς προς τούτο εκπαιδευθέντες), να καή το ιερώτατον Λείψανον· όμως, δια προσφοράς πολλών χρημάτων, επείσθησαν να το ρίψουν έξω του κάστρου εις τόπον λεγόμενον Κρεμάλαν, εις τον οποίον εκρεμώντο οι κατάδικοι. Εκείθεν παραληφθέν υπό των ευσεβών ενεταφιάσθη εντίμως και πανευλαβώς. Ο δε προρρηθείς Ιερεύς, απελθών κατά την ιδίαν εκείνην νύκτα μετά φόβου και τρόμου, ανεκόμισε την αγίαν κάραν του Μάρτυρος και φέρων ταύτην εναπέθεσεν αυτήν εν τω Ναώ του Αγίου Δημητρίου του Μυριβλήτου, κάτωθεν της Αγίας Τραπέζης, μετέβαινε δε συχνάκις και επέβλεπε τον τόπον εκείνον, εις τον οποίον είχε κεκρυμμένον τον θησαυρόν. Μετά παρέλευσιν ημερών τινών μεταβάς και πάλιν είδεν επί της πλακός σταγόνα τινά αίματος. Εξιστάμενος δε και μη γνωρίζων περί τίνος να πρόκειται, το έξεσε, ευθύς δε την ώραν εκείνην εχάθη το αίμα, αλλά μετ’ ολίγον επιστρέψας εύρε και πάλιν το ίδιον εκείνο αίμα επί της πλακός, αφού δε εσπόγγισε και έξεσε την πλάκα, εχάθη η σταγών του αίματος ως και πρότερον. Τούτο δεν έγινεν άπαξ και δις, αλλά πολλάκις τοιουτοτρόπως ενεφανίζετο και εξηφανίζετο η σταγών αύτη. Εις το θαύμα δε τούτο και έτερον επηκολούθησε. Το αίμα εκείνο, αφ’ ου πολλάκις εφάνη, εχάθη πλέον, εις το εξής δε ανέβλυζεν επί της πλακός ελαιώδης τις ουσία, ολίγη μεν, αλλά ευωδεστάτη, την οποίαν και πολλοί από τους φίλους του Ιερέως, τους οποίους εκείνος ο ίδιος εκάλεσε την είδον δια των ιδίων των οφθαλμών και την περιεργάσθησαν επιμελώς. Εκ τούτου οι βλέποντες ομολόγουν, ότι και εις τον νέον τούτον Μάρτυρα Δημήτριον έδωκεν ο Θεός τα χάρισμα του παλαιού Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, να αναβλύζη δηλαδή μύρον εκ του τάφου του. Διότι και η ουσία εκείνη όχι μόνον ευωδίαζεν, αλλ’ ήτο και παντοίας νόσου ιατρικόν θαυμάσιον. Επειδή όμως οι εισερχόμενοι εις την Εκκλησίαν ηπόρουν, αγνοούντες πόθεν προήρχετο η ευωδία εκείνη και διηρωτώντο περί τούτου και επειδή ήρχισε να κοινολογήται εκείνο το οποίον ο Ιερεύς εκ του φόβου των Τούρκων δεν ήθελε να γνωρίζουν πολλοί, δια τούτο την ιγ΄ (13) του Ιουλίου, αγρυπνίαν ποιήσας ο Ιερεύς μετά τριών πιστών φίλων αυτού, έκαμεν ανακομιδήν της αγίας Κάρας και απέθεσε ταύτην εις άλλον τόπον. Το δε πάντιμον σώμα του Μάρτυρος μετεκομίσθη υπό τινων δια νυκτός εις την Ιεράν Μονήν του Αγίου Νικολάου, την επονομαζομένην των Βαρσών και εκεί ετάφη πανεντίμως. Πολλά δε θαυμάσια ενήργησε και ενεργεί ακαταπαύστως η μαρτυρική χάρις του θείου τούτου Δημητρίου, από τα οποία ολίγα μόνον θέλομεν γράψει εδώ προς δόξαν αυτού και εις ωφέλειαν των φιλομαρτύρων Χριστιανών. Κόρη τις έπασχε δεινώς από σεληνιασμόν και προστρέχουσα συνεχώς εις ιατρούς, μετεχειρίσθη πολλά και διάφορα ιατρικά προς θεραπείαν της. Όμως δεν έλαβε την ποθουμένην υγείαν της, ακούσασα δε τα θαύματα του Μάρτυρος, προσεκάλεσε τον ευλαβέστατον Ιερέα Αντώνιον, τον οποίον πολλάκις ανεφέραμεν, ίνα ψάλη εις αυτήν αγιασμόν. Μετά δε το ράντισμα του αγιασμού, εσημείωσεν επ’ αυτής με εν δάκτυλον του Μάρτυρος το σημείον του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού και, ω του θαύματος! ευθύς εφώναξεν εκείνη· «Αλλοίμονον εις εμέ, με έφαγεν ο κοψοκέφαλος Δημήτριος». Ταύτα δε λέγουσα μετά φωνής ησύχασε και ιάθη πλήρως, δια της χάριτος του Αγίου Μάρτυρος και εις το εξής υγίαινε και εσωφρόνει, δοξάζουσα τον εν τοις Αγίοις Αυτού δοξαζόμενον Θεόν και τον θείον αυτής ιατρόν και ευεργέτην Άγιον Δημήτριον. Άνθρωπος τις ασθενήσας, καθώς φαίνεται, εκ συνεργείας δαιμονικής, έβλεπεν, εκείνος μόνος, αιθίοπα τινά τόσον υψηλόν και μεγάλον, ώστετου εφαίνετο, ότι έφθανεν έως των νεφών, εγίνετο δε όλος ως φοβερώτατον τι και ασχημότατον στόμα και εδείκνυεν, ότι ορμά να τον καταπίη. Φοβερόν το θέαμα! Ρώσαι ημάς, Κύριε, εκ της επηρείας των πονηρών δαιμόνων! Ο δε άθλιος ασθενής, από τον υπερβολικόν και απερίγραπτον φόβον, ο οποίος τον κατελάμβανεν, εταράσσετο και έκαμνεν όλα εκείνα τα σχήματα από τα οποία υποφέρουν οι σεληνιαζόμενοι με υπερβάλλουσαν όμως βίαν πάσχων ταύτα. Όθεν ήτο φρικτόν και ελεεινόν θέαμα εις τους ορώντας. Η τόσον όμως μεγάλη και φοβερά αύτη επήρεια και ενόχλησις του διαβόλου, με ολίγον αίμα του Νεομάρτυρος Δημητρίου, δια του οποίου εχρίσθη ο πάσχων, ηφανίσθη παντελώς και εις το εξής έμεινεν ανενόχλητος ο άνθρωπος, δοξάζων τον Θεόν τον ούτω δοξάζοντα τους Αυτόν αντιδοξάζοντας. Αλλά και παιδίον τι το οποίον εκινδύνευσεν εις θάνατον από βαρυτάτην ασθένειαν και όλοι το είχον αποφασισμένον, ευθύς ως το άχνισαν οι γονείς του δι’ ελαχίστου τεμαχίου εκ του υποκαμίσου του Αγίου ιατρεύθη, παρά πάσαν περί τούτου ελπίδα. Αλλά και άλλη τις γυνή, έχουσα τυφλόν τον ένα οφθαλμόν της και χρισθείσα δια του αγίου αίματος του Μάρτυρος, έλαβε παραδόξως το φως του οφθαλμού της. Ούτω λαμπρώς, αδελφοί, εδόξασε και δοξάζει ο Θεός τον θείον αυτού Μάρτυρα Δημήτριον, διότι και εκείνος ο αοίδιμος λαμπρώς εδόξασε τον Θεόν και καλώς εθεράπευσεν Αυτόν με τους αγώνας του Μαρτυρίου του και με τα θεία έργα της υπερθαυμάστου μετανοίας του, την οποίαν, ως και την συντριβήν και τα δάκρυα και όλα τα άλλα έργα της μετανοίας αυτού, άξιον είναι και ημείς να μιμούμεθα δια τας αμαρτίας μας, με τας οποίας καθ’ εκάστην παραπικραίνομεν και εις αγανάκτησιν κινούμεν τον Πλάστην μας. Δια του τρόπου τούτου θέλομεν φανή, ότι ελάβομεν καρπόν τινα από την διήγησιν του ιερού τούτου Μαρτυρίου, την οποίαν ηκούσαμεν, άλλως ματαία και άσκοπος θέλει γίνει δι’ ημάς η θαυμαστή αύτη διήγησις και ανάγνωσις και όχι μόνον ματαία, αλλά και εις κατάκρισιν ημών θέλει αποβή, διότι καταφρονούμεν τα καλά και δεν προαιρούμεθα να διορθώσωμεν την διεστραμμένην ζωήν μας και να εξιλεώσωμεν τον Δεσπότην δια τα πλήθη των ανομιών μας με την μετάνοιαν, την οποίαν πρέπει να κάμνωμεν αληθινήν και τελείαν, δια των ευπροσδέκτων πρεσβειών του καλλινίκου και πανθαυμάστου Νέου Μάρτυρος Δημητρίου. Αμην.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΕ΄ (15η) Απριλίου, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων γυναικών ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ και ΒΑΣΙΛΙΣΣΗΣ.
Αναστασία και Βασίλισσα αι Άγιαι Μάρτυρες ήκμασαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Νέρωνος του κατά τα έτη νδ΄ - ξη΄ (54 – 68) βασιλεύσαντος, κατήγοντο δε εκ της μεγαλοπόλεως Ρώμης και ήσαν ευγενείς και πλούσιαι, εχρημάτισαν δε και μαθήτριαι των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, οίτινες και αυτοί εθανατώθησαν υπό του Νέρωνος. Μετά δε τον θάνατον των Αγίων τούτων Αποστόλων, λαβούσαι αι Άγιαι αύται εν καιρώ νυκτός τα τίμια και αποστολικά Λείψανα αυτών και ενταφιάσασαι αυτά, κατηγορήθησαν δια τούτο εις τον δυσσεβή Νέρωνα και ωδηγήθησαν προ αυτού, κατά προσταγήν δε τούτου ερρίφθησαν εις την φυλακήν. Κατόπιν ερωτηθείσαι εάν αρνούνται την του Χριστού Πίστιν και αποκριθείσαι ότι εμμένουσιν εις αυτήν, εκρεμάσθησαν υψηλά. Έπειτα απέκοψαν τους μαστούς αυτών, τας χείρας, τους πόδας και τας γλώσσας των και τελευταίον τας κεφαλάς των και ούτως ανήλθον αι μακάριαι στεφανηφόροι εις τα ουράνια
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΣΤ΄ (16η) Απριλίου, ο Άγιος Νεομάρτυς ΜΙΧΑΗΛ ο Βουρλιώτης, ο εν Σμύρνη μαρτυρήσας εν έτει αψοβ΄ (1
Τη ΙΣΤ΄ (16η) Απριλίου, ο Άγιος Νεομάρτυς ΜΙΧΑΗΛ ο Βουρλιώτης, ο εν Σμύρνη μαρτυρήσας εν έτει αψοβ΄ (1772), ξίφει τελειούται.
Μιχαήλ ο Άγιος Νεομάρτυς κατήγετο από τα Βουρλά της Μικράς Ασίας, ήτο δε χαλκουργός την τέχνην, νέος εις την ηλικίαν έως δέκα οκτώ ετών και ωραίος πολύ εις την όψιν. Απατηθείς δε ούτος από χαλκουργόν τινα Αγαρηνόν, ηρνήθη, φεύ! την Πίστιν του Χριστού, κατά το πρώτον Σάββατον των Νηστειών και υπηρέτει τον Αγαρηνόν με μισθόν. Όταν δε ήλθεν η Αγία Ανάστασις του Κυρίου, ακούων τους συνομηλίκους του και όλους τους Χριστιανούς να εορτάζουν την λαμπροφόρον ημέραν και να ψάλλουν με αγαλλίασιν και χαράν, εντός πανδοχείου τινός, το κοσμοπόθητον τροπάριον «Χριστός Ανέστη», ήλθεν εις αίσθησιν του κακού όπερ έπαθε και μετανοήσας καθ’ εαυτόν δια τούτο, εγκατέλειψε την υπηρεσίαν του και συνέψαλλε και αυτός μετά των άλλων το «Χριστός Ανέστη». Τούτο ακούοντες οι εκεί παρευρισκόμενοι, ημπόδιζον αυτόν λέγοντες, ότι είναι ανοίκειον εις Τούρκον να λέγη τοιούτους λόγους, οι οποίοι αρμόζουν μόνον εις τους Χριστιανούς. Ο δε Άγιος Νεομάρτυς Μιχαήλ αποκριθείς είπεν· «Αύριον θέλετε ίδει ποίος θέλω γίνει». Το πρωϊ λοιπόν της επομένης μετέβη ο Άγιος εις τον κριτήν και λέγει προς αυτόν· «Εκείνος όστις εξαπατηθείς έδωσε χρυσάφι και επήρε μολύβι, είναι νόμιμον να δώση πάλιν το μολύβι και να πάρη το χρυσάφι, το οποίον έδωσεν, αφού η ανταλλαγή δεν έγινε δικαία και εν γνώσει, αλλά κατόπιν απάτης, καθ’ ο εν αγνοία διατελών;» Ο κριτής απεκρίθη· «Ναι». Τότε ο του Χριστού Μάρτυς λέγει προς αυτόν· «Λάβε λοιπόν συ το μολύβι, το οποίον μου έδωσες, ήτοι την ιδικήν του θρησκείαν, και λαμβάνω και εγώ πάλιν τον χρυσόν, τον οποίον σου έδωσα, ήτοι την των γονέων μου Αγίαν Πίστιν». Ούτω δε παρρησία έμπροσθεν του κριτού μουσελήμη και πάντων των συγκαθημένων ωμολόγησε τον Χριστόν Θεόν παντοδύναμον και κριτήν των απάντων. Θαυμάζοντες τότε όλοι την παρρησίαν του, έσπευδον να τον απατήσωσι με κολακείας και υποσχέσεις δωρεών μεγάλων, κατηγορούντες μεν τα του Χριστού, επαινούντες δε τον Μωάμεθ και μέγαν προφήτην αυτόν ονομάζοντες. Βλέποντες δε τον Μάρτυρα, ότι ίστατο στερεός εις την του Χριστού Πίστιν, έρριψαν αυτόν εις την φυλακήν, μέχρι δευτέρας εξετάσεως. Μετά δε δύο ημέρας παρουσιασθείς και πάλιν ο Άγιος εις τον κριτήν και ομολογών τον Χριστόν Θεόν αληθινόν, ως και πρότερον, κατεδικάσθη εις θάνατον. Απερχόμενος δε εις την σφαγήν ο μακάριος, εφαίνετο όλος χαίρων και αγαλλόμενος και ζητήσας συγχώρησιν με σχήμα και με λόγον από τους εκεί συνηθροισμένους Χριστιανούς, κλίνας την κεφαλήν ετελειώθη δια ξίφους και ούτως έλαβε παρά Χριστού του αληθινού Θεού τον του Μαρτυρίου αμάραντον στέφανον. Έκειτο δε το τίμιον αυτού Λείψανον επί τρεις ημέρας, κατά το διάστημα δε τούτο εφαίνετο λευκόν ως χιών. Μετά ταύτα ερρίφθη τούτο εις την θάλασσαν, η δε θάλασσα εξέβρασεν αυτό πλησίον της λεγομένης Φοινικιάς. Χριστιανοί δε τινές βαφείς ευρόντες το άγιον τούτο Λείψανον ομού με την τιμίαν Κεφαλήν, παρέλαβον αυτό μετ’ ευλαβείας και το έφεραν εις τον Ναόν της Αγίας Φωτεινής, όπου και ενεταφιάσθη εντίμως. Του Αγίου τούτου Μάρτυρος Μιχαήλ ταις αγίαις πρεσβείαις αξιωθείημεν και ημείς της των ουρανών Βασιλείας. Αμήν. Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.
Μιχαήλ ο Άγιος Νεομάρτυς κατήγετο από τα Βουρλά της Μικράς Ασίας, ήτο δε χαλκουργός την τέχνην, νέος εις την ηλικίαν έως δέκα οκτώ ετών και ωραίος πολύ εις την όψιν. Απατηθείς δε ούτος από χαλκουργόν τινα Αγαρηνόν, ηρνήθη, φεύ! την Πίστιν του Χριστού, κατά το πρώτον Σάββατον των Νηστειών και υπηρέτει τον Αγαρηνόν με μισθόν. Όταν δε ήλθεν η Αγία Ανάστασις του Κυρίου, ακούων τους συνομηλίκους του και όλους τους Χριστιανούς να εορτάζουν την λαμπροφόρον ημέραν και να ψάλλουν με αγαλλίασιν και χαράν, εντός πανδοχείου τινός, το κοσμοπόθητον τροπάριον «Χριστός Ανέστη», ήλθεν εις αίσθησιν του κακού όπερ έπαθε και μετανοήσας καθ’ εαυτόν δια τούτο, εγκατέλειψε την υπηρεσίαν του και συνέψαλλε και αυτός μετά των άλλων το «Χριστός Ανέστη». Τούτο ακούοντες οι εκεί παρευρισκόμενοι, ημπόδιζον αυτόν λέγοντες, ότι είναι ανοίκειον εις Τούρκον να λέγη τοιούτους λόγους, οι οποίοι αρμόζουν μόνον εις τους Χριστιανούς. Ο δε Άγιος Νεομάρτυς Μιχαήλ αποκριθείς είπεν· «Αύριον θέλετε ίδει ποίος θέλω γίνει». Το πρωϊ λοιπόν της επομένης μετέβη ο Άγιος εις τον κριτήν και λέγει προς αυτόν· «Εκείνος όστις εξαπατηθείς έδωσε χρυσάφι και επήρε μολύβι, είναι νόμιμον να δώση πάλιν το μολύβι και να πάρη το χρυσάφι, το οποίον έδωσεν, αφού η ανταλλαγή δεν έγινε δικαία και εν γνώσει, αλλά κατόπιν απάτης, καθ’ ο εν αγνοία διατελών;» Ο κριτής απεκρίθη· «Ναι». Τότε ο του Χριστού Μάρτυς λέγει προς αυτόν· «Λάβε λοιπόν συ το μολύβι, το οποίον μου έδωσες, ήτοι την ιδικήν του θρησκείαν, και λαμβάνω και εγώ πάλιν τον χρυσόν, τον οποίον σου έδωσα, ήτοι την των γονέων μου Αγίαν Πίστιν». Ούτω δε παρρησία έμπροσθεν του κριτού μουσελήμη και πάντων των συγκαθημένων ωμολόγησε τον Χριστόν Θεόν παντοδύναμον και κριτήν των απάντων. Θαυμάζοντες τότε όλοι την παρρησίαν του, έσπευδον να τον απατήσωσι με κολακείας και υποσχέσεις δωρεών μεγάλων, κατηγορούντες μεν τα του Χριστού, επαινούντες δε τον Μωάμεθ και μέγαν προφήτην αυτόν ονομάζοντες. Βλέποντες δε τον Μάρτυρα, ότι ίστατο στερεός εις την του Χριστού Πίστιν, έρριψαν αυτόν εις την φυλακήν, μέχρι δευτέρας εξετάσεως. Μετά δε δύο ημέρας παρουσιασθείς και πάλιν ο Άγιος εις τον κριτήν και ομολογών τον Χριστόν Θεόν αληθινόν, ως και πρότερον, κατεδικάσθη εις θάνατον. Απερχόμενος δε εις την σφαγήν ο μακάριος, εφαίνετο όλος χαίρων και αγαλλόμενος και ζητήσας συγχώρησιν με σχήμα και με λόγον από τους εκεί συνηθροισμένους Χριστιανούς, κλίνας την κεφαλήν ετελειώθη δια ξίφους και ούτως έλαβε παρά Χριστού του αληθινού Θεού τον του Μαρτυρίου αμάραντον στέφανον. Έκειτο δε το τίμιον αυτού Λείψανον επί τρεις ημέρας, κατά το διάστημα δε τούτο εφαίνετο λευκόν ως χιών. Μετά ταύτα ερρίφθη τούτο εις την θάλασσαν, η δε θάλασσα εξέβρασεν αυτό πλησίον της λεγομένης Φοινικιάς. Χριστιανοί δε τινές βαφείς ευρόντες το άγιον τούτο Λείψανον ομού με την τιμίαν Κεφαλήν, παρέλαβον αυτό μετ’ ευλαβείας και το έφεραν εις τον Ναόν της Αγίας Φωτεινής, όπου και ενεταφιάσθη εντίμως. Του Αγίου τούτου Μάρτυρος Μιχαήλ ταις αγίαις πρεσβείαις αξιωθείημεν και ημείς της των ουρανών Βασιλείας. Αμήν. Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΖ΄ (17η) Απριλίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΜΑΚΑΡΙΟΥ Αρχιεπισκόπου Κορίνθου του εν τη νήσω
Τη ΙΖ΄ (17η) Απριλίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΜΑΚΑΡΙΟΥ Αρχιεπισκόπου Κορίνθου του εν τη νήσω Χίω ασκήσαντος και εν αυτή οσίως εν έτει αωε΄ (1805) τελευτήσαντος και προς Κύριον μεταστάντος.
Μακάριος ο εν Αγίοις Αγιώτατος Πατήρ ημών, ο της Κορίνθου Αρχιεπίσκοπος και της νήσου Χίου το καύχημα, το της αρετής ακροθίνιον, ο εν τοις εσχάτοις καιροίς διαλάμψας, εορτάζεται σήμερον, Οσιώτατοι Πατέρες και αδελφοί ευλαβέστατοι, του οποίου τον Βίον συνέγραψεν ο ρητορικώτατος κάλαμος του πνευματικού αυτού τέκνου και μεγάλου διδασκάλου Αθανασίου του Παρίου, διο εντείνατε την προσοχήν σας, ίνα ακούσητε Βίον γλυκύτατον νέου μεγάλου Αγίου από τοιούτον μέγαν διδάσκαλον γεγραμμένον και μεγάλως θέλετε πνευματικώς ευφρανθή. Eπαινετή βέβαια και λίαν θαυμαστή εστάθη πάντοτε και πανταχού, ως θεός και θεοποιός η ευλογημένη αρετή. Ποίος δεν γνωρίζει τούτο; Και ποίος δεν το ομολογεί; Είναι τούτο γεγονός αναμφισβήτητον. Αλλά, παρακαλώ, ας μη φανή παράδοξον εις κανένα αυτό, το οποίον έρχομαι να είπω. Όταν αι έρημοι επλημμύριζον από θεοφόρους Αναχωρητάς, όταν τα Μοναστήρια ήσαν γεμάτα από Αγίους Μοναχούς, όταν ακόμη και αι πόλεις έλαμπον από τους φωστήρας των Αγίων του Θεού Εκκλησιών, απλώς δε ειπείν, όταν πανταχού της οικουμένης ευρίσκοντο άνδρες σημειοφόροι και θαυματουργοί, τότε, νομίζω, ότι δεν θα έκαμνε τόσον κρότον η αρετή, ούτε εις τόσον θαυμασμόν θα εκίνει τους ανθρώπους η αγιότης, όσον κινεί σήμερον, ότε, ίνα είπω το της Γραφής, ευρίσκεται «επί πάσαν την γην ξηρασία» (Κριτ. 6:38) και ρανίς αγιότητος και αρετής ουδαμού φαίνεται, αλλά πανταχού κυριεύει κοινή τις διαστροφή, πανταχού ψεύδος και δόλος, πανταχού αθεοφοβία και ανευλάβεια και η θεοστυγής αδιαφορία. Αν λοιπόν εις τοιούτον καιρόν ήθελε φανή εις καμμίαν ψυχήν, ως εις τον πόκον του Γεδεών, θεία δρόσος, ήτοι, δια να είπω σαφέστερον, αν ίσως η παντουργός του Πνεύματος Χάρις, εις τας πονηράς ταύτας ημέρας ήθελεν αναδείξει παραδοξότατα Άγιον ένα Μοναχόν, ένα Επίσκοπον, ένα Ιεράρχην, με σημεία υπερφυσικά και εξαίσια, τούτο, χωρίς αμφιβολίαν, ήθελε προξενήσει εις όλους τους Χριστιανούς έκπληξιν, θαυμασμόν και ευφροσύνην ασύγκριτον όντως και ανήκουστον. Αλλά τι λέγω ήθελε προξενήσει; Τούτο ήδη εμπράκτως γίνεται σήμερον. Τούτο κάμνουσι σήμερον τα ευσεβέστατα πλήθη της φιλοχρίστου Χίου, η πόλις όλη, τα χωρία όλα, τα εντός και εκτός, άνδρες ομού και γυναίκες, Ιερείς και λαϊκοί όλοι, όλοι εξ ίσου, μικροί και μεγάλοι και νέοι και γέροντες, όλοι ομού και με ένα παράδοξον και σώφρονα ενθουσιασμόν αγάλλονται, σκιρτώσιν από ψυχής, δοξάζουσι την άπειρον του Θεού αγαθότητα και φιλανθρωπίαν, διότι εις τας ημέρας ταύτας ανέδειξεν εις ημάς άλλον πόκον του Γεδεών πλήρη θεϊκής δρόσου, τον θείον Ιεράρχην της Κορίνθου, τον και πράγματι Μακάριον. Αλλά τι είπον πόκον; Πηγήν μάλιστα νοητήν, πηγήν ύδατος ζώντος, πηγήν αναβλύζουσαν νάματα θείων Χαρίτων, όστις δροσίζει με τα ρείθρα των θείων του θαυμάτων τας κεκαυμένας ψυχάς των μετά πίστεως προς αυτόν προσερχομένων εκάστοτε. Ω καλή και περίδοξος Χίος, έχεις δίκαιον να χαίρης και χαίρε σοι λέγω και εγώ και σκίρτα πνευματικώς, διότι η ανεξιχνίαστος του Θεού πρόνοια, ύστερα από τόσους αιώνας, σε ηξίωσε να έχης εις τους κόλπους σου τούτον τον Μέγαν Ιεράρχην και θαυματουργόν, τον αξιάγαστον Ποιμένα της Κορίνθου, τον εν μακαρίοις τω όντι Μακάριον τον Νοταράν. Αληθώς πράγμα ξενήκουστον, επειδή, ποίος τόπος, ποία επαρχία, ποία πόλις σήμερον δύναται να καυχηθή δι’ εν τόσον εξαίρετον και σπάνιον ουράνιον χάρισμα, όπερ να την στολίζη και να την κάμνη ονομαστήν και μακαρίαν; Ένας νέος δηλαδή Άγιος Αρχιερεύς και θαυματουργός νεώτερος; Αληθώς πράγμα μέγα, διήγημα ευκταιότατον. Και πως δεν είσαι μακαρία τω όντι, ω καλή Χίος, αφού σε έκρινεν ο Θεός ταμείον άξιον, δια να αποθέση εν σοι τον ουράνιον τούτον θησαυρόν; Αλλά δια να διδαχθή και να μάθη όλος ο κόσμος το μέγα τούτο και ξενήκουστον θαύμα και ότι δικαίως και πρεπόντως ο απροσωπόληπτος Θεός εδόξασε τον Ιεράρχην τούτον με τα λαμπρά σημεία της ωραιότητός Του, είναι ανάγκη να γράψωμεν και να ιστορήσωμεν, καθ’ όσον δυνάμεθα, τον πανόσιον βίον και την πολιτείαν αυτού. Και δη, επικαλούμενοι τας αγίας και θεοπειθείς αυτού ευχάς, αρχόμεθα από εκεί όπου είναι πρέπον και σύνηθες να αρχίζη κανείς. Η Κόρινθος είναι πόλις της Πελοποννήσου, ευρισκομένη πλησίον του ισθμού, όστις φέρει και το όνομά της, εις το λεγόμενον Εξαμήλιον. Είναι πόλις αρχαιοτάτη και ονομαστή, εις τας Ελληνικάς ιστορίας, ονομαστή δε μάλιστα και εξάκουστος εις όλην την οικουμένην από τας δύο Θεοσόφους Επιστολάς, τας οποίας έγραψε προς τους Κορινθίους ο μακάριος Απόστολος Παύλος, όστις εδίδαξε και επανέφερεν αυτούς εκ της πλάνης της ειδωλομανίας εις την γνώσιν του ενός και μόνου αληθινού Θεού. Από αυτήν κατάγεται και ταύτης εστάθη γέννημα και θρέμμα ο θείος ούτος Μακάριος· προγόνους δε είχεν ευγενείς εξ ευγενών, του οίκου των περιφήμων Νοταράδων, γένος τούτο αρχαίον και λαμπρόν, καταγόμενον εκ της συγκλήτου βουλής της ποτέ βασιλείας του Βυζαντίου. Εκ τούτου δε του γένους των Νοταράδων κατάγεται και ο εν τη Κεφαλληνία εν αγιότητι περίφημος και Οσιώτατος Πατήρ ημών Γεράσιμος, δόξα και καύχημα όχι μόνον των Νοταράδων, αλλά και όλων των Ορθοδόξων Χριστιανών, όστις και μετά το σχίσμα της Δυτικής εκκλησίας, τώρα νεωστί έλαμψε και λάμπει και αυτός δι’ απείρων θαυμάτων. Γεννήτορας δε έσχεν ο Άγιος θεοσεβεστάτους και σεμνοτάτους, Γεωργαντάν (ήτοι Γεώργιον) και Αναστασίαν καλουμένους, οι οποίοι και κατά το γένος και κατά τον πλούτον είχον τα πρωτεία των Κορινθίων. Εκ τοιούτων λοιπόν γονέων εγεννήθη ο θείος ούτος βλαστός, ύστερα από άλλους υιούς και θυγατέρας κατά το έτος αψλα΄ (1731) από Χριστού, ο δε τότε Αρχιεπίσκοπος Κορίνθου Παρθένιος, αναδεξάμενος αυτόν εκ του Αγίου Βαπτίσματος ωνόμασεν αυτόν Μιχαήλ, ωσάν τρόπον τινά, να επροφήτευσε με τούτο, ότι ο πνευματικός ούτος υιός του έμελλε να γίνη και κληρονόμος, ήτοι διάδοχος της πνευματικής του αξίας. Φθάσας δε ούτος εις ηλικίαν εδιδάχθη τα ιερά γράμματα και μετά ταύτα και την ελληνικήν παιδείαν μαθητεύσας εις τον τότε διδάσκαλον Ευστάθιον τον από Κεφαλληνίας. Ευθύς όμως από τας πρώτας αρχάς της νεότητός του ήρχισεν ο μακάριος να δεικνύη σημεία, ότι δεν είχε κλήσιν εις τα του κόσμου πράγματα, αλλά μάλιστα εις τα πνευματικά, επειδή ήρχισε να ζη με πολλήν ταπείνωσιν και να μεταβαίνη συχνά εις τας ιεράς Ακολουθίας, αποστρεφόμενος όλως δι’ όλου τας συναναστροφάς των νέων και την κοσμικήν ματαιότητα. Επειδή δε ο πατήρ του ήτο μέγας εις τα πολιτικά, όταν έφθασεν εις ικανήν ηλικίαν τον κατέστησε, αν και μη θέλοντα, επιστάτην, ήτοι εξουσιαστήν, επάνω εις αρκετά χωρία, αλλ’ ούτος ο αοίδιμος, μη έχων κλήσιν εις τοιαύτας ματαιότητας, όχι μόνον δεν απέκτησε χρήματα, αλλά και εκείνα τα οποία είχε διεσκόρπισε και ζημίαν επροξένησεν εις τον πατέρα του· όθεν και ύβρεις και ονειδισμούς παρά του πατρός υπέμεινε πολλούς. Έχων λοιπόν πόθον πολύν να λάβη το μοναδικόν Σχήμα και βλέπων ότι δεν υπήρχεν άλλος τρόπος καταφεύγει εις το Μέγα Σπήλαιον, παρακαλών και δεόμενος να τον αξιώσουν του ποθουμένου. Αλλ’ όμως οι Πατέρες εκείνοι, βλέποντες, ότι χωρίς την βουλήν του πατρός του ήτο το κίνημά του, δεν συγκατένευσαν εις τας δεήσεις του, φοβηθέντες την δύναμιν εκείνου. Όθεν μετ’ ολίγας ημέρας μαθών ο πατήρ του ότι ήτο εκεί, παρήγγειλε και τον έστειλαν οπίσω, αν και μη θέλοντα. Επιστρέψας λοιπόν, πρώτον μεν διέτριβεν εις την οικίαν την πατρικήν, εκεί καθήμενος και εις αναγνώσεις των θείων Γραφών και άλλων ψυχωφελών βιβλίων σχολάζων, διότι και πολλά άλλα μάλιστα δε και τον «Ευεργετινόν» εκ του στόματός του ηκούσαμεν να διηγήται με τοιούτον πόθον «ως ο ευρίσκων σκύλα πολλά» (Ψαλμ. ριη΄ 162). Μετά ταύτα, επειδή έλειψεν από το σχολείον των ο διδάσκαλος, όλως αυτοπροαιρέτως, δια να μη μένωσιν αργά και τυφλά τα τέκνα των Χριστιανών, ανεδέχθη αυτός τον αγώνα του σχολείου και παρέδιδεν αμισθί τα μαθήματα επί χρόνους εξ, δεν έπαυεν όμως από του να ερευνά συνεχώς προς ανεύρεσιν του καταλλήλου κατά τον πόθον του διδασκάλου, αλλ’ αυτός μεν ανεζήτει διδάσκαλον δια το σχολείον της Κορίνθου, ήτοι της πατρίδος του, αλλ’ η θεία Πρόνοια προητοίμαζε τούτον δια διδάσκαλον καθολικόν, δηλαδή όλης της Κορινθιακής επαρχίας και ακούσατε πως λίαν ενωρίς επραγματοποιήθη τούτο. Κατά το έτος αψξδ΄ (1764) απήλθε προς Κύριον εν βαθεί γήρατι ο αοίδιμος Αρχιεπίσκοπος Κορίνθου Παρθένιος. Τότε ευθύς όλοι, ως υπό Θεού εμπνευσθέντες, όχι μόνον οι πολίται της Κορίνθου, αλλ’ άπας ο Χριστώνυμος λαός της όλης επαρχίας, Ιερείς και Μοναχοί, και μάλιστα οι του θρόνου της Κορίνθου Επίσκοποι, όλοι ομού με μίαν φωνήν και γνώμην, τον Μακάριον εζήτησαν και τούτον έκριναν άξιον να αναδεχθή την ποιμαντικήν φροντίδα του Χριστωνύμου λαού της Κορινθιακής επαρχίας. Όθεν ως θείαν κλήσιν την κοινήν φωνήν του λαού ηγησάμενος, επένευσεν εις την πάγκοινον ψήφον, με τον σκοπόν να καθοδηγήση τον λαόν εις την ευσέβειαν και να φέρη εις ευταξίαν και σωτηρίας κατάστασιν την ήδη εξηχρειωμένην ένεκεν του βαθυτάτου γήρατος του προκατόχου αυτού επαρχίαν της Κορίνθου. Εις την εκκλησιαστικήν λοιπόν διόρθωσιν της Αρχιεπισκοπής Κορίνθου αποβλέψας, την οποίαν πολλοί του εζήτησαν, συγκατάνευσεν, ως είπομεν, εις τας κοινάς δεήσεις και εδέχθη να αναλάβη το της Αρχιερωσύνης αξίωμα. Εφοδιασθείς λοιπόν με εγγράφους αναφοράς παρά πάσης της επαρχίας, δια των οποίων παρεκάλουν πάντες θερμώς την Αγίαν Σύνοδον, όπως χαρίση τούτον εις αυτούς Ποιμένα, λαβών δε και συστατικάς επιστολάς από πολλά έγκριτα πρόσωπα της επαρχίας, ανήλθεν εις την Βασιλεύουσαν και παρουσιάσθη εις την Αγίαν Σύνοδον, πατριαρχεύοντος τότε του Σαμουήλ και κοινή ψήφω της Αγίας Συνόδου, επειδή ήτο λαϊκός, χειροτονείται κατά τάξιν Διάκονος και Ιερεύς και τέλος και το μέγιστον λαμβάνει της Αρχιερωσύνης αξίωμα. Όθεν γίνεται Πρόεδρος μεν της Μητροπόλεως Κορίνθου, φωστήρ δε γενικώς απάσης της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Αλλ’ ενταύθα του λόγου γενόμενος, αισθάνομαι την ανάγκην να ομολογήσω και παρρησία, ότι πολύ θέλω ζημιώσει τους φιλαρέτους αναγνώστας, αν και χωρίς την θέλησίν μου, διότι στερούμαι πληροφοριών περί των μέχρι τότε θαυμασίων αυτού πράξεων, πλην ότι κατά δύναμιν ηδυνήθην να συλλέξω, τούτο και προσφέρω εις τας φιλοκάλους ψυχάς, ζητών συγχώρησιν δι’ εκείνα τα οποία εξ αγνοίας μου αποσιωπώ. Επέστρεψε λοιπόν ο Άγιος εις την θεόθεν λαχούσαν εις αυτόν επαρχίαν ποθητός και παμπόθητος και ποιούσιν αγρυπνίαν και εορτήν χαρμόσυνον την ημέραν της ιεράς του επιδημίας ο Χριστώνυμος λαός, χαίροντες και ευφραινόμενοι και τον Άγιον Θεόν δοξάζοντες, διότι εισήκουσε των δεήσεών των και τους εχάρισε τοιούτον Ποιμένα, όπως αυτόν ο θείος Απόστολος Παύλος προλαβών περιέγραψε και αυτοί από ψυχής και καρδίας τον εζήτησαν. Και αληθώς, ούτε εψεύσθησαν εις τας ελπίδας των, ούτε εις μάτην έδειξαν την τόσην χαράν οι Χριστιανοί. Επειδή καθώς εκ της πρώτης του ηλικίας θεόφρων απεδείχθη και σημεία εδείκνυε μεγάλης ψυχής ως και ζήλον πολύν περί τα καλά, ούτω και τότε εμπράκτως έδειξε και επεβεβαίωσεν όλα εκείνα. Διότι εσκέφθη, ως και ο Θεολόγος Γρηγόριος, ότι δεν έλαβε την Αρχιερωσύνην ως εξουσίαν ανεξέταστον δια να επιδοθή εις τρυφάς και αναπαύσεις, εις χρηματισμούς βιαίους και θησαυρισμόν, καθώς άλλοι κάμνουσιν. Όχι, λέγω, άπαγε. Ούτε εσκέφθη, ούτε έπραξεν ούτος κατά τοιούτον τρόπον, αλλά μάλιστα εσκέφθη καθώς έπρεπε να σκεφθή εις τοσούτον θεόφρων άνθρωπος, ήτοι, ότι ανέλαβε προστασίαν και φροντίδα ψυχών πολλών δια των οποίων την σωτηρίαν έχει να δώση λόγον, όταν έλθη ο Κύριος των δεσποτικών ταλάντων και συνάρη λόγον μετά των δούλων αυτού (Ματθ. ιη:23, κε:19-30). Ταύτα λοιπόν και τα τοιαύτα υψηλά και μεγάλα νοήματα έχων καλώς θεμελιωμένα εις τον εαυτόν του, ήρχισεν ευθύς, ως πιστός και φρόνιμος οικονόμος, να δίδη την τροφήν του θείου λόγου εις τας Θεόν πεινώσας ψυχάς από καιρούς και χρόνους αμνημονεύτους, διδάσκων, με πολλήν χρηστότητα και ταπείνωσιν, τα προς σωτηρίαν συντείνοντα, εις πάσαν τάξιν και ηλικίαν ανθρώπων. Επειδή δε, είτε εξ αμελείας, είτε εξ απαιδευσίας, είτε και δια τα δύο ομού των προκατόχων του Ποιμένων, εύρε την Εκκλησίαν εξηχρειωμένην ήτοι όλην την της Κορίνθου επαρχίαν γεμάτην από αταξίαν και παρανομίας, επέδειξε σπουδήν μεγάλην και επιμέλειαν, ως άλλος Ζοροβάβελ, να την ανακαινίση και να την αναμορφώση εις το κρείττον, απαλλάττων αυτήν από παντός είδους ρυπαρότητα και αισχρότητα. Πρώτον λοιπόν ήρχισεν από την Ιερωσύνην, ως από θεμέλιον, και όσους Ιερείς εύρε πολύ αγραμμάτους τους έπαυσεν όλους· ομοίως έπαυσε και εκείνους οίτινες είχον φθάσει εις έσχατον γήρας και ενήργουν τα της Ιερωσύνης ασυνειδήτως, με πολύν κίνδυνον των Θείων Μυστηρίων ή, μάλλον ειπείν, των ιδικών των ψυχών. Μετά ταύτα ημπόδισε δι’ όλων των δυνάμεών του και δι’ επιτιμίου τελείας αργίας τους Ιερείς εκείνους, οίτινες ανεμιγνύοντο εις τα πολιτικά. Διότι εις πολλούς τόπους συνηθίζετο η τοιαύτη επάρατος αταξία και συμβαίνει να είναι οι αυτοί και Ιερείς και άρχοντες, εις την Εκκλησίαν με τον Χριστόν και εις την πολιτείαν με τα πολιτικά αναμεμιγμένοι. Όχι, όχι, λέγει ο μέγας οικονόμος της Χάριτος, ο θείος Ιερόθεος. Όστις θέλει να αναμιγνύεται εις τα πολιτικά, ας γνωρίζη καλώς, ότι εις το εξής δεν ημπορεί να είναι Ιερεύς. Προκειμένου δε να χειροτονήση Ιερείς, ηθέλησεν, ως ευσυνείδητος, να φυλάξη όσον ηδύνατο την ακρίβειαν των ιερών Κανόνων, τόσον των Αποστολικών όσον και των Συνοδικών, και πρώτον όχι μόνον δεν εχειροτόνει κανένα δια χρημάτων, αλλά και όλα τα πνευματικά λειτουργήματα δωρεάν, ως του Αγίου Πνεύματος χαρίσματα, εις πάντας τους αξίους διένεμε. Δεύτερον, παρ’ ηλικίαν ουδένα εχειροτόνει, αν και υπήρχεν ανάγκη Ιερέων, επειδή, ως είπομεν, έπαυσε πολλούς εξ αυτών από την ιεροπραξίαν. Τρίτον, όσους κατόπιν ικανής δοκιμασίας έκρινεν αξίους χειροτονίας, αλλά δεν εγνώριζον καλώς τα κοινά γράμματα, τους έστελλεν εις Μοναστήρια, ίνα διδαχθούν ταύτα, παραγγέλλων εις αυτούς να εξοδεύουν προς τούτο εξ εκείνων τα οποία έμελλον να δώσουν ως χειροτονικά, μετά δε ταύτα εχειροτόνει τούτους. Τέταρτον, έκαμνεν εκείνο το οποίον είμαι βέβαιος ότι κανείς Αρχιερεύς δεν κάμνει, τον Διάκονον δεν τον εχειροτόνει και Ιερέα ευθύς ως ήρχετο προς τούτο, αλλά τον εκράτει πλησίον του και τον εξεπαίδευεν εις τα της Ιερωσύνης, διδάσκων αυτόν και δια του λόγου και με το παράδειγμά του, πως να λειτουργή, πως να βαπτίζη και πως να τελή όλα τα άλλα Μυστήρια. Aφού τοιουτοτρόπως τον εξεπαίδευε, τότε και μόνον τον εχειροτόνει και τον απέλυε. Είθε και οι άλλοι Αρχιερείς να έκαμνον ούτω. Διένειμε δε και εις όλους τους Ιερείς Ιεράς Κατηχήσεις, δια να μανθάνουν εκείθεν τα της Αγίας ημών Πίστεως και εις όλα τα χωρία της επαρχίας του διεμοίραξε κολυμβήθρας ευρυχώρους δια να γίνεται το θείον Βάπτισμα τέλειον, καθώς διδάσκει η Αγία ημών Εκκλησία, η Ανατολική. Ταύτα και άλλα τοιαύτα ψυχωφελή και σωτήρια έπραττε και εδίδασκε. Μετά τούτων δε επεθύμει και είχε πρόγραμμα να καταπυκνώση την επαρχίαν του με σχολεία κοινών και Ελληνικών μαθημάτων. Ούτω καλώς και θεοφιλώς ο αοίδιμος εποίμαινε το λογικόν του ποίμνιον, κηρύττων και λέγων, ως άλλος Ιωάννης· «Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η Βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. γ: 2, δ:17). Αλλά τι να είπη τις πρώτον από τα άπειρα και ανεξιχνίαστα κρίματα του Κυρίου; Ευθύς ως οι Χριστιανοί ήρχισαν να χαίρωσι και να δοξάζωσι τον Θεόν, βλέποντες την θαυμασίαν ταύτην μεταβολήν, ιδού κατά το έτος αψξη΄ (1768) κηρύσσεται Ρωσοτουρκικός πόλεμος, επί της βασιλείας του Σουλτάν Μουσταφά, μετά δε την κήρυξιν του πολέμου, ιδού και καταφθάνει εις την Πελοπόννησον στόλος Ρωσικός. Τούτον τον στόλον οι εκ των Ελλήνων απλοί και ολιγόνοες και όσοι δεν εγνώριζον τους σκοπούς και τα τέλη εκείνων, οι οποίοι τον απέστειλαν, ενόμισαν ότι αυτόχρημα εστάλη προς αυτούς θεόθεν κέρας σωτηρίας και λύτρωσις από της επικρατούσης τυραννίας. Οι συνετοί όμως και φρόνιμοι, ακούσαντες τούτο εταράχθησαν και παρέλυσαν εκ του φόβου τα μέλη των, εις εκ των οποίων εστάθη και ο πατήρ του Αγίου Μακαρίου, εις τον οποίον επέπεσε και σκότισις και φρίκη. Διότι προέβλεπον οι φρόνιμοι ούτοι άνθρωποι τα κακά, τα οποία έμελλον εκ τούτου να ακολουθήσουν, καθώς και εμπράκτως ηκολούθησαν. Εκ ταύτης λοιπόν της ταραχωδεστάτης και ολεθριωτάτης αιτίας έπαυσαν όλα εκείνα τα πνευματικά καλά, τα οποία δια της επιμελείας τούτου του καλού Ποιμένος εγίνοντο και ηλπίζετο ακόμη προς το καλλίτερον να προχωρήσουν και να αυξηθούν. Τι δε το επακόλουθον; Εβιάσθη ο θείος ούτος ανήρ, από τους φόβους των αναμενομένων δεινών, να διέλθη μεθ’ όλης αυτού της συγγενείας εις την αντικρύ της Πελοποννήσου κειμένην Ζάκυνθον. Έλαβον λοιπόν μεθ’ εαυτών οι συγγενείς αυτού εκ της περιουσίας των ό,τι ηδυνήθησαν. Καθ’ οδόν όμως περιέπεσαν εις χείρας ληστών, από τους οποίους μόλις διέσωσαν και την ιδίαν των ζωήν, τα δε πράγματα όλα, καθώς ήσαν ομού με τα ζώα, αφού ήρπασαν εκείνοι, τους εγκατέλειψαν γυμνούς. Οι Ζακύνθιοι όμως εδέχθησαν αυτούς με πολλήν συμπάθειαν και φιλανθρωπίαν, παρέχοντες αφθόνως τα προς τροφήν χρειώδη, ενδύματα και ό,τι άλλο ηδύναντο· τούτον δε τον Ιερόν Μακάριον εφέχθησαν άπαντες οι Ζακύνθιοι ως Απόστολον του Χριστού και είχον αυτόν εις εξαίρετον τιμήν και υπόληψιν. Εκείθεν διήλθεν εις την Κεφαλληνίαν εις προσκύνησιν του αγίου Λειψάνου του συγγενούς των Οσίου Γερασίμου, παραμείνας δε εκεί ολίγους μήνας επέστρεψε και πάλιν εις την Ζάκυνθον, όπου παραμείνας επί τρία έτη, μετέβη εκείθεν εις την Ύδραν φιλοξενηθείς εις την εκεί Μονήν της Θεοτόκου. Μετ’ ολίγον εγένετο ειρήνη μεταξύ των εμπολέμων Ρώσων και Οθωμανών και ευθύς εδόθη ορισμός βασιλικός εις το Πατριαρχείον να σταλούν Αρχιερείς εις τας επαρχίας της Πελοποννήσου δια να συνάξουν τον εσκορπισμένον λαόν εις τους τόπους των. Και εδώ δεν γνωρίζω τι να ειπώ· διότι, δι’ εκείνους μεν οίτινες κατέφυγον εις τον εχθρικόν στόλον, αν δεν αποκατεστάθησαν και αν δεν εστάλησαν εις τας επαρχίας των, ουδείς λόγος· διότι εθεωρήθησαν ως εχθροί, επειδή κατέφυγον εις τον ρωσικόν στόλον. Ο δε στερρός ούτος ανήρ ευρίσκετο και ήτο εις τους τόπους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τόσον πλησίον εις την επαρχίαν του, την Κόρινθον, όσον είναι η Ύδρα μέσα εις την αγκάλην της Πελοποννήσου· και σχεδόν, εάν επροστάζετο, αυθημερόν ημπορούσε να ευρεθή εκεί. Αλλ’ όμως οι τότε Συνοδικοί μηδένα λόγον του δικαίου και της κανονικής ακριβείας τηρήσαντες, τον γνήσιον και κανονικόν Αρχιερέα ως ουδέν θεωρήσαντες, άλλον, τούτου ζώντος και παρόντος, χειροτονήσαντες απέστειλαν. Έπειτα ηνάγκαζον αυτόν να παραιτηθή εκ της Επισκοπής του, την παραίτησιν δε ταύτην να αποστείλη προς αυτούς εγγράφως. Ο θείος δε ούτος ανήρ ηρώτα δια τίνα λόγον και βάσει ποίων Κανόνων και δια ποίαν αιτίαν να γράψη ότι κάμνει παραίτησιν· «Εγώ, έλεγεν ούτε τώρα κινώ, ούτε ύστερον θέλω κινήσει καμμίαν αγωγήν περί της επαρχίας μου, αλλά και δια να κάμω παραίτησιν δεν ευρίσκω εύλογον αιτίαν εις τον εαυτόν μου και παρακαλώ να μη κατακριθώ ως δήθεν απειθής». Παρ’ όλον δε ότι ηπείλησαν καθαίρεσιν, εάν δεν στείλη την παραίτησιν έγγραφον, όμως εδυσωπήθησαν από τα δίκαια άτινα προέβαλεν απολογούμενος και τον άφησαν εις το εξής ανενόχλητον, βεβαιωθέντες ότι δεν πρόκειται να εγείρη αξίωσιν. Επέτρεψαν δε εις αυτόν να τελή ακωλύτως και τα της Αρχιερωσύνης, όπου αν ευρεθή, ειδήσει βεβαίως και αδεία των κατά τόπους Αρχιερέων. Ούτω, μέχρι τινός, ενήργει τα της Αρχιερωσύνης και εις την Χίον και εις το Άγιον Όρος, έπειτα όμως και ταύτα κατέπαυσε. Τότε δε, αφού έγινεν η ειρήνη, παρέμεινεν ένα ακόμη χρόνον εις την Ύδραν, μετά δε ταύτα, έχων πόθον να υπάγη εις το Άγιον Όρος, απήλθεν εις την Χίον. Αφού δε παρέμεινε και εκεί ολίγον καιρόν, επήγε τέλος εις τον προ πολλού ποθητόν του Ιερόν Άθωνα. Δυστυχώς όμως κατά τον καιρόν εκείνον δεν του εύρε καθώς επόθει και ήλπιζε, λιμένα δηλαδή σωτηρίας γαλήνιον. Μάλιστα δε εύρεν αυτόν πέλαγος τεταραγμένον εξ αγρίων κυμάτων, εκ των ταραχών της κολλυβολογίας. Διότι ευθύς ως έφθασεν εκεί, οι εν Κυριακή νεκρολογούντες τον ηρώτησαν, αν δέχεται τα εν Κυριακή γινόμενα μνημόσυνα, ο δε απεκρίθη· «Εγώ εις την επαρχίαν μου ποτέ δεν έψαλλα την Κυριακήν μνημόσυνα, αλλ’ ούτε είδον ουδέποτε από νεότητός μου να κάμνουν εν ημέρα Κυριακή εις κανέν μέρος κόλλυβα». Ενώ δε ο Άγιος ούτος Μακάριος ευρίσκετο εκεί, συνέβη να απέλθη προς Κύριον εν τη Μονή του Κουτλουμουσίου ο Πατριάρχης πρώην Αλεξανδρείας Ματθαίος και οι τότε επίτροποι της Μονής προσεκάλεσαν τον ιερόν τούτον Μακάριον όπως παραστή εις το τεσσαρακονθήμερον μνημόσυνον αυτού. Διεμήνυσαν δε εις αυτόν, ότικατά το εσπέρας του προσεχούς Σαββάτου και το πρωϊ της Κυριακής πρέπει να ψαλή το μνημόσυνον αυτού. Εκάλουν δε τον Άγιον ως ιερουργόν διότι ακόμη, ως είπομεν, ιερούργει. Ο δε Άγιος όχι μόνον δεν επήγε, αλλά τους έγραψε και επιστολήν δια της οποίας ήλεγχε την παρανομίαν των· «Και τις η ανάγκη, λέγει εις την επιστολήν του, να παραδράμετε εξ επίτηδες όλας τας άλλας ημέρας της εβδομάδος και να εκλέξετε την Κυριακήν δια να κάμετε το μνημόσυνον του μακαρίτου Πατρός παραβαίνοντες θεληματικώς τους όρους και τα τυπικά της Εκκλησίας, τα οποία όλα απαγορεύουν τα εν Κυριακή μνημόσυνα; Εγώ ούτε έκαμα, ούτε θέλω κάμει ποτέ εν ημέρα Κυριακή μνημόσυνα κεκοιμημένων». Η επιστολή αύτη ως σίδηρος διήλθε την ψυχήν των και ηπείλησαν να φέρουν από τον Πατριάρχηνμεγάλην καταδίκην εναντίον του. Βλέπων λοιπόν την πολλήν ορμήν αυτών ο Άγιος και φοβηθείς μήπως αποτολμήσουν και κατ’ αυτού κανέν άτοπον, καθώς προλαβόντες έπραξαν εις άλλους, ανεχώρησεν εκείθεν και επέστρεψεν εις την Χίον. Τότε εκείνοι, ως ηπείλησαν, ούτω και έπραξαν, γράψαντες εις τον Πατριάρχην όσα ηθέλησαν. Ομού δε μετά των ιδικών των επιστολών απέστειλαν και εκείνην, την οποίαν απέστειλε προς αυτούς ο θείος Μακάριος. Τας επιστολάς ταύτας λαβών ο Πατριάρχης έγραψε προς τον Άγιον, τι δε έγραψε δεν γνωρίζομεν να είπωμεν επί λέξει· έγραψε όμως με πολλήν οργήν και αγανάκτησιν, καθώς αυτός ο ίδιος Πατήρ αναφέρει τούτο εις επιστολήν προς τινα φίλον του, την οποίαν και χωρίς να θέλωμεν δια το πολύ μήκος παραλείπομεν επειδή είναι πολύ διεξοδική, αν και είναι λίαν διδακτική, καθό περιέχουσα πολλά ωφέλιμα προς αποφυγήν της εν Κυριακή νεκρολογίας. Δια της επιστολής ταύτης αποδεικνύεται, ότι με όλην του την ψυχήν και καρδίαν εφύλαττεν ο αοίδιμος την αρχαίαν παράδοσιν της Εκκλησίας αποστρεφόμενος την νέαν ταύτην καινοτομίαν. Η ωφέλεια την οποίαν δύναται να λάβη τις από την επιστολήν αυτήν είναι προφανής. Διότι τούτον τον ιερόν Μακάριον, όστις και δια λόγων και δια γραμμάτων απέφυγε την νέαν ταύτην αδιαφορίαν των μνημοσύνων και εφύλαττεν ακριβώς την αρχαίαν παράδοσιν της Εκκλησίας και δεν εδέχετο μνημόσυνα εις όλην του την ζωήν εν τη Κυριακή, τοσούτον εδόξασεν ο Θεός δια σημείον φανερών και εξαισίων της αγιότητος, καθό ορθώς φρονούντα και πράττοντα εναντίον των αδιαφορούντων. Εκ του αναντιρρήτου δε τούτου επιχειρήματος, ήτοι της τούτου αγιότητος, ας έχη το κύρος και το κράτος και η αρχαία της καθόλου Εκκλησίας παράδοσις, καθώς την ευρίσκομεν γεγραμμένην εις όλα εκείνα τα ιερά βιβλία, τα οποία αυτοί μεν οι νέοι νομοθέται ή όλως διόλου αγνοούσιν, ή ακούοντες αποδοκιμάζουσιν. Ο δε θείος ούτος Πατήρ, επιμελώς ερευνήσας και ευρών τα σχετικά στοιχεία απηρίθμησε ταύτα εις την παρούσαν επιστολήν και δια τούτων απάντων συνέστησε και εκράτυνε την αρχαίαν της Εκκλησίας παράδοσιν ως ορθήν και αγίαν, την δε νεκρολογικήν ταύτην καινοτομίαν, ως ύβριν και καταφρόνησιν προξενούσαν εις την του Κυρίου Ανάστασιν, απεδοκίμασε και μετά χαράς, καθώς γράφει, ήτο έτοιμος να δεχθή και τιμωρίας υπέρ της αληθείας αυτής. Τι δε δια της του φίλου μεσιτείας κατώρθωσε, προς τον οποίον έγραψε, δεν μας είναι γνωστόν· δια να έλθωμεν δε εις την σειράν της διηγήσεως γράφομεν αυτό το οποίον γνωρίζομεν· ότι εκ της Χίου απήλθεν εις την Πάτμον, όπου εγνωρίσθη και ικανώς συνανεστράφη με τους Πανοσιωτάτους αδελφούς και Πνευματικούς Πατέρας Ιερομονάχους Νήφωνα τον Χίον και Γρηγόριον τον Νισύριον, καθώς και με τον Οσιώτατον Αθανάσιον τον εξ Αρμενίας, οίτινες είχον αναχωρήσει προ τινων ετών εξ Αγίου Όρους δια τας εκεί περί των κολλύβων ταραχάς και σκάνδαλα. Ευφρανθείς δε μετά των αδελφών τούτων σχεδόν επί ένα χρόνον, προσεκλήθη και πάλιν από τους αδελφούς του, οι οποίοι ευρίσκοντο εις Ύδραν, ίνα διανείμουν την πατρικήν των κληρονομίαν, επειδή ο πατήρ των απήλθεν εις την άλλην ζωήν. Μετέβη λοιπόν εις την Ύδραν και εκεί εγνωρίσθη με τον Οσιώτατον Κωνστάντιον τον εκ της Γούρας της Θεσσαλίας, όστις και αυτός δια τα αυτά αίτια είχε προαπέλθει από το Άγιον Όρος. Εκ της Ύδρας ήλθε μετά των αδελφών του εις την πατρίδα των την Κόρινθον και εκεί έκαμαν την διανομήν της πατρικής κληρονομίας ησύχως και αταράχως δια της επιστασίας του Αγίου. Εδώρησε δε εις αυτούς το ιδικόν του μέρος και κατόπιν αυτής της γενναιότητός του, αφού δηλονότι τους είχεν ικανώς υποχρεωμένους με την χάριν ταύτην, έκαμε και προς Θεόν μίαν ολοκαύτωσιν πολύ ευάρεστον. Τι είδους δε ήτο αύτη; Εζήτησε και του έφεραν όλας τας πατρικάς ομολογίας και ταύτας λαβών τας έρριψεν όλας εις το πυρ και τας κατέκαυσεν, ελευθερώσας ούτω πλήθος ανθρώπων από το χρέος. Είμαι βέβαιος, ότι την θυσίαν ταύτην ο δικαιοκρίτης Θεός εδέχθη υπέρ πάσαν ολοκάρπωσιν αμνών παχέων και σφαγίων. Αφού λοιπόν εγένετο η διανομή, ως είπομεν, επέστρεψε και πάλιν ο Άγιος εις την Χίον, εντεύθεν δε εφοδιασθείς δια γραμμάτων προς τον Ιωάννην Μαυρογορδάτον, μετέβη εις την Σμύρνην και κατηυθύνθη ευθύς εις την οικίαν αυτού, εκείνος δε τον υπεδέχθη μετά πάσης χαράς και ευλαβείας, ως άνθρωπον του Θεού. Διότι εκ της φήμης τού Αγίου Μακαρίου είχε πληροφορηθή τα περί της υψηλής αυτού πολιτείας. Όθεν εδείχθη έτοιμος εις το να αποδεχθή τα κατά Θεόν προστάγματά του. Παρεκάλει δε μάλιστα μετά δακρύων τον Άγιον να τον διδάσκη με όλην αυτού την ελευθερίαν παν ό,τι γνωρίζει συμφέρον δια την ψυχικήν του σωτηρίαν και να τον προστάζη παν ό,τι πρέπει να κάμη. Όχι δε μόνον δια του λόγου, αλλά και δια των έργων εδείκνυε την εις τα καλά προθυμίαν του. Διότι ευθύς εδέχθη μετά χαράς να εκδώση εις τύπον την ιεράν «Φιλοκαλίαν των Πατέρων», βιβλίον ψυχωφελέστατον, ομού δε με αυτήν συνεξέδωκε και την «Ιεράν Κατήχησιν» του Πλάτωνος, του της Μόσχας δηλαδή Προέδρου. Εν συνεχεία και εντός ελαχίστου χρονικού διαστήματος επέτυχε να μεταστρέψη δια της διδασκαλίας του και όλην την οικίαν του Μαυρογορδάτου εις σύστημα οσιακόν, τόσον δια της τακτικής αναγνώσεως των διατεταγμένων Ιερών Ακολουθιών, Εσπερινών και Όρθρων, όσον και δια της ακριβούς τηρήσεως των παραδεδομένων νηστειών. Ότι δε αληθή λέγω, μάρτυρες είναι οι Σμυρναίοι άπαντες. Είχε δε πόθον ο θείος Πατήρ να τυπώση και τον ηγαπημένον του «Ευεργετινόν», όστις «Ευεργετινός» είναι βιβλίον ψυχωφελέστατον, εις τον πόθον του δε τούτον ευρέθη προθυμότατος ο Ιωάννης Καννάς. Διατρίψας λοιπόν εκεί επί τινα καιρόν επέστρεψε και πάλιν εις την Χίον, αποσκοπών εις το να εξεύρη τόπον ήσυχον, εις τον οποίον και να παραμείνη. Εύρε λοιπόν τόπον κατά τον πόθον του καλούμενον Άγιον Πέτρον εκ του εκεί ευρισκομένου ομωνύμου Ναού, κείμενον εις το βόρειον μέρος της νήσου. Τον τόπον τούτον ηγόρασεν από την κοινότητα της Χίου, με το δικαίωμα να τον εξουσιάζη αυτός και τρία εισέτι πρόσωπα κατά διαδοχήν. Εκεί λοιπόν ησύχαζεν έχων εις συνοδίαν του και υποτακτικόν τινα Χίον, Ιάκωβον καλούμενον, προβεβηκότα την ηλικίαν, όστις και παρέμεινε πλησίον του Αγίου, υπηρετών αυτόν μέχρι της μακαρίας του τελευτής. Κατ’ εκείνας τας ημέρας έπλευσε προς την νήσον Ικαρίαν και ο προαναφερθείς Ιερομόναχος Νήφων ομού με την συνοδίαν του και εγκατασταθέντες εκεί ήρχισαν να κτίζουν οικήματα και Εκκλησίαν. Επειδή δε αυτοί ήσαν ενδεείς και δεν είχον τα απαιτούμενα έξοδα, διότι εστερούντο τα πάντα, ο ιερός ούτος Πατήρ τους επρόφθασεν εις όλα, με το μέσον των φιλελεημόνων Χίων και Σμυρναίων και δια της συνδρομής τούτων ιδρύθη εις την Ικαρίαν τέλειον κοινοβιακόν Μονύδριον, από την πολλήν δε αγάπην και ευλάβειαν, την οποίαν είχεν εις εκείνους τους Οσίους Πατέρας, μετέβη και αυτός εκεί και εκάθισε μετ’ αυτών ικανόν καιρόν και πάλιν επέστρεψεν εις το ίδιον Ησυχαστήριον. Επειδή δε το μέρος εκείνο είναι τόπος υγιεινότατος, διότι περιλούεται από ευκραεστάτους αέρας, ωφελήθη πολύ εις την υγείαν του σώματος, ενώ προηγουμένως, ως έχων κράσιν νοσηράν, υπέφερε συχνά και ήτο σχεδόν πάντοτε ασθενής. Επανευρών δε εκεί την υγείαν του και έχων την ποθουμένην ησυχίαν του, απομακρυνθείς δε από τους θορύβους των πόλεων και από τας κοσμικάς ματαιότητας, αίτινες απομακρύνουσι τον άνθρωπον από τον Θεόν, εδόθη όλως διόλου εις την άσκησιν και τους αγώνας τους ασκητικούς, τους οποίους ως επί το πλείστον στοχαστικώς ευρίσκομεν, μη δυνάμενοι να απαριθμήσωμεν εκ της αυτοπροσώπου πείρας· επειδή, καθώς είπεν εις παλαιός Πατήρ, οι Άγιοι του Θεού, φοβούμενοι την ζημίαν της κενοδοξίας και της επάρσεως, εφρόντιζον να κρύπτουν με όλους τους τρόπους τας αρετάς των από τους οφθαλμούς των ανθρώπων, εκ τούτου δε δεν δυνάμεθα να γνωρίζωμεν επακριβώς τας αρετάς των, αλλ’ όσας μόνον ο Θεός προς κοινήν ωφέλειαν απεκάλυψε και όσας από τους υποτακτικούς των έμαθον οι μεταγενέστεροι. Και τούτου λοιπόν του θείου Πατρός την κατ’ ιδίαν άσκησιν και τους αγώνας και τους κόπους, τους οποίους έκαμεν εις το κελλίον του, μόνον ο Θεός, όστις τους έβλεπε, τους γνωρίζει, διότι δια να αρέσκη εις Αυτόν και μόνον κρυφίως έκαμνεν ό,τι έκαμνε. Περισσότερον δε εφρόντιζεν αυτός να είναι άγνωστοι από τους άλλους ανθρώπους αι αρεταί του, από όσον προσπαθούν οι κακοί να κρύπτουν τας κακίας των. Γράφομεν λοιπόν και λέγομεν εκείνα μόνον τα οποία σχεδόν ή όλοι ή πολλοί ομήλικοι ημών γνωρίζουσιν, ήτοι τας επιτεταμένας νηστείας, δεν λέγω περί των κανονικών μόνον, διότι ταύτας με τόσην ακρίβειαν εφύλαττε καθώς και τα δόγματα της Πίστεως. Διότι εγνώριζε και βέβαιος ήτο, ότι οι ιεροί Κανόνες δεν ήσαν εντολαί ανθρώπων, αλλ’ απόφασις του Αγίου Πνεύματος, κατά την αψευδεστάτην μαρτυρίαν του Πρωτοκορυφαίου των Αποστόλων Πέτρου. Προσέτι ήκουε και το Πνεύμα το Άγιον, το οποίον λέγει εις τας Παροιμίας· «Μη μέταιρε όρια αιώνια α έθεντο οι πατέρες σου» (Παρ. κβ: 28). Εφύλαττε λοιπόν ο όντως θείος ούτος Μακάριος με όλον το σέβας τας κανονικάς νηστείας, εντελώς αντιθέτως προς τους σήμερον αδιαφορούντας, οι οποίοι θεωρούν τους ιερούς Κανόνας ως εντάλματα κοινών ανθρώπων και δια τούτο άνευ συστολής τινος παραβαίνουν τούτους ψαροφαγούντες και κρεωφαγούντες χωρίς καμμίαν ανάγκην, λέγοντες ότι ο Θεός δεν τους προστάζει να νηστεύωσι, μη στοχαζόμενοι, οι ασύνετοι, ότι ο Θεός είναι το Πνεύμα το Άγιον, δια της επιστασίας και εμπνεύσεως του οποίου οι Κανόνες ούτοι εγράφησαν. Δια να επανέλθωμεν λοιπόν εις το προκείμενον, ο λόγος δεν αφορά τας κανονικάς νηστείας, διότι ταύτας κάθε Χριστιανός έχει χρέος να τας φυλάττη, αλλ’ ομιλώ δια τας νηστείας εκείνας, τας οποίας αυτός εκανόνιζεν εις τον εαυτόν του. Διότι δύο τινάς εστοχάζετο ως μεγάλους πολεμίους, τον οίνον και το έλαιον, λέγων ότι ταύτα τον έβλαπτον εις την υγείαν τού σώματος. Όθεν και δι’ όλης της εβδομάδος, πλην Σαββάτου και Κυριακής, το μέγα του εντρύφημα ήτο κολοκύνθη μετά όξους ή άλλο τι, ως ζυμαρικόν νερόβραστον. Το δε Σάββατον και την Κυριακήν αρμόζει να είπωμεν καλύτερον, ότι ωσφραίνετο το έλαιον και όχι το έτρωγε, τον δε οίνον, με την πείραν είδομεν, ότι τόσον τον εξησθένει με το ύδωρ, ώστε εις την πραγματικότητα ουδεμία ποσότης οίνου έμενεν εις το πόμα του. Αυτά ημείς οι έξω γνωρίζομεν περί των νηστειών του, και την τάξιν ταύτην εφύλαττε πάντοτε εις τον εαυτόν του. Εμάθομεν δε και από τον υποτακτικόν του τον γέρο – Ιάκωβον, ότι συνείθιζε να κάμνη και ιδιαιτέραν τεσσαρακονθήμερον μεγάλην νηστείαν καθ’ έκαστον χρόνον, με όλα τα συνακόλουθα αυτής και με όλην την ακροτάτην επίτασιν και την απαιτουμένην ακρίβειαν της νηστείας της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Ο αυτός Ιάκωβος έλεγε προς τινα αδελφόν· «Τι να σου είπω, αδελφέ· τον έβλεπα να αγωνίζεται εις τας ιεράς του προσευχάς και τας αμέτρους γονυκλισίας και εθαύμαζα». Τις λοιπόν ημπορεί να είπη και να γράψη όλην την αλήθειαν, αφ’ ου μόνος ο Θεός τον έβλεπε και μόνος Εκείνος τον ήκουεν; Αλλ’ ότι και κατά την τάξιν και του κανόνας του Μοναχικού Σχήματος και σωματικώς με υπερβολήν ηγωνίζετο και με προσευχάς αρεμβάστους και επιτεταμένας όλος θεοειδής εγίνετο και εις θείον έρωτα ανεφλέγετο, ουδείς πρέπει να αμφιβάλλη αποβλέπων εις τα νυν δι’ αυτού τελούμενα εξαίσια έργα της θείας Χάριτος. Εκείνα όμως τα αφανή και εις τους πολλούς άδηλα, εκ των φανερών τούτων και κοινών συμπερασμάτων βεβαιώνονται, δια δε τας φανεράς και πυκνάς του αγρυπνίας δεν είναι ανάγκη να είπώ τίποτε, διότι όλοι είναι μάρτυρες, οι οποίοι τον είδον και τον ήκουσαν. Εκείνο δε μόνον λέγω εγώ, το οποίον γράφει ο μέγας Πατήρ Ισαάκ εις τον εικοστόν ένατον λόγον του. Λέγει δηλαδή ούτος εκεί· «Ον τινα Μοναχόν είδεις, επιμένοντα μετά διακρίσεως εις την εργασίαν της αγρυπνίας, τον τοιούτον μη νόμιζε σαρκοφόρον άνθρωπον· καθότι τούτο το έργον τη αληθεία είναι ίδιον των Αγγέλων· επειδή αδύνατον είναι, όσοι έχουσι την εργασίαν ταύτην, να μη αξιωθώσι παρά Θεού μεγάλων χαρισμάτων δια την προσοχήν και επαγρύπνησιν της καρδίας αυτών, και δια την αμέριμνον διαγωγήν και δια την εις τον Θεόν αφιέρωσιν των ιδίων αυτών λογισμών. Η εις την εργασίαν της αγρυπνίας αγωνιζομένη ψυχή, και διαπρέπουσα εις αυτήν, αποκτά χερουβικούς οφθαλμούς, ίνα βλέπη πάντοτε την επουράνιον θεωρίαν». Κατά τον μέγαν λοιπόν τούτον διδάσκαλον, ευκολώτατα ημπορούμεν να συμπεράνωμεν εκ των υστέρων τα προσόντα· επειδή λοιπόν βλέπομεν ότι μεγάλων χαρισμάτων ηξιώθη παρά Θεού ο θείος ούτος Πατήρ, συμπεραίνομεν ευκολώτατα και ασφαλέστατα, ότι τας πυκνάς εκείνας αγρυπνίας ετέλει μετά διακρίσεως νοός και τάξεως αγγελικής, όπως και αληθώς έργον αγγελικόν εποίει και με νήψιν και εγρήγορσιν της καρδίας, προς τον Θεόν μόνον είχεν εστραμμένους τους λογισμούς του, οφθαλμούς χειρουβικούς έχων, ίνα δια παντός ατενίζη και κατοπτεύη την επουράνιον θεωρίαν. Επειδή λοιπόν, κατά τον μέγαν τούτον διδάσκαλον Αββάν Ισαάκ, εκ των θείων χαρισμάτων ο ιερός Μακάριος ουρανόφρων εγνωρίσθη και αγγελομίμητος με τας θεοτερπείς αγρυπνίας του και επειδή, κατά τους θείους Πατέρας, η προσευχή είναι συνομιλία, ήτις γίνεται μετά του Θεού, είναι άραγε κανείς όστις ήκουσε τον Άγιον επ’ Εκκλησίας λέγοντα ψαλμούς και να μη ομολογήση ότι πράγματι η ανάγνωσις εκείνη ήτο συνομιλία μετά του Θεού, ήσυχος, ατάραχος, γαλήνιος ανάγνωσις τω όντι πνευματική και του πνεύματος αξία, ανάγνωσις ήτις, χωρίς αμφιβολίαν, έφθανεν εις τα ώτα Κυρίου Σαβαώθ; Και αν τούτο ομολογούμεν δια την κοινήν και επ’ Εκκλησίας προσευχήν, πολύ περισσότερον πρέπει να νοήσωμεν δια την ιδιαιτέραν του και μυστικωτέραν, την αμιγή και κεχωρισμένην από κάθε υλικήν περιπέτειαν και συναναστροφήν ανθρωπίνην. Βεβαιότατα τότε ο νους του όλως ηνωμένος με τον Θεόν, δια της ενθέου προσευχής του, αναβίβαζεν εις τας θείας ακοάς εκείνα τα οποία ανεμέλποντο από τα χείλη του ή πολλάκις χωρίς να λαλούν τα χείλη, ηνωμένος ούτως υπάρχων μετά του Θεού, εποίει την νοεράν προσευχήν, όπως οι Άγιοι Άγγελοι. Καλά όμως πάντα ταύτα και όσα άλλα τοιαύτα μας διαφεύγουν, καθώς προείπομεν· καλά, και επαίνων άξια, αλλά ταύτα πάντα είναι αποτελέσματα της προς τον Θεόν μόνον αγάπης αυτού· δεν είναι σημεία και της προς τον πλησίον αγάπης, χωρίς την οποίαν όλα τα άλλα, κατά την απόφασιν του θείου Παύλου (Α΄ Κορ. ιγ:1-8), κρίνονται ως ανωφελή και μάταια. Αλλά και η Δεσποτική φωνή ούτως αποφασίζει, λέγουσα· «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Ματθ. ιθ:19, κβ:39 και αλλαχού). Ταύτην την Δεσποτικήν εντολήν υπενθυμίζει εις αυτόν και ο αείμνηστος Πατριάρχης ο Σωφρόνιος, εις επιστολήν την οποίαν του έγραφε κατά το έτος αψοε΄ (1775). Εν αυτή, δηλαδή, μετά το τέλος γράφει και ταύτα επί λέξει ιδιοχείρως· «Αδελφέ, μη νομίσης ότι αναχωρών της επαρχίας σου ελεύθερος γέγονας και πάσης επιμελείας εκκλησιαστικής. Τοιαύτην γαρ ελευθερίαν ο Θεός ου βούλεται, αλλά πάντας ημάς θέλει υπηρέτας είναι και γεωργούς του μυστικού αυτού αμπελώνος, άχρι τελευταίας αναπνοής ημών. Λοιπόν μη διαλίπης διδάσκων, λόγω τε και έργω, τας του Κυρίου σωτηρίους εντολάς, μεμνημένος τε και της εμής αθλιότητος, εν ταις προς τον ελεήμονα Κύριον εντεύξεσι και προσευχαίς». Καλώς και επαινετώς έκαμε το χρέος του ο θείος εκείνος Πατριάρχης γράψας ταύτα· όμως δεν είναι μόνον αυτά, τα οποία διήγειραν εις την ψυχήν του θείου Πατρός την συνείδησιν τού προς τον πλησίον χρέους του. Διότι, ταύτα ως άδεια Πατριαρχική προς τους κατά τόπον Αρχιερείς, είχον την θέσιν των, ο δε θεόφρων εκείνος Πατήρ ανέκαθεν έλεγε μετά του μεγάλου Αποστόλου· «Θεού γαρ εσμέν συνεργοί» (Α΄ Κορ. γ:9). Του Θεού ο σκοπός και το τέλος είναι να σώση τον κόσμον. Λοιπόν και ημείς οι καταξιωθέντες να γίνωμεν και να ονομαζώμεθα ιδικοί Του συνεργοί, πρέπει να βοηθούμεν τους αδελφούς μας Χριστιανούς εις την ψυχικήν των σωτηρίαν, όσον δυνάμεθα. Με τούτους λοιπόν τους λογισμούς αντί να διδάσκη και να φωτίζη εν μικρόν μέρος της Πελοποννήσου, αφωσιώθη με όλην του την επιμέλειαν να ωφελή και ει δυνατόν να σώζη όλους τους απανταχού της γης ευρισκομένους Χριστιανούς. Κατά τίνα τρόπον; Ιδού. Οι νέοι ούτοι φιλόσοφοι του γένους μας αγωνίζονται να προξενήσουν δόξαν και λαμπρότητα εις το Ελληνικόν γένος, δια των εξωτερικών επιστημών και μαθήσεων και βιβλία συχνά μεταγλωττίζουσι χρησιμεύοντα εις τον σκοπόν των. Αλλ’ ούτος ο αοίδιμος εφρόντιζε να ωφελήση όχι το Ελληνικόν, αλλά το Χριστιανικόν γένος, καθιστών τους γηϊνους ανθρώπους αξίους τής ουρανίου δόξης και πολιτείας, της Βασιλείας των ουρανών. Με ποία μέσα; Με τα πνευματικά και ψυχοσωτήρια βιβλία τα οποία, επειδή είναι πάμπολλα, είναι δύσκολον να απαριθμήσωμεν εν προς εν. Εις το κοσμοσωτήριον λοιπόν τούτο έργον κατεγίνετο σχεδόν καθ’ όλην του την ζωήν και καθώς έγραφεν ο Πατριάρχης «άχρι τελευταίας αναπνοής ημών», ούτως ακριβώς έπραττε και ο αείμνηστος. Διότι αφ’ ου εφιλοπόνησε το «Νέον Λειμωνάριον», με την τούτου φροντίδα ετελείωσε τας τελευταίας ώρας της ζωής του. Ότι δε με το μέσον τούτων των βιβλίων ωφέλει και πάντοτε ωφελεί και σώζει ψυχάς πολλάς ο αοίδιμος, δεν πρέπει να αμφιβάλλη κανείς έχων ως απόδειξιν Θεόδωρον τον Βυζάντιον και Δημήτριον τον Πελοποννήσιον και άλλους, οίτινες εθερμάνθησαν προς την υπέρ της Πίστεως άθλησιν, αναγινώσκοντες εις το «Νέον Μαρτυρολόγιον» τας αρετάς και τας θυσίας των ομοιοπαθών των Αθλητών του Χριστού. Ήκουσα δε και εγώ αυτός λαϊκόν άνθρωπον εκ της Αίνου ορμώμενον, μετά τινος προσπαθείας διηγούμενον και λέγοντα, ότι την «Φιλοκαλίαν» εμελέτησε δύο φοράς και είχε σκοπόν, ευθύς ως εύρη καιρόν, να την μελετήση και δια τρίτην φοράν. Όθεν εκ των δεδομένων και γινωσκομένων τούτων, ας συμπεράνη καθείς και τα αγνοούμενα και τα διαφεύγοντα. Είπομεν ανωτέρω ότι πολλά και πάμπολλα είναι τα τοιαύτα βιβλία, τα οποία εξέδωκεν εις κοινήν ωφέλειαν. Ώστε λέγομεν, ότι αν ίσως και μίαν μόνην ψυχήν καθ’ εν από τα βιβλία ταύτα ημπορεί να ωφελήση και να γίνη αίτιον ίνα επιστρέψη αύτη εξ οδού απωλείας εις οδόν σωτηρίας, πόσοι μισθοί, πόσοι στέφανοι απόκεινται εις τους ουρανούς δια τον βοηθήσαντα εις την σωτηρίαν των τοιούτων ψυχών; Όταν και δια μίαν μόνην ψυχήν ο κόσμος όλος δεν είναι αντάξιος, κατά την Δεσποτικήν απόφασιν, την ασύγκριτον και ανείκαστον. Τόσον δε πόθον είχεν η μακαρία του ψυχή εις το να ωφελή ψυχάς και τόσον εδίψα την σωτηρίαν των Χριατιανών, ώστε αναγινώσκων ποτέ βιβλιάριον, το οποίον ονομάζεται «Χριστιανική Απολογία» και, τρόπον τινά, ενθουσιασθείς από την ανάγνωσιν τούτου, δεν υπέμεινεν, αλλ’ ευρών και συνάξας πεντακόσια γρόσια προσέφερε ταύτα δια να εκτυπωθή εκ δευτέρου το τόσον ψυχωφελέστατον βιβλίον. Ήδη δε, μετά την εκείνου τελευτήν, έχομεν ήδη την ευκαιρίαν να είπωμεν και να γράψωμεν και τούτο· με τον αυτόν ένθερμον ζήλον, ως να ήτο ιδικόν του ποίμνιον, εδίδασκε τους πέριξ αυτού ευρισκομένους Χριστιανούς, λογιζόμενος ότι εκτελεί απαραίτητον χρέος. Ομοίως δεν έπαυεν από του να διδάσκη ακαταπαύστως τα θεία θελήματα εις τους ενορίτας της Εκκλησίας του, και όσους άλλους συνήγοντο εις αυτήν, διδάακων πάντοτε αυτούς κατά την ώραν του Κοινωνικού, ή δια της προφορικής του διδασκαλίας ή δια των βιβλίων, τα οποία αφού εξήταζε, ανεύρισκεν εις αυτά τα αρμόζοντα εις εκάστην περίστασιν σύντομα ηθικά διδάγματα, τα οποία προς κοινήν ωφέλειαν ανεγινώσκοντο εις επήκοον πάντων παρά του ιδίου ή υπό άλλων. Κατά τας Τεσσαρακοστάς μάλιστα συνήθιζε να κατέρχεται και εις τας άλλας Εκκλησίας, αίτινες ευρίσκοντο εκεί πλησίον, και εδίδασκε τους εις αυτάς συναθροιζομένους Χριστιανούς τον λόγον του Θεού. Εδίδασκε δε όχι με φωνάς αγρίας και τραχείας, καθώς πολλοί συνειθίζουσιν από τους έμβωνας, αλλά με ομιλίαν ήσυχον, ήμερον, γαλήνιον, όπως ήτο και η διδαχή των αλιέων Αποστόλων, των οποίων ήτο πράγματι μαθητής ακριβέστατος. Αλλ’ άραγε, ίσως ήθελε τις ειπεί, απέφερε και κανένα καρπόν εκ της τοιαύτης αυτού πολιτείας; Και πως ημπορεί να υπάρχη τοιαύτη αμφιβολία; Επειδή πως είναι λογικόν, να μη ωφελούνται οι Χριστιανοί εκείνοι, οι οποίοι, πρώτον μεν έβλεπον ένα Αρχιερέα Κορίνθου να τους διδάσκη, με σχήμα ταπεινότατον, με ενδύματα πενιχρότατα, με ενφάνισιν πτωχικήν; Πράγματι, το καλυμμαύχη της κεφαλής του άλλος κανείς δεν ήθελε καταδεχθή να το φορέση· δεύτερον, το οποίον μάλιστα είναι και σπουδαιότερον, πως ήτο δυνατόν να μη ωφελούνται οι Χριστιανοί, αφού αόκνως τους εδίδασκε, χωρίς να ζητή παρ’ αυτών ουδέ το ελάχιστον δια πληρωμήν; Διότι, καθώς προείπομεν, ήτο ακριβέστατος μιμητής των αλιέων. Δια τούτο όχι μόνον τίποτε δεν εζήτει, αλλά και εις πλείστους, έχοντας ανάγκην, έδιδεν αυτός εξ εκείνων τα οποία του ευρίσκοντο. Εις τον ένα λοιπόν έδιδε δια να αγοράση ζώον, εις τον άλλον ίνα υπανδρεύση την κόρην του. Παρουσιάσθησαν δε πολλοί και άνδρες και γυναίκες, οίτινες, μετά τον θάνατόν του οδυρόμενοι δια την ατυχίαν των, εκήρυττον, ότι τους είχε παραχωρήσει μηνιαίαν δόσιν εις χρόνους πολλούς και τους εκυβέρνα καθένα κατά την ανάγκην του. Πως λοιπόν ερωτάς, εάν οι λόγοι τοιούτου διδασκάλου απέφερον καρπούς; Ναι, απέφερον και πλουσίους μάλιστα. Όχι δε μόνον από συλλογιαμόν ιδικόν μας τούτο λέγομεν, αλλά και οι Πνευματικοί οι οποίοι εξωμολόγουν εκείνους τους Χριστιανούς μας εβεβαίωσαν ταύτα. Μάλιστα και μικρά τις έμπρακτος διήγησις θέλει βεβαιώσει πάντας περισσότερον . Γυνή τις του τόπου εκείνου ευρήκε ποτέ μέταξαν βάρους τριών λιτρών ή και βαρυτέραν και ταύτην ευρούσα δεν την έκρυψεν, αλλ’ έσπευδεν εδώ και εκεί εξετάζουσα, ποίος την έχασε δια να την αποδώση. Ηπόρησαν τότε οι άνθρωποι θαυμάζοντες πως δεν την εκράτησεν, αλλά ζητεί να εύρη εκείνον όστις την έχασεν. Εκείνη δε έλεγεν· «Όχι, δεν κρατώ την μέταξαν, διότι δεν μας το επιτρέπει εκείνος ο ευλογημένος ο Δεσπότης της Κορίνθου· εκείνος μας διδάσκει, όταν ευρίσκωμεν πράγμα να μη το κρατούμεν, διότι είναι αμαρτία, αλλά να φροντίζωμεν να εύρωμεν εκείνον, όστις το έχασε και να του το δώσωμεν». Μικρόν φαίνεται το πράγμα τούτο, αλλ’ είναι σημείον μέγα, προς απόδειξιν ότι μεγάλην ωφέλειαν προσέφερε με τας απλάς του διδαχάς. Εδίδασκε δε, όχι μόνον να μη κρατούν το ξένον πράγμα, διότι είναι κλοπή, αλλά και ευρετικά να μη ζητούν, ούτε να λαμβάνουν. Και ταύτα μεν τα καλά συνεχώς εγίνοντο, αλλ’ η πολλή και μεγάλη προς τους δεομένους συμπάθεια του Αγίου ήρχισε να του προξενή ενόχλησιν εις την ησυχίαν, επειδή οι πτωχοί και αι πτωχαί και όσοι από συμφοράς και ανάγκας εκλυδωνίζοντο, έτρεχον συνεχώς εις τον Άγιον τούτον, ως εις λιμένα σωτήριον. Εκείνο δε το οποίον ηύξανεν εις τον Άγιον την ενόχλησιν ήτο, ότι και μακρόθεν, από τόπους ξένους, ήρχοντο δυστυχείς και άποροι, στελλόμενοι από φίλους. Επειδή δε οι τοιούτοι εχρειάζοντο πολλάκις μεγάλας βοηθείας, ηναγκάζετο να ζητή από άλλους ελεημοσύνην, δια να τους βοηθή. Τούτο όμως κατ’ ανάγκην δεν εγένετο άπαξ, αλλά συχνάκις. Επειδή δε η συνείδησίς του δεν του συνεχώρει να τους αποπέμπη κενούς, ηναγκάσθη να αναχωρήση από τον ηγαπημένον του Ησυχαστήριον. Μετέβη λοιπόν εις την Πάτμον, αλλά μη ευρών εκεί καλλιτέραν ησυχίαν, καθώς ήλπιζεν, επέστρεψεν εις την πρώτην του διαμονήν. Τότε οι Χριστιανοί, οίτινες τον εστερήθησαν, όσον ελυπήθησαν δια την αναχώρησίν του, τόσον και ακόμη περισσότερον εχάρησαν δια την επάνοδόν του. Εκείνος λοιπόν ο ευλογημένος επανήλθεν εις την Χίον και ημείς ας επανέλθωμεν εις την συνέχειαν της διηγήσεως. Και πρώτον ας είπωμεν αμέσως δια το βιβλίον το πραγματευόμενον Περί της συνεχούς Μεταλήψεως των θείων Μυστηρίων. Τούτο, καθώς θέλομεν ίδει, όταν το αναγνώσωμεν, άλλο τι δεν περιέχει ει μη ρητά Ευαγγελικά, Αποστολικά, Κανόνας Αποστολικούς και Συνοδικούς και ρητά των Αγίων Πατέρων, εξηγημένα όλα εις την κοινήν μας διάλεκτον, τα οποία όλα ομοφώνως και κοινώς συνιστώσιν, ήτοι διδάσκουσιν, ότι καλή και Αγία και σωτήριος είναι η συχνή των θείων Μυστηρίων μετάληψις. Ώστε το βιβλίον τούτο είναι άγιον και νόμιμον και κανονικόν, διότι, καθώς είπομεν, άλλο δεν περιέχει εκτός γραφικών, κανονικών και πατερικών ρητών, εξηγημένων εις το απλούν, χωρίς καμμίαν διαστροφήν και παρεξήγησιν, ως καθείς ευκόλως εννοεί. Παρ’ όλα ταύτα ίσχυσεν η κακία δια ταύτην την συγγραφήν. Διότι κακόφρων τις Μοναχός Αγιορείτης, λαβών δια πρώτην φοράν το βιβλίον εις τας χείρας του και νομίσας ότι είναι πόνημα του Νεοφύτου, το έστειλε μέσω Θεσσαλονίκης εις την Μεγάλην Εκκλησίαν, δια τινος εν Κωνσταντινουπόλει φίλου του, γράψας όσα κακά ηδυνήθη κατ’ αυτού. Τότε ο αοίδιμος Πατριάρχης Προκόπιος ο Πελοποννήσιος (1775 – 1780), όστις από Επίσκοπος Σμύρνης είχεν ανέλθει εις τον Οικουμενικόν θρόνον, από μόνας τας κατηγορίας παροξυνθείς, χωρίς καμμίαν χρονοτριβήν το κατέκρινε συνοδικώς, ως βιβλίον παράνομον και σκανδαλοποιόν, επέβαλε δε και βαρύτατα επιτίμια κατά των τολμώντων να το αναγνώσωσιν. Οι εν τω Αγίω Όρει αδελφοί επεδίωξαν τότε να ανακαλέσουν την καταδίκην του βιβλίου, δι’ αντιθέτου αποφάσεως της Εκκλησίας, μέσω άλλου τινός, αλλά δεν επέτυχον το ποθούμενον και ούτω έμεινε το κακόν αδιόρθωτον, έως ότου, τη του Θεού προνοία, ανήλθεν εις τον Πατριαρχικόν Θρόνον ο από Σμύρνης Νεόφυτος. Μετά του θείου τούτου Πατριάρχου είχε στενήν γνωριμίαν ο ευλογημένος Μακάριος. Όθεν φαίνεται ότι έγραψε προς αυτόν να επαναξετάση το βιβλίον του και αφού κρίνη περί της αθωότητος αυτού, να λύση τα εξακοντισθέντα επιτίμια κατά των αναγινωσκόντων αυτό. Τούτο δε συμπεραίνομεν λόγω του ότι σώζεται επιστολή Αποστολική του Παναγιωτάτου τούτου Πατριάρχου, ικανώς θεραπεύουσα τον θείον Μακάριον εις όσα εζήτησε. Συμφέρον δε και ωφέλιμον κρίνομεν, όπως καταχωρίσωμεν ενταύθα αυτολεξεί την πατριαρχικήν ταύτην επιστολήν προς κοινήν των ενδιαφερομένων ωφέλειαν· έχει λοιπόν αύτη επί λέξει ούτως: «Ιερώτατε Μητροπολίτα πρώην Κορίνθου, εν Αγίω Πνεύματι αγαπητέ και συλλειτουργέ της ημών μετριότητος κυρ Μακάριε, χάρις είη τη αρχιερωσύνη σου και ειρήνη παρά Θεού. Περί του πονήματος της αρχιερωσύνης σου, του βιβλίου περί της Συνεχούς Ιεράς Μεταλήψεως, όπερ εξέδωκας εις τύπον, δηλοποιούμεν σοι ότι εθεωρήθη συνοδικώς και εξητάσθη εσκεμμένως και ενεκρίθη και απεδείχθη Εκκλησιαστικώς νόμιμον και μηδέν έχον το κωλύον, δια της μετανοίας όμως και αληθούς εξομολογήσεως των αξίως βουλομένων μεταλαμβάνειν συνεχώς τα άχραντα και φρικτά Μυστήρια. Και όταν δια της τοιαύτης νομίμου και θεαρέστου προετοιμασίας μεταλαμβάνωσι συχνώς, έσται εκείνο λίαν νόμιμον και ψυχωφελές και σωτήριον και τω νομίμω τρόπω τούτω απεδείχθη το βιβλίον σου εκείνο συνοδικώς κοινωφελές και σωτήριον και ακωλύτως οι βουλόμενοι αγοράσαι και διεξελθείν αναγινωσκέτωσαν και νομίμως και κανονικώς δια της οδηγίας και ικανοποιήσεως των Πνευματικών ενός εκάστου Πατέρων μετά φόβου Θεού μεταλαμβανέσθωσαν, ει γε άξιοι συνεχώς. Επειδή δε ανεφύη υπόνοια ότι εξεδόθη Εκκλησιαστικός αφορισμός επί το καταργηθήναι το πόνημά σου και εκείνοι οι ευσεβείς Χριστιανοί διευλαβούμενοι ουκ αναγινώσκουσι, προς διάλυσιν των εκκλησιαστικών εκείνων δεσμών και επιτιμίων, γράφομεν εν τη παρούση ημών και δια του Παναγίου και Τελεταρχικού Πνεύματος αποφαινόμεθα. «Ίνα όσοι των Χριστιανών βουλόμενοι αναγνώναι το ανακριθέν συνοδικώς ποίημά σου εκείνο, το περί της Συνεχούς Μεταλήψεως βιβλίον, υπάρχωσι συγκεχωρημένοι και ευλογημένοι παρά Θεού Κυρίου Παντοκράτορος. Λελυμένοι των επελθόντων όπως ποτέ Εκκλησιαστικών επιτιμίων και αμέτοχοι των αρών, έχοντες και τας ευχάς και ευλογίας πάντων των απ’ αιώνος Αγίων και Οσίων και Θεοφόρων Πατέρων της Εκκλησίας. Ούτω λοιπόν γινώσκων και η Ιερότης σου, απόθου πάσαν υπόνοιαν και υποψίαν, ότι και περί του πονήματός σου τούτου ως ψυχωφελούς, μισθόν λήψη παρά Θεού, Ου η Χάρις είη μετά σου». Ας ιδούν και ας ακούσουν οι διώκται της συνεχούς Θείας Μεταλήψεως, οι πάντη αδίκως και παραλόγως απομακρύνοντες τους Χριστιανούς από της θείας Κοινωνίας, μέχρι σημείου ώστε εις αποθνήσκοντα να μη δώσωσι το εφόδιον της αιωνίου ζωής, διότι άλλοτε πρωτύτερα είχε κοινωνήσει και δεν είχον παρέλθει από της κοινωνίας ημέραι πολλαί, ώστε να γίνη άξιος! Ας ίδουν και ας ακούσουν κάλλιστα εκείνοι οι οποίοι υπό δαιμονικής συνεργείας κινούμενοι έκαυσαν το βιβλίον απλώς και ως έτυχε· ας κλαύσουν οι δείλαιοι ούτοι την ασεβή των τόλμην, στοχαζόμενοι ότι δεν έκαυσαν απλώς εν βιβλίον, αλλ’ έκαυσαν τους θείους λόγους ήτοι τα Ευαγγέλια, τους Αποστόλους, τους Ιερείς Κανόνας, τους Θεοφόρους Πατέρας. Τοιούτον βιβλίον έκαυσαν, καθώς η Πατριαρχική απόφασις μαρτυρεί και ήτις ονομάζει τούτο λίαν νόμιμον, ψυχωφελές και σωτήριον, συνοδικώς αυτό ως ιερόν και άγιον επικυρούσα, πάντας δε προτρέπουσα προς την τούτου ανάγνωσιν. Ω θειότατε Πάτερ, πολλά και πάμπολλα βιβλία Θεοφόρων Πατέρων ψυχικής ωφελείας γέμοντα εξέδωκας, αλλά τούτο το περί της Θείας Μεταλήψεως, το οποίον ο ένθερμος ζήλος σου εφιλοπόνησε, τουτέστι συνήξε και κατεσκεύασεν εκ των πηγών του σωτηρίου, ημπορεί με κάθε δίκαιον να ονομάζεται, καθώς πράγματι είναι, πηγή και φρέαρ αιωνίου ζωής. Όθεν καθώς τα φρέατα των πάλαι Πατριαρχών του Αβραάμ και του Ισαάκ έφραξαν οι αλλόφυλοι Φιλισταίοι, ούτω και τούτο ο αρχέκακος Σατάν, αυτόχρημα φθονερός ων, ίσχυσε να το φράξη ο αντίχριστος, αλλά χάρις εις την φιλάδελφον πρόνοιαν και την υπέρ της Εκκλησίας φροντίδα σου, ότι ουκ έδωκας ύπνον τοις σοις οφθαλμοίς, ουδέ τοις βλεφάροις σου νυσταγμόν, πάλιν αυτό ανώρυξας και δια συνοδικής κρίσεως απεκάθηρας και ύδωρ ζων και αλόμενον εις τους βουλομένους πάντας αποκατέστησας. Αλλά καιρός είναι τώρα να είπωμεν και δια την μεγάλην και θαυμασίαν αρετήν εκείνην, την οποίαν, ως κορωνίδα και στέφανον απέθηκεν επάνω από όλας τας άλλας Ευαγγελικάς του αρετάς ο θειότατος ούτος Πατήρ. Διότι καθό Χριστιανός ούτος γνήσιος, Χριστού τέκνον και Χριστιανών Πατήρ, πολλούς αρνησιχρίστους πρώην προς το υπέρ Χριστού Μαρτύριον προητοίμασε, προς τον θείον δηλαδή τούτον αγώνα εις τον οποίον περιέχονται όλα τα είδη των βασάνων, όσα εφεύρεν η επίνοια του διαβόλου, δια να επιτύχη να εξαλείψη το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και εις τον οποίον αγώνα, ως αγωνοθέτης και στεφανωτής των νικών, κάθηται αυτός ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, αγωνισταί δε υπέρ της δόξης του Ιησού Χριστού οι Άγιοι Μάρτυρες, ανταγωνιστής δε τούτων αυτός ο διάβολος με τα ιδικά του όργανα, τους εχθρούς δηλαδή και διώκτας της θείας ημών Πίστεως. Εκ τούτου λοιπόν είναι φανερόν, ότι οι μέλλοντες να αποδυθούν εις τον αγώνα αυτόν χωρίς ανδρείαν ψυχής, δεν δύνανται να αποκτήσουν του Μαρτυρίου τον στέφανον, διότι καθώς λέγει ο Κύριος, «το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής» (Ματθ. κστ: 41, Μάρκ. ιδ: 38). Δια τούτο, καθώς λέγει ο μέγας εις την Θεολογίαν και την αρετήν Γρηγόριος, η δια των λόγων προτροπή και παρακίνησις, όχι ολίγην ανδρείαν εμβάλλει εις τας ψυχάς των παρρησιαζομένων εις τα Μαρτύρια. Όχι δε μόνον τούτο, αλλά λέγει ακόμη ότι, όσοι είναι υποχρεωμένοι να κάμνωσι τούτο και από δειλίαν ψυχής το αποφεύγουσι, ίνα μη τυχόν πάθωσι κανέν κακόν, κίνδυνον μέγα προξενούν εις την ψυχήν των, επειδή καταφρονούν τους εν κινδύνω ψυχής ευρισκομένους, καθό μη έχοντας τον προς τοιούτον αγώνα παραθαρρύνοντα και εκγυμνάζοντα. Ω πόσον πικρόν και σκανδαλώδες εφάνη εις όλους, όταν άνθρωπος τις τοιαύτην έχων ανάγκην μετέβη προς τινα των τότε ενεργεία Μητροπολιτών και εξομολογηθείς εις αυτόν την πτώσιν του εζήτει την θεραπείαν, εκείνος δε φρίξας εις την τοιαύτην ακοήν έφραξε τα ώτα αυτού και απέπεμψε κενόν τον άνθρωπον εκείνων! Φεύ! εάν ο λιμήν δεν δέχεται τους χειμαζομένους, που αλλού θα δυνηθούν να προσορμισθώσιν; Αν το ιατρείον αποβάλλη τους νοσούντας, που αλλού θέλουν εύρει την θεραπείαν; Και αν η Εκκλησία αποβάλλη τα κινδυνεύοντα τέκνα της, που αλλού θα ημπορέσουν να καταφύγουν και να εύρωσι σωτηρία; Δια τούτο ο μέγας ούτος ανήρ δεν έπαυσε, παραβλέπων τας ματαίας και ανοήτους δικαιολογίας, τας οποίας εις τοιαύτας περιστάσεις συνηθίζουν να προβάλουν οι όλως διόλου φιλόκοσμοι και φιλόσαρκοι, εδέχετο χριστομιμήτως πάντας τους τοιαύτην έχοντας ανάγκην. Αλλά και εις τους κατηγορούντας ανοήτως και ασπλάγχνως τους δεχομένους τους τοιούτους, έλεγε χριστομιμήτως «τον ερχόμενον προς με, ου μη εκβάλω έξω» (Ιωάν. στ: 37). Εδέχετο λοιπόν πάντας και πάντας προς τους αθλητικούς αγώνας ήλειφεν, όχι μόνον με λόγους αλλά και με τα έργα. Επειδή δεν τους έλεγε μόνον ολίγας λέξεις προς εμψύχωσιν και κατόπιν να τους απολύη, αλλά τους εκράτει εκεί πλησίον του ημέρας πολλάς και τους εγύμναζε με νηστείας και προσευχάς, με γονυκλισίας, με δάκρυα και στεναγμούς, έως ότου ήναπτεν εις τας ψυχάς των το πυρ της προς τον Θεόν αγάπης. Τούτο απέδειξε τα μάλιστα ο Κύπριος εκείνος Πολύδωρος, όστις δια των παραινέσεων του θείου τούτου Πατρός ηξιώθη των μαρτυρικών στεφάνων και όστις αισθανθείς εν εαυτώ το πυρ της προς Θεόν αγάπης, εφώναξε τρεις φοράς, εσπέραν τινά έξω της θύρας του ξενοδοχείου ευρισκόμενος· «Ο Θεός συγχωρήσοι σας δια το καλόν το οποίον μοι κάμνετε». Άλλην δε πάλιν φοράν, εν ω τον εζήτει ο προαναφερθείς υποτακτικός τού Αγίου γέρων Ιάκωβος δια να έλθη να φάγη ολίγον άρτον, τον εύρεν εις τι μέρος κλαίοντα και ολολύζοντα και επιστρέψας ανήγγειλεν εις τον Άγιον, ότι εις το δείνα μέρος κάθηται και κλαίει, απεκρίθη δε ο θείος Πατήρ· «Άφες τον , ας κλαίη· αυτός μόνον ο κλαυθμός είναι θεάρεστος και σωτηρίας πρόξενος». Την ιδίαν αυτήν ενέργειαν απέφερεν η αρίστη αύτη προπαρασκευή και εις την ψυχήν του Βυζαντίου Θεοδώρου όστις από το εν άκρον, δηλαδή την άκραν δειλίαν του θανάτου, έφθασεν εις το άλλο, διότι, ως διψώσα έλαφος, έτρεχε να εύρη τον υπέρ Χριστού θάνατον. Αυτήν την ιδίαν ενέργειαν επροξένησε και εις την παχείαν και απαίδευτον ψυχήν του Πελοποννησίου Δημητρίου, όστις, απαγόμενος εις την υπέρ Χριστού καρατόμησιν, εβόησεν εκείνην την αοίδιμον φωνήν προς ουρανόν ατενίζων· «Ευχαριστώ σοι, Κύριε Ιησού Χριστέ, διότι ηξίωσας εμέ τον ανάξιον δούλον σου να φθάσω εις αυτήν την αγίαν ώραν». Κατόπιν όλων τούτων δύναται τις να αμφιβάλλη αν ο ιερός ούτος αλείπτης των καλλινίκων αυτών Αγίων Μαρτύρων πρέπει να καταταχθή ως εναρίθμιον (Εναρίθμιος λέγεται ο προς συμπλήρωσιν αριθμού τινός προωρισμένος, ο κριθείς άξιος να συμπληρώση τον πρέποντα αριθμόν.) των ιδικών του Αθλητών και τη προαιρέσει Μάρτυς; Βεβαίως όχι. Διότι αν ο θείος Βασίλειος, τον μακαρίσαντα μόνον γνησίως τον Μάρτυρα, αποφασίζει Μάρτυρα τη προαιρέσει, ο θείος ούτος Μακάριος, όστις και ημέραν και νύκτα δεν έπαυε και πλείστας εξ αυτών εδαπάνα δια τους ερχομένους εις το στάδιον του Μαρτυρίου, έως ότου ήναπτεν εις τας καρδίας των την φλόγα της προς Χριστόν αγάπης και του πόθου της υπέρ Αυτού αθλήσεως, αν δηλαδή δι’ εκείνους απόκειται, κατά τον Απόστολον, ο της δικαιοσύνης στέφανος, ως τον δρόμον τελέσαντας και την Πίστιν τηρήσαντας, και εις τούτον εξάπαντος απόκειται ο πολύτιμος ούτος στέφανος ως συνεργόν και συναγωνιστήν και συναντιλήπτορα τούτων και μνήμη και προθυμία και έργω και λόγω. Με μεγάλην μου λύπην βλέπω τον λόγον φθάνοντα και εις την προσθήκην του τέλους της πανοσίου και κοινωφελεστάτης ζωής του Αγίου. Αλλ’ επειδή το της φύσεως χρέος είναι κοινόν και απαραίτητον, θέλομεν προσθέσει και αυτό με υπομονήν, μάλλον δε με δόξαν και ευχαριστίαν προς τον της ζωής και του θανάτου Κύριον. Είχε συμπληρώσει με πολλούς κόπους και αγρυπνίας ο αοίδιμος την νέαν συλλογήν οσιακών τινων Βίων και Μαρτυρίων, παλαιών και νέων, έτι ανεκδότων και άλλων τινών ψυχωφελών διηγημάτων και θαυμάτων, αυτός ιδία χειρί, άλλα μεν μεταφράζων και άλλα αντιγράφων, την οποίαν ωνόμασε «Νέον Λειμωνάριον». Αφού δε έφερεν εις πέρας ταύτην και ενώ διενοείτο και εφρόντιζε τίνι τρόπω να την εκδώση εις τύπον, Θεού συγχωρήσει πλήττεται το ήμισυ του σώματός του από το πονηρόν πνεύμα της αποπληξίας και γίνεται ημίξηρος κατά το δεξιόν μέρος, ούτω δε έμενεν ανενέργητος εις το εξής η καλή και αγαθοεργός χειρ, των πολλών καλών αίτιος και ακολούθως έμενε και η βίβλος αργή. Έκειτο λοιπόν ο Μακάριος οδυνώμενος και πάσχων και τον στέφανον εαυτώ πλέκων δια της υπομονής και ευχαριστίας, προς τον φιλάνθρωπον Δεσπότην και Κύριον και δύο πηγάς δακρύων εποίησε τους οφθαλμούς του, ταλανίζων τον εαυτόν του, συχνάκις λέγων ότι δια τας αμαρτίας του τον παιδεύει ο Θεός, διότι δεν μετανοεί· πολλάκις δε και τούτο μετά δακρύων έλεγε· «Δεν μετανοώ». Είπομεν λοιπόν ποτέ προς αυτόν· «Ω Πάτερ και Δέσποτα, όλη σου η ζωή εστάθη μία μετάνοια· τας εντολάς του Κυρίου εκ νεότητός σου εφύλαξας ακριβέστατα, διατί λοιπόν έχεις να μετανοήσης; Καλώς λέγεις ότι δεν μετανοείς· βεβαίως δεν μετανοείς, διότι δεν σε ελέγχει η συνείδησίς σου ως παραβάτην των θείων εντολών». Ενώ δε ταύτα ημείς ελέγομεν, οι οφθαλμοί του έρρεον ακατάπαυστα, διότι ούτω τους είχεν απ’ αρχής συνειθισμένους και εκ της τυχούσης προφάσεως εξήρχοντο τα δάκρυα και έτρεχον ποταμηδόν. Οκτώ μήνας παρέμεινεν εν τη κλίνη ακίνητος ο Άγιος, από τας πρώτας δηλαδή ημέρας του Σεπτεμβρίου μέχρι της ιζ΄ (17ης) του Απριλίου, καθ’ όλον δε το διάστημα τούτο τα πλήθη των Χριστιανών έτρεχον καθ’ εκάστην, άνδρες και γυναίκες, τόσον οι γνωστοί και οι φίλοι, όσον και πάντες οι αδιάφοροι, δια να λάβουν τας αγίας αυτού ευχάς και ευλογίας. Καθ’ όλον το διάστημα τούτο εμελέτα τον θάνατον και τα μετά θάνατον. Εξωμολογείτο συχνά, εκοινώνει των αχράντων Μυστηρίων, ημέραν παρ’ ημέραν, κατόπιν δε προς το τέλος καθ’ εκάστην , είχε δε πλησίον του τον ομόψυχόν του Οσιώτατον Νείλον τον Καλόγνωμον, καθώς και τον Νικηφόρον τον Οσιώτατον, ευλαλούντα και φιλοσοφούντα τα μυστικά και πνευματικά, διότι ο όντως και αληθώς μακάριος θείος Μακάριος διετήρει σώας τας φρένας του έως της εσχάτης του αναπνοής κατά την οποίαν και παρέδωκε το πνεύμα εις χείρας τού Πλάστου του. Συνηριθμήθη λοιπόν μετά των Ιεραρχών ο Ιεράρχης, μετά των Ασκητών ο Ασκητής, μετά των Μαρτύρων ο αλείπτης των Μαρτύρων εν έτει σωτηρίω αωε΄ (1805) τη ιζ΄ (17η) Απριλίου και ετάφη έξωθι της Εκκλησίας, παρά την νότιον πλευράν, πληρωθέντος ούτω εκείνου το οποίον προ καιρού είπεν, ότε προ δύο χρόνων είχεν ασθενήσει ο γέρων Ιάκωβος ασθένειαν βαρυτάτην και απηλπίσθη παρά των ιατρών, ώραν δε με την ώραν εφαίνετο ότι μέλλει να τελευτήση. Ηρώτησαν δηλαδή τότε οι αδελφοί τον Άγιον, που ήτο ορισμός του να ανοίξουν τάφον δια τον πνέοντα τα λοίσθια. Επλήγη τότε η συμπαθεστάτη ψυχή από του τάφου το όνομα και είπε· «Μη γένοιτο, όχι μη γένοιτο! Πρώτον τον εμόν ανοίξατε και ύστερον τον τούτου». Και τούτο ούτως εγένετο· διότι μετά την θείαν του ανακομιδήν εις τον ίδιον τάφον του ετέθη και ο τούτου σύμβιος και ομόψυχος γέρων Ιάκωβος. Έτι δε ατάφου μένοντος του Ιερωτάτου νεκρού η παντουργική του Πνεύματος Χάρις έδειξε σημείον μέγα αποδεικνύον ότι ευηρέστησε τω Θεώ και εν Αγίοις εγένετο ο κλήρος αυτού· επειδή δε μετά την θείαν αυτού ανακομιδήν ήρχισαν να γίνωνται και σχεδόν καθ’ εκάστην γίνονται αναρίθμητα θαύματα, απεφασίσαμεν εκ πάντων να παραθέσωμεν τα επισημότερα. Ας είναι δε βέβαιος πας ο αναγινώσκων ταύτα και καθόλου ας μη αμφιβάλλη ότι είναι αληθή, διότι δεν τα γράφομεν εις κανένα ξένον και μακρυνόν τόπον ευρισκόμενοι, αλλά εντός της πόλεως ταύτης της Χίου, παρόντων και ζώντων των προσώπων τα οποία έπασχον και παραδόξως ιάθησαν. Όθεν δεν υπάρχει λόγος να ψευδώμεθα, επειδή ο καθείς δύναται να πληροφορηθή την αλήθειαν αμέσως εξ αυτών των ιδίων προσώπων. Όλοι δε οι διδάσκαλοι λέγουσιν, ότι εκείνος όστις διηγείται πράγματα εις καιρόν ότε ζώσιν εκείνοι ενώπιον των οποίων επράχθησαν, όλους εκείνους έχει μάρτυρας δια τα υπ’ αυτού λεγόμενα. Αυτού πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς.
Μακάριος ο εν Αγίοις Αγιώτατος Πατήρ ημών, ο της Κορίνθου Αρχιεπίσκοπος και της νήσου Χίου το καύχημα, το της αρετής ακροθίνιον, ο εν τοις εσχάτοις καιροίς διαλάμψας, εορτάζεται σήμερον, Οσιώτατοι Πατέρες και αδελφοί ευλαβέστατοι, του οποίου τον Βίον συνέγραψεν ο ρητορικώτατος κάλαμος του πνευματικού αυτού τέκνου και μεγάλου διδασκάλου Αθανασίου του Παρίου, διο εντείνατε την προσοχήν σας, ίνα ακούσητε Βίον γλυκύτατον νέου μεγάλου Αγίου από τοιούτον μέγαν διδάσκαλον γεγραμμένον και μεγάλως θέλετε πνευματικώς ευφρανθή. Eπαινετή βέβαια και λίαν θαυμαστή εστάθη πάντοτε και πανταχού, ως θεός και θεοποιός η ευλογημένη αρετή. Ποίος δεν γνωρίζει τούτο; Και ποίος δεν το ομολογεί; Είναι τούτο γεγονός αναμφισβήτητον. Αλλά, παρακαλώ, ας μη φανή παράδοξον εις κανένα αυτό, το οποίον έρχομαι να είπω. Όταν αι έρημοι επλημμύριζον από θεοφόρους Αναχωρητάς, όταν τα Μοναστήρια ήσαν γεμάτα από Αγίους Μοναχούς, όταν ακόμη και αι πόλεις έλαμπον από τους φωστήρας των Αγίων του Θεού Εκκλησιών, απλώς δε ειπείν, όταν πανταχού της οικουμένης ευρίσκοντο άνδρες σημειοφόροι και θαυματουργοί, τότε, νομίζω, ότι δεν θα έκαμνε τόσον κρότον η αρετή, ούτε εις τόσον θαυμασμόν θα εκίνει τους ανθρώπους η αγιότης, όσον κινεί σήμερον, ότε, ίνα είπω το της Γραφής, ευρίσκεται «επί πάσαν την γην ξηρασία» (Κριτ. 6:38) και ρανίς αγιότητος και αρετής ουδαμού φαίνεται, αλλά πανταχού κυριεύει κοινή τις διαστροφή, πανταχού ψεύδος και δόλος, πανταχού αθεοφοβία και ανευλάβεια και η θεοστυγής αδιαφορία. Αν λοιπόν εις τοιούτον καιρόν ήθελε φανή εις καμμίαν ψυχήν, ως εις τον πόκον του Γεδεών, θεία δρόσος, ήτοι, δια να είπω σαφέστερον, αν ίσως η παντουργός του Πνεύματος Χάρις, εις τας πονηράς ταύτας ημέρας ήθελεν αναδείξει παραδοξότατα Άγιον ένα Μοναχόν, ένα Επίσκοπον, ένα Ιεράρχην, με σημεία υπερφυσικά και εξαίσια, τούτο, χωρίς αμφιβολίαν, ήθελε προξενήσει εις όλους τους Χριστιανούς έκπληξιν, θαυμασμόν και ευφροσύνην ασύγκριτον όντως και ανήκουστον. Αλλά τι λέγω ήθελε προξενήσει; Τούτο ήδη εμπράκτως γίνεται σήμερον. Τούτο κάμνουσι σήμερον τα ευσεβέστατα πλήθη της φιλοχρίστου Χίου, η πόλις όλη, τα χωρία όλα, τα εντός και εκτός, άνδρες ομού και γυναίκες, Ιερείς και λαϊκοί όλοι, όλοι εξ ίσου, μικροί και μεγάλοι και νέοι και γέροντες, όλοι ομού και με ένα παράδοξον και σώφρονα ενθουσιασμόν αγάλλονται, σκιρτώσιν από ψυχής, δοξάζουσι την άπειρον του Θεού αγαθότητα και φιλανθρωπίαν, διότι εις τας ημέρας ταύτας ανέδειξεν εις ημάς άλλον πόκον του Γεδεών πλήρη θεϊκής δρόσου, τον θείον Ιεράρχην της Κορίνθου, τον και πράγματι Μακάριον. Αλλά τι είπον πόκον; Πηγήν μάλιστα νοητήν, πηγήν ύδατος ζώντος, πηγήν αναβλύζουσαν νάματα θείων Χαρίτων, όστις δροσίζει με τα ρείθρα των θείων του θαυμάτων τας κεκαυμένας ψυχάς των μετά πίστεως προς αυτόν προσερχομένων εκάστοτε. Ω καλή και περίδοξος Χίος, έχεις δίκαιον να χαίρης και χαίρε σοι λέγω και εγώ και σκίρτα πνευματικώς, διότι η ανεξιχνίαστος του Θεού πρόνοια, ύστερα από τόσους αιώνας, σε ηξίωσε να έχης εις τους κόλπους σου τούτον τον Μέγαν Ιεράρχην και θαυματουργόν, τον αξιάγαστον Ποιμένα της Κορίνθου, τον εν μακαρίοις τω όντι Μακάριον τον Νοταράν. Αληθώς πράγμα ξενήκουστον, επειδή, ποίος τόπος, ποία επαρχία, ποία πόλις σήμερον δύναται να καυχηθή δι’ εν τόσον εξαίρετον και σπάνιον ουράνιον χάρισμα, όπερ να την στολίζη και να την κάμνη ονομαστήν και μακαρίαν; Ένας νέος δηλαδή Άγιος Αρχιερεύς και θαυματουργός νεώτερος; Αληθώς πράγμα μέγα, διήγημα ευκταιότατον. Και πως δεν είσαι μακαρία τω όντι, ω καλή Χίος, αφού σε έκρινεν ο Θεός ταμείον άξιον, δια να αποθέση εν σοι τον ουράνιον τούτον θησαυρόν; Αλλά δια να διδαχθή και να μάθη όλος ο κόσμος το μέγα τούτο και ξενήκουστον θαύμα και ότι δικαίως και πρεπόντως ο απροσωπόληπτος Θεός εδόξασε τον Ιεράρχην τούτον με τα λαμπρά σημεία της ωραιότητός Του, είναι ανάγκη να γράψωμεν και να ιστορήσωμεν, καθ’ όσον δυνάμεθα, τον πανόσιον βίον και την πολιτείαν αυτού. Και δη, επικαλούμενοι τας αγίας και θεοπειθείς αυτού ευχάς, αρχόμεθα από εκεί όπου είναι πρέπον και σύνηθες να αρχίζη κανείς. Η Κόρινθος είναι πόλις της Πελοποννήσου, ευρισκομένη πλησίον του ισθμού, όστις φέρει και το όνομά της, εις το λεγόμενον Εξαμήλιον. Είναι πόλις αρχαιοτάτη και ονομαστή, εις τας Ελληνικάς ιστορίας, ονομαστή δε μάλιστα και εξάκουστος εις όλην την οικουμένην από τας δύο Θεοσόφους Επιστολάς, τας οποίας έγραψε προς τους Κορινθίους ο μακάριος Απόστολος Παύλος, όστις εδίδαξε και επανέφερεν αυτούς εκ της πλάνης της ειδωλομανίας εις την γνώσιν του ενός και μόνου αληθινού Θεού. Από αυτήν κατάγεται και ταύτης εστάθη γέννημα και θρέμμα ο θείος ούτος Μακάριος· προγόνους δε είχεν ευγενείς εξ ευγενών, του οίκου των περιφήμων Νοταράδων, γένος τούτο αρχαίον και λαμπρόν, καταγόμενον εκ της συγκλήτου βουλής της ποτέ βασιλείας του Βυζαντίου. Εκ τούτου δε του γένους των Νοταράδων κατάγεται και ο εν τη Κεφαλληνία εν αγιότητι περίφημος και Οσιώτατος Πατήρ ημών Γεράσιμος, δόξα και καύχημα όχι μόνον των Νοταράδων, αλλά και όλων των Ορθοδόξων Χριστιανών, όστις και μετά το σχίσμα της Δυτικής εκκλησίας, τώρα νεωστί έλαμψε και λάμπει και αυτός δι’ απείρων θαυμάτων. Γεννήτορας δε έσχεν ο Άγιος θεοσεβεστάτους και σεμνοτάτους, Γεωργαντάν (ήτοι Γεώργιον) και Αναστασίαν καλουμένους, οι οποίοι και κατά το γένος και κατά τον πλούτον είχον τα πρωτεία των Κορινθίων. Εκ τοιούτων λοιπόν γονέων εγεννήθη ο θείος ούτος βλαστός, ύστερα από άλλους υιούς και θυγατέρας κατά το έτος αψλα΄ (1731) από Χριστού, ο δε τότε Αρχιεπίσκοπος Κορίνθου Παρθένιος, αναδεξάμενος αυτόν εκ του Αγίου Βαπτίσματος ωνόμασεν αυτόν Μιχαήλ, ωσάν τρόπον τινά, να επροφήτευσε με τούτο, ότι ο πνευματικός ούτος υιός του έμελλε να γίνη και κληρονόμος, ήτοι διάδοχος της πνευματικής του αξίας. Φθάσας δε ούτος εις ηλικίαν εδιδάχθη τα ιερά γράμματα και μετά ταύτα και την ελληνικήν παιδείαν μαθητεύσας εις τον τότε διδάσκαλον Ευστάθιον τον από Κεφαλληνίας. Ευθύς όμως από τας πρώτας αρχάς της νεότητός του ήρχισεν ο μακάριος να δεικνύη σημεία, ότι δεν είχε κλήσιν εις τα του κόσμου πράγματα, αλλά μάλιστα εις τα πνευματικά, επειδή ήρχισε να ζη με πολλήν ταπείνωσιν και να μεταβαίνη συχνά εις τας ιεράς Ακολουθίας, αποστρεφόμενος όλως δι’ όλου τας συναναστροφάς των νέων και την κοσμικήν ματαιότητα. Επειδή δε ο πατήρ του ήτο μέγας εις τα πολιτικά, όταν έφθασεν εις ικανήν ηλικίαν τον κατέστησε, αν και μη θέλοντα, επιστάτην, ήτοι εξουσιαστήν, επάνω εις αρκετά χωρία, αλλ’ ούτος ο αοίδιμος, μη έχων κλήσιν εις τοιαύτας ματαιότητας, όχι μόνον δεν απέκτησε χρήματα, αλλά και εκείνα τα οποία είχε διεσκόρπισε και ζημίαν επροξένησεν εις τον πατέρα του· όθεν και ύβρεις και ονειδισμούς παρά του πατρός υπέμεινε πολλούς. Έχων λοιπόν πόθον πολύν να λάβη το μοναδικόν Σχήμα και βλέπων ότι δεν υπήρχεν άλλος τρόπος καταφεύγει εις το Μέγα Σπήλαιον, παρακαλών και δεόμενος να τον αξιώσουν του ποθουμένου. Αλλ’ όμως οι Πατέρες εκείνοι, βλέποντες, ότι χωρίς την βουλήν του πατρός του ήτο το κίνημά του, δεν συγκατένευσαν εις τας δεήσεις του, φοβηθέντες την δύναμιν εκείνου. Όθεν μετ’ ολίγας ημέρας μαθών ο πατήρ του ότι ήτο εκεί, παρήγγειλε και τον έστειλαν οπίσω, αν και μη θέλοντα. Επιστρέψας λοιπόν, πρώτον μεν διέτριβεν εις την οικίαν την πατρικήν, εκεί καθήμενος και εις αναγνώσεις των θείων Γραφών και άλλων ψυχωφελών βιβλίων σχολάζων, διότι και πολλά άλλα μάλιστα δε και τον «Ευεργετινόν» εκ του στόματός του ηκούσαμεν να διηγήται με τοιούτον πόθον «ως ο ευρίσκων σκύλα πολλά» (Ψαλμ. ριη΄ 162). Μετά ταύτα, επειδή έλειψεν από το σχολείον των ο διδάσκαλος, όλως αυτοπροαιρέτως, δια να μη μένωσιν αργά και τυφλά τα τέκνα των Χριστιανών, ανεδέχθη αυτός τον αγώνα του σχολείου και παρέδιδεν αμισθί τα μαθήματα επί χρόνους εξ, δεν έπαυεν όμως από του να ερευνά συνεχώς προς ανεύρεσιν του καταλλήλου κατά τον πόθον του διδασκάλου, αλλ’ αυτός μεν ανεζήτει διδάσκαλον δια το σχολείον της Κορίνθου, ήτοι της πατρίδος του, αλλ’ η θεία Πρόνοια προητοίμαζε τούτον δια διδάσκαλον καθολικόν, δηλαδή όλης της Κορινθιακής επαρχίας και ακούσατε πως λίαν ενωρίς επραγματοποιήθη τούτο. Κατά το έτος αψξδ΄ (1764) απήλθε προς Κύριον εν βαθεί γήρατι ο αοίδιμος Αρχιεπίσκοπος Κορίνθου Παρθένιος. Τότε ευθύς όλοι, ως υπό Θεού εμπνευσθέντες, όχι μόνον οι πολίται της Κορίνθου, αλλ’ άπας ο Χριστώνυμος λαός της όλης επαρχίας, Ιερείς και Μοναχοί, και μάλιστα οι του θρόνου της Κορίνθου Επίσκοποι, όλοι ομού με μίαν φωνήν και γνώμην, τον Μακάριον εζήτησαν και τούτον έκριναν άξιον να αναδεχθή την ποιμαντικήν φροντίδα του Χριστωνύμου λαού της Κορινθιακής επαρχίας. Όθεν ως θείαν κλήσιν την κοινήν φωνήν του λαού ηγησάμενος, επένευσεν εις την πάγκοινον ψήφον, με τον σκοπόν να καθοδηγήση τον λαόν εις την ευσέβειαν και να φέρη εις ευταξίαν και σωτηρίας κατάστασιν την ήδη εξηχρειωμένην ένεκεν του βαθυτάτου γήρατος του προκατόχου αυτού επαρχίαν της Κορίνθου. Εις την εκκλησιαστικήν λοιπόν διόρθωσιν της Αρχιεπισκοπής Κορίνθου αποβλέψας, την οποίαν πολλοί του εζήτησαν, συγκατάνευσεν, ως είπομεν, εις τας κοινάς δεήσεις και εδέχθη να αναλάβη το της Αρχιερωσύνης αξίωμα. Εφοδιασθείς λοιπόν με εγγράφους αναφοράς παρά πάσης της επαρχίας, δια των οποίων παρεκάλουν πάντες θερμώς την Αγίαν Σύνοδον, όπως χαρίση τούτον εις αυτούς Ποιμένα, λαβών δε και συστατικάς επιστολάς από πολλά έγκριτα πρόσωπα της επαρχίας, ανήλθεν εις την Βασιλεύουσαν και παρουσιάσθη εις την Αγίαν Σύνοδον, πατριαρχεύοντος τότε του Σαμουήλ και κοινή ψήφω της Αγίας Συνόδου, επειδή ήτο λαϊκός, χειροτονείται κατά τάξιν Διάκονος και Ιερεύς και τέλος και το μέγιστον λαμβάνει της Αρχιερωσύνης αξίωμα. Όθεν γίνεται Πρόεδρος μεν της Μητροπόλεως Κορίνθου, φωστήρ δε γενικώς απάσης της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Αλλ’ ενταύθα του λόγου γενόμενος, αισθάνομαι την ανάγκην να ομολογήσω και παρρησία, ότι πολύ θέλω ζημιώσει τους φιλαρέτους αναγνώστας, αν και χωρίς την θέλησίν μου, διότι στερούμαι πληροφοριών περί των μέχρι τότε θαυμασίων αυτού πράξεων, πλην ότι κατά δύναμιν ηδυνήθην να συλλέξω, τούτο και προσφέρω εις τας φιλοκάλους ψυχάς, ζητών συγχώρησιν δι’ εκείνα τα οποία εξ αγνοίας μου αποσιωπώ. Επέστρεψε λοιπόν ο Άγιος εις την θεόθεν λαχούσαν εις αυτόν επαρχίαν ποθητός και παμπόθητος και ποιούσιν αγρυπνίαν και εορτήν χαρμόσυνον την ημέραν της ιεράς του επιδημίας ο Χριστώνυμος λαός, χαίροντες και ευφραινόμενοι και τον Άγιον Θεόν δοξάζοντες, διότι εισήκουσε των δεήσεών των και τους εχάρισε τοιούτον Ποιμένα, όπως αυτόν ο θείος Απόστολος Παύλος προλαβών περιέγραψε και αυτοί από ψυχής και καρδίας τον εζήτησαν. Και αληθώς, ούτε εψεύσθησαν εις τας ελπίδας των, ούτε εις μάτην έδειξαν την τόσην χαράν οι Χριστιανοί. Επειδή καθώς εκ της πρώτης του ηλικίας θεόφρων απεδείχθη και σημεία εδείκνυε μεγάλης ψυχής ως και ζήλον πολύν περί τα καλά, ούτω και τότε εμπράκτως έδειξε και επεβεβαίωσεν όλα εκείνα. Διότι εσκέφθη, ως και ο Θεολόγος Γρηγόριος, ότι δεν έλαβε την Αρχιερωσύνην ως εξουσίαν ανεξέταστον δια να επιδοθή εις τρυφάς και αναπαύσεις, εις χρηματισμούς βιαίους και θησαυρισμόν, καθώς άλλοι κάμνουσιν. Όχι, λέγω, άπαγε. Ούτε εσκέφθη, ούτε έπραξεν ούτος κατά τοιούτον τρόπον, αλλά μάλιστα εσκέφθη καθώς έπρεπε να σκεφθή εις τοσούτον θεόφρων άνθρωπος, ήτοι, ότι ανέλαβε προστασίαν και φροντίδα ψυχών πολλών δια των οποίων την σωτηρίαν έχει να δώση λόγον, όταν έλθη ο Κύριος των δεσποτικών ταλάντων και συνάρη λόγον μετά των δούλων αυτού (Ματθ. ιη:23, κε:19-30). Ταύτα λοιπόν και τα τοιαύτα υψηλά και μεγάλα νοήματα έχων καλώς θεμελιωμένα εις τον εαυτόν του, ήρχισεν ευθύς, ως πιστός και φρόνιμος οικονόμος, να δίδη την τροφήν του θείου λόγου εις τας Θεόν πεινώσας ψυχάς από καιρούς και χρόνους αμνημονεύτους, διδάσκων, με πολλήν χρηστότητα και ταπείνωσιν, τα προς σωτηρίαν συντείνοντα, εις πάσαν τάξιν και ηλικίαν ανθρώπων. Επειδή δε, είτε εξ αμελείας, είτε εξ απαιδευσίας, είτε και δια τα δύο ομού των προκατόχων του Ποιμένων, εύρε την Εκκλησίαν εξηχρειωμένην ήτοι όλην την της Κορίνθου επαρχίαν γεμάτην από αταξίαν και παρανομίας, επέδειξε σπουδήν μεγάλην και επιμέλειαν, ως άλλος Ζοροβάβελ, να την ανακαινίση και να την αναμορφώση εις το κρείττον, απαλλάττων αυτήν από παντός είδους ρυπαρότητα και αισχρότητα. Πρώτον λοιπόν ήρχισεν από την Ιερωσύνην, ως από θεμέλιον, και όσους Ιερείς εύρε πολύ αγραμμάτους τους έπαυσεν όλους· ομοίως έπαυσε και εκείνους οίτινες είχον φθάσει εις έσχατον γήρας και ενήργουν τα της Ιερωσύνης ασυνειδήτως, με πολύν κίνδυνον των Θείων Μυστηρίων ή, μάλλον ειπείν, των ιδικών των ψυχών. Μετά ταύτα ημπόδισε δι’ όλων των δυνάμεών του και δι’ επιτιμίου τελείας αργίας τους Ιερείς εκείνους, οίτινες ανεμιγνύοντο εις τα πολιτικά. Διότι εις πολλούς τόπους συνηθίζετο η τοιαύτη επάρατος αταξία και συμβαίνει να είναι οι αυτοί και Ιερείς και άρχοντες, εις την Εκκλησίαν με τον Χριστόν και εις την πολιτείαν με τα πολιτικά αναμεμιγμένοι. Όχι, όχι, λέγει ο μέγας οικονόμος της Χάριτος, ο θείος Ιερόθεος. Όστις θέλει να αναμιγνύεται εις τα πολιτικά, ας γνωρίζη καλώς, ότι εις το εξής δεν ημπορεί να είναι Ιερεύς. Προκειμένου δε να χειροτονήση Ιερείς, ηθέλησεν, ως ευσυνείδητος, να φυλάξη όσον ηδύνατο την ακρίβειαν των ιερών Κανόνων, τόσον των Αποστολικών όσον και των Συνοδικών, και πρώτον όχι μόνον δεν εχειροτόνει κανένα δια χρημάτων, αλλά και όλα τα πνευματικά λειτουργήματα δωρεάν, ως του Αγίου Πνεύματος χαρίσματα, εις πάντας τους αξίους διένεμε. Δεύτερον, παρ’ ηλικίαν ουδένα εχειροτόνει, αν και υπήρχεν ανάγκη Ιερέων, επειδή, ως είπομεν, έπαυσε πολλούς εξ αυτών από την ιεροπραξίαν. Τρίτον, όσους κατόπιν ικανής δοκιμασίας έκρινεν αξίους χειροτονίας, αλλά δεν εγνώριζον καλώς τα κοινά γράμματα, τους έστελλεν εις Μοναστήρια, ίνα διδαχθούν ταύτα, παραγγέλλων εις αυτούς να εξοδεύουν προς τούτο εξ εκείνων τα οποία έμελλον να δώσουν ως χειροτονικά, μετά δε ταύτα εχειροτόνει τούτους. Τέταρτον, έκαμνεν εκείνο το οποίον είμαι βέβαιος ότι κανείς Αρχιερεύς δεν κάμνει, τον Διάκονον δεν τον εχειροτόνει και Ιερέα ευθύς ως ήρχετο προς τούτο, αλλά τον εκράτει πλησίον του και τον εξεπαίδευεν εις τα της Ιερωσύνης, διδάσκων αυτόν και δια του λόγου και με το παράδειγμά του, πως να λειτουργή, πως να βαπτίζη και πως να τελή όλα τα άλλα Μυστήρια. Aφού τοιουτοτρόπως τον εξεπαίδευε, τότε και μόνον τον εχειροτόνει και τον απέλυε. Είθε και οι άλλοι Αρχιερείς να έκαμνον ούτω. Διένειμε δε και εις όλους τους Ιερείς Ιεράς Κατηχήσεις, δια να μανθάνουν εκείθεν τα της Αγίας ημών Πίστεως και εις όλα τα χωρία της επαρχίας του διεμοίραξε κολυμβήθρας ευρυχώρους δια να γίνεται το θείον Βάπτισμα τέλειον, καθώς διδάσκει η Αγία ημών Εκκλησία, η Ανατολική. Ταύτα και άλλα τοιαύτα ψυχωφελή και σωτήρια έπραττε και εδίδασκε. Μετά τούτων δε επεθύμει και είχε πρόγραμμα να καταπυκνώση την επαρχίαν του με σχολεία κοινών και Ελληνικών μαθημάτων. Ούτω καλώς και θεοφιλώς ο αοίδιμος εποίμαινε το λογικόν του ποίμνιον, κηρύττων και λέγων, ως άλλος Ιωάννης· «Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η Βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. γ: 2, δ:17). Αλλά τι να είπη τις πρώτον από τα άπειρα και ανεξιχνίαστα κρίματα του Κυρίου; Ευθύς ως οι Χριστιανοί ήρχισαν να χαίρωσι και να δοξάζωσι τον Θεόν, βλέποντες την θαυμασίαν ταύτην μεταβολήν, ιδού κατά το έτος αψξη΄ (1768) κηρύσσεται Ρωσοτουρκικός πόλεμος, επί της βασιλείας του Σουλτάν Μουσταφά, μετά δε την κήρυξιν του πολέμου, ιδού και καταφθάνει εις την Πελοπόννησον στόλος Ρωσικός. Τούτον τον στόλον οι εκ των Ελλήνων απλοί και ολιγόνοες και όσοι δεν εγνώριζον τους σκοπούς και τα τέλη εκείνων, οι οποίοι τον απέστειλαν, ενόμισαν ότι αυτόχρημα εστάλη προς αυτούς θεόθεν κέρας σωτηρίας και λύτρωσις από της επικρατούσης τυραννίας. Οι συνετοί όμως και φρόνιμοι, ακούσαντες τούτο εταράχθησαν και παρέλυσαν εκ του φόβου τα μέλη των, εις εκ των οποίων εστάθη και ο πατήρ του Αγίου Μακαρίου, εις τον οποίον επέπεσε και σκότισις και φρίκη. Διότι προέβλεπον οι φρόνιμοι ούτοι άνθρωποι τα κακά, τα οποία έμελλον εκ τούτου να ακολουθήσουν, καθώς και εμπράκτως ηκολούθησαν. Εκ ταύτης λοιπόν της ταραχωδεστάτης και ολεθριωτάτης αιτίας έπαυσαν όλα εκείνα τα πνευματικά καλά, τα οποία δια της επιμελείας τούτου του καλού Ποιμένος εγίνοντο και ηλπίζετο ακόμη προς το καλλίτερον να προχωρήσουν και να αυξηθούν. Τι δε το επακόλουθον; Εβιάσθη ο θείος ούτος ανήρ, από τους φόβους των αναμενομένων δεινών, να διέλθη μεθ’ όλης αυτού της συγγενείας εις την αντικρύ της Πελοποννήσου κειμένην Ζάκυνθον. Έλαβον λοιπόν μεθ’ εαυτών οι συγγενείς αυτού εκ της περιουσίας των ό,τι ηδυνήθησαν. Καθ’ οδόν όμως περιέπεσαν εις χείρας ληστών, από τους οποίους μόλις διέσωσαν και την ιδίαν των ζωήν, τα δε πράγματα όλα, καθώς ήσαν ομού με τα ζώα, αφού ήρπασαν εκείνοι, τους εγκατέλειψαν γυμνούς. Οι Ζακύνθιοι όμως εδέχθησαν αυτούς με πολλήν συμπάθειαν και φιλανθρωπίαν, παρέχοντες αφθόνως τα προς τροφήν χρειώδη, ενδύματα και ό,τι άλλο ηδύναντο· τούτον δε τον Ιερόν Μακάριον εφέχθησαν άπαντες οι Ζακύνθιοι ως Απόστολον του Χριστού και είχον αυτόν εις εξαίρετον τιμήν και υπόληψιν. Εκείθεν διήλθεν εις την Κεφαλληνίαν εις προσκύνησιν του αγίου Λειψάνου του συγγενούς των Οσίου Γερασίμου, παραμείνας δε εκεί ολίγους μήνας επέστρεψε και πάλιν εις την Ζάκυνθον, όπου παραμείνας επί τρία έτη, μετέβη εκείθεν εις την Ύδραν φιλοξενηθείς εις την εκεί Μονήν της Θεοτόκου. Μετ’ ολίγον εγένετο ειρήνη μεταξύ των εμπολέμων Ρώσων και Οθωμανών και ευθύς εδόθη ορισμός βασιλικός εις το Πατριαρχείον να σταλούν Αρχιερείς εις τας επαρχίας της Πελοποννήσου δια να συνάξουν τον εσκορπισμένον λαόν εις τους τόπους των. Και εδώ δεν γνωρίζω τι να ειπώ· διότι, δι’ εκείνους μεν οίτινες κατέφυγον εις τον εχθρικόν στόλον, αν δεν αποκατεστάθησαν και αν δεν εστάλησαν εις τας επαρχίας των, ουδείς λόγος· διότι εθεωρήθησαν ως εχθροί, επειδή κατέφυγον εις τον ρωσικόν στόλον. Ο δε στερρός ούτος ανήρ ευρίσκετο και ήτο εις τους τόπους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τόσον πλησίον εις την επαρχίαν του, την Κόρινθον, όσον είναι η Ύδρα μέσα εις την αγκάλην της Πελοποννήσου· και σχεδόν, εάν επροστάζετο, αυθημερόν ημπορούσε να ευρεθή εκεί. Αλλ’ όμως οι τότε Συνοδικοί μηδένα λόγον του δικαίου και της κανονικής ακριβείας τηρήσαντες, τον γνήσιον και κανονικόν Αρχιερέα ως ουδέν θεωρήσαντες, άλλον, τούτου ζώντος και παρόντος, χειροτονήσαντες απέστειλαν. Έπειτα ηνάγκαζον αυτόν να παραιτηθή εκ της Επισκοπής του, την παραίτησιν δε ταύτην να αποστείλη προς αυτούς εγγράφως. Ο θείος δε ούτος ανήρ ηρώτα δια τίνα λόγον και βάσει ποίων Κανόνων και δια ποίαν αιτίαν να γράψη ότι κάμνει παραίτησιν· «Εγώ, έλεγεν ούτε τώρα κινώ, ούτε ύστερον θέλω κινήσει καμμίαν αγωγήν περί της επαρχίας μου, αλλά και δια να κάμω παραίτησιν δεν ευρίσκω εύλογον αιτίαν εις τον εαυτόν μου και παρακαλώ να μη κατακριθώ ως δήθεν απειθής». Παρ’ όλον δε ότι ηπείλησαν καθαίρεσιν, εάν δεν στείλη την παραίτησιν έγγραφον, όμως εδυσωπήθησαν από τα δίκαια άτινα προέβαλεν απολογούμενος και τον άφησαν εις το εξής ανενόχλητον, βεβαιωθέντες ότι δεν πρόκειται να εγείρη αξίωσιν. Επέτρεψαν δε εις αυτόν να τελή ακωλύτως και τα της Αρχιερωσύνης, όπου αν ευρεθή, ειδήσει βεβαίως και αδεία των κατά τόπους Αρχιερέων. Ούτω, μέχρι τινός, ενήργει τα της Αρχιερωσύνης και εις την Χίον και εις το Άγιον Όρος, έπειτα όμως και ταύτα κατέπαυσε. Τότε δε, αφού έγινεν η ειρήνη, παρέμεινεν ένα ακόμη χρόνον εις την Ύδραν, μετά δε ταύτα, έχων πόθον να υπάγη εις το Άγιον Όρος, απήλθεν εις την Χίον. Αφού δε παρέμεινε και εκεί ολίγον καιρόν, επήγε τέλος εις τον προ πολλού ποθητόν του Ιερόν Άθωνα. Δυστυχώς όμως κατά τον καιρόν εκείνον δεν του εύρε καθώς επόθει και ήλπιζε, λιμένα δηλαδή σωτηρίας γαλήνιον. Μάλιστα δε εύρεν αυτόν πέλαγος τεταραγμένον εξ αγρίων κυμάτων, εκ των ταραχών της κολλυβολογίας. Διότι ευθύς ως έφθασεν εκεί, οι εν Κυριακή νεκρολογούντες τον ηρώτησαν, αν δέχεται τα εν Κυριακή γινόμενα μνημόσυνα, ο δε απεκρίθη· «Εγώ εις την επαρχίαν μου ποτέ δεν έψαλλα την Κυριακήν μνημόσυνα, αλλ’ ούτε είδον ουδέποτε από νεότητός μου να κάμνουν εν ημέρα Κυριακή εις κανέν μέρος κόλλυβα». Ενώ δε ο Άγιος ούτος Μακάριος ευρίσκετο εκεί, συνέβη να απέλθη προς Κύριον εν τη Μονή του Κουτλουμουσίου ο Πατριάρχης πρώην Αλεξανδρείας Ματθαίος και οι τότε επίτροποι της Μονής προσεκάλεσαν τον ιερόν τούτον Μακάριον όπως παραστή εις το τεσσαρακονθήμερον μνημόσυνον αυτού. Διεμήνυσαν δε εις αυτόν, ότικατά το εσπέρας του προσεχούς Σαββάτου και το πρωϊ της Κυριακής πρέπει να ψαλή το μνημόσυνον αυτού. Εκάλουν δε τον Άγιον ως ιερουργόν διότι ακόμη, ως είπομεν, ιερούργει. Ο δε Άγιος όχι μόνον δεν επήγε, αλλά τους έγραψε και επιστολήν δια της οποίας ήλεγχε την παρανομίαν των· «Και τις η ανάγκη, λέγει εις την επιστολήν του, να παραδράμετε εξ επίτηδες όλας τας άλλας ημέρας της εβδομάδος και να εκλέξετε την Κυριακήν δια να κάμετε το μνημόσυνον του μακαρίτου Πατρός παραβαίνοντες θεληματικώς τους όρους και τα τυπικά της Εκκλησίας, τα οποία όλα απαγορεύουν τα εν Κυριακή μνημόσυνα; Εγώ ούτε έκαμα, ούτε θέλω κάμει ποτέ εν ημέρα Κυριακή μνημόσυνα κεκοιμημένων». Η επιστολή αύτη ως σίδηρος διήλθε την ψυχήν των και ηπείλησαν να φέρουν από τον Πατριάρχηνμεγάλην καταδίκην εναντίον του. Βλέπων λοιπόν την πολλήν ορμήν αυτών ο Άγιος και φοβηθείς μήπως αποτολμήσουν και κατ’ αυτού κανέν άτοπον, καθώς προλαβόντες έπραξαν εις άλλους, ανεχώρησεν εκείθεν και επέστρεψεν εις την Χίον. Τότε εκείνοι, ως ηπείλησαν, ούτω και έπραξαν, γράψαντες εις τον Πατριάρχην όσα ηθέλησαν. Ομού δε μετά των ιδικών των επιστολών απέστειλαν και εκείνην, την οποίαν απέστειλε προς αυτούς ο θείος Μακάριος. Τας επιστολάς ταύτας λαβών ο Πατριάρχης έγραψε προς τον Άγιον, τι δε έγραψε δεν γνωρίζομεν να είπωμεν επί λέξει· έγραψε όμως με πολλήν οργήν και αγανάκτησιν, καθώς αυτός ο ίδιος Πατήρ αναφέρει τούτο εις επιστολήν προς τινα φίλον του, την οποίαν και χωρίς να θέλωμεν δια το πολύ μήκος παραλείπομεν επειδή είναι πολύ διεξοδική, αν και είναι λίαν διδακτική, καθό περιέχουσα πολλά ωφέλιμα προς αποφυγήν της εν Κυριακή νεκρολογίας. Δια της επιστολής ταύτης αποδεικνύεται, ότι με όλην του την ψυχήν και καρδίαν εφύλαττεν ο αοίδιμος την αρχαίαν παράδοσιν της Εκκλησίας αποστρεφόμενος την νέαν ταύτην καινοτομίαν. Η ωφέλεια την οποίαν δύναται να λάβη τις από την επιστολήν αυτήν είναι προφανής. Διότι τούτον τον ιερόν Μακάριον, όστις και δια λόγων και δια γραμμάτων απέφυγε την νέαν ταύτην αδιαφορίαν των μνημοσύνων και εφύλαττεν ακριβώς την αρχαίαν παράδοσιν της Εκκλησίας και δεν εδέχετο μνημόσυνα εις όλην του την ζωήν εν τη Κυριακή, τοσούτον εδόξασεν ο Θεός δια σημείον φανερών και εξαισίων της αγιότητος, καθό ορθώς φρονούντα και πράττοντα εναντίον των αδιαφορούντων. Εκ του αναντιρρήτου δε τούτου επιχειρήματος, ήτοι της τούτου αγιότητος, ας έχη το κύρος και το κράτος και η αρχαία της καθόλου Εκκλησίας παράδοσις, καθώς την ευρίσκομεν γεγραμμένην εις όλα εκείνα τα ιερά βιβλία, τα οποία αυτοί μεν οι νέοι νομοθέται ή όλως διόλου αγνοούσιν, ή ακούοντες αποδοκιμάζουσιν. Ο δε θείος ούτος Πατήρ, επιμελώς ερευνήσας και ευρών τα σχετικά στοιχεία απηρίθμησε ταύτα εις την παρούσαν επιστολήν και δια τούτων απάντων συνέστησε και εκράτυνε την αρχαίαν της Εκκλησίας παράδοσιν ως ορθήν και αγίαν, την δε νεκρολογικήν ταύτην καινοτομίαν, ως ύβριν και καταφρόνησιν προξενούσαν εις την του Κυρίου Ανάστασιν, απεδοκίμασε και μετά χαράς, καθώς γράφει, ήτο έτοιμος να δεχθή και τιμωρίας υπέρ της αληθείας αυτής. Τι δε δια της του φίλου μεσιτείας κατώρθωσε, προς τον οποίον έγραψε, δεν μας είναι γνωστόν· δια να έλθωμεν δε εις την σειράν της διηγήσεως γράφομεν αυτό το οποίον γνωρίζομεν· ότι εκ της Χίου απήλθεν εις την Πάτμον, όπου εγνωρίσθη και ικανώς συνανεστράφη με τους Πανοσιωτάτους αδελφούς και Πνευματικούς Πατέρας Ιερομονάχους Νήφωνα τον Χίον και Γρηγόριον τον Νισύριον, καθώς και με τον Οσιώτατον Αθανάσιον τον εξ Αρμενίας, οίτινες είχον αναχωρήσει προ τινων ετών εξ Αγίου Όρους δια τας εκεί περί των κολλύβων ταραχάς και σκάνδαλα. Ευφρανθείς δε μετά των αδελφών τούτων σχεδόν επί ένα χρόνον, προσεκλήθη και πάλιν από τους αδελφούς του, οι οποίοι ευρίσκοντο εις Ύδραν, ίνα διανείμουν την πατρικήν των κληρονομίαν, επειδή ο πατήρ των απήλθεν εις την άλλην ζωήν. Μετέβη λοιπόν εις την Ύδραν και εκεί εγνωρίσθη με τον Οσιώτατον Κωνστάντιον τον εκ της Γούρας της Θεσσαλίας, όστις και αυτός δια τα αυτά αίτια είχε προαπέλθει από το Άγιον Όρος. Εκ της Ύδρας ήλθε μετά των αδελφών του εις την πατρίδα των την Κόρινθον και εκεί έκαμαν την διανομήν της πατρικής κληρονομίας ησύχως και αταράχως δια της επιστασίας του Αγίου. Εδώρησε δε εις αυτούς το ιδικόν του μέρος και κατόπιν αυτής της γενναιότητός του, αφού δηλονότι τους είχεν ικανώς υποχρεωμένους με την χάριν ταύτην, έκαμε και προς Θεόν μίαν ολοκαύτωσιν πολύ ευάρεστον. Τι είδους δε ήτο αύτη; Εζήτησε και του έφεραν όλας τας πατρικάς ομολογίας και ταύτας λαβών τας έρριψεν όλας εις το πυρ και τας κατέκαυσεν, ελευθερώσας ούτω πλήθος ανθρώπων από το χρέος. Είμαι βέβαιος, ότι την θυσίαν ταύτην ο δικαιοκρίτης Θεός εδέχθη υπέρ πάσαν ολοκάρπωσιν αμνών παχέων και σφαγίων. Αφού λοιπόν εγένετο η διανομή, ως είπομεν, επέστρεψε και πάλιν ο Άγιος εις την Χίον, εντεύθεν δε εφοδιασθείς δια γραμμάτων προς τον Ιωάννην Μαυρογορδάτον, μετέβη εις την Σμύρνην και κατηυθύνθη ευθύς εις την οικίαν αυτού, εκείνος δε τον υπεδέχθη μετά πάσης χαράς και ευλαβείας, ως άνθρωπον του Θεού. Διότι εκ της φήμης τού Αγίου Μακαρίου είχε πληροφορηθή τα περί της υψηλής αυτού πολιτείας. Όθεν εδείχθη έτοιμος εις το να αποδεχθή τα κατά Θεόν προστάγματά του. Παρεκάλει δε μάλιστα μετά δακρύων τον Άγιον να τον διδάσκη με όλην αυτού την ελευθερίαν παν ό,τι γνωρίζει συμφέρον δια την ψυχικήν του σωτηρίαν και να τον προστάζη παν ό,τι πρέπει να κάμη. Όχι δε μόνον δια του λόγου, αλλά και δια των έργων εδείκνυε την εις τα καλά προθυμίαν του. Διότι ευθύς εδέχθη μετά χαράς να εκδώση εις τύπον την ιεράν «Φιλοκαλίαν των Πατέρων», βιβλίον ψυχωφελέστατον, ομού δε με αυτήν συνεξέδωκε και την «Ιεράν Κατήχησιν» του Πλάτωνος, του της Μόσχας δηλαδή Προέδρου. Εν συνεχεία και εντός ελαχίστου χρονικού διαστήματος επέτυχε να μεταστρέψη δια της διδασκαλίας του και όλην την οικίαν του Μαυρογορδάτου εις σύστημα οσιακόν, τόσον δια της τακτικής αναγνώσεως των διατεταγμένων Ιερών Ακολουθιών, Εσπερινών και Όρθρων, όσον και δια της ακριβούς τηρήσεως των παραδεδομένων νηστειών. Ότι δε αληθή λέγω, μάρτυρες είναι οι Σμυρναίοι άπαντες. Είχε δε πόθον ο θείος Πατήρ να τυπώση και τον ηγαπημένον του «Ευεργετινόν», όστις «Ευεργετινός» είναι βιβλίον ψυχωφελέστατον, εις τον πόθον του δε τούτον ευρέθη προθυμότατος ο Ιωάννης Καννάς. Διατρίψας λοιπόν εκεί επί τινα καιρόν επέστρεψε και πάλιν εις την Χίον, αποσκοπών εις το να εξεύρη τόπον ήσυχον, εις τον οποίον και να παραμείνη. Εύρε λοιπόν τόπον κατά τον πόθον του καλούμενον Άγιον Πέτρον εκ του εκεί ευρισκομένου ομωνύμου Ναού, κείμενον εις το βόρειον μέρος της νήσου. Τον τόπον τούτον ηγόρασεν από την κοινότητα της Χίου, με το δικαίωμα να τον εξουσιάζη αυτός και τρία εισέτι πρόσωπα κατά διαδοχήν. Εκεί λοιπόν ησύχαζεν έχων εις συνοδίαν του και υποτακτικόν τινα Χίον, Ιάκωβον καλούμενον, προβεβηκότα την ηλικίαν, όστις και παρέμεινε πλησίον του Αγίου, υπηρετών αυτόν μέχρι της μακαρίας του τελευτής. Κατ’ εκείνας τας ημέρας έπλευσε προς την νήσον Ικαρίαν και ο προαναφερθείς Ιερομόναχος Νήφων ομού με την συνοδίαν του και εγκατασταθέντες εκεί ήρχισαν να κτίζουν οικήματα και Εκκλησίαν. Επειδή δε αυτοί ήσαν ενδεείς και δεν είχον τα απαιτούμενα έξοδα, διότι εστερούντο τα πάντα, ο ιερός ούτος Πατήρ τους επρόφθασεν εις όλα, με το μέσον των φιλελεημόνων Χίων και Σμυρναίων και δια της συνδρομής τούτων ιδρύθη εις την Ικαρίαν τέλειον κοινοβιακόν Μονύδριον, από την πολλήν δε αγάπην και ευλάβειαν, την οποίαν είχεν εις εκείνους τους Οσίους Πατέρας, μετέβη και αυτός εκεί και εκάθισε μετ’ αυτών ικανόν καιρόν και πάλιν επέστρεψεν εις το ίδιον Ησυχαστήριον. Επειδή δε το μέρος εκείνο είναι τόπος υγιεινότατος, διότι περιλούεται από ευκραεστάτους αέρας, ωφελήθη πολύ εις την υγείαν του σώματος, ενώ προηγουμένως, ως έχων κράσιν νοσηράν, υπέφερε συχνά και ήτο σχεδόν πάντοτε ασθενής. Επανευρών δε εκεί την υγείαν του και έχων την ποθουμένην ησυχίαν του, απομακρυνθείς δε από τους θορύβους των πόλεων και από τας κοσμικάς ματαιότητας, αίτινες απομακρύνουσι τον άνθρωπον από τον Θεόν, εδόθη όλως διόλου εις την άσκησιν και τους αγώνας τους ασκητικούς, τους οποίους ως επί το πλείστον στοχαστικώς ευρίσκομεν, μη δυνάμενοι να απαριθμήσωμεν εκ της αυτοπροσώπου πείρας· επειδή, καθώς είπεν εις παλαιός Πατήρ, οι Άγιοι του Θεού, φοβούμενοι την ζημίαν της κενοδοξίας και της επάρσεως, εφρόντιζον να κρύπτουν με όλους τους τρόπους τας αρετάς των από τους οφθαλμούς των ανθρώπων, εκ τούτου δε δεν δυνάμεθα να γνωρίζωμεν επακριβώς τας αρετάς των, αλλ’ όσας μόνον ο Θεός προς κοινήν ωφέλειαν απεκάλυψε και όσας από τους υποτακτικούς των έμαθον οι μεταγενέστεροι. Και τούτου λοιπόν του θείου Πατρός την κατ’ ιδίαν άσκησιν και τους αγώνας και τους κόπους, τους οποίους έκαμεν εις το κελλίον του, μόνον ο Θεός, όστις τους έβλεπε, τους γνωρίζει, διότι δια να αρέσκη εις Αυτόν και μόνον κρυφίως έκαμνεν ό,τι έκαμνε. Περισσότερον δε εφρόντιζεν αυτός να είναι άγνωστοι από τους άλλους ανθρώπους αι αρεταί του, από όσον προσπαθούν οι κακοί να κρύπτουν τας κακίας των. Γράφομεν λοιπόν και λέγομεν εκείνα μόνον τα οποία σχεδόν ή όλοι ή πολλοί ομήλικοι ημών γνωρίζουσιν, ήτοι τας επιτεταμένας νηστείας, δεν λέγω περί των κανονικών μόνον, διότι ταύτας με τόσην ακρίβειαν εφύλαττε καθώς και τα δόγματα της Πίστεως. Διότι εγνώριζε και βέβαιος ήτο, ότι οι ιεροί Κανόνες δεν ήσαν εντολαί ανθρώπων, αλλ’ απόφασις του Αγίου Πνεύματος, κατά την αψευδεστάτην μαρτυρίαν του Πρωτοκορυφαίου των Αποστόλων Πέτρου. Προσέτι ήκουε και το Πνεύμα το Άγιον, το οποίον λέγει εις τας Παροιμίας· «Μη μέταιρε όρια αιώνια α έθεντο οι πατέρες σου» (Παρ. κβ: 28). Εφύλαττε λοιπόν ο όντως θείος ούτος Μακάριος με όλον το σέβας τας κανονικάς νηστείας, εντελώς αντιθέτως προς τους σήμερον αδιαφορούντας, οι οποίοι θεωρούν τους ιερούς Κανόνας ως εντάλματα κοινών ανθρώπων και δια τούτο άνευ συστολής τινος παραβαίνουν τούτους ψαροφαγούντες και κρεωφαγούντες χωρίς καμμίαν ανάγκην, λέγοντες ότι ο Θεός δεν τους προστάζει να νηστεύωσι, μη στοχαζόμενοι, οι ασύνετοι, ότι ο Θεός είναι το Πνεύμα το Άγιον, δια της επιστασίας και εμπνεύσεως του οποίου οι Κανόνες ούτοι εγράφησαν. Δια να επανέλθωμεν λοιπόν εις το προκείμενον, ο λόγος δεν αφορά τας κανονικάς νηστείας, διότι ταύτας κάθε Χριστιανός έχει χρέος να τας φυλάττη, αλλ’ ομιλώ δια τας νηστείας εκείνας, τας οποίας αυτός εκανόνιζεν εις τον εαυτόν του. Διότι δύο τινάς εστοχάζετο ως μεγάλους πολεμίους, τον οίνον και το έλαιον, λέγων ότι ταύτα τον έβλαπτον εις την υγείαν τού σώματος. Όθεν και δι’ όλης της εβδομάδος, πλην Σαββάτου και Κυριακής, το μέγα του εντρύφημα ήτο κολοκύνθη μετά όξους ή άλλο τι, ως ζυμαρικόν νερόβραστον. Το δε Σάββατον και την Κυριακήν αρμόζει να είπωμεν καλύτερον, ότι ωσφραίνετο το έλαιον και όχι το έτρωγε, τον δε οίνον, με την πείραν είδομεν, ότι τόσον τον εξησθένει με το ύδωρ, ώστε εις την πραγματικότητα ουδεμία ποσότης οίνου έμενεν εις το πόμα του. Αυτά ημείς οι έξω γνωρίζομεν περί των νηστειών του, και την τάξιν ταύτην εφύλαττε πάντοτε εις τον εαυτόν του. Εμάθομεν δε και από τον υποτακτικόν του τον γέρο – Ιάκωβον, ότι συνείθιζε να κάμνη και ιδιαιτέραν τεσσαρακονθήμερον μεγάλην νηστείαν καθ’ έκαστον χρόνον, με όλα τα συνακόλουθα αυτής και με όλην την ακροτάτην επίτασιν και την απαιτουμένην ακρίβειαν της νηστείας της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Ο αυτός Ιάκωβος έλεγε προς τινα αδελφόν· «Τι να σου είπω, αδελφέ· τον έβλεπα να αγωνίζεται εις τας ιεράς του προσευχάς και τας αμέτρους γονυκλισίας και εθαύμαζα». Τις λοιπόν ημπορεί να είπη και να γράψη όλην την αλήθειαν, αφ’ ου μόνος ο Θεός τον έβλεπε και μόνος Εκείνος τον ήκουεν; Αλλ’ ότι και κατά την τάξιν και του κανόνας του Μοναχικού Σχήματος και σωματικώς με υπερβολήν ηγωνίζετο και με προσευχάς αρεμβάστους και επιτεταμένας όλος θεοειδής εγίνετο και εις θείον έρωτα ανεφλέγετο, ουδείς πρέπει να αμφιβάλλη αποβλέπων εις τα νυν δι’ αυτού τελούμενα εξαίσια έργα της θείας Χάριτος. Εκείνα όμως τα αφανή και εις τους πολλούς άδηλα, εκ των φανερών τούτων και κοινών συμπερασμάτων βεβαιώνονται, δια δε τας φανεράς και πυκνάς του αγρυπνίας δεν είναι ανάγκη να είπώ τίποτε, διότι όλοι είναι μάρτυρες, οι οποίοι τον είδον και τον ήκουσαν. Εκείνο δε μόνον λέγω εγώ, το οποίον γράφει ο μέγας Πατήρ Ισαάκ εις τον εικοστόν ένατον λόγον του. Λέγει δηλαδή ούτος εκεί· «Ον τινα Μοναχόν είδεις, επιμένοντα μετά διακρίσεως εις την εργασίαν της αγρυπνίας, τον τοιούτον μη νόμιζε σαρκοφόρον άνθρωπον· καθότι τούτο το έργον τη αληθεία είναι ίδιον των Αγγέλων· επειδή αδύνατον είναι, όσοι έχουσι την εργασίαν ταύτην, να μη αξιωθώσι παρά Θεού μεγάλων χαρισμάτων δια την προσοχήν και επαγρύπνησιν της καρδίας αυτών, και δια την αμέριμνον διαγωγήν και δια την εις τον Θεόν αφιέρωσιν των ιδίων αυτών λογισμών. Η εις την εργασίαν της αγρυπνίας αγωνιζομένη ψυχή, και διαπρέπουσα εις αυτήν, αποκτά χερουβικούς οφθαλμούς, ίνα βλέπη πάντοτε την επουράνιον θεωρίαν». Κατά τον μέγαν λοιπόν τούτον διδάσκαλον, ευκολώτατα ημπορούμεν να συμπεράνωμεν εκ των υστέρων τα προσόντα· επειδή λοιπόν βλέπομεν ότι μεγάλων χαρισμάτων ηξιώθη παρά Θεού ο θείος ούτος Πατήρ, συμπεραίνομεν ευκολώτατα και ασφαλέστατα, ότι τας πυκνάς εκείνας αγρυπνίας ετέλει μετά διακρίσεως νοός και τάξεως αγγελικής, όπως και αληθώς έργον αγγελικόν εποίει και με νήψιν και εγρήγορσιν της καρδίας, προς τον Θεόν μόνον είχεν εστραμμένους τους λογισμούς του, οφθαλμούς χειρουβικούς έχων, ίνα δια παντός ατενίζη και κατοπτεύη την επουράνιον θεωρίαν. Επειδή λοιπόν, κατά τον μέγαν τούτον διδάσκαλον Αββάν Ισαάκ, εκ των θείων χαρισμάτων ο ιερός Μακάριος ουρανόφρων εγνωρίσθη και αγγελομίμητος με τας θεοτερπείς αγρυπνίας του και επειδή, κατά τους θείους Πατέρας, η προσευχή είναι συνομιλία, ήτις γίνεται μετά του Θεού, είναι άραγε κανείς όστις ήκουσε τον Άγιον επ’ Εκκλησίας λέγοντα ψαλμούς και να μη ομολογήση ότι πράγματι η ανάγνωσις εκείνη ήτο συνομιλία μετά του Θεού, ήσυχος, ατάραχος, γαλήνιος ανάγνωσις τω όντι πνευματική και του πνεύματος αξία, ανάγνωσις ήτις, χωρίς αμφιβολίαν, έφθανεν εις τα ώτα Κυρίου Σαβαώθ; Και αν τούτο ομολογούμεν δια την κοινήν και επ’ Εκκλησίας προσευχήν, πολύ περισσότερον πρέπει να νοήσωμεν δια την ιδιαιτέραν του και μυστικωτέραν, την αμιγή και κεχωρισμένην από κάθε υλικήν περιπέτειαν και συναναστροφήν ανθρωπίνην. Βεβαιότατα τότε ο νους του όλως ηνωμένος με τον Θεόν, δια της ενθέου προσευχής του, αναβίβαζεν εις τας θείας ακοάς εκείνα τα οποία ανεμέλποντο από τα χείλη του ή πολλάκις χωρίς να λαλούν τα χείλη, ηνωμένος ούτως υπάρχων μετά του Θεού, εποίει την νοεράν προσευχήν, όπως οι Άγιοι Άγγελοι. Καλά όμως πάντα ταύτα και όσα άλλα τοιαύτα μας διαφεύγουν, καθώς προείπομεν· καλά, και επαίνων άξια, αλλά ταύτα πάντα είναι αποτελέσματα της προς τον Θεόν μόνον αγάπης αυτού· δεν είναι σημεία και της προς τον πλησίον αγάπης, χωρίς την οποίαν όλα τα άλλα, κατά την απόφασιν του θείου Παύλου (Α΄ Κορ. ιγ:1-8), κρίνονται ως ανωφελή και μάταια. Αλλά και η Δεσποτική φωνή ούτως αποφασίζει, λέγουσα· «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Ματθ. ιθ:19, κβ:39 και αλλαχού). Ταύτην την Δεσποτικήν εντολήν υπενθυμίζει εις αυτόν και ο αείμνηστος Πατριάρχης ο Σωφρόνιος, εις επιστολήν την οποίαν του έγραφε κατά το έτος αψοε΄ (1775). Εν αυτή, δηλαδή, μετά το τέλος γράφει και ταύτα επί λέξει ιδιοχείρως· «Αδελφέ, μη νομίσης ότι αναχωρών της επαρχίας σου ελεύθερος γέγονας και πάσης επιμελείας εκκλησιαστικής. Τοιαύτην γαρ ελευθερίαν ο Θεός ου βούλεται, αλλά πάντας ημάς θέλει υπηρέτας είναι και γεωργούς του μυστικού αυτού αμπελώνος, άχρι τελευταίας αναπνοής ημών. Λοιπόν μη διαλίπης διδάσκων, λόγω τε και έργω, τας του Κυρίου σωτηρίους εντολάς, μεμνημένος τε και της εμής αθλιότητος, εν ταις προς τον ελεήμονα Κύριον εντεύξεσι και προσευχαίς». Καλώς και επαινετώς έκαμε το χρέος του ο θείος εκείνος Πατριάρχης γράψας ταύτα· όμως δεν είναι μόνον αυτά, τα οποία διήγειραν εις την ψυχήν του θείου Πατρός την συνείδησιν τού προς τον πλησίον χρέους του. Διότι, ταύτα ως άδεια Πατριαρχική προς τους κατά τόπον Αρχιερείς, είχον την θέσιν των, ο δε θεόφρων εκείνος Πατήρ ανέκαθεν έλεγε μετά του μεγάλου Αποστόλου· «Θεού γαρ εσμέν συνεργοί» (Α΄ Κορ. γ:9). Του Θεού ο σκοπός και το τέλος είναι να σώση τον κόσμον. Λοιπόν και ημείς οι καταξιωθέντες να γίνωμεν και να ονομαζώμεθα ιδικοί Του συνεργοί, πρέπει να βοηθούμεν τους αδελφούς μας Χριστιανούς εις την ψυχικήν των σωτηρίαν, όσον δυνάμεθα. Με τούτους λοιπόν τους λογισμούς αντί να διδάσκη και να φωτίζη εν μικρόν μέρος της Πελοποννήσου, αφωσιώθη με όλην του την επιμέλειαν να ωφελή και ει δυνατόν να σώζη όλους τους απανταχού της γης ευρισκομένους Χριστιανούς. Κατά τίνα τρόπον; Ιδού. Οι νέοι ούτοι φιλόσοφοι του γένους μας αγωνίζονται να προξενήσουν δόξαν και λαμπρότητα εις το Ελληνικόν γένος, δια των εξωτερικών επιστημών και μαθήσεων και βιβλία συχνά μεταγλωττίζουσι χρησιμεύοντα εις τον σκοπόν των. Αλλ’ ούτος ο αοίδιμος εφρόντιζε να ωφελήση όχι το Ελληνικόν, αλλά το Χριστιανικόν γένος, καθιστών τους γηϊνους ανθρώπους αξίους τής ουρανίου δόξης και πολιτείας, της Βασιλείας των ουρανών. Με ποία μέσα; Με τα πνευματικά και ψυχοσωτήρια βιβλία τα οποία, επειδή είναι πάμπολλα, είναι δύσκολον να απαριθμήσωμεν εν προς εν. Εις το κοσμοσωτήριον λοιπόν τούτο έργον κατεγίνετο σχεδόν καθ’ όλην του την ζωήν και καθώς έγραφεν ο Πατριάρχης «άχρι τελευταίας αναπνοής ημών», ούτως ακριβώς έπραττε και ο αείμνηστος. Διότι αφ’ ου εφιλοπόνησε το «Νέον Λειμωνάριον», με την τούτου φροντίδα ετελείωσε τας τελευταίας ώρας της ζωής του. Ότι δε με το μέσον τούτων των βιβλίων ωφέλει και πάντοτε ωφελεί και σώζει ψυχάς πολλάς ο αοίδιμος, δεν πρέπει να αμφιβάλλη κανείς έχων ως απόδειξιν Θεόδωρον τον Βυζάντιον και Δημήτριον τον Πελοποννήσιον και άλλους, οίτινες εθερμάνθησαν προς την υπέρ της Πίστεως άθλησιν, αναγινώσκοντες εις το «Νέον Μαρτυρολόγιον» τας αρετάς και τας θυσίας των ομοιοπαθών των Αθλητών του Χριστού. Ήκουσα δε και εγώ αυτός λαϊκόν άνθρωπον εκ της Αίνου ορμώμενον, μετά τινος προσπαθείας διηγούμενον και λέγοντα, ότι την «Φιλοκαλίαν» εμελέτησε δύο φοράς και είχε σκοπόν, ευθύς ως εύρη καιρόν, να την μελετήση και δια τρίτην φοράν. Όθεν εκ των δεδομένων και γινωσκομένων τούτων, ας συμπεράνη καθείς και τα αγνοούμενα και τα διαφεύγοντα. Είπομεν ανωτέρω ότι πολλά και πάμπολλα είναι τα τοιαύτα βιβλία, τα οποία εξέδωκεν εις κοινήν ωφέλειαν. Ώστε λέγομεν, ότι αν ίσως και μίαν μόνην ψυχήν καθ’ εν από τα βιβλία ταύτα ημπορεί να ωφελήση και να γίνη αίτιον ίνα επιστρέψη αύτη εξ οδού απωλείας εις οδόν σωτηρίας, πόσοι μισθοί, πόσοι στέφανοι απόκεινται εις τους ουρανούς δια τον βοηθήσαντα εις την σωτηρίαν των τοιούτων ψυχών; Όταν και δια μίαν μόνην ψυχήν ο κόσμος όλος δεν είναι αντάξιος, κατά την Δεσποτικήν απόφασιν, την ασύγκριτον και ανείκαστον. Τόσον δε πόθον είχεν η μακαρία του ψυχή εις το να ωφελή ψυχάς και τόσον εδίψα την σωτηρίαν των Χριατιανών, ώστε αναγινώσκων ποτέ βιβλιάριον, το οποίον ονομάζεται «Χριστιανική Απολογία» και, τρόπον τινά, ενθουσιασθείς από την ανάγνωσιν τούτου, δεν υπέμεινεν, αλλ’ ευρών και συνάξας πεντακόσια γρόσια προσέφερε ταύτα δια να εκτυπωθή εκ δευτέρου το τόσον ψυχωφελέστατον βιβλίον. Ήδη δε, μετά την εκείνου τελευτήν, έχομεν ήδη την ευκαιρίαν να είπωμεν και να γράψωμεν και τούτο· με τον αυτόν ένθερμον ζήλον, ως να ήτο ιδικόν του ποίμνιον, εδίδασκε τους πέριξ αυτού ευρισκομένους Χριστιανούς, λογιζόμενος ότι εκτελεί απαραίτητον χρέος. Ομοίως δεν έπαυεν από του να διδάσκη ακαταπαύστως τα θεία θελήματα εις τους ενορίτας της Εκκλησίας του, και όσους άλλους συνήγοντο εις αυτήν, διδάακων πάντοτε αυτούς κατά την ώραν του Κοινωνικού, ή δια της προφορικής του διδασκαλίας ή δια των βιβλίων, τα οποία αφού εξήταζε, ανεύρισκεν εις αυτά τα αρμόζοντα εις εκάστην περίστασιν σύντομα ηθικά διδάγματα, τα οποία προς κοινήν ωφέλειαν ανεγινώσκοντο εις επήκοον πάντων παρά του ιδίου ή υπό άλλων. Κατά τας Τεσσαρακοστάς μάλιστα συνήθιζε να κατέρχεται και εις τας άλλας Εκκλησίας, αίτινες ευρίσκοντο εκεί πλησίον, και εδίδασκε τους εις αυτάς συναθροιζομένους Χριστιανούς τον λόγον του Θεού. Εδίδασκε δε όχι με φωνάς αγρίας και τραχείας, καθώς πολλοί συνειθίζουσιν από τους έμβωνας, αλλά με ομιλίαν ήσυχον, ήμερον, γαλήνιον, όπως ήτο και η διδαχή των αλιέων Αποστόλων, των οποίων ήτο πράγματι μαθητής ακριβέστατος. Αλλ’ άραγε, ίσως ήθελε τις ειπεί, απέφερε και κανένα καρπόν εκ της τοιαύτης αυτού πολιτείας; Και πως ημπορεί να υπάρχη τοιαύτη αμφιβολία; Επειδή πως είναι λογικόν, να μη ωφελούνται οι Χριστιανοί εκείνοι, οι οποίοι, πρώτον μεν έβλεπον ένα Αρχιερέα Κορίνθου να τους διδάσκη, με σχήμα ταπεινότατον, με ενδύματα πενιχρότατα, με ενφάνισιν πτωχικήν; Πράγματι, το καλυμμαύχη της κεφαλής του άλλος κανείς δεν ήθελε καταδεχθή να το φορέση· δεύτερον, το οποίον μάλιστα είναι και σπουδαιότερον, πως ήτο δυνατόν να μη ωφελούνται οι Χριστιανοί, αφού αόκνως τους εδίδασκε, χωρίς να ζητή παρ’ αυτών ουδέ το ελάχιστον δια πληρωμήν; Διότι, καθώς προείπομεν, ήτο ακριβέστατος μιμητής των αλιέων. Δια τούτο όχι μόνον τίποτε δεν εζήτει, αλλά και εις πλείστους, έχοντας ανάγκην, έδιδεν αυτός εξ εκείνων τα οποία του ευρίσκοντο. Εις τον ένα λοιπόν έδιδε δια να αγοράση ζώον, εις τον άλλον ίνα υπανδρεύση την κόρην του. Παρουσιάσθησαν δε πολλοί και άνδρες και γυναίκες, οίτινες, μετά τον θάνατόν του οδυρόμενοι δια την ατυχίαν των, εκήρυττον, ότι τους είχε παραχωρήσει μηνιαίαν δόσιν εις χρόνους πολλούς και τους εκυβέρνα καθένα κατά την ανάγκην του. Πως λοιπόν ερωτάς, εάν οι λόγοι τοιούτου διδασκάλου απέφερον καρπούς; Ναι, απέφερον και πλουσίους μάλιστα. Όχι δε μόνον από συλλογιαμόν ιδικόν μας τούτο λέγομεν, αλλά και οι Πνευματικοί οι οποίοι εξωμολόγουν εκείνους τους Χριστιανούς μας εβεβαίωσαν ταύτα. Μάλιστα και μικρά τις έμπρακτος διήγησις θέλει βεβαιώσει πάντας περισσότερον . Γυνή τις του τόπου εκείνου ευρήκε ποτέ μέταξαν βάρους τριών λιτρών ή και βαρυτέραν και ταύτην ευρούσα δεν την έκρυψεν, αλλ’ έσπευδεν εδώ και εκεί εξετάζουσα, ποίος την έχασε δια να την αποδώση. Ηπόρησαν τότε οι άνθρωποι θαυμάζοντες πως δεν την εκράτησεν, αλλά ζητεί να εύρη εκείνον όστις την έχασεν. Εκείνη δε έλεγεν· «Όχι, δεν κρατώ την μέταξαν, διότι δεν μας το επιτρέπει εκείνος ο ευλογημένος ο Δεσπότης της Κορίνθου· εκείνος μας διδάσκει, όταν ευρίσκωμεν πράγμα να μη το κρατούμεν, διότι είναι αμαρτία, αλλά να φροντίζωμεν να εύρωμεν εκείνον, όστις το έχασε και να του το δώσωμεν». Μικρόν φαίνεται το πράγμα τούτο, αλλ’ είναι σημείον μέγα, προς απόδειξιν ότι μεγάλην ωφέλειαν προσέφερε με τας απλάς του διδαχάς. Εδίδασκε δε, όχι μόνον να μη κρατούν το ξένον πράγμα, διότι είναι κλοπή, αλλά και ευρετικά να μη ζητούν, ούτε να λαμβάνουν. Και ταύτα μεν τα καλά συνεχώς εγίνοντο, αλλ’ η πολλή και μεγάλη προς τους δεομένους συμπάθεια του Αγίου ήρχισε να του προξενή ενόχλησιν εις την ησυχίαν, επειδή οι πτωχοί και αι πτωχαί και όσοι από συμφοράς και ανάγκας εκλυδωνίζοντο, έτρεχον συνεχώς εις τον Άγιον τούτον, ως εις λιμένα σωτήριον. Εκείνο δε το οποίον ηύξανεν εις τον Άγιον την ενόχλησιν ήτο, ότι και μακρόθεν, από τόπους ξένους, ήρχοντο δυστυχείς και άποροι, στελλόμενοι από φίλους. Επειδή δε οι τοιούτοι εχρειάζοντο πολλάκις μεγάλας βοηθείας, ηναγκάζετο να ζητή από άλλους ελεημοσύνην, δια να τους βοηθή. Τούτο όμως κατ’ ανάγκην δεν εγένετο άπαξ, αλλά συχνάκις. Επειδή δε η συνείδησίς του δεν του συνεχώρει να τους αποπέμπη κενούς, ηναγκάσθη να αναχωρήση από τον ηγαπημένον του Ησυχαστήριον. Μετέβη λοιπόν εις την Πάτμον, αλλά μη ευρών εκεί καλλιτέραν ησυχίαν, καθώς ήλπιζεν, επέστρεψεν εις την πρώτην του διαμονήν. Τότε οι Χριστιανοί, οίτινες τον εστερήθησαν, όσον ελυπήθησαν δια την αναχώρησίν του, τόσον και ακόμη περισσότερον εχάρησαν δια την επάνοδόν του. Εκείνος λοιπόν ο ευλογημένος επανήλθεν εις την Χίον και ημείς ας επανέλθωμεν εις την συνέχειαν της διηγήσεως. Και πρώτον ας είπωμεν αμέσως δια το βιβλίον το πραγματευόμενον Περί της συνεχούς Μεταλήψεως των θείων Μυστηρίων. Τούτο, καθώς θέλομεν ίδει, όταν το αναγνώσωμεν, άλλο τι δεν περιέχει ει μη ρητά Ευαγγελικά, Αποστολικά, Κανόνας Αποστολικούς και Συνοδικούς και ρητά των Αγίων Πατέρων, εξηγημένα όλα εις την κοινήν μας διάλεκτον, τα οποία όλα ομοφώνως και κοινώς συνιστώσιν, ήτοι διδάσκουσιν, ότι καλή και Αγία και σωτήριος είναι η συχνή των θείων Μυστηρίων μετάληψις. Ώστε το βιβλίον τούτο είναι άγιον και νόμιμον και κανονικόν, διότι, καθώς είπομεν, άλλο δεν περιέχει εκτός γραφικών, κανονικών και πατερικών ρητών, εξηγημένων εις το απλούν, χωρίς καμμίαν διαστροφήν και παρεξήγησιν, ως καθείς ευκόλως εννοεί. Παρ’ όλα ταύτα ίσχυσεν η κακία δια ταύτην την συγγραφήν. Διότι κακόφρων τις Μοναχός Αγιορείτης, λαβών δια πρώτην φοράν το βιβλίον εις τας χείρας του και νομίσας ότι είναι πόνημα του Νεοφύτου, το έστειλε μέσω Θεσσαλονίκης εις την Μεγάλην Εκκλησίαν, δια τινος εν Κωνσταντινουπόλει φίλου του, γράψας όσα κακά ηδυνήθη κατ’ αυτού. Τότε ο αοίδιμος Πατριάρχης Προκόπιος ο Πελοποννήσιος (1775 – 1780), όστις από Επίσκοπος Σμύρνης είχεν ανέλθει εις τον Οικουμενικόν θρόνον, από μόνας τας κατηγορίας παροξυνθείς, χωρίς καμμίαν χρονοτριβήν το κατέκρινε συνοδικώς, ως βιβλίον παράνομον και σκανδαλοποιόν, επέβαλε δε και βαρύτατα επιτίμια κατά των τολμώντων να το αναγνώσωσιν. Οι εν τω Αγίω Όρει αδελφοί επεδίωξαν τότε να ανακαλέσουν την καταδίκην του βιβλίου, δι’ αντιθέτου αποφάσεως της Εκκλησίας, μέσω άλλου τινός, αλλά δεν επέτυχον το ποθούμενον και ούτω έμεινε το κακόν αδιόρθωτον, έως ότου, τη του Θεού προνοία, ανήλθεν εις τον Πατριαρχικόν Θρόνον ο από Σμύρνης Νεόφυτος. Μετά του θείου τούτου Πατριάρχου είχε στενήν γνωριμίαν ο ευλογημένος Μακάριος. Όθεν φαίνεται ότι έγραψε προς αυτόν να επαναξετάση το βιβλίον του και αφού κρίνη περί της αθωότητος αυτού, να λύση τα εξακοντισθέντα επιτίμια κατά των αναγινωσκόντων αυτό. Τούτο δε συμπεραίνομεν λόγω του ότι σώζεται επιστολή Αποστολική του Παναγιωτάτου τούτου Πατριάρχου, ικανώς θεραπεύουσα τον θείον Μακάριον εις όσα εζήτησε. Συμφέρον δε και ωφέλιμον κρίνομεν, όπως καταχωρίσωμεν ενταύθα αυτολεξεί την πατριαρχικήν ταύτην επιστολήν προς κοινήν των ενδιαφερομένων ωφέλειαν· έχει λοιπόν αύτη επί λέξει ούτως: «Ιερώτατε Μητροπολίτα πρώην Κορίνθου, εν Αγίω Πνεύματι αγαπητέ και συλλειτουργέ της ημών μετριότητος κυρ Μακάριε, χάρις είη τη αρχιερωσύνη σου και ειρήνη παρά Θεού. Περί του πονήματος της αρχιερωσύνης σου, του βιβλίου περί της Συνεχούς Ιεράς Μεταλήψεως, όπερ εξέδωκας εις τύπον, δηλοποιούμεν σοι ότι εθεωρήθη συνοδικώς και εξητάσθη εσκεμμένως και ενεκρίθη και απεδείχθη Εκκλησιαστικώς νόμιμον και μηδέν έχον το κωλύον, δια της μετανοίας όμως και αληθούς εξομολογήσεως των αξίως βουλομένων μεταλαμβάνειν συνεχώς τα άχραντα και φρικτά Μυστήρια. Και όταν δια της τοιαύτης νομίμου και θεαρέστου προετοιμασίας μεταλαμβάνωσι συχνώς, έσται εκείνο λίαν νόμιμον και ψυχωφελές και σωτήριον και τω νομίμω τρόπω τούτω απεδείχθη το βιβλίον σου εκείνο συνοδικώς κοινωφελές και σωτήριον και ακωλύτως οι βουλόμενοι αγοράσαι και διεξελθείν αναγινωσκέτωσαν και νομίμως και κανονικώς δια της οδηγίας και ικανοποιήσεως των Πνευματικών ενός εκάστου Πατέρων μετά φόβου Θεού μεταλαμβανέσθωσαν, ει γε άξιοι συνεχώς. Επειδή δε ανεφύη υπόνοια ότι εξεδόθη Εκκλησιαστικός αφορισμός επί το καταργηθήναι το πόνημά σου και εκείνοι οι ευσεβείς Χριστιανοί διευλαβούμενοι ουκ αναγινώσκουσι, προς διάλυσιν των εκκλησιαστικών εκείνων δεσμών και επιτιμίων, γράφομεν εν τη παρούση ημών και δια του Παναγίου και Τελεταρχικού Πνεύματος αποφαινόμεθα. «Ίνα όσοι των Χριστιανών βουλόμενοι αναγνώναι το ανακριθέν συνοδικώς ποίημά σου εκείνο, το περί της Συνεχούς Μεταλήψεως βιβλίον, υπάρχωσι συγκεχωρημένοι και ευλογημένοι παρά Θεού Κυρίου Παντοκράτορος. Λελυμένοι των επελθόντων όπως ποτέ Εκκλησιαστικών επιτιμίων και αμέτοχοι των αρών, έχοντες και τας ευχάς και ευλογίας πάντων των απ’ αιώνος Αγίων και Οσίων και Θεοφόρων Πατέρων της Εκκλησίας. Ούτω λοιπόν γινώσκων και η Ιερότης σου, απόθου πάσαν υπόνοιαν και υποψίαν, ότι και περί του πονήματός σου τούτου ως ψυχωφελούς, μισθόν λήψη παρά Θεού, Ου η Χάρις είη μετά σου». Ας ιδούν και ας ακούσουν οι διώκται της συνεχούς Θείας Μεταλήψεως, οι πάντη αδίκως και παραλόγως απομακρύνοντες τους Χριστιανούς από της θείας Κοινωνίας, μέχρι σημείου ώστε εις αποθνήσκοντα να μη δώσωσι το εφόδιον της αιωνίου ζωής, διότι άλλοτε πρωτύτερα είχε κοινωνήσει και δεν είχον παρέλθει από της κοινωνίας ημέραι πολλαί, ώστε να γίνη άξιος! Ας ίδουν και ας ακούσουν κάλλιστα εκείνοι οι οποίοι υπό δαιμονικής συνεργείας κινούμενοι έκαυσαν το βιβλίον απλώς και ως έτυχε· ας κλαύσουν οι δείλαιοι ούτοι την ασεβή των τόλμην, στοχαζόμενοι ότι δεν έκαυσαν απλώς εν βιβλίον, αλλ’ έκαυσαν τους θείους λόγους ήτοι τα Ευαγγέλια, τους Αποστόλους, τους Ιερείς Κανόνας, τους Θεοφόρους Πατέρας. Τοιούτον βιβλίον έκαυσαν, καθώς η Πατριαρχική απόφασις μαρτυρεί και ήτις ονομάζει τούτο λίαν νόμιμον, ψυχωφελές και σωτήριον, συνοδικώς αυτό ως ιερόν και άγιον επικυρούσα, πάντας δε προτρέπουσα προς την τούτου ανάγνωσιν. Ω θειότατε Πάτερ, πολλά και πάμπολλα βιβλία Θεοφόρων Πατέρων ψυχικής ωφελείας γέμοντα εξέδωκας, αλλά τούτο το περί της Θείας Μεταλήψεως, το οποίον ο ένθερμος ζήλος σου εφιλοπόνησε, τουτέστι συνήξε και κατεσκεύασεν εκ των πηγών του σωτηρίου, ημπορεί με κάθε δίκαιον να ονομάζεται, καθώς πράγματι είναι, πηγή και φρέαρ αιωνίου ζωής. Όθεν καθώς τα φρέατα των πάλαι Πατριαρχών του Αβραάμ και του Ισαάκ έφραξαν οι αλλόφυλοι Φιλισταίοι, ούτω και τούτο ο αρχέκακος Σατάν, αυτόχρημα φθονερός ων, ίσχυσε να το φράξη ο αντίχριστος, αλλά χάρις εις την φιλάδελφον πρόνοιαν και την υπέρ της Εκκλησίας φροντίδα σου, ότι ουκ έδωκας ύπνον τοις σοις οφθαλμοίς, ουδέ τοις βλεφάροις σου νυσταγμόν, πάλιν αυτό ανώρυξας και δια συνοδικής κρίσεως απεκάθηρας και ύδωρ ζων και αλόμενον εις τους βουλομένους πάντας αποκατέστησας. Αλλά καιρός είναι τώρα να είπωμεν και δια την μεγάλην και θαυμασίαν αρετήν εκείνην, την οποίαν, ως κορωνίδα και στέφανον απέθηκεν επάνω από όλας τας άλλας Ευαγγελικάς του αρετάς ο θειότατος ούτος Πατήρ. Διότι καθό Χριστιανός ούτος γνήσιος, Χριστού τέκνον και Χριστιανών Πατήρ, πολλούς αρνησιχρίστους πρώην προς το υπέρ Χριστού Μαρτύριον προητοίμασε, προς τον θείον δηλαδή τούτον αγώνα εις τον οποίον περιέχονται όλα τα είδη των βασάνων, όσα εφεύρεν η επίνοια του διαβόλου, δια να επιτύχη να εξαλείψη το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και εις τον οποίον αγώνα, ως αγωνοθέτης και στεφανωτής των νικών, κάθηται αυτός ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, αγωνισταί δε υπέρ της δόξης του Ιησού Χριστού οι Άγιοι Μάρτυρες, ανταγωνιστής δε τούτων αυτός ο διάβολος με τα ιδικά του όργανα, τους εχθρούς δηλαδή και διώκτας της θείας ημών Πίστεως. Εκ τούτου λοιπόν είναι φανερόν, ότι οι μέλλοντες να αποδυθούν εις τον αγώνα αυτόν χωρίς ανδρείαν ψυχής, δεν δύνανται να αποκτήσουν του Μαρτυρίου τον στέφανον, διότι καθώς λέγει ο Κύριος, «το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής» (Ματθ. κστ: 41, Μάρκ. ιδ: 38). Δια τούτο, καθώς λέγει ο μέγας εις την Θεολογίαν και την αρετήν Γρηγόριος, η δια των λόγων προτροπή και παρακίνησις, όχι ολίγην ανδρείαν εμβάλλει εις τας ψυχάς των παρρησιαζομένων εις τα Μαρτύρια. Όχι δε μόνον τούτο, αλλά λέγει ακόμη ότι, όσοι είναι υποχρεωμένοι να κάμνωσι τούτο και από δειλίαν ψυχής το αποφεύγουσι, ίνα μη τυχόν πάθωσι κανέν κακόν, κίνδυνον μέγα προξενούν εις την ψυχήν των, επειδή καταφρονούν τους εν κινδύνω ψυχής ευρισκομένους, καθό μη έχοντας τον προς τοιούτον αγώνα παραθαρρύνοντα και εκγυμνάζοντα. Ω πόσον πικρόν και σκανδαλώδες εφάνη εις όλους, όταν άνθρωπος τις τοιαύτην έχων ανάγκην μετέβη προς τινα των τότε ενεργεία Μητροπολιτών και εξομολογηθείς εις αυτόν την πτώσιν του εζήτει την θεραπείαν, εκείνος δε φρίξας εις την τοιαύτην ακοήν έφραξε τα ώτα αυτού και απέπεμψε κενόν τον άνθρωπον εκείνων! Φεύ! εάν ο λιμήν δεν δέχεται τους χειμαζομένους, που αλλού θα δυνηθούν να προσορμισθώσιν; Αν το ιατρείον αποβάλλη τους νοσούντας, που αλλού θέλουν εύρει την θεραπείαν; Και αν η Εκκλησία αποβάλλη τα κινδυνεύοντα τέκνα της, που αλλού θα ημπορέσουν να καταφύγουν και να εύρωσι σωτηρία; Δια τούτο ο μέγας ούτος ανήρ δεν έπαυσε, παραβλέπων τας ματαίας και ανοήτους δικαιολογίας, τας οποίας εις τοιαύτας περιστάσεις συνηθίζουν να προβάλουν οι όλως διόλου φιλόκοσμοι και φιλόσαρκοι, εδέχετο χριστομιμήτως πάντας τους τοιαύτην έχοντας ανάγκην. Αλλά και εις τους κατηγορούντας ανοήτως και ασπλάγχνως τους δεχομένους τους τοιούτους, έλεγε χριστομιμήτως «τον ερχόμενον προς με, ου μη εκβάλω έξω» (Ιωάν. στ: 37). Εδέχετο λοιπόν πάντας και πάντας προς τους αθλητικούς αγώνας ήλειφεν, όχι μόνον με λόγους αλλά και με τα έργα. Επειδή δεν τους έλεγε μόνον ολίγας λέξεις προς εμψύχωσιν και κατόπιν να τους απολύη, αλλά τους εκράτει εκεί πλησίον του ημέρας πολλάς και τους εγύμναζε με νηστείας και προσευχάς, με γονυκλισίας, με δάκρυα και στεναγμούς, έως ότου ήναπτεν εις τας ψυχάς των το πυρ της προς τον Θεόν αγάπης. Τούτο απέδειξε τα μάλιστα ο Κύπριος εκείνος Πολύδωρος, όστις δια των παραινέσεων του θείου τούτου Πατρός ηξιώθη των μαρτυρικών στεφάνων και όστις αισθανθείς εν εαυτώ το πυρ της προς Θεόν αγάπης, εφώναξε τρεις φοράς, εσπέραν τινά έξω της θύρας του ξενοδοχείου ευρισκόμενος· «Ο Θεός συγχωρήσοι σας δια το καλόν το οποίον μοι κάμνετε». Άλλην δε πάλιν φοράν, εν ω τον εζήτει ο προαναφερθείς υποτακτικός τού Αγίου γέρων Ιάκωβος δια να έλθη να φάγη ολίγον άρτον, τον εύρεν εις τι μέρος κλαίοντα και ολολύζοντα και επιστρέψας ανήγγειλεν εις τον Άγιον, ότι εις το δείνα μέρος κάθηται και κλαίει, απεκρίθη δε ο θείος Πατήρ· «Άφες τον , ας κλαίη· αυτός μόνον ο κλαυθμός είναι θεάρεστος και σωτηρίας πρόξενος». Την ιδίαν αυτήν ενέργειαν απέφερεν η αρίστη αύτη προπαρασκευή και εις την ψυχήν του Βυζαντίου Θεοδώρου όστις από το εν άκρον, δηλαδή την άκραν δειλίαν του θανάτου, έφθασεν εις το άλλο, διότι, ως διψώσα έλαφος, έτρεχε να εύρη τον υπέρ Χριστού θάνατον. Αυτήν την ιδίαν ενέργειαν επροξένησε και εις την παχείαν και απαίδευτον ψυχήν του Πελοποννησίου Δημητρίου, όστις, απαγόμενος εις την υπέρ Χριστού καρατόμησιν, εβόησεν εκείνην την αοίδιμον φωνήν προς ουρανόν ατενίζων· «Ευχαριστώ σοι, Κύριε Ιησού Χριστέ, διότι ηξίωσας εμέ τον ανάξιον δούλον σου να φθάσω εις αυτήν την αγίαν ώραν». Κατόπιν όλων τούτων δύναται τις να αμφιβάλλη αν ο ιερός ούτος αλείπτης των καλλινίκων αυτών Αγίων Μαρτύρων πρέπει να καταταχθή ως εναρίθμιον (Εναρίθμιος λέγεται ο προς συμπλήρωσιν αριθμού τινός προωρισμένος, ο κριθείς άξιος να συμπληρώση τον πρέποντα αριθμόν.) των ιδικών του Αθλητών και τη προαιρέσει Μάρτυς; Βεβαίως όχι. Διότι αν ο θείος Βασίλειος, τον μακαρίσαντα μόνον γνησίως τον Μάρτυρα, αποφασίζει Μάρτυρα τη προαιρέσει, ο θείος ούτος Μακάριος, όστις και ημέραν και νύκτα δεν έπαυε και πλείστας εξ αυτών εδαπάνα δια τους ερχομένους εις το στάδιον του Μαρτυρίου, έως ότου ήναπτεν εις τας καρδίας των την φλόγα της προς Χριστόν αγάπης και του πόθου της υπέρ Αυτού αθλήσεως, αν δηλαδή δι’ εκείνους απόκειται, κατά τον Απόστολον, ο της δικαιοσύνης στέφανος, ως τον δρόμον τελέσαντας και την Πίστιν τηρήσαντας, και εις τούτον εξάπαντος απόκειται ο πολύτιμος ούτος στέφανος ως συνεργόν και συναγωνιστήν και συναντιλήπτορα τούτων και μνήμη και προθυμία και έργω και λόγω. Με μεγάλην μου λύπην βλέπω τον λόγον φθάνοντα και εις την προσθήκην του τέλους της πανοσίου και κοινωφελεστάτης ζωής του Αγίου. Αλλ’ επειδή το της φύσεως χρέος είναι κοινόν και απαραίτητον, θέλομεν προσθέσει και αυτό με υπομονήν, μάλλον δε με δόξαν και ευχαριστίαν προς τον της ζωής και του θανάτου Κύριον. Είχε συμπληρώσει με πολλούς κόπους και αγρυπνίας ο αοίδιμος την νέαν συλλογήν οσιακών τινων Βίων και Μαρτυρίων, παλαιών και νέων, έτι ανεκδότων και άλλων τινών ψυχωφελών διηγημάτων και θαυμάτων, αυτός ιδία χειρί, άλλα μεν μεταφράζων και άλλα αντιγράφων, την οποίαν ωνόμασε «Νέον Λειμωνάριον». Αφού δε έφερεν εις πέρας ταύτην και ενώ διενοείτο και εφρόντιζε τίνι τρόπω να την εκδώση εις τύπον, Θεού συγχωρήσει πλήττεται το ήμισυ του σώματός του από το πονηρόν πνεύμα της αποπληξίας και γίνεται ημίξηρος κατά το δεξιόν μέρος, ούτω δε έμενεν ανενέργητος εις το εξής η καλή και αγαθοεργός χειρ, των πολλών καλών αίτιος και ακολούθως έμενε και η βίβλος αργή. Έκειτο λοιπόν ο Μακάριος οδυνώμενος και πάσχων και τον στέφανον εαυτώ πλέκων δια της υπομονής και ευχαριστίας, προς τον φιλάνθρωπον Δεσπότην και Κύριον και δύο πηγάς δακρύων εποίησε τους οφθαλμούς του, ταλανίζων τον εαυτόν του, συχνάκις λέγων ότι δια τας αμαρτίας του τον παιδεύει ο Θεός, διότι δεν μετανοεί· πολλάκις δε και τούτο μετά δακρύων έλεγε· «Δεν μετανοώ». Είπομεν λοιπόν ποτέ προς αυτόν· «Ω Πάτερ και Δέσποτα, όλη σου η ζωή εστάθη μία μετάνοια· τας εντολάς του Κυρίου εκ νεότητός σου εφύλαξας ακριβέστατα, διατί λοιπόν έχεις να μετανοήσης; Καλώς λέγεις ότι δεν μετανοείς· βεβαίως δεν μετανοείς, διότι δεν σε ελέγχει η συνείδησίς σου ως παραβάτην των θείων εντολών». Ενώ δε ταύτα ημείς ελέγομεν, οι οφθαλμοί του έρρεον ακατάπαυστα, διότι ούτω τους είχεν απ’ αρχής συνειθισμένους και εκ της τυχούσης προφάσεως εξήρχοντο τα δάκρυα και έτρεχον ποταμηδόν. Οκτώ μήνας παρέμεινεν εν τη κλίνη ακίνητος ο Άγιος, από τας πρώτας δηλαδή ημέρας του Σεπτεμβρίου μέχρι της ιζ΄ (17ης) του Απριλίου, καθ’ όλον δε το διάστημα τούτο τα πλήθη των Χριστιανών έτρεχον καθ’ εκάστην, άνδρες και γυναίκες, τόσον οι γνωστοί και οι φίλοι, όσον και πάντες οι αδιάφοροι, δια να λάβουν τας αγίας αυτού ευχάς και ευλογίας. Καθ’ όλον το διάστημα τούτο εμελέτα τον θάνατον και τα μετά θάνατον. Εξωμολογείτο συχνά, εκοινώνει των αχράντων Μυστηρίων, ημέραν παρ’ ημέραν, κατόπιν δε προς το τέλος καθ’ εκάστην , είχε δε πλησίον του τον ομόψυχόν του Οσιώτατον Νείλον τον Καλόγνωμον, καθώς και τον Νικηφόρον τον Οσιώτατον, ευλαλούντα και φιλοσοφούντα τα μυστικά και πνευματικά, διότι ο όντως και αληθώς μακάριος θείος Μακάριος διετήρει σώας τας φρένας του έως της εσχάτης του αναπνοής κατά την οποίαν και παρέδωκε το πνεύμα εις χείρας τού Πλάστου του. Συνηριθμήθη λοιπόν μετά των Ιεραρχών ο Ιεράρχης, μετά των Ασκητών ο Ασκητής, μετά των Μαρτύρων ο αλείπτης των Μαρτύρων εν έτει σωτηρίω αωε΄ (1805) τη ιζ΄ (17η) Απριλίου και ετάφη έξωθι της Εκκλησίας, παρά την νότιον πλευράν, πληρωθέντος ούτω εκείνου το οποίον προ καιρού είπεν, ότε προ δύο χρόνων είχεν ασθενήσει ο γέρων Ιάκωβος ασθένειαν βαρυτάτην και απηλπίσθη παρά των ιατρών, ώραν δε με την ώραν εφαίνετο ότι μέλλει να τελευτήση. Ηρώτησαν δηλαδή τότε οι αδελφοί τον Άγιον, που ήτο ορισμός του να ανοίξουν τάφον δια τον πνέοντα τα λοίσθια. Επλήγη τότε η συμπαθεστάτη ψυχή από του τάφου το όνομα και είπε· «Μη γένοιτο, όχι μη γένοιτο! Πρώτον τον εμόν ανοίξατε και ύστερον τον τούτου». Και τούτο ούτως εγένετο· διότι μετά την θείαν του ανακομιδήν εις τον ίδιον τάφον του ετέθη και ο τούτου σύμβιος και ομόψυχος γέρων Ιάκωβος. Έτι δε ατάφου μένοντος του Ιερωτάτου νεκρού η παντουργική του Πνεύματος Χάρις έδειξε σημείον μέγα αποδεικνύον ότι ευηρέστησε τω Θεώ και εν Αγίοις εγένετο ο κλήρος αυτού· επειδή δε μετά την θείαν αυτού ανακομιδήν ήρχισαν να γίνωνται και σχεδόν καθ’ εκάστην γίνονται αναρίθμητα θαύματα, απεφασίσαμεν εκ πάντων να παραθέσωμεν τα επισημότερα. Ας είναι δε βέβαιος πας ο αναγινώσκων ταύτα και καθόλου ας μη αμφιβάλλη ότι είναι αληθή, διότι δεν τα γράφομεν εις κανένα ξένον και μακρυνόν τόπον ευρισκόμενοι, αλλά εντός της πόλεως ταύτης της Χίου, παρόντων και ζώντων των προσώπων τα οποία έπασχον και παραδόξως ιάθησαν. Όθεν δεν υπάρχει λόγος να ψευδώμεθα, επειδή ο καθείς δύναται να πληροφορηθή την αλήθειαν αμέσως εξ αυτών των ιδίων προσώπων. Όλοι δε οι διδάσκαλοι λέγουσιν, ότι εκείνος όστις διηγείται πράγματα εις καιρόν ότε ζώσιν εκείνοι ενώπιον των οποίων επράχθησαν, όλους εκείνους έχει μάρτυρας δια τα υπ’ αυτού λεγόμενα. Αυτού πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Συνέχεια από το προηγούμενο
ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ
Πλησίον του περιωνύμου Ναού των Ταξιαρχών, όστις κοινώς ονομάζεται Καμπάνα, κείται και έτερος Ναός της Θεοτόκου, όστις καλείται Μαρμαριώτισσα. Εν τη ενορία δε ταύτη κατοικεί γυνή τις καλουμένη Αγγερού, της οποίας ο ανήρ Φραγκούλης ονομαζόμενος, δυτικός ων πρότερον, μετεστράφη, εγκολπωθείς το ημέτερον ανατολικόν δόγμα δια του θείου Βαπτίσματος. Τούτων δε η τετραετής θυγάτηρ Αργυρή, προσβληθείσα υπό της δεινής και επικινδύνου νόσου της ευλογίας κατέστη οικτρόν και ελεεινόν θέαμα, καθό τιμωρουμένη συνεχώς επί τέσσαρα έτη υπό δεκατεσσάρων πληγών ας επέφερεν η νόσος εις τον δεξιόν αυτής βραχίονα και ημείς, ιδίοις οφθαλμοίς ιδόντες αυτάς εφρίξαμεν. Κατά το διάστημα δε τούτο βασανιζομένη παρηκολουθείτο υπό του αρίστου των εν Χίω χειρουργών Δομινίκου, όστις και πολλά μικρά οστά εξέβαλεν από των πληγών της. Τρομερούς δε πόνους υποφέρουσα η δυστυχής, ουδόλως ωφελείτο αλλά μάλλον ώδευε προς τον θάνατον· διότι η χειρ αυτής κατέστη παράλυτος ως νεκρά, από του τραχήλου δια μανδηλίου εξηρτημένη και προς την παλάμην εστραμμένα έχουσα τα δάκτυλα. Διαδοθείσης δε της φήμης, ότι ετελεύτησεν ο ιερός Μακάριος, η μήτηρ της πασχούσης, ήτις έτρεφε μεγίστην ευλάβειαν και σέβας προς τον Άγιον τούτον Πατέρα, ευθύς ως ήκουσε το θλιβερόν αυτό γεγονός, έσπευσεν ίνα προφθάση την κηδείαν αυτού. Ούτω λοιπόν το μεν θυγάτριον αυτής έδωκεν ίνα φέρη εις φίλον επί όνου εκεί απερχόμενον, αύτη δε μετά της ανεψιάς έτρεχε κατόπιν πεζή. Προηγηθείς δε ο προαναφερθείς Χριστιανός έφθασε μετά της κόρης εις το του ιερού Μακαρίου οίκημα και διηγήθη το δεινόν αυτής πάθος εις τον εκεί παρόντα υπηρέτην, όστις ευσπλαγχνισθείς εισήλθεν εις το κελλίον, οπόθεν έλαβε το κάλυμμα της κεφαλής τού Αγίου και δι’ αυτού εσταύρωσεν εν πίστει και πεποιθήσει την χείρα του κορασίου. Μετ’ ολίγον δε έφθασεν εκεί και η μήτηρ μετά της ανεψιάς αυτής Ροξανδρίτσας, όπου αφού προσεκύνησε και προσηυχήθη επανήλθεν εις τον οίκον της. Αλλ’ ω του θαύματος! βλέπει αίφνης το θυγάτριόν της κινούν καθ’ όλα τα μέρη, άνευ ουδενός κόπου και δυσκολίας, την μέχρι της στιγμής εκείνης ακίνητον χείρα και κράζει μεγαλοφώνως· «Μέγας ο Κύριος ημών και μεγάλη η ισχύς Αυτού»! Λησμονήσασα όμως να λύση και να παρατηρήση την εκ πληγών κεκαλυμμένην χείρα του θυγατρίου της έπεμψεν αυτό, κατά το σύνηθες, εις τον ειρημένον χειρουργόν Δομίνικον, όστις λύσας τους επιδέσμους και ιδών τας πληγάς ιατρευμένας εξεπλάγη και είπεν· «Ακατανόητον! Αυταί εκλείσθησαν όλαι». Ακολούθως η μήτηρ του κορασίου ηρώτησεν τον χειρουργόν τι ζητεί δια τους κόπους του, αλλ’ εκείνος ουδεμίαν πληρωμήν εζήτησεν, ουδέ οβολόν έλαβεν. Ότε δε μετά τινα καιρόν η μήτηρ τού κορασίου έπεμψε δια τούτου φιλοδώρημα τι προς τον ιατρόν, παρατηρήσας εκείνος και πάλιν την χείρα του κορασίου, εδόξασε τον Θεόν, καθώς και η γυνή αυτού και άπαντες οι αυτόπται μάρτυρες του θαύματος τούτου. Εις το Μοναστήριον της Καλλιμασιάς Μοναχή τις, Ματρώνα καλουμένη, έκειτο ασθενής εις το κελλίον της, την οποίαν επεσκέπτετο και επεριποιείτο προθύμως φιλάνθρωπος τις γυνή, Μαρούκα του Γιάκουμου ονομαζομένη, μετά της ανεψιάς αυτής Αγγερούς, δεκατετραετούς τότε την ηλικίαν, διότι αι άλλαι Μοναχαί, εκ τινος δεισιδαιμονίας και προλήψεως, εφοβούντο να εισέλθωσιν εις το κελλίον της ασθενούσης. Την εσπέραν λοιπόν του Σαββάτου του Ασώτου, κατά το έτος αωθ΄ (1809), το πρώτον έτος δηλαδή από της ανακομιδής των Λειψάνων του Αγίου Μακαρίου, η προαναφερθείσα νεάνις, εν ω ήνοιξε την θύραν του κελλίου της πασχούσης, είδε φάντασμα φρικτόν και τρομερόν και τοσούτον εφοβήθη, ώστε μετά βίας ηδυνήθη να φύγη εκείθεν και να επανέλθη εις την οικίαν της. Επειδή δε ησθάνετο δεινούς και οδυνηρούς κτύπους εις την καρδίαν, προσεκλήθη και η Ηγουμένη της Μονής Ματρώνα Αντωνάκαινα και άλλαι αδελφαί, αίτινες δια προσευχών, ραντίσματος αγιασμού και επιθέσεως επ’ αυτής αγίων Λειψάνων, καθησύχασαν αυτήν. Περί το μεσονύκτιον, βλέπουσαι αι Μοναχαί, ότι η νεάνις εφώναζεν, ως να ήτο έξω φρενών και εξύβριζε και εβλασφήμει, εκάλεσαν τον Πνευματικόν αυτής, Οσιώτατον Ιερομόναχον Νικηφόρον, ευρισκόμενον εις την πόλιν της Χίου, επιστήθιον φόλον του Αγίου Μακαρίου υπάρξαντα, ίνα υπάγη εις το Μοναστήριον μεθ’ αγίων Λειψάνων και ψάλη αγιασμούς υπέρ της πασχούσης. Τούτο δε ακούσασα αύτη είπε· «Μη τον φέρετε, μη τον φέρετε, τι τον θέλετε εκείνον τον μάγον; Τι τον προσκαλείτε να έλθη εδώ; Δεν τον ευρίσκετε». Εκ των λόγων τούτων αι περί αυτήν Μοναχαί ηννόησαν, ότι έπασχεν υπό ασθενείας ουχί σωματικής αλλά δαιμονικής, διότι πνεύμα ανθρώπου ουδόλως δύναται να γνωρίζη τα μακράν όντα και γινόμενα. Και πράγματι η σταλείσα ίνα προσκαλέση τον Ιερομόναχον Νικηφόρον αδελφή δεν εύρεν αυτόν εις την εν τη πόλει οικίαν του, διότι ευρίσκετο εις το χωρίον Νένητα. Τότε η γυνή εκείνη έσπευσεν εκεί προς συνάντησίν του, καθ’ οδόν όμως συνήντησε τον Πνευματικόν επιστρέφοντα εις την πόλιν. Ως δε εκείνος ήκουσε παρ’ αυτής την αιτίαν δια την οποίαν προσεκαλείτο εις το Μοναστήριον, μετέβη παρευθύς εκεί περί την ενάτην ώραν της ημέρας. Αφού λοιπόν έφθασεν εις το Μοναστήριον, εισήλθεν εις το κελλίον εις το οποίον έκειτο η ασθενής και ευρών εντός αυτού τας πλείστας των αδελφών παρακαλούσας μετά θερμών δακρύων τον Θεόν υπέρ αυτής εκινήθη εις οίκτον δια την αθλιεστάτην κατάστασιν της πρώην σεμνοτάτης και πραοτάτης νεάνιδος. Συμπεραίνων δ’ εκ των φαινομένων, ότι το πάθος αυτής προήρχετο εξ ακαθάρτου και πονηρού πνεύματος, ήρχισε να αναγινώσκη εν κατανύξει τους εξορκισμούς. Ενθυμηθείς δε ότι Μοναχή τις είχεν ένα των δακτύλων του Αγίου Μακαρίου, ςζήτησεν αυτόν κρυφίως, πνευματικώ δε τω τρόπω δέσας αυτόν εις το άκρον του μανδηλίου αυτού, επέθηκεν επί της πασχούσης, νοερώς προσευχόμενος και την βοήθειαν του Αγίου επικαλούμενος και λέγων καθ’ εαυτόν· «Πάτερ σεβασμιώτατε και φιλανθρωπότατε, ει εύρες χάριν παρά Θεού, δέομαί σου και παρακαλώ την συμπαθητικήν σου διάθεσιν, δείξον σημείον μέγα της αγιότητός σου και απομάκρυνον από της πασχούσης ταύτης το πονηρόν και ακάθαρτον πνεύμα». Τους λόγους δε τούτους αφού επανέλαβε πολλάκις ο Ιερομόναχος και Πνευματικός Νικηφόρος, ω του θαύματος! Προς μεγίστην έκπληξιν των παρισταμένων αδελφών ανηγέρθη η νεάνις και εκάθησεν ήσυχος και ατάραχος, αυτή ήτις προ ολίγου ήτο παράφρων και μαινομένη και εβόησε λέγουσα· «Φεύ! πόσον μου πονεί η καρδία! Πόσον ανυπόφορος δυσωδία εξέρχεται εκ του στόματός μου!» Ο δε Πνευματικός ανέκραξε· «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις Αυτού». Και πράγματι, άμα τη επικλήσει του Αγίου Μακαρίου, το πονηρόν και ακάθαρτον πνεύμα εξήλθεν από της νεάνιδος, ήτις ούτως απηλλάγη και ανέλαβεν εντελώς κατά τας φρένας αυτής, κατά πάντα δε καλώς υγίαινε δοξάζουσα και ευλογούσα τον Θεόν και τον θεράποντα Αυτού Άγιον Μακάριον. Τούτο είναι το δεύτερον θαύμα, το οποίον γράφομεν κατά συνείδησιν, ως ηκούσαμεν αυτό παρά του αυτόπτου μάρτυρος Οσιωτάτου Πνευματικού Πατρός Νικηφόρου και παρά της προαναφερθείσης τιμίας και αξιοπίστου θείας της ιαθείσης νεάνιδος. Αλλ’ ακούσατε, ω ευσεβέστατοι και ευλαβέστατοι Χριστιανοί, και έτερον. Εις την ενορίαν της επάνω Αγίας Κυριακής κατώκει ράπτης τις ονομαζόμενος Νικόλαος του Παρασκευά, έχων γυναίκα Μπατολιάν (Υπατίαν) καλουμένην, όστις είχε παραμείνει επ’ αρκετόν καιρόν εις την ξένην, όπου ασθενήσας, επανήλθεν εις Χίον. Έκειτο δε κλινήρης επί επτά περίπου μήνας ταλαιπωρούμενος και υπό της ασθενείας και εξ υπερβολικής πτωχείας. Καίτοι όμως πτωχός, προσεκάλεσεν εμπειρότατον τινά ιατρόν της πόλεως, Μαρίνον Κλάδον ονομαζόμενον, όστις προθύμως μεν επεσκέφθη αυτόν, αλλ’ εις ουδέν τούτον ωφέλησε, καθό δεινώς πάσχοντα εκ της ανιάτου νόσου της υδρωπικίας, τελευταίον δε και εγκατέλειψεν αυτόν διογκωθέντα ήδη και εις το χείλος του θανάτου ευρισκόμενον. Απελπισθείσα λοιπόν η ταλαίπωρος αυτού γυνή, απεφάσισε να καταφύγη εις τον άμισθον και αλάνθαστον ιατρόν, τον Άγιον Μακάριον και ευθύς προσεκάλεσε εις τον οίκον της τον προειρημένον Πνευματικόν Πατέρα Νικηφόρον, όστις είχεν ιερόν Λείψανον του Αγίου, δια του οποίου πολλά και μεγάλα εις πολλούς ετέλεσε θαύματα. Ούτος λοιπόν ελθών προς τον ανιάτως νοσούντα και παρά των ιατρών απηλπισμένον Νικόλαον, την ογδόην του Μαρτίου, παραμονήν των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων και τελέσας αγιασμόν, εσταύρωσεν αυτόν καθ’ όλον το σώμα και επευξάμενος απήλθεν. Ο δε ασθενών τοσούτον ταχέως και εντελώς ανέλαβε τας σωματικάς αυτού δυνάμεις, ώστε κατά την επομένην εγερθείς εκ της κλίνης παρευρέθη εις την Εκκλησίαν ίνα ακροασθή την θείαν Λειτουργίαν. Επιστρέψας δε μετά το τέλος ταύτης εις την οικίαν του έφαγε ξηρόν άρτον και ελαίας, μετ’ ολίγον δε υπεχώρησε τελείως ο όγκος του σώματός του και επανήλθεν εις την προτέραν του κατάστασιν, προς έκπληξιν και θαυμασμόν των γειτόνων και απάντων ημών, οίτινες ευλαβώς ανεκράζομεν· «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις Αυτού!» Φαίνεται δε ότι ο Άγιος μετά της σωματικής θεραπείας εδώρησεν εις αυτόν και την ψυχικήν· διότι εν ω πρότερον ήτο μέθυσος, βλάσφημος και φαυλόβιος, αφ’ ου παραδόξως ιατρεύθη δια της θείας Χάριτος, αποκατέστη νηφάλιος, ήσυχος και σώφρων, εν ειρήνη και αγάπη συζών μετά της συζύγου αυτού και συνδοξάζων τον Θεόν και τον θεράποντα αυτού Άγιον Μακάριον. Μετά δε τούτο το θαύμα ακούσατε και έτερον. Ο Προσκυνητής Τρύφων Ψαράς απέκτησε παιδίον έχον πάθος δεινόν και ανίατον. Είχε δηλαδή την ρίνα ερυθράν και τον ουρανίσκον πλήρη κρέατος, το οποίον οι ιατροί επωνόμασαν οκταπόδιον. Η πάθησις αύτη είχεν ως συνέπειαν όπως και δια της ελαφροτέρας εγγίσεως της ρινός να ρέη ποταμηδόν το αίμα εκ του στόματος του παιδίου. Αφ’ ου δε ανωφελώς επί τεσσαράκοντα ημέρας κατεβασάνισαν οι ιατροί το παιδίον δια των καυστικών αλοιφών, ο πατήρ αυτού, ενθυμηθείς την δια πρεσβειών του Αγίου Μακαρίου γενομένην ίασιν τού εις το πρώτον θαύμα αναφερομένου κορασίου του Φραγκούλη και ορθώς συλλογισθείς, ότι ο ίδιος Άγιος δύναται να θεραπεύση και το πάσχον τέκνον αυτού, ωπλίσθη δια πίστεως και παραλαβών τούτο ως και άπασαν την οικογένειάν του απήλθεν εις το Ησυχαστήριον του Αγίου Μακαρίου. Εν ω δε ούτος ήρεμος και ευτυχής παρηκολούθει την θείαν Λειτουργίαν εις τον εκεί Ναόν του Αγίου Πέτρου, η θεία Χάρις ήρχισε να ενεργή επί του παιδίου και πεσόντος τούτου εις είδος τι λιποθυμίας, εξέρρεον ύλαι δυσώδεις εκ της ρινός αυτού και εκ του στόματος. Μετά δε την θείαν Λειτουργίαν σφραγίσας ο Ιερεύς το παιδίον και σταυρώσας αυτό δια του Αγίου Λειψάνου προσηυχήθη υπέρ της θεραπείας αυτού και ιάσεως. Μετ’ ου πολύ δε ιάθη εντελώς το παιδίον, ο δε πατήρ και η μήτηρ αυτού μετέβαινον συνεχώς εις τον τάφον του Αγίου Μακαρίου ευγνωμονούντες και ευχαριστούντες αυτόν. Ακούσατε δε και έτερον. Γυνή τις πεντηκοντούτις, Αγγερού καλουμένη, εκ συνοικίας ήτις ονομάζεται Απατσιανός, σύζυγος του Νικολάου, ράπτου την τέχνην και μήτηρ πολλών τέκνων αρρένων και θηλέων, διαβαίνουσα την οδόν τής επάνω Αγίας Μαρίνης εκτυπήθη εις την μήνιγγα δια λίθου, ριφθέντος υπό τινος παιδίου. Ευθύς τότε έπεσεν η γυνή εις την γην, το δε αίμα έρρεε ποταμηδόν εκ της πληγής αυτής. Προσδραμόντες τότε οι περίοικοι προς βοήθειαν αυτής την μετέφερον ημιθανή εις την παρακειμένην οικίαν της εξαδέλφης της Περεζιάς, της πασιγνώστου μαίας, η οποία δια να εμποδίση την ροήν του αίματος έβρεξεν ίσκαν εις έλαιον και την επέθεσεν επί της πληγής δέσασα αυτήν όσον σφιγκτά ηδυνήθη. Παρά ταύτα όμως η κατάστασις της τραυματισθείσης εχειροτέρευεν. Όθεν προσεκλήθη ο ιατρός, όστις όταν είδε την αθλίαν κατάστασιν και τους σπασμούς των μελών του σώματος της γυναικός, είπεν ότι ουδεμίαν έχει αύτη ελπίδα σωτηρίας, διέταξε δε να εκτελεθώσι τα θρησκευτικά χρέη και συγχρόνως να φλεβοτομήσωσιν αυτήν όσον τάχιον. Εφλεβοτομήθη λοιπόν αμέσως αλλ’ ουδέν ησθάνθη η ταλαίπωρος γυνή, μετά πολλάς δε ώρας συνελθούσα εις εαυτήν και ερωτηθείσα εάν θέλη τον Πνευματικόν, απεκρίθη «Ναι» και ούτως αφού εξωμολογήθη εκοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Ενώ λοιπόν ταύτα συνέβαινον, Μοναχή τις ονομαζομένη Αγαθονίκη, έχουσα ιερόν οστάριον εκ του δακτύλου του Αγίου Μακαρίου, προσελθούσα εσταύρωσε δι’ αυτού την τα λοίσθια πνέουσαν γυναίκα. Θέσασα δε τούτο επί της πληγής είπε· «Τούτο το ιερόν Λείψανον είναι του Αγίου Μακαρίου του Επισκόπου Κορίνθου, όστις επιτελεί πολλά θαύματα· επικαλέσθητι λοιπόν και συ αυτόν μετά πίστεως και ασφαλώς θέλει δε θεραπεύσει». Τότε η πάσχουσα, αν και δεν εγνώριζε τίποτε περί του Αγίου, πεισθείσα όμως εις τους λόγους της Μοναχής, ήρχισε μετά θερμών δακρύων να επικαλήται την βοήθειαν αυτού. Μετά τρεις ημέρας μετεφέρθη εις την οικίαν της, επειδή όμως δεν ηδύνατο να αναβή επάνω ετέθη επί κλίνης εις το κατώγειον. Κατ’ αυτήν την νύκτα είδε καθ’ ύπνον, ότι Μοναχός τις, παρουσιασθείς, είπεν εις αυτήν· «Μη φοβού· εγώ σε ιατρεύω», έπειτα δε έλυσε το μανδήλιον δια του οποίου ήτο δεδεμένη η πληγή και αποσύρας από ταύτην την ίσκαν ανεχώρησεν. Εξυπνήσασα μετ’ εκπλήξεως η γυνή εζήτησε φως και αμέσως άπαντες προστρέξαντες εύρον ταύτην καθημένην και την ίσκαν ως αιμάτινον βώλον ερριμμένην επί της σινδόνος. Έκπληκτοι τότε εβόησαν άπαντες ομοφώνως· «Κύριε ελέησον! Μέγας ει, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου!» Επίσης εξεπλάγησαν και εδόξασαν τον Θεόν άπαντες οι γείτονες και όσοι ελθόντες εις την οικίαν της πασχούσης ευρέθησαν αυτόπται μάρτυρες του θαύματος τούτου· ουδείς όμως ετόλμησε να λύση τους επιδέσμους της πληγής άνευ της παρουσίας του ιατρού, τον οποίον και εζήτησαν αλλά δεν εύρον. Την επομένην λοιπόν νύκτα ενεφανίσθη πάλιν εις την γυναίκα ταύτην ο Άγιος και είπε προς αυτήν· «Διατί ζητείς ιατρόν, ενώ εγώ σου υπεσχέθην ότι σε ιατρεύω; Μη απίστει και μη φοβού». Αφ’ ου λοιπόν εξημέρωσε και η γυνή διηγήθη όσα ήκουσεν, απεφασίσθη να λυθούν οι επίδεσμοι και τούτων λυθέντων, ω του θαύματος! Ούτε τραύμα, ούτε πληγή εφαίνετο, αλλά μικρόν τι σημείον. Η δε γυνή ιαθείσα εντελώς ανέλαβε τας δυνάμεις αυτής, ευγνωμόνως κηρύττουσα την δια της θείας Χάριτος παράδοξον θεραπείαν και ίασιν αυτής υπό του Αγίου Μακαρίου. Αλλά και έτερον θαύμα ακούσατε. Εις την ενορίαν της Εκκλησίας του Αγίου Ευστρατίου, ήτις ανήκει εις την Νέαν Μονήν της Χίου, κατοικεί βαφεύς τις ονομαζόμενος Μπαστιάς. Τούτου τον υιόν Νικόλαον, μαθητεύοντα εις την δημοσίαν σχολήν της Χίου, έδειρεν ο διδάσκαλος αυτού, ως ατακτήσαντα. Επειδή δε, ως φαίνεται, το κτύπημα εγένετο σφοδρότερον επί τινος νεύρου, επέφερεν εις το παιδίον πόνους δριμυτάτους και τοιαύτην κυρτότητα, ώστε δεν ηδύνατο ουδόλως να βαδίση. Αγανακτήσας λοιπόν δια τούτο ο πατήρ αυτού και εξοργισθείς, ηπείλει τον διδάσκαλον· αλλ’ ημποδίζετο από του να πράξη τι υπό των επιτρόπων της σχολής. Όθεν θέλων να δικαιωθή έφερε το τέκνον αυτού προς τον Αρχιερέα της Χίου και έπειτα προς τους Δημογέροντας, οίτινες εδάκρυσαν ιδόντες το ελεεινόν τούτο θέαμα. Απήτει δε ο δυστυχής εκείνος πατήρ να υποχρεωθή ο διδάσκαλος εις πληρωμήν τουλάχιστον των ιατρικών και των επισκέψεωντου ιατρού. Επειδή όμως, αν και κατεβλήθησαν τα έξοδα, όλα απέβαινον εις μάτην, ο δυστυχής πατήρ μη έχων τι άλλο να κάμη ανεβίβασε το ταλαίπωρον τέκνον του εις ζώον και έφερεν αυτό μετά της μητρός του εις τον τάφον του Αγίου. Προσευχηθέντες δε μετ’ ευλαβείας και πίστεως, επανήλθον εις την οικίαν των. Την επομένην νύκτα είδε το παιδίον καθ’ ύπνον, ότι Μοναχός τις, άνωθεν αυτού ιστάμενος, έθηκε την χείρα επί την κυρτωθείσαν και πάσχουσαν αυτού ράχιν και είπε· «Μη κλαίε, εγώ σε ιατρεύω». Την επαύριον ηγέρθη το παιδίον και, ω του θαύματος! περιεπάτει χωρίς να αισθάνεται ουδένα πόνον. Όταν δε επανήλθεν εις την σχολήν ηρωτήσαμεν και ημείς τούτο περί του τρόπου της ιάσεως και διεβεβαίωσεν εις ημάς το γεγονός, ρητώς και λεπτομερώς, δοξάζον τον Θεόν και τον θαυματουργόν Άγιον Μακάριον. Έτερον δε θαύμα του Αγίου Μακαρίου είναι τούτο. Γυνή τις χήρα Ζενού (Ζηνοβία) καλουμένη και κατοικούσα εις την ενορίαν της επάνω Αγίας Μαρίνης, εθρηνολόγει λυπουμένη δια τον υιόν αυτής, δια τον οποίον έμαθεν ότι αναχωρήσας εκ της Κωνσταντινουπόλεως εξηφανίσθη. Εκ της υπερβολικής όμως λύπης της ανεφάνη κακόν και ολέθριον απόστημα υπό τον πόδα αυτής, το οποίον προσπαθήσασα να θεραπεύση δια γυναικείων ιατρικών, κατέστησε χειρότερον και δεν ηδύναντο ούτε οι ιατροί να την θεραπεύσωσιν. Απελπισθείσα λοιπόν και μάλιστα αφ’ ου ο χειρουργός είπεν εις αυτήν ότι πρέπει να κοπή ο πους, εάν προτιμά την ζωήν και φρίξασα εις το άκουσμα τούτο, απεφάσισεν όπως καταφύγη εις τον ακίνδυνον και αλάνθαστον ιατρόν Άγιον Μακάριον. Απόδειξις δε της προς αυτόν ευλαβείας και της πίστεως της γυναικός ταύτης είναι ότι μετέβη έως εκεί πεζή, πατούσα δια μεν του ενός ποδός αυτής δια των δακτύλων, δια δε του ετέρου δια της πτέρνας, ίνα αναπαυθή. Εβάδιζεν ούτω από πρωϊας μέχρι εσπέρας, ως η ιδία, παρ’ ημών ερωτηθείσα, ωμολόγησε. Μετά τόσους λοιπόν κόπους και μόχθους φθάσασα εκεί, έμεινε τρία ημερονύκτια· καίτοι δε επανήλθεν εις την οικίαν αυτής άπρακτος, όμως μιμηθείσα την ευαγγελικήν εκείνην χήραν, ήτις δεν έπαυσε να ενοχλή τον κριτήν έως ότου εδίκασε την υπόθεσιν αυτής, ουδόλως εψυχράνθη, ουδέ απηλπίσθη, αλλ’ έτι μάλλον ηύξησε την πίστιν αυτής και την ελπίδα, παρακαλούσα μετά θερμών δακρύων και δια νηστειών και αγρυπνιών επικαλουμένη την του Θεού αγαθότητα. Διότι ούτως απαιτεί ο Δικαιοκρίτης Θεός προς εκπλήρωσιν των αιτήσεων ημών. Προς δε τους λέγοντας μετ’ αδιαφορίας και απιστίας, ότι ενώ παρακαλούσι τον Θεόν ή Άγιον τινά εξαιτούμενοι χάριν, βοήθειαν ή αγαθόν τι, ουδόλως εισακούονται, αποκρινόμεθα, ότι αίτιον τούτου είναι η απιστία αυτών και ο δισταγμός περί της επιτεύξεως των αιτουμένων. Αλλ’ ας επανέλθωμεν εις το προκείμενον. Η αγαθή αύτη γυνή δεν έπαυσε να επικαλήται την του Θεού αγαθότητα δια της μεσιτείας του πιστού Αυτού θεράποντος, του θείου και ιερού Μακαρίου· ώστε αφ’ ου επί πολλάς ημέρας ενήστευσε και προσηυχήθη, νύκτα τινά είδε καθ’ ύπνον, ότι Μοναχός τις γέρων, άνωθεν αυτής ιστάμενος, είπε· «Έχε θάρρος, ήλθον ίνα σε ιατρεύσω». Η δε γυνή εκείνη ηρώτησε· «Ποίος είσαι και από που έρχεσαι;». ο δε Άγιος δεικνύων προς την κατεύθυνσιν του Αγίου Πέτρου, απεκρίθη· «Από τα μέρη ταύτα». Ταυτοχρόνως ήρχισε να καθαρίζη την πληγήν του ποδός αυτής, αισθανθείσα δε εκείνη σφοδρόν πόνον, εφώναζεν· ο δε Άγιος είπε προς αυτήν· «Σιώπα, ιδού σε ιάτρευσα· γνώριζε δε και ότι ο νομιζόμενος χαμένος υιός σου ζη και ευρίσκεται εις Κωνσταντινούπολιν, παρά του ετέρου δε του εν τη Ανατολή διαμένοντος μέλλεις να λάβης αύριον επιστολήν, συνοδευομένην από δέκα πέντε γρόσια και εβδομήκοντα οκάδας αλεύρου». Ταύτα ακούσασα η δεινοπαθούσα, εξύπνησεν έντρομος και διατάσσει την πλησίον αυτής κοιμωμένην θυγατέρα να φέρη φως· βλέπει δε, ω του εξαισίου τω όντι τερατουργήματος! τον περί την πληγήν του ποδός επίδεσμον ερριμμένον και το απόστημα κεκλεισμένον, μόλις δε εφαίνετο μικρόν ταύτης σημείον. Την επιούσαν προσέτρεξαν οι γείτονες και άλλοι πολλοί Χριστιανοί, οίτινες εξεπλάγησαν ιδόντες το υπό του Αγίου Μακαρίου τη Θεία ευδοκία και χάριτι επιτελεσθέν θαύμα επί της απηλπισμένης ταύτης γυναικός και προσέτι δια την αυθημερόν παραλαβήν της παρά του υιού αυτής επιστολής, μετά των χρημάτων και του αλεύρου. Αύτη δε απήρχετο και παρέμενεν εις τον Άγιον Πέτρον επί τεσσαράκοντα κατά συνέχειαν ημέρας και μέχρι της σήμερον μεταβαίνει κατά διαστήματα εκεί, αποδίδουσα εις τον Άγιον Μακάριον ευγνωμόνως τας δια την θεραπείαν αυτής ευχαριστίας. Ταύτα δε πάντα ας είναι δια τους απιστούντας εναργείς αποδείξεις των αληθινών του Αγίου θαυμάτων, εις τα οποία προσθέτομεν και το επόμενον. Η θυγάτηρ του ιατρού Αλμανάχου, Λούλα, της οποίας ο ανήρ ονομάζεται Αντώνιος, πάσχουσα επί τέσσαρα έτη εκ νόσου γυναικολογικής, κατήντησεν εις ολοσώματον παραλυσίαν και δεν ηδύνατο να κινήση μήτε τας χείρας, μήτε τους πόδας αυτής, υπηρετείτο δε εις τας ανάγκας αυτής ως βρέφος υπό της θεραπαίνης. Άπαντες οι εν Χίω ιατροί προσεπάθησαν να θεραπεύσωσιν αυτήν ή όσον ήτο δυνατόν να την ανακουφίσωσιν, αλλ’ εις μάτην. Αφού δε επί εν έτος παρηκολουθήθη υπό των ιατρών, χωρίς να ίδη ουδεμίαν βελτίωσιν και βλέπουσα ότι πάσα ανθρωπίνη ενέργεια είναι ανωφελής, απεφάσισε να καταφύγη προς τον θαυματουργόν Άγιον Μακάριον. Μεταφερθείσα λοιπόν ετοποθετήθη επί του χαριτοβρύτου τάφου του αλανθάστου τούτου ιατρού, ένθα ο ιερατεύων έψαλεν υπέρ αυτής παράκλησιν και εσταύρωσεν αυτήν δια των αγίων Λειψάνων. Αφού δε την επανέφερον εις την οικίαν της, την επιούσαν ηθέλησε να εγερθή και να περιπατήση. Τότε, ω του θαύματος! η χθες και πρώην παράλυτος, βοηθουμένη υπό του ανδρός της, περιεπάτησεν ολίγον εντός της οικίας και έπειτα εκάθισεν· η δε αδελφή της, ήτις εισήρχετο ίνα λάβη φόρεμα τι, προφθάσασα και ιδούσα το απροσδόκητον τούτο, εξεπλάγη και θρηνούσα μεγαλοφώνως εκ της χαράς της έλεγε· «Δόξα σοι ο Θεός!» Τούτο δε ακούσαντες και ημείς εσπεύσαμεν προς την ιαθείσαν, όπως δια των ιδίων μας οφθαλμών πληροφορηθώμεν και βεβαιωθώμεν. Ευρόντες δε αυτήν καθημένην, αλλ’ όχι εντελώς αναλαβούσαν, είπομεν· «Ολίγην πίστιν είχες, ως φαίνεται, και ολίγην έλαβες την υγείαν· ύπαγε λοιπόν εκ νέου μετά τελείας πίστεως και θα λάβης βεβαίως πλήρη την θεραπείαν σου». Ούτω και εγένετο· διότι πεισθείσα εις τους λόγους ημών, εθεραπεύθη εντελώς δια της βαθυτάτης και τελείας της πίστεως. Όταν δε εμάθομεν τούτο επεσκέφθημεν αυτήν εκ δευτέρου και εύρομεν αυτήν πληρέστατα υγιαίνουσαν και βαδίζουσαν ως απολύτως υγιά. Και αληθώς εξεπλάγημεν, ως και ο Ιερεύς του Αγίου Πέτρου και τον Παντοδύναμον Θεόν συνεδοξάσαμεν. Διηγήθημεν δε τούτο το θαύμα κατόπιν εκείνου της πονούσης κατά τον πόδα, προς καταισχύνην απίστων τινών και φλυάρων. Αλλ’ έτερον θαύμα προσθέτομεν εις δόξαν Θεού και του πιστού Αυτού θεράποντος Αγίου Μακαρίου. Μαρούκα, η σύζυγος του Ματθαίου Μελερέ, κατοικούντος εις την ενορίαν της μητροπολιτικής Εκκλησίας του Αγίου Νικολάου, είχε μεταξύ του οφθαλμού και της ρινός συρίγγιον υπέρ τα εικοσιπέντε έτη. Μη δυνηθέντων δε των ιατρών κατ’ αρχάς να θεραπεύσωσι την πληγήν, η γυνή υπέφερεν αυτήν, έως ότου κατά τον Δεκέμβριον μήνα εχειροτέρευσε καθ’ υπερβολήν και τόσον εφλογίσθη, ώστε όλον το πρόσωπον αυτής εξωγκώθη και εφαίνετο, ότι έμελλε να χυθή ο οφθαλμός αυτής· ουδεμίαν δε ανάπαυσιν ηδύνατο να εύρη εκ των σφοδρών και αδιαλείπτων πόνων. Επειδή δε ο σύζυγος αυτής είπεν, ότι πρέπει να προσκληθή ιατρός, εκείνη απεκρίθη· «Εγώ ουδένα άλλον ιατρόν θέλω, ει μη τον Άγιον Μακάριον. Αυτός μόνος δύναται να με ιατρεύση». Το όνομα τούτο ακούσας ο σύζυγος αυτής, ενεθυμήθη ότι ότε ευρίσκετο εις την Σμύρνην εγνωρίσθη μετά του τρισμάκαρος, καθώς ο ίδιος προς ημάς διηγήθη, κατά τον εξής τρόπον. Επληροφορήθη ότι ο εις την ειρημένην πόλιν διατρίβων τότε Άγιος Κορίνθου, είχεν ανάγκην ενός επανωφορίου. Όθεν, ευλαβικώς προς αυτόν φερόμενος, παρήγγειλεν ίνα κοπή και ραφή εν τοιούτον ιμάτιον κατάλληλον, το οποίον εδώρησεν εις τον Άγιον Ιεράρχην, όστις απεδέχθη αυτό ευγνωμόνως. Ταύτην λοιπόν την χάριν ενθυμηθείς ο άνθρωπος εκείνος εζήτει ως ανταμοιβήν παρά του Αγίου μετά πλείονος θάρρους την θεραπείαν της γυναικός του και εισηκούσθη η αίτησις αυτού παρά του ευγνώμονος, φιλανθρώπου και θείου τούτου ιατρού. Μετά παρακλήσεων δε το περί ου ο λόγος ανδρόγυνον εφρόντισε να ζητήση παρά τινος φίλου όστις είχε τεμάχιον εκ των ενδυμάτων του Αγίου. Καθώς δε η ιαθείσα ομολογεί και μαρτυρεί, εν ω η φέρουσα αυτό γυνή ανήρχετο την κλίμακα της οικίας, οι πόνοι της πληγής έπαυσαν αιφνιδίως. Ευθύς τότε ετέθη επ’ αυτής το τίμιον ράκος και, ω της ταχείας αντιλήψεως του Αγίου! Δυσώδης ύλη ήρχισε να εκρέη εκ της ρινός και του στόματος αυτής, ως εκ δύο οχετών κατά τρεις εν συνεχεία ημέρας και ούτως απηλλάγη των εκ της πληγής πόνων ιαθείσα εντελώς. Κατά την μαρτυρίαν δε του Πνευματικού αυτής Πατρός Ηλία, εφημερίου της Εκκλησίας του Αγίου Συμεών, ουδέ το παραμικρόν σημείον του δεινού εκείνου συριγγίου έμεινεν εις αυτήν, την οποίαν, έτι ζώσαν, ηδύναντο να ίδωσιν οφθαλμοφανώς και βεβαιωθώσι περί της αληθείας εκείνοι περί των οποίων, λέγει ο Προφήτης· «Ουκ έδωκε Κύριος ο Θεός υμίν καρδίαν ειδέναι και οφθαλμούς βλέπειν, και ώτα ακούειν» (Δευτ. κθ:4). Δια δε τους ευσεβείς ακροατάς συνεχίζομεν την διήγησιν των εξαισίων θαυμάτων του Αγίου Πατρός ημών Μακαρίου. Ο σεβάσμιος και ενάρετος Ιερεύς Πατήρ Παρασκευάς, κρίμασιν οις οίδεν ο Κύριος, είχεν υιόν, ονόματι Γεώργιον, χωλόν κατά τους πόδας εκ κοιλίας μητρός αυτού. Γενόμενος δε πενταετής ήδη και εξαετής, ουδόλως ηδύνατο να περιπατήση, αλλ’ έρπων δια των χειρών και των γονάτων έσυρε κατόπιν αυτού τους πόδας ως ξένους, ταλαιπωρούμενος ούτω και ελεεινόν θέαμα παρουσιάζων εις τους ορώντας. Οι δυστυχείς αυτού γονείς έπραξαν υπέρ αυτού ό,τι ηδυνήθησαν, αλλ’ εις μάτην. Όθεν απελπισθέντες από πάσης ανθρωπίνης βοηθείας, απεφάσισαν να καταφύγωσι και αυτοί προς τον θαυμάσιον και άμισθον ιατρόν Άγιον Μακάριον. Αλλ’ επειδή ήσαν εις άκρον ενδεείς και δεν ηδύναντο να φέρωσι τον πάσχοντα υιόν των εις τον Άγιον Πέτρον, εδέοντο ενθέρμως και επεκαλούντο την βοήθειαν και θαυματουργόν χάριν του χριστομιμήτου και θείου ιατρού Μακαρίου και αυτοί οι ίδιοι και το ταλαίπωρον τέκνον των, το οποίον, ακαταπαύστως δεόμενον, έλεγεν· «Άγιέ μου Μακάριε, κάμε και εμέ παλληκάρι!» Νύκτα δε τινά, ενώ εκοιμάτο, εξυπνήσαν αίφνης, εφώναζεν έντρομον· «Μαμούνας! Μαμούνας!» Ευθύς δε μετ’ ολίγον ανέκραξεν· «Όχι, αλλ’ είναι ο Άγιος Μακάριος», ενώ ούτε είδεν, ούτε εγνώρισε ποτέ αυτόν. Τα ίδια ταύτα συνέβησαν και κατά την επομένην νύκτα και κατά την τρίτην τοιαύτην, μετά την οποίαν, αφού εξημέρωσεν, εφάνη εις αυτό δύναμις τις επελθούσα και ούτως, εγερθέν, περιεπάτησεν ολίγον εντός της οικίας, την επιούσαν περιεπάτησεν ακόμη περισσότερον και τελευταίον εστερεώθησαν αι βάσεις αυτού και τα σφυρά και περιεπάτει κατά το γεγραμμένον και έτρεχεν ως τα άλλα παιδία χαίρον και αναπέμπον μετά των γονέων αυτού ευχαριστίας προς τον Πανοικτίρμονα Θεόν και τον θεράποντα αυτού Άγιον Μακάριον, όστις μετά ταύτα επετέλεσε και το εξής θαύμα. Ο εν τω Παλαιοκάστρω της πόλεως Χίου κατοικών Κωνσταντίνος Μπίλος, του οποίου η σύζυγος ονομάζεται Μαρία, μεταξύ άλλων τέκνων εγέννησε τελευταίον και τέκνον, όπερ ωνόμασε Πέτρον, του οποίου ο εις των ποδών ήτο, ως οι του προαναφερθέντος ιερόπαιδος Γεωργίου, αναίσθητος, μελανός και ξένος και το παραδοξότερον μίαν σπιθαμήν μικρότερος του ετέρου. Εσύρετο λοιπόν και το παιδίον τούτο ως τετράποδον δια των γονάτων και των χειρών. Η δε μήτηρ αυτού και η μάμμη, νομίζουσαι, εκ δεισιδαιμονίας, ότι το ελάττωμα τούτο ήτο σημείον του Αγίου Συμεών, ως πολλαί έγκυοι γυναίκες φρονούσιν ότι συμβαίνει εις τα τέκνα εκείνων, αίτινες εργάζονται την ημέραν της εορτής αυτού, αφ’ ου κατέφυγον προς τον Ιερέα του Ναού τούτου του Αγίου, εστράφησαν έπειτα προς τους ιατρούς και ιδίως προς τον περίφημον Βουνούσην, εμπειρικόν μεν, αλλά κατά πολύ επιτήδιον ως προς τα στρεβλώματα και τα σπασίματα. Ούτος δε είπε προς τους προτιμήσαντας αυτόν γονείς του παιδίου· «Την οικίαν υμών πλήρη χρυσίου αν έχητε και το εξοδεύσητε όλον, αδύνατον είναι να ιατρευθή το παιδίον και να απαλλαγή του πάθους τούτου». Όθεν απεφάσισαν να καταφύγωσι και αυτοί προς τον θείον ιατρόν Άγιον Μακάριον. Λαβούσα δε το παιδίον επί των ώμων η μάμμη αυτού μετέβη εις τον Ναόν του Αγίου Πέτρου, ένθα ο Ιερεύς επότισεν αυτό και ερράντισε δια των αγίων Λειψάνων και ηυχήθη επ’ αυτού. Ευθύς δε ως επανήλθεν εις την οικίαν της η μάμμη και απέθηκεν αυτό, ήρξατο το παιδίον αυθημερόν περιπατούν και ψελλίζον· «Πελπατώ, πελπατώ». Ειδοποιηθείς δε ο πατήρ αυτού έσπευσεν εις την οικίαν του, εντός της οποίας ήσαν ήδη συνηθροισμένοι πολλοί γείτονες, ιδών δε το εξαίσιον τούτο θαύμα εδόξασε τον Θεόν και τον Άγιον. Καθ’ ον καιρόν τούτο εθεραπεύθη ήτο θέρος· περί δε τα τέλη του ακολουθήσαντος φθινοπώρου ο αυτός πους εγέμισεν από πληγάς εκ των οποίων εξέρρεον δυσωδέσταται ύλαι. Λυπούμενοι δε οι γονείς και αμηχανούντες κατέφυγον εκ νέου προς τον Άγιον Μακάριον. Όθεν η μάμμη λαβούσα πάλιν αυτό επί των ώμων της, έφερεν εις τον τάφον του Αγίου και τρίψασα τον πεπληγωμένον πόδα διατου εκεί χώματος επανήλθεν εις την οικίαν της. Αμέσως δε όλαι αι πληγαί εκλείσθησαν και ιάθη εντελώς το παιδίον προς δόξαν Θεού, του δοξάσαντος τον ιερόν και θείον αυτού θεράποντα Άγιον Μακάριον, όστις επετέλεσε και το επόμενον θαύμα. Εις το Αϊδίνι (η αρχαία πόλις Τράλλεις), πόλιν της Μικράς Ασίας, κατώκει γυνή τις χήρα εκ Μυτιλήνης, ήτις, έχουσα θυγατέρα δεκατετραετή, υπάνδρευσεν αυτήν μετά τινος νεανίου ηλικίας είκοσι δύο ετών, όπως έχη ανδρός βοήθειαν. Μετά εν έτος η κόρη ασθενήσασα ουδεμίαν θεραπείαν έλαβε παρά των εκεί ιατρών, προς τους οποίους ο δυστυχής αυτής σύζυγος επλήρωσεν όχι ολίγα χρληατα δι’ επισκέψεις και ιατρικά ανωφελώς και ματαίως, διότι το πάθος αυτής ήτο ανίατον και εβασάνιζεν αυτήν καθ’ εκάστην ημέραν επί οκτώ ώρας, κατά τας οποίας η γαστήρ αυτής εξωγκούτο εις άκρον και πάλιν κατέπιπτεν. Μαθούσα τέλος η μήτηρ αυτής τα εις Χίον τελεσθέντα θαύματα υπό του Αγίου Μακαρίου, μετέβη εκεί μετά της θυγατρός και του γαμβρού της, όστις όμως επέστρεψε και πάλιν εις το Αϊδίνιον, ένακα υποθέσεων. Αυταί δε αι δύο γυναίκες οδηγηθείσαι εις τον τάφον του Αγίου προσηύξαντο και ικέτευσαν αυτόν μετά πίστεως αληθούς και αδιστάκτου. Ακολούθως δε η μήτηρ έτριψε την πάσχουσαν θυγατέρα δια του εκεί χώματος και πάραυτα ανεδείχθη η αξιοθαύμαστος θεία Χάρις της οποίας ηξιώθη ο ιερός Πατήρ ημών Άγιος Μακάριος. Διότι αφ’ ου κατέβησαν εις την πόλιν, η μήτηρ παρετήρησεν ότι έφθασεν η συνήθης ώρα της ενάρξεως του πάθους της θυγατρός αυτής, το οποίον μόνον ελαφρώς κάπως αυτήν προσέβαλε, την δε επιούσαν ουδόλως. Έγραψε δε τούτο προς τον γαμβρόν αυτής. Παραμείνασα όμως ενταύθα επί τινας ημέρας μετέβαινε καθ’ εκάστην μετά της ιαθείσης κόρης εις τον τάφον του Αγίου Μακαρίου, αποδίδουσα προς αυτόν τας προσηκούσας εγκαρδίους και ειλικρινείς ευχαριστίας και τον Παντοδύναμον Θεόν δοξάζουσα. Πάντα δε ταύτα ηκούσαμεν εκ του στόματος αυτής της ιδίας, αφού προσεκαλέσαμεν αυτήν και ακριβώς τα περί τούτου εξητάσαμεν. Όχι δε μόνον τα θαύματα, τα οποία αναφέρομεν ανωτέρω, εποίησεν ο σήμερον ευλαβώς εορταζόμενος ιερός ημών Πατήρ Άγιος Μακάριος, αλλά και έτερα τοιαύτα και παραπλήσια εποίησε και καθ’ εκάστην ποιεί προς τους εν πίστει αυτόν επικαλουμένους. Διότι η αυτή θεία Χάρις, ήτις εδωρήθη εις τους παλαιοτέρους Αγίους, έχει δωρηθή και εις τους νεωτέρους, ως και η θαυματουργός δύναμις εις ανταμοιβήν της αρετής αυτών και οσιότητος, την οποίαν εναργώς εν πολλοίς αποδεικνύει ο εκ γενετής και μέχρι του νυν και αεί εύσπλαγχνος και οικτίρμων Άγιος Μακάριος, ο επαξίως μακαριζόμενος και προσηκόντως δοξαζόμενος, ου ταις αγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς. Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.
Πλησίον του περιωνύμου Ναού των Ταξιαρχών, όστις κοινώς ονομάζεται Καμπάνα, κείται και έτερος Ναός της Θεοτόκου, όστις καλείται Μαρμαριώτισσα. Εν τη ενορία δε ταύτη κατοικεί γυνή τις καλουμένη Αγγερού, της οποίας ο ανήρ Φραγκούλης ονομαζόμενος, δυτικός ων πρότερον, μετεστράφη, εγκολπωθείς το ημέτερον ανατολικόν δόγμα δια του θείου Βαπτίσματος. Τούτων δε η τετραετής θυγάτηρ Αργυρή, προσβληθείσα υπό της δεινής και επικινδύνου νόσου της ευλογίας κατέστη οικτρόν και ελεεινόν θέαμα, καθό τιμωρουμένη συνεχώς επί τέσσαρα έτη υπό δεκατεσσάρων πληγών ας επέφερεν η νόσος εις τον δεξιόν αυτής βραχίονα και ημείς, ιδίοις οφθαλμοίς ιδόντες αυτάς εφρίξαμεν. Κατά το διάστημα δε τούτο βασανιζομένη παρηκολουθείτο υπό του αρίστου των εν Χίω χειρουργών Δομινίκου, όστις και πολλά μικρά οστά εξέβαλεν από των πληγών της. Τρομερούς δε πόνους υποφέρουσα η δυστυχής, ουδόλως ωφελείτο αλλά μάλλον ώδευε προς τον θάνατον· διότι η χειρ αυτής κατέστη παράλυτος ως νεκρά, από του τραχήλου δια μανδηλίου εξηρτημένη και προς την παλάμην εστραμμένα έχουσα τα δάκτυλα. Διαδοθείσης δε της φήμης, ότι ετελεύτησεν ο ιερός Μακάριος, η μήτηρ της πασχούσης, ήτις έτρεφε μεγίστην ευλάβειαν και σέβας προς τον Άγιον τούτον Πατέρα, ευθύς ως ήκουσε το θλιβερόν αυτό γεγονός, έσπευσεν ίνα προφθάση την κηδείαν αυτού. Ούτω λοιπόν το μεν θυγάτριον αυτής έδωκεν ίνα φέρη εις φίλον επί όνου εκεί απερχόμενον, αύτη δε μετά της ανεψιάς έτρεχε κατόπιν πεζή. Προηγηθείς δε ο προαναφερθείς Χριστιανός έφθασε μετά της κόρης εις το του ιερού Μακαρίου οίκημα και διηγήθη το δεινόν αυτής πάθος εις τον εκεί παρόντα υπηρέτην, όστις ευσπλαγχνισθείς εισήλθεν εις το κελλίον, οπόθεν έλαβε το κάλυμμα της κεφαλής τού Αγίου και δι’ αυτού εσταύρωσεν εν πίστει και πεποιθήσει την χείρα του κορασίου. Μετ’ ολίγον δε έφθασεν εκεί και η μήτηρ μετά της ανεψιάς αυτής Ροξανδρίτσας, όπου αφού προσεκύνησε και προσηυχήθη επανήλθεν εις τον οίκον της. Αλλ’ ω του θαύματος! βλέπει αίφνης το θυγάτριόν της κινούν καθ’ όλα τα μέρη, άνευ ουδενός κόπου και δυσκολίας, την μέχρι της στιγμής εκείνης ακίνητον χείρα και κράζει μεγαλοφώνως· «Μέγας ο Κύριος ημών και μεγάλη η ισχύς Αυτού»! Λησμονήσασα όμως να λύση και να παρατηρήση την εκ πληγών κεκαλυμμένην χείρα του θυγατρίου της έπεμψεν αυτό, κατά το σύνηθες, εις τον ειρημένον χειρουργόν Δομίνικον, όστις λύσας τους επιδέσμους και ιδών τας πληγάς ιατρευμένας εξεπλάγη και είπεν· «Ακατανόητον! Αυταί εκλείσθησαν όλαι». Ακολούθως η μήτηρ του κορασίου ηρώτησεν τον χειρουργόν τι ζητεί δια τους κόπους του, αλλ’ εκείνος ουδεμίαν πληρωμήν εζήτησεν, ουδέ οβολόν έλαβεν. Ότε δε μετά τινα καιρόν η μήτηρ τού κορασίου έπεμψε δια τούτου φιλοδώρημα τι προς τον ιατρόν, παρατηρήσας εκείνος και πάλιν την χείρα του κορασίου, εδόξασε τον Θεόν, καθώς και η γυνή αυτού και άπαντες οι αυτόπται μάρτυρες του θαύματος τούτου. Εις το Μοναστήριον της Καλλιμασιάς Μοναχή τις, Ματρώνα καλουμένη, έκειτο ασθενής εις το κελλίον της, την οποίαν επεσκέπτετο και επεριποιείτο προθύμως φιλάνθρωπος τις γυνή, Μαρούκα του Γιάκουμου ονομαζομένη, μετά της ανεψιάς αυτής Αγγερούς, δεκατετραετούς τότε την ηλικίαν, διότι αι άλλαι Μοναχαί, εκ τινος δεισιδαιμονίας και προλήψεως, εφοβούντο να εισέλθωσιν εις το κελλίον της ασθενούσης. Την εσπέραν λοιπόν του Σαββάτου του Ασώτου, κατά το έτος αωθ΄ (1809), το πρώτον έτος δηλαδή από της ανακομιδής των Λειψάνων του Αγίου Μακαρίου, η προαναφερθείσα νεάνις, εν ω ήνοιξε την θύραν του κελλίου της πασχούσης, είδε φάντασμα φρικτόν και τρομερόν και τοσούτον εφοβήθη, ώστε μετά βίας ηδυνήθη να φύγη εκείθεν και να επανέλθη εις την οικίαν της. Επειδή δε ησθάνετο δεινούς και οδυνηρούς κτύπους εις την καρδίαν, προσεκλήθη και η Ηγουμένη της Μονής Ματρώνα Αντωνάκαινα και άλλαι αδελφαί, αίτινες δια προσευχών, ραντίσματος αγιασμού και επιθέσεως επ’ αυτής αγίων Λειψάνων, καθησύχασαν αυτήν. Περί το μεσονύκτιον, βλέπουσαι αι Μοναχαί, ότι η νεάνις εφώναζεν, ως να ήτο έξω φρενών και εξύβριζε και εβλασφήμει, εκάλεσαν τον Πνευματικόν αυτής, Οσιώτατον Ιερομόναχον Νικηφόρον, ευρισκόμενον εις την πόλιν της Χίου, επιστήθιον φόλον του Αγίου Μακαρίου υπάρξαντα, ίνα υπάγη εις το Μοναστήριον μεθ’ αγίων Λειψάνων και ψάλη αγιασμούς υπέρ της πασχούσης. Τούτο δε ακούσασα αύτη είπε· «Μη τον φέρετε, μη τον φέρετε, τι τον θέλετε εκείνον τον μάγον; Τι τον προσκαλείτε να έλθη εδώ; Δεν τον ευρίσκετε». Εκ των λόγων τούτων αι περί αυτήν Μοναχαί ηννόησαν, ότι έπασχεν υπό ασθενείας ουχί σωματικής αλλά δαιμονικής, διότι πνεύμα ανθρώπου ουδόλως δύναται να γνωρίζη τα μακράν όντα και γινόμενα. Και πράγματι η σταλείσα ίνα προσκαλέση τον Ιερομόναχον Νικηφόρον αδελφή δεν εύρεν αυτόν εις την εν τη πόλει οικίαν του, διότι ευρίσκετο εις το χωρίον Νένητα. Τότε η γυνή εκείνη έσπευσεν εκεί προς συνάντησίν του, καθ’ οδόν όμως συνήντησε τον Πνευματικόν επιστρέφοντα εις την πόλιν. Ως δε εκείνος ήκουσε παρ’ αυτής την αιτίαν δια την οποίαν προσεκαλείτο εις το Μοναστήριον, μετέβη παρευθύς εκεί περί την ενάτην ώραν της ημέρας. Αφού λοιπόν έφθασεν εις το Μοναστήριον, εισήλθεν εις το κελλίον εις το οποίον έκειτο η ασθενής και ευρών εντός αυτού τας πλείστας των αδελφών παρακαλούσας μετά θερμών δακρύων τον Θεόν υπέρ αυτής εκινήθη εις οίκτον δια την αθλιεστάτην κατάστασιν της πρώην σεμνοτάτης και πραοτάτης νεάνιδος. Συμπεραίνων δ’ εκ των φαινομένων, ότι το πάθος αυτής προήρχετο εξ ακαθάρτου και πονηρού πνεύματος, ήρχισε να αναγινώσκη εν κατανύξει τους εξορκισμούς. Ενθυμηθείς δε ότι Μοναχή τις είχεν ένα των δακτύλων του Αγίου Μακαρίου, ςζήτησεν αυτόν κρυφίως, πνευματικώ δε τω τρόπω δέσας αυτόν εις το άκρον του μανδηλίου αυτού, επέθηκεν επί της πασχούσης, νοερώς προσευχόμενος και την βοήθειαν του Αγίου επικαλούμενος και λέγων καθ’ εαυτόν· «Πάτερ σεβασμιώτατε και φιλανθρωπότατε, ει εύρες χάριν παρά Θεού, δέομαί σου και παρακαλώ την συμπαθητικήν σου διάθεσιν, δείξον σημείον μέγα της αγιότητός σου και απομάκρυνον από της πασχούσης ταύτης το πονηρόν και ακάθαρτον πνεύμα». Τους λόγους δε τούτους αφού επανέλαβε πολλάκις ο Ιερομόναχος και Πνευματικός Νικηφόρος, ω του θαύματος! Προς μεγίστην έκπληξιν των παρισταμένων αδελφών ανηγέρθη η νεάνις και εκάθησεν ήσυχος και ατάραχος, αυτή ήτις προ ολίγου ήτο παράφρων και μαινομένη και εβόησε λέγουσα· «Φεύ! πόσον μου πονεί η καρδία! Πόσον ανυπόφορος δυσωδία εξέρχεται εκ του στόματός μου!» Ο δε Πνευματικός ανέκραξε· «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις Αυτού». Και πράγματι, άμα τη επικλήσει του Αγίου Μακαρίου, το πονηρόν και ακάθαρτον πνεύμα εξήλθεν από της νεάνιδος, ήτις ούτως απηλλάγη και ανέλαβεν εντελώς κατά τας φρένας αυτής, κατά πάντα δε καλώς υγίαινε δοξάζουσα και ευλογούσα τον Θεόν και τον θεράποντα Αυτού Άγιον Μακάριον. Τούτο είναι το δεύτερον θαύμα, το οποίον γράφομεν κατά συνείδησιν, ως ηκούσαμεν αυτό παρά του αυτόπτου μάρτυρος Οσιωτάτου Πνευματικού Πατρός Νικηφόρου και παρά της προαναφερθείσης τιμίας και αξιοπίστου θείας της ιαθείσης νεάνιδος. Αλλ’ ακούσατε, ω ευσεβέστατοι και ευλαβέστατοι Χριστιανοί, και έτερον. Εις την ενορίαν της επάνω Αγίας Κυριακής κατώκει ράπτης τις ονομαζόμενος Νικόλαος του Παρασκευά, έχων γυναίκα Μπατολιάν (Υπατίαν) καλουμένην, όστις είχε παραμείνει επ’ αρκετόν καιρόν εις την ξένην, όπου ασθενήσας, επανήλθεν εις Χίον. Έκειτο δε κλινήρης επί επτά περίπου μήνας ταλαιπωρούμενος και υπό της ασθενείας και εξ υπερβολικής πτωχείας. Καίτοι όμως πτωχός, προσεκάλεσεν εμπειρότατον τινά ιατρόν της πόλεως, Μαρίνον Κλάδον ονομαζόμενον, όστις προθύμως μεν επεσκέφθη αυτόν, αλλ’ εις ουδέν τούτον ωφέλησε, καθό δεινώς πάσχοντα εκ της ανιάτου νόσου της υδρωπικίας, τελευταίον δε και εγκατέλειψεν αυτόν διογκωθέντα ήδη και εις το χείλος του θανάτου ευρισκόμενον. Απελπισθείσα λοιπόν η ταλαίπωρος αυτού γυνή, απεφάσισε να καταφύγη εις τον άμισθον και αλάνθαστον ιατρόν, τον Άγιον Μακάριον και ευθύς προσεκάλεσε εις τον οίκον της τον προειρημένον Πνευματικόν Πατέρα Νικηφόρον, όστις είχεν ιερόν Λείψανον του Αγίου, δια του οποίου πολλά και μεγάλα εις πολλούς ετέλεσε θαύματα. Ούτος λοιπόν ελθών προς τον ανιάτως νοσούντα και παρά των ιατρών απηλπισμένον Νικόλαον, την ογδόην του Μαρτίου, παραμονήν των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων και τελέσας αγιασμόν, εσταύρωσεν αυτόν καθ’ όλον το σώμα και επευξάμενος απήλθεν. Ο δε ασθενών τοσούτον ταχέως και εντελώς ανέλαβε τας σωματικάς αυτού δυνάμεις, ώστε κατά την επομένην εγερθείς εκ της κλίνης παρευρέθη εις την Εκκλησίαν ίνα ακροασθή την θείαν Λειτουργίαν. Επιστρέψας δε μετά το τέλος ταύτης εις την οικίαν του έφαγε ξηρόν άρτον και ελαίας, μετ’ ολίγον δε υπεχώρησε τελείως ο όγκος του σώματός του και επανήλθεν εις την προτέραν του κατάστασιν, προς έκπληξιν και θαυμασμόν των γειτόνων και απάντων ημών, οίτινες ευλαβώς ανεκράζομεν· «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις Αυτού!» Φαίνεται δε ότι ο Άγιος μετά της σωματικής θεραπείας εδώρησεν εις αυτόν και την ψυχικήν· διότι εν ω πρότερον ήτο μέθυσος, βλάσφημος και φαυλόβιος, αφ’ ου παραδόξως ιατρεύθη δια της θείας Χάριτος, αποκατέστη νηφάλιος, ήσυχος και σώφρων, εν ειρήνη και αγάπη συζών μετά της συζύγου αυτού και συνδοξάζων τον Θεόν και τον θεράποντα αυτού Άγιον Μακάριον. Μετά δε τούτο το θαύμα ακούσατε και έτερον. Ο Προσκυνητής Τρύφων Ψαράς απέκτησε παιδίον έχον πάθος δεινόν και ανίατον. Είχε δηλαδή την ρίνα ερυθράν και τον ουρανίσκον πλήρη κρέατος, το οποίον οι ιατροί επωνόμασαν οκταπόδιον. Η πάθησις αύτη είχεν ως συνέπειαν όπως και δια της ελαφροτέρας εγγίσεως της ρινός να ρέη ποταμηδόν το αίμα εκ του στόματος του παιδίου. Αφ’ ου δε ανωφελώς επί τεσσαράκοντα ημέρας κατεβασάνισαν οι ιατροί το παιδίον δια των καυστικών αλοιφών, ο πατήρ αυτού, ενθυμηθείς την δια πρεσβειών του Αγίου Μακαρίου γενομένην ίασιν τού εις το πρώτον θαύμα αναφερομένου κορασίου του Φραγκούλη και ορθώς συλλογισθείς, ότι ο ίδιος Άγιος δύναται να θεραπεύση και το πάσχον τέκνον αυτού, ωπλίσθη δια πίστεως και παραλαβών τούτο ως και άπασαν την οικογένειάν του απήλθεν εις το Ησυχαστήριον του Αγίου Μακαρίου. Εν ω δε ούτος ήρεμος και ευτυχής παρηκολούθει την θείαν Λειτουργίαν εις τον εκεί Ναόν του Αγίου Πέτρου, η θεία Χάρις ήρχισε να ενεργή επί του παιδίου και πεσόντος τούτου εις είδος τι λιποθυμίας, εξέρρεον ύλαι δυσώδεις εκ της ρινός αυτού και εκ του στόματος. Μετά δε την θείαν Λειτουργίαν σφραγίσας ο Ιερεύς το παιδίον και σταυρώσας αυτό δια του Αγίου Λειψάνου προσηυχήθη υπέρ της θεραπείας αυτού και ιάσεως. Μετ’ ου πολύ δε ιάθη εντελώς το παιδίον, ο δε πατήρ και η μήτηρ αυτού μετέβαινον συνεχώς εις τον τάφον του Αγίου Μακαρίου ευγνωμονούντες και ευχαριστούντες αυτόν. Ακούσατε δε και έτερον. Γυνή τις πεντηκοντούτις, Αγγερού καλουμένη, εκ συνοικίας ήτις ονομάζεται Απατσιανός, σύζυγος του Νικολάου, ράπτου την τέχνην και μήτηρ πολλών τέκνων αρρένων και θηλέων, διαβαίνουσα την οδόν τής επάνω Αγίας Μαρίνης εκτυπήθη εις την μήνιγγα δια λίθου, ριφθέντος υπό τινος παιδίου. Ευθύς τότε έπεσεν η γυνή εις την γην, το δε αίμα έρρεε ποταμηδόν εκ της πληγής αυτής. Προσδραμόντες τότε οι περίοικοι προς βοήθειαν αυτής την μετέφερον ημιθανή εις την παρακειμένην οικίαν της εξαδέλφης της Περεζιάς, της πασιγνώστου μαίας, η οποία δια να εμποδίση την ροήν του αίματος έβρεξεν ίσκαν εις έλαιον και την επέθεσεν επί της πληγής δέσασα αυτήν όσον σφιγκτά ηδυνήθη. Παρά ταύτα όμως η κατάστασις της τραυματισθείσης εχειροτέρευεν. Όθεν προσεκλήθη ο ιατρός, όστις όταν είδε την αθλίαν κατάστασιν και τους σπασμούς των μελών του σώματος της γυναικός, είπεν ότι ουδεμίαν έχει αύτη ελπίδα σωτηρίας, διέταξε δε να εκτελεθώσι τα θρησκευτικά χρέη και συγχρόνως να φλεβοτομήσωσιν αυτήν όσον τάχιον. Εφλεβοτομήθη λοιπόν αμέσως αλλ’ ουδέν ησθάνθη η ταλαίπωρος γυνή, μετά πολλάς δε ώρας συνελθούσα εις εαυτήν και ερωτηθείσα εάν θέλη τον Πνευματικόν, απεκρίθη «Ναι» και ούτως αφού εξωμολογήθη εκοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Ενώ λοιπόν ταύτα συνέβαινον, Μοναχή τις ονομαζομένη Αγαθονίκη, έχουσα ιερόν οστάριον εκ του δακτύλου του Αγίου Μακαρίου, προσελθούσα εσταύρωσε δι’ αυτού την τα λοίσθια πνέουσαν γυναίκα. Θέσασα δε τούτο επί της πληγής είπε· «Τούτο το ιερόν Λείψανον είναι του Αγίου Μακαρίου του Επισκόπου Κορίνθου, όστις επιτελεί πολλά θαύματα· επικαλέσθητι λοιπόν και συ αυτόν μετά πίστεως και ασφαλώς θέλει δε θεραπεύσει». Τότε η πάσχουσα, αν και δεν εγνώριζε τίποτε περί του Αγίου, πεισθείσα όμως εις τους λόγους της Μοναχής, ήρχισε μετά θερμών δακρύων να επικαλήται την βοήθειαν αυτού. Μετά τρεις ημέρας μετεφέρθη εις την οικίαν της, επειδή όμως δεν ηδύνατο να αναβή επάνω ετέθη επί κλίνης εις το κατώγειον. Κατ’ αυτήν την νύκτα είδε καθ’ ύπνον, ότι Μοναχός τις, παρουσιασθείς, είπεν εις αυτήν· «Μη φοβού· εγώ σε ιατρεύω», έπειτα δε έλυσε το μανδήλιον δια του οποίου ήτο δεδεμένη η πληγή και αποσύρας από ταύτην την ίσκαν ανεχώρησεν. Εξυπνήσασα μετ’ εκπλήξεως η γυνή εζήτησε φως και αμέσως άπαντες προστρέξαντες εύρον ταύτην καθημένην και την ίσκαν ως αιμάτινον βώλον ερριμμένην επί της σινδόνος. Έκπληκτοι τότε εβόησαν άπαντες ομοφώνως· «Κύριε ελέησον! Μέγας ει, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου!» Επίσης εξεπλάγησαν και εδόξασαν τον Θεόν άπαντες οι γείτονες και όσοι ελθόντες εις την οικίαν της πασχούσης ευρέθησαν αυτόπται μάρτυρες του θαύματος τούτου· ουδείς όμως ετόλμησε να λύση τους επιδέσμους της πληγής άνευ της παρουσίας του ιατρού, τον οποίον και εζήτησαν αλλά δεν εύρον. Την επομένην λοιπόν νύκτα ενεφανίσθη πάλιν εις την γυναίκα ταύτην ο Άγιος και είπε προς αυτήν· «Διατί ζητείς ιατρόν, ενώ εγώ σου υπεσχέθην ότι σε ιατρεύω; Μη απίστει και μη φοβού». Αφ’ ου λοιπόν εξημέρωσε και η γυνή διηγήθη όσα ήκουσεν, απεφασίσθη να λυθούν οι επίδεσμοι και τούτων λυθέντων, ω του θαύματος! Ούτε τραύμα, ούτε πληγή εφαίνετο, αλλά μικρόν τι σημείον. Η δε γυνή ιαθείσα εντελώς ανέλαβε τας δυνάμεις αυτής, ευγνωμόνως κηρύττουσα την δια της θείας Χάριτος παράδοξον θεραπείαν και ίασιν αυτής υπό του Αγίου Μακαρίου. Αλλά και έτερον θαύμα ακούσατε. Εις την ενορίαν της Εκκλησίας του Αγίου Ευστρατίου, ήτις ανήκει εις την Νέαν Μονήν της Χίου, κατοικεί βαφεύς τις ονομαζόμενος Μπαστιάς. Τούτου τον υιόν Νικόλαον, μαθητεύοντα εις την δημοσίαν σχολήν της Χίου, έδειρεν ο διδάσκαλος αυτού, ως ατακτήσαντα. Επειδή δε, ως φαίνεται, το κτύπημα εγένετο σφοδρότερον επί τινος νεύρου, επέφερεν εις το παιδίον πόνους δριμυτάτους και τοιαύτην κυρτότητα, ώστε δεν ηδύνατο ουδόλως να βαδίση. Αγανακτήσας λοιπόν δια τούτο ο πατήρ αυτού και εξοργισθείς, ηπείλει τον διδάσκαλον· αλλ’ ημποδίζετο από του να πράξη τι υπό των επιτρόπων της σχολής. Όθεν θέλων να δικαιωθή έφερε το τέκνον αυτού προς τον Αρχιερέα της Χίου και έπειτα προς τους Δημογέροντας, οίτινες εδάκρυσαν ιδόντες το ελεεινόν τούτο θέαμα. Απήτει δε ο δυστυχής εκείνος πατήρ να υποχρεωθή ο διδάσκαλος εις πληρωμήν τουλάχιστον των ιατρικών και των επισκέψεωντου ιατρού. Επειδή όμως, αν και κατεβλήθησαν τα έξοδα, όλα απέβαινον εις μάτην, ο δυστυχής πατήρ μη έχων τι άλλο να κάμη ανεβίβασε το ταλαίπωρον τέκνον του εις ζώον και έφερεν αυτό μετά της μητρός του εις τον τάφον του Αγίου. Προσευχηθέντες δε μετ’ ευλαβείας και πίστεως, επανήλθον εις την οικίαν των. Την επομένην νύκτα είδε το παιδίον καθ’ ύπνον, ότι Μοναχός τις, άνωθεν αυτού ιστάμενος, έθηκε την χείρα επί την κυρτωθείσαν και πάσχουσαν αυτού ράχιν και είπε· «Μη κλαίε, εγώ σε ιατρεύω». Την επαύριον ηγέρθη το παιδίον και, ω του θαύματος! περιεπάτει χωρίς να αισθάνεται ουδένα πόνον. Όταν δε επανήλθεν εις την σχολήν ηρωτήσαμεν και ημείς τούτο περί του τρόπου της ιάσεως και διεβεβαίωσεν εις ημάς το γεγονός, ρητώς και λεπτομερώς, δοξάζον τον Θεόν και τον θαυματουργόν Άγιον Μακάριον. Έτερον δε θαύμα του Αγίου Μακαρίου είναι τούτο. Γυνή τις χήρα Ζενού (Ζηνοβία) καλουμένη και κατοικούσα εις την ενορίαν της επάνω Αγίας Μαρίνης, εθρηνολόγει λυπουμένη δια τον υιόν αυτής, δια τον οποίον έμαθεν ότι αναχωρήσας εκ της Κωνσταντινουπόλεως εξηφανίσθη. Εκ της υπερβολικής όμως λύπης της ανεφάνη κακόν και ολέθριον απόστημα υπό τον πόδα αυτής, το οποίον προσπαθήσασα να θεραπεύση δια γυναικείων ιατρικών, κατέστησε χειρότερον και δεν ηδύναντο ούτε οι ιατροί να την θεραπεύσωσιν. Απελπισθείσα λοιπόν και μάλιστα αφ’ ου ο χειρουργός είπεν εις αυτήν ότι πρέπει να κοπή ο πους, εάν προτιμά την ζωήν και φρίξασα εις το άκουσμα τούτο, απεφάσισεν όπως καταφύγη εις τον ακίνδυνον και αλάνθαστον ιατρόν Άγιον Μακάριον. Απόδειξις δε της προς αυτόν ευλαβείας και της πίστεως της γυναικός ταύτης είναι ότι μετέβη έως εκεί πεζή, πατούσα δια μεν του ενός ποδός αυτής δια των δακτύλων, δια δε του ετέρου δια της πτέρνας, ίνα αναπαυθή. Εβάδιζεν ούτω από πρωϊας μέχρι εσπέρας, ως η ιδία, παρ’ ημών ερωτηθείσα, ωμολόγησε. Μετά τόσους λοιπόν κόπους και μόχθους φθάσασα εκεί, έμεινε τρία ημερονύκτια· καίτοι δε επανήλθεν εις την οικίαν αυτής άπρακτος, όμως μιμηθείσα την ευαγγελικήν εκείνην χήραν, ήτις δεν έπαυσε να ενοχλή τον κριτήν έως ότου εδίκασε την υπόθεσιν αυτής, ουδόλως εψυχράνθη, ουδέ απηλπίσθη, αλλ’ έτι μάλλον ηύξησε την πίστιν αυτής και την ελπίδα, παρακαλούσα μετά θερμών δακρύων και δια νηστειών και αγρυπνιών επικαλουμένη την του Θεού αγαθότητα. Διότι ούτως απαιτεί ο Δικαιοκρίτης Θεός προς εκπλήρωσιν των αιτήσεων ημών. Προς δε τους λέγοντας μετ’ αδιαφορίας και απιστίας, ότι ενώ παρακαλούσι τον Θεόν ή Άγιον τινά εξαιτούμενοι χάριν, βοήθειαν ή αγαθόν τι, ουδόλως εισακούονται, αποκρινόμεθα, ότι αίτιον τούτου είναι η απιστία αυτών και ο δισταγμός περί της επιτεύξεως των αιτουμένων. Αλλ’ ας επανέλθωμεν εις το προκείμενον. Η αγαθή αύτη γυνή δεν έπαυσε να επικαλήται την του Θεού αγαθότητα δια της μεσιτείας του πιστού Αυτού θεράποντος, του θείου και ιερού Μακαρίου· ώστε αφ’ ου επί πολλάς ημέρας ενήστευσε και προσηυχήθη, νύκτα τινά είδε καθ’ ύπνον, ότι Μοναχός τις γέρων, άνωθεν αυτής ιστάμενος, είπε· «Έχε θάρρος, ήλθον ίνα σε ιατρεύσω». Η δε γυνή εκείνη ηρώτησε· «Ποίος είσαι και από που έρχεσαι;». ο δε Άγιος δεικνύων προς την κατεύθυνσιν του Αγίου Πέτρου, απεκρίθη· «Από τα μέρη ταύτα». Ταυτοχρόνως ήρχισε να καθαρίζη την πληγήν του ποδός αυτής, αισθανθείσα δε εκείνη σφοδρόν πόνον, εφώναζεν· ο δε Άγιος είπε προς αυτήν· «Σιώπα, ιδού σε ιάτρευσα· γνώριζε δε και ότι ο νομιζόμενος χαμένος υιός σου ζη και ευρίσκεται εις Κωνσταντινούπολιν, παρά του ετέρου δε του εν τη Ανατολή διαμένοντος μέλλεις να λάβης αύριον επιστολήν, συνοδευομένην από δέκα πέντε γρόσια και εβδομήκοντα οκάδας αλεύρου». Ταύτα ακούσασα η δεινοπαθούσα, εξύπνησεν έντρομος και διατάσσει την πλησίον αυτής κοιμωμένην θυγατέρα να φέρη φως· βλέπει δε, ω του εξαισίου τω όντι τερατουργήματος! τον περί την πληγήν του ποδός επίδεσμον ερριμμένον και το απόστημα κεκλεισμένον, μόλις δε εφαίνετο μικρόν ταύτης σημείον. Την επιούσαν προσέτρεξαν οι γείτονες και άλλοι πολλοί Χριστιανοί, οίτινες εξεπλάγησαν ιδόντες το υπό του Αγίου Μακαρίου τη Θεία ευδοκία και χάριτι επιτελεσθέν θαύμα επί της απηλπισμένης ταύτης γυναικός και προσέτι δια την αυθημερόν παραλαβήν της παρά του υιού αυτής επιστολής, μετά των χρημάτων και του αλεύρου. Αύτη δε απήρχετο και παρέμενεν εις τον Άγιον Πέτρον επί τεσσαράκοντα κατά συνέχειαν ημέρας και μέχρι της σήμερον μεταβαίνει κατά διαστήματα εκεί, αποδίδουσα εις τον Άγιον Μακάριον ευγνωμόνως τας δια την θεραπείαν αυτής ευχαριστίας. Ταύτα δε πάντα ας είναι δια τους απιστούντας εναργείς αποδείξεις των αληθινών του Αγίου θαυμάτων, εις τα οποία προσθέτομεν και το επόμενον. Η θυγάτηρ του ιατρού Αλμανάχου, Λούλα, της οποίας ο ανήρ ονομάζεται Αντώνιος, πάσχουσα επί τέσσαρα έτη εκ νόσου γυναικολογικής, κατήντησεν εις ολοσώματον παραλυσίαν και δεν ηδύνατο να κινήση μήτε τας χείρας, μήτε τους πόδας αυτής, υπηρετείτο δε εις τας ανάγκας αυτής ως βρέφος υπό της θεραπαίνης. Άπαντες οι εν Χίω ιατροί προσεπάθησαν να θεραπεύσωσιν αυτήν ή όσον ήτο δυνατόν να την ανακουφίσωσιν, αλλ’ εις μάτην. Αφού δε επί εν έτος παρηκολουθήθη υπό των ιατρών, χωρίς να ίδη ουδεμίαν βελτίωσιν και βλέπουσα ότι πάσα ανθρωπίνη ενέργεια είναι ανωφελής, απεφάσισε να καταφύγη προς τον θαυματουργόν Άγιον Μακάριον. Μεταφερθείσα λοιπόν ετοποθετήθη επί του χαριτοβρύτου τάφου του αλανθάστου τούτου ιατρού, ένθα ο ιερατεύων έψαλεν υπέρ αυτής παράκλησιν και εσταύρωσεν αυτήν δια των αγίων Λειψάνων. Αφού δε την επανέφερον εις την οικίαν της, την επιούσαν ηθέλησε να εγερθή και να περιπατήση. Τότε, ω του θαύματος! η χθες και πρώην παράλυτος, βοηθουμένη υπό του ανδρός της, περιεπάτησεν ολίγον εντός της οικίας και έπειτα εκάθισεν· η δε αδελφή της, ήτις εισήρχετο ίνα λάβη φόρεμα τι, προφθάσασα και ιδούσα το απροσδόκητον τούτο, εξεπλάγη και θρηνούσα μεγαλοφώνως εκ της χαράς της έλεγε· «Δόξα σοι ο Θεός!» Τούτο δε ακούσαντες και ημείς εσπεύσαμεν προς την ιαθείσαν, όπως δια των ιδίων μας οφθαλμών πληροφορηθώμεν και βεβαιωθώμεν. Ευρόντες δε αυτήν καθημένην, αλλ’ όχι εντελώς αναλαβούσαν, είπομεν· «Ολίγην πίστιν είχες, ως φαίνεται, και ολίγην έλαβες την υγείαν· ύπαγε λοιπόν εκ νέου μετά τελείας πίστεως και θα λάβης βεβαίως πλήρη την θεραπείαν σου». Ούτω και εγένετο· διότι πεισθείσα εις τους λόγους ημών, εθεραπεύθη εντελώς δια της βαθυτάτης και τελείας της πίστεως. Όταν δε εμάθομεν τούτο επεσκέφθημεν αυτήν εκ δευτέρου και εύρομεν αυτήν πληρέστατα υγιαίνουσαν και βαδίζουσαν ως απολύτως υγιά. Και αληθώς εξεπλάγημεν, ως και ο Ιερεύς του Αγίου Πέτρου και τον Παντοδύναμον Θεόν συνεδοξάσαμεν. Διηγήθημεν δε τούτο το θαύμα κατόπιν εκείνου της πονούσης κατά τον πόδα, προς καταισχύνην απίστων τινών και φλυάρων. Αλλ’ έτερον θαύμα προσθέτομεν εις δόξαν Θεού και του πιστού Αυτού θεράποντος Αγίου Μακαρίου. Μαρούκα, η σύζυγος του Ματθαίου Μελερέ, κατοικούντος εις την ενορίαν της μητροπολιτικής Εκκλησίας του Αγίου Νικολάου, είχε μεταξύ του οφθαλμού και της ρινός συρίγγιον υπέρ τα εικοσιπέντε έτη. Μη δυνηθέντων δε των ιατρών κατ’ αρχάς να θεραπεύσωσι την πληγήν, η γυνή υπέφερεν αυτήν, έως ότου κατά τον Δεκέμβριον μήνα εχειροτέρευσε καθ’ υπερβολήν και τόσον εφλογίσθη, ώστε όλον το πρόσωπον αυτής εξωγκώθη και εφαίνετο, ότι έμελλε να χυθή ο οφθαλμός αυτής· ουδεμίαν δε ανάπαυσιν ηδύνατο να εύρη εκ των σφοδρών και αδιαλείπτων πόνων. Επειδή δε ο σύζυγος αυτής είπεν, ότι πρέπει να προσκληθή ιατρός, εκείνη απεκρίθη· «Εγώ ουδένα άλλον ιατρόν θέλω, ει μη τον Άγιον Μακάριον. Αυτός μόνος δύναται να με ιατρεύση». Το όνομα τούτο ακούσας ο σύζυγος αυτής, ενεθυμήθη ότι ότε ευρίσκετο εις την Σμύρνην εγνωρίσθη μετά του τρισμάκαρος, καθώς ο ίδιος προς ημάς διηγήθη, κατά τον εξής τρόπον. Επληροφορήθη ότι ο εις την ειρημένην πόλιν διατρίβων τότε Άγιος Κορίνθου, είχεν ανάγκην ενός επανωφορίου. Όθεν, ευλαβικώς προς αυτόν φερόμενος, παρήγγειλεν ίνα κοπή και ραφή εν τοιούτον ιμάτιον κατάλληλον, το οποίον εδώρησεν εις τον Άγιον Ιεράρχην, όστις απεδέχθη αυτό ευγνωμόνως. Ταύτην λοιπόν την χάριν ενθυμηθείς ο άνθρωπος εκείνος εζήτει ως ανταμοιβήν παρά του Αγίου μετά πλείονος θάρρους την θεραπείαν της γυναικός του και εισηκούσθη η αίτησις αυτού παρά του ευγνώμονος, φιλανθρώπου και θείου τούτου ιατρού. Μετά παρακλήσεων δε το περί ου ο λόγος ανδρόγυνον εφρόντισε να ζητήση παρά τινος φίλου όστις είχε τεμάχιον εκ των ενδυμάτων του Αγίου. Καθώς δε η ιαθείσα ομολογεί και μαρτυρεί, εν ω η φέρουσα αυτό γυνή ανήρχετο την κλίμακα της οικίας, οι πόνοι της πληγής έπαυσαν αιφνιδίως. Ευθύς τότε ετέθη επ’ αυτής το τίμιον ράκος και, ω της ταχείας αντιλήψεως του Αγίου! Δυσώδης ύλη ήρχισε να εκρέη εκ της ρινός και του στόματος αυτής, ως εκ δύο οχετών κατά τρεις εν συνεχεία ημέρας και ούτως απηλλάγη των εκ της πληγής πόνων ιαθείσα εντελώς. Κατά την μαρτυρίαν δε του Πνευματικού αυτής Πατρός Ηλία, εφημερίου της Εκκλησίας του Αγίου Συμεών, ουδέ το παραμικρόν σημείον του δεινού εκείνου συριγγίου έμεινεν εις αυτήν, την οποίαν, έτι ζώσαν, ηδύναντο να ίδωσιν οφθαλμοφανώς και βεβαιωθώσι περί της αληθείας εκείνοι περί των οποίων, λέγει ο Προφήτης· «Ουκ έδωκε Κύριος ο Θεός υμίν καρδίαν ειδέναι και οφθαλμούς βλέπειν, και ώτα ακούειν» (Δευτ. κθ:4). Δια δε τους ευσεβείς ακροατάς συνεχίζομεν την διήγησιν των εξαισίων θαυμάτων του Αγίου Πατρός ημών Μακαρίου. Ο σεβάσμιος και ενάρετος Ιερεύς Πατήρ Παρασκευάς, κρίμασιν οις οίδεν ο Κύριος, είχεν υιόν, ονόματι Γεώργιον, χωλόν κατά τους πόδας εκ κοιλίας μητρός αυτού. Γενόμενος δε πενταετής ήδη και εξαετής, ουδόλως ηδύνατο να περιπατήση, αλλ’ έρπων δια των χειρών και των γονάτων έσυρε κατόπιν αυτού τους πόδας ως ξένους, ταλαιπωρούμενος ούτω και ελεεινόν θέαμα παρουσιάζων εις τους ορώντας. Οι δυστυχείς αυτού γονείς έπραξαν υπέρ αυτού ό,τι ηδυνήθησαν, αλλ’ εις μάτην. Όθεν απελπισθέντες από πάσης ανθρωπίνης βοηθείας, απεφάσισαν να καταφύγωσι και αυτοί προς τον θαυμάσιον και άμισθον ιατρόν Άγιον Μακάριον. Αλλ’ επειδή ήσαν εις άκρον ενδεείς και δεν ηδύναντο να φέρωσι τον πάσχοντα υιόν των εις τον Άγιον Πέτρον, εδέοντο ενθέρμως και επεκαλούντο την βοήθειαν και θαυματουργόν χάριν του χριστομιμήτου και θείου ιατρού Μακαρίου και αυτοί οι ίδιοι και το ταλαίπωρον τέκνον των, το οποίον, ακαταπαύστως δεόμενον, έλεγεν· «Άγιέ μου Μακάριε, κάμε και εμέ παλληκάρι!» Νύκτα δε τινά, ενώ εκοιμάτο, εξυπνήσαν αίφνης, εφώναζεν έντρομον· «Μαμούνας! Μαμούνας!» Ευθύς δε μετ’ ολίγον ανέκραξεν· «Όχι, αλλ’ είναι ο Άγιος Μακάριος», ενώ ούτε είδεν, ούτε εγνώρισε ποτέ αυτόν. Τα ίδια ταύτα συνέβησαν και κατά την επομένην νύκτα και κατά την τρίτην τοιαύτην, μετά την οποίαν, αφού εξημέρωσεν, εφάνη εις αυτό δύναμις τις επελθούσα και ούτως, εγερθέν, περιεπάτησεν ολίγον εντός της οικίας, την επιούσαν περιεπάτησεν ακόμη περισσότερον και τελευταίον εστερεώθησαν αι βάσεις αυτού και τα σφυρά και περιεπάτει κατά το γεγραμμένον και έτρεχεν ως τα άλλα παιδία χαίρον και αναπέμπον μετά των γονέων αυτού ευχαριστίας προς τον Πανοικτίρμονα Θεόν και τον θεράποντα αυτού Άγιον Μακάριον, όστις μετά ταύτα επετέλεσε και το εξής θαύμα. Ο εν τω Παλαιοκάστρω της πόλεως Χίου κατοικών Κωνσταντίνος Μπίλος, του οποίου η σύζυγος ονομάζεται Μαρία, μεταξύ άλλων τέκνων εγέννησε τελευταίον και τέκνον, όπερ ωνόμασε Πέτρον, του οποίου ο εις των ποδών ήτο, ως οι του προαναφερθέντος ιερόπαιδος Γεωργίου, αναίσθητος, μελανός και ξένος και το παραδοξότερον μίαν σπιθαμήν μικρότερος του ετέρου. Εσύρετο λοιπόν και το παιδίον τούτο ως τετράποδον δια των γονάτων και των χειρών. Η δε μήτηρ αυτού και η μάμμη, νομίζουσαι, εκ δεισιδαιμονίας, ότι το ελάττωμα τούτο ήτο σημείον του Αγίου Συμεών, ως πολλαί έγκυοι γυναίκες φρονούσιν ότι συμβαίνει εις τα τέκνα εκείνων, αίτινες εργάζονται την ημέραν της εορτής αυτού, αφ’ ου κατέφυγον προς τον Ιερέα του Ναού τούτου του Αγίου, εστράφησαν έπειτα προς τους ιατρούς και ιδίως προς τον περίφημον Βουνούσην, εμπειρικόν μεν, αλλά κατά πολύ επιτήδιον ως προς τα στρεβλώματα και τα σπασίματα. Ούτος δε είπε προς τους προτιμήσαντας αυτόν γονείς του παιδίου· «Την οικίαν υμών πλήρη χρυσίου αν έχητε και το εξοδεύσητε όλον, αδύνατον είναι να ιατρευθή το παιδίον και να απαλλαγή του πάθους τούτου». Όθεν απεφάσισαν να καταφύγωσι και αυτοί προς τον θείον ιατρόν Άγιον Μακάριον. Λαβούσα δε το παιδίον επί των ώμων η μάμμη αυτού μετέβη εις τον Ναόν του Αγίου Πέτρου, ένθα ο Ιερεύς επότισεν αυτό και ερράντισε δια των αγίων Λειψάνων και ηυχήθη επ’ αυτού. Ευθύς δε ως επανήλθεν εις την οικίαν της η μάμμη και απέθηκεν αυτό, ήρξατο το παιδίον αυθημερόν περιπατούν και ψελλίζον· «Πελπατώ, πελπατώ». Ειδοποιηθείς δε ο πατήρ αυτού έσπευσεν εις την οικίαν του, εντός της οποίας ήσαν ήδη συνηθροισμένοι πολλοί γείτονες, ιδών δε το εξαίσιον τούτο θαύμα εδόξασε τον Θεόν και τον Άγιον. Καθ’ ον καιρόν τούτο εθεραπεύθη ήτο θέρος· περί δε τα τέλη του ακολουθήσαντος φθινοπώρου ο αυτός πους εγέμισεν από πληγάς εκ των οποίων εξέρρεον δυσωδέσταται ύλαι. Λυπούμενοι δε οι γονείς και αμηχανούντες κατέφυγον εκ νέου προς τον Άγιον Μακάριον. Όθεν η μάμμη λαβούσα πάλιν αυτό επί των ώμων της, έφερεν εις τον τάφον του Αγίου και τρίψασα τον πεπληγωμένον πόδα διατου εκεί χώματος επανήλθεν εις την οικίαν της. Αμέσως δε όλαι αι πληγαί εκλείσθησαν και ιάθη εντελώς το παιδίον προς δόξαν Θεού, του δοξάσαντος τον ιερόν και θείον αυτού θεράποντα Άγιον Μακάριον, όστις επετέλεσε και το επόμενον θαύμα. Εις το Αϊδίνι (η αρχαία πόλις Τράλλεις), πόλιν της Μικράς Ασίας, κατώκει γυνή τις χήρα εκ Μυτιλήνης, ήτις, έχουσα θυγατέρα δεκατετραετή, υπάνδρευσεν αυτήν μετά τινος νεανίου ηλικίας είκοσι δύο ετών, όπως έχη ανδρός βοήθειαν. Μετά εν έτος η κόρη ασθενήσασα ουδεμίαν θεραπείαν έλαβε παρά των εκεί ιατρών, προς τους οποίους ο δυστυχής αυτής σύζυγος επλήρωσεν όχι ολίγα χρληατα δι’ επισκέψεις και ιατρικά ανωφελώς και ματαίως, διότι το πάθος αυτής ήτο ανίατον και εβασάνιζεν αυτήν καθ’ εκάστην ημέραν επί οκτώ ώρας, κατά τας οποίας η γαστήρ αυτής εξωγκούτο εις άκρον και πάλιν κατέπιπτεν. Μαθούσα τέλος η μήτηρ αυτής τα εις Χίον τελεσθέντα θαύματα υπό του Αγίου Μακαρίου, μετέβη εκεί μετά της θυγατρός και του γαμβρού της, όστις όμως επέστρεψε και πάλιν εις το Αϊδίνιον, ένακα υποθέσεων. Αυταί δε αι δύο γυναίκες οδηγηθείσαι εις τον τάφον του Αγίου προσηύξαντο και ικέτευσαν αυτόν μετά πίστεως αληθούς και αδιστάκτου. Ακολούθως δε η μήτηρ έτριψε την πάσχουσαν θυγατέρα δια του εκεί χώματος και πάραυτα ανεδείχθη η αξιοθαύμαστος θεία Χάρις της οποίας ηξιώθη ο ιερός Πατήρ ημών Άγιος Μακάριος. Διότι αφ’ ου κατέβησαν εις την πόλιν, η μήτηρ παρετήρησεν ότι έφθασεν η συνήθης ώρα της ενάρξεως του πάθους της θυγατρός αυτής, το οποίον μόνον ελαφρώς κάπως αυτήν προσέβαλε, την δε επιούσαν ουδόλως. Έγραψε δε τούτο προς τον γαμβρόν αυτής. Παραμείνασα όμως ενταύθα επί τινας ημέρας μετέβαινε καθ’ εκάστην μετά της ιαθείσης κόρης εις τον τάφον του Αγίου Μακαρίου, αποδίδουσα προς αυτόν τας προσηκούσας εγκαρδίους και ειλικρινείς ευχαριστίας και τον Παντοδύναμον Θεόν δοξάζουσα. Πάντα δε ταύτα ηκούσαμεν εκ του στόματος αυτής της ιδίας, αφού προσεκαλέσαμεν αυτήν και ακριβώς τα περί τούτου εξητάσαμεν. Όχι δε μόνον τα θαύματα, τα οποία αναφέρομεν ανωτέρω, εποίησεν ο σήμερον ευλαβώς εορταζόμενος ιερός ημών Πατήρ Άγιος Μακάριος, αλλά και έτερα τοιαύτα και παραπλήσια εποίησε και καθ’ εκάστην ποιεί προς τους εν πίστει αυτόν επικαλουμένους. Διότι η αυτή θεία Χάρις, ήτις εδωρήθη εις τους παλαιοτέρους Αγίους, έχει δωρηθή και εις τους νεωτέρους, ως και η θαυματουργός δύναμις εις ανταμοιβήν της αρετής αυτών και οσιότητος, την οποίαν εναργώς εν πολλοίς αποδεικνύει ο εκ γενετής και μέχρι του νυν και αεί εύσπλαγχνος και οικτίρμων Άγιος Μακάριος, ο επαξίως μακαριζόμενος και προσηκόντως δοξαζόμενος, ου ταις αγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς. Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΣ - ΤΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ
Τη αγία και μεγάλη Δευτέρα μνείαν ποιούμεθα του μακαρίου Ιωσήφ του Παγκάλου και της υπό του Κυρίου καταρασθείσης και ξηρανθείσης συκής. Από της σήμερον άρχονται τα άγια Πάθη του Κυρίου ημών Ιησού Χρισρού. Και πρώτον πάντων λαμβάνεται εις τύπον αυτού ο Πάγκαλος Ιωσήφ, ενδέκατος υιός του πατριάρχου Ιακώβ εκ της Ραχήλ. Ούτος φθονηθείς υπό των ιδίων αυτού αδελφών διά τινα όνειρα, τα οποία είδε, πρώτον μεν εβλήθη εις λάκκον, είτα δε και επωλήθη εις αλλοφύλους αντί τριάκοντα αργυρίων. Ο δε πατήρ αυτού ηπατήθη παρά των άλλων παίδων του, ότι δήθεν ο Ιωσήφ εφαγώθη υπό των θηρίων· επέδειξαν δε μάλιστα εις αυτόν τα ενδύματά του, τα οποία είχον αιματωμένα δια του αίματος εριφίου τινός. Οι αλλόφυλοι δε εκείνοι οι αγοράσαντες τον Ιωσήφ επώλησαν αυτόν εις τον Πετεφρήν, αρχιευνούχον του βασιλέως των Αιγυπτίων Φαραώ. Του αρχιευνούχου τούτου η γυνή, επιθυμούσα του κάλλους του Ιωσήφ, προσεπάθησε να παρασύρη τον δίκαιον και σώφρονα παίδα εις την παράνομον πράξιν της αμαρτίας. Αυτός όμως όχι μόνον δεν συγκατετέθη να πράξη το κακόν, αλλά και αφήκεν εις χείρας της κυρίας του τον χιτώνα αυτού και έφυγεν. Τότε εκμανείσα αύτη τον διέβαλεν εις τον κύριον αυτού, όστις και τον ενέκλεισεν εις την φυλακήν. Εκεί ευρισκόμενος εξήγησε τα όνειρα του βασιλέως Φαραώ. Όθεν και αγαπηθείς υπ’ αυτού απεφυλακίσθη και κύριος πάσης της Αιγύπτου καθίσταται. Γενομένης δε ποτε δυστυχίας μεγάλης και των αδελφών αυτού ελθόντων δια να προμηθευθούν σίτον, εγνωρίσθη εις αυτούς. Τότε τους απέστειλε να φέρουν εκεί και τον πατέρα των και ελθόντες πάντες παρέμειναν εις Αίγυπτον. Ζήσας δε ο μακάριος Ιωσήφ άπαντα τον βίον αυτού εναρέτως απέθανεν εν Αιγύπτω, μέγας επί σωφροσύνη και ταις λοιπαίς αρεταίς γνωριζόμενος. Ο Πάγκαλος και δίκαιος ούτος Ιωσήφ εικών είναι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, διότι και ο Χριστός παρά των ομοφύλων Ιουδαίων φθονείται και υπό του μαθητού Αυτού αντί τριάκοντα αργυρίων επωλήθη και εις ζοφώδη και σκοτεινόν λάκκον, ήτοι τον τάφον, ενεκλείσθη. Εκείθεν αυτεξουσίως αναστηθείς βασιλεύει πάσης της Αιγύπτου, δηλαδή κατά πάσης της αμαρτίας και κατά κράτος ταύτην νικά και εις όλον τον κόσμον βασιλεύει. Φιλανθρώπως δε εξαγοράζει ημάς δια της μυστικής σιτοδοσίας, ήτοι δια της ιδικής Του θυσίας εν τω Σταυρώ και διότι τρέφει ημάς δια του ουρανίου Άρτου, ήτοι της ζωηφόρου Αυτού Σαρκός. Όθεν δια τούτο και η μνήμη αυτού επιτελείται κατά την σήμερον. Μνείαν επίσης ποιούμεθα κατά την σήμερον της ξηρανθείσης συκής. Διότι οι θείοι Ευαγγελισταί, ο Ματθαίος δηλαδή και ο Μάρκος, μετά την διήγησιν των Βαΐων, επιφέρουσιν αμέσως την περί ταύτης διήγησιν. Και ο μεν Ματθαίος λέγει περί αυτής· «Πρωΐας δε επανάγων εις την πόλιν επείνασε· και ιδών συκήν μίαν επί της οδού, ήλθεν επ’ αυτήν, και ουδέν εύρεν εν αυτή ει μη φύλλα μόνον, και λέγει αυτή· μηκέτι εκ σου καρπός γένηται εις τον αιώνα. Και εξηράνθη παραχρήμα η συκή» (Ματθ. κα: 18 – 19). Ο δε Μάρκος λέγει· «Και τη επαύριον εξελθόντων αυτών από Βηθανίας επείνασε· και ιδών συκήν από μακρόθεν έχουσαν φύλλα, ήλθε ει άρα τι ευρήσει εν αυτή· και ελθών επ’ αυτήν, ουδέν εύρεν ει μη φύλλα· ου γαρ ην καιρός σύκων. Και αποκριθείς (ο Ιησούς) είπεν αυτή· Μηκέτι εκ σου εις τον αιώνα μηδείς καρπόν φάγει» (Μάρκ. ια: 12 – 14). Συκή ενταύθα εννοείται η συναγωγή των Ιουδαίων, εις την οποίαν ελθών ο Σωτήρ και μη ευρών εν αυτή τον πρέποντα καρπόν, ειμή μόνον την σκιάν του νόμου, απέσυρε και ταύτην την σκιάν απ’ αυτής και παντάπασιν αργήν την κατέστησεν. Εάν δε τις ήθελεν ερωτήσει, διατί το άψυχον ξύλον, όπερ δεν έπταισεν εις τίποτε, έλαβε την κατάραν και εξηράνθη; Ας μάθη ο τοιούτος, ότι οι Εβραίοι, βλέποντες ότι ο Χριστός πάντοτε ευεργεσίας έκαμνε και εις κανένα δεν έκαμεν ουδέ το παραμικρόν λυπηρόν, ενόμιζον ότι μόνον ευεργετικήν δύναμιν έχει, ουχί δε και τιμωρητικήν· ων δε φιλάνθρωπος ο Δεσπότης, δεν ηθέλησε να δείξη με το έργον επάνω εις άνθρωπον, ότι δύναται και να τιμωρήση. Όθεν δια να δείξη εις τον αχάριστον λαόν, ότι και δύναμιν έχει αρκετήν εις τιμωρίαν, δια τούτο εις άψυχον και αναίσθητον φύσιν την τιμωρίαν εργάζεται. Εν ταυτώ δε και έτερος απόκρυφος λόγος υπάρχει, υπό σοφών γερόντων παραδοθείς εις ημάς, καθώς λέγει ο Πηλουσιώτης Ισίδωρος· ότι δηλαδή το ξύλον εκείνο της παραβάσεως ήτο η συκή, της οποίας τα φύλλα οι παραβάντες την εντολήν εις σκέπην μετεχειρίσθησαν. Όθεν επειδή τότε δεν την είχε καταρασθή, την κατηράσθη τώρα φιλανθρώπως ο Κύριος, ίνα μηδέποτε πλέον αποφέρη καρπόν, αίτιον της αμαρτίας. Ότι δε η αμαρτία έχει ομοιότητα τινά με την συκήν, τούτο είναι φανερόν· διότι και το γλυκύ της ηδονής έχει και το κολλητικόν της αμαρτίας· και το τραχύ και κεντητικόν της συνειδήσεως, μετά την πράξιν της αμαρτίας. Έταξαν δε ενταύθα οι θείοι Πατέρες την ιστορίαν της συκής δια κατάνυξιν, καθώς έταξαν και την μνήμην του Ιωσήφ, διότι έχει τον τύπον του Χριστού. Αλλά και πάσα ψυχή, ήτις είναι άμοιρος και έρημος από κάθε πνευματικόν αγαθόν συκή λέγεται, εις την οποίαν, πρωΐας, ήτοι εις την παρούσαν ζωήν, μη ευρίσκων ο Κύριος ανάπαυσιν εις αυτήν, την καταράται και την ξηραίνει και την καταδικάζει εις το πυρ το αιώνιον. Εγένετο δε η της συκής ιστορία κατά την ιθ΄ (19ην) Μαρτίου, ήτοι την επομένην της ενδόξου Αυτού εισόδου εις Ιεροσόλυμα, την οποίαν εωρτάσαμεν χθες.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :ΤΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ.
Τη αγία και μεγάλη Τρίτη, της των Δέκα Παρθένων παραβολής της εκ του Ιερού Ευαγγελίου μνείαν ποιούμεθα.
Της των Δέκα Παρθένων παραβολής την ανάμνησιν ποιούμεθα σήμερον, την οποίαν ομού και με άλλας ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, αναβαίων εις τα Ιεροσόλυμα και επί το Πάθος ερχόμενος, είπε προς τους ιδίους Αυτού Μαθητάς. Είναι δε αύται εκείναι, τας οποίας και προς τους Ιουδαίους απέτεινε. Είπε δε την παραβολήν ταύτην των Δέκα Παρθένων ο Κύριος, ίνα εις ελεημοσύνην προτρέψη τους Αυτόν πιστεύοντας ομού δε και ίνα διδάξη, ότι πρέπει να είμεθα έτοιμοι πριν ή έλθη το τέλος. Επειδή δε πολλά περί παρθενίας και περί παρθένων είπε προς αυτούς και επειδή η παρθενία πολλήν την δόξαν έχει (διότι μέγα αληθώς κατόρθωμα είναι), δια τούτο και ίνα μη τις το έργον τούτο κατορθών, αμελή των άλλων αρετών και μάλιστα της ελεημοσύνης, δι’ ης η λαμπάς της παρθενίας φαιδρύνεται, προβάλλει εις ημάς δια του ιερού Αυτού Ευαγγελίου την παραβολήν ταύτην των Δέκα Παρθένων. Και τας μεν πρώτας πέντε αναγορεύει φρονίμους, διότι ομού μετά της παρθενίας είχον πολύ και δαψιλές το της ελεημοσύνης έλαιον· τας δε άλλας πέντε ονομάζει μωράς, διότι αν και αυταί ειργάζοντο την παρθενίαν, όμως δεν είχον και την ελεημοσύνην ανάλογον. Δια τούτο δε και μωράς τας ονομάζει, διότι το μέγιστον κατορθώσασαι, του μικροτέρου ημέλησαν και ουδέν των πορνών διέφερον. Διότι εκείναι μεν ενικήθησαν από το σώμα, αύται δε από τα χρήματα. Ενώ λοιπόν η νυξ του παρόντος βίου διέτρεχεν, ενύσταξαν πάσαι αι Παρθέναι, δηλαδή απέθανον· διότι ύπνος ο θάνατος λέγεται. Καθ’ ον δε χρόνον εκοιμώντο, ηκούσθη περί τα μέσα της νυκτός κραυγή φοβερά λέγουσα· «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται, εξέρχεσθε εις απάντησιν αυτού» (Ματθ. κε: 6). Τότε αι μεν φρόνιμοι το έλαιον της ευσπλαγχνίας προβάλλουσαι και των θυρών αναπετασθεισών συνεισήλθον μετά του Νυμφίου εις την χαράν την αιώνιον. Αι δε μωραί, μη έχουσαι ητοιμασμένον το έλαιον της ευσπλαγχνίας αφ’ ότου έζων, εζήτουν αυτό μετά τον θάνατον. Αλλ’ αι φρόνιμοι, βουλόμεναι μεν να δώσουν, μη δυνάμεναι δε, απεκρίθησαν προς αυτάς πριν εισέλθουν εις τον Νυμφώνα λέγουσαι· «Δεν δυνάμεθα να σας δώσωμεν, διότι βλέπομεν, ότι δεν είναι δυνατόν το ιδικόν μας έλαιον να φθάση και δι’ ημάς και δια σας». Δεν δύναται δηλαδή να σωθή τις με την ξένην ελεημοσύνην. «Υπάγετε δε μάλλον εις τους πωλούντας, δηλαδή τους πένητας, και αγοράσατε». Τούτο όμως δεν ήτο εύκολον, διότι μετά τον θάνατον δεν είναι δυνατόν ούτε να δώση τις, ούτε να λάβη ελεημοσύνην, όπως τούτο και από την παραβολήν του Πλουσίου και του Λαζάρου φαίνεται. Αλλ’ αι μωραί εις το σκότος ευρισκόμεναι εκτύπων τας θύρας και εβόων εν τη απελπισία των λέγουσαι· «Κύριε, Κύριε, άνοιξον ημίν». Τότε ο Κύριος δίδει ο ίδιος αυτοπροσώπως την φρικτήν εκείνην απόφασιν λέγων: «Αμήν λέγω υμίν, ουκ οίδα υμάς». Απέλθετε απ’ εμού, δεν σας γνωρίζω, διότι πως είναι δυνατόν να ίδετε τον Νυμφίον μη έχουσαι προίκα την ελεημοσύνην; Δια τούτον λοιπόν τον λόγον ετάχθη ενταύθα παρά των Θεοφόρων Πατέρων η ανάμνησις της παραβολής των Δέκα Παρθένων, διδάσκουσα ημάς, ότι πρέπει να είμεθα πάντοτε εν εγρηγόρσει και έτοιμοι προς υπάντησιν του αληθινού Νυμφίου Χριστού, δια των αγαθών πράξεων και δη της ελεημοσύνης. Διότι άδηλος είναι εις ημάς η ημέρα και η ώρα του τέλους. Δια τον σκοπόν λοιπόν τούτον οι Άγιοι Πατέρες έταξαν ενταύθα την ενθύμησιν της παραβολής των Δέκα Παρθένων, όπως κατά την χθες έταξαν την διήγησιν της του Ιωσήφ σωφροσύνης και την περί της συκής ακαρπίαν, ίνα παρακινήσωσιν ημάς προς απόκτησιν καρπών πνευματικών. Συμπληρώνει δε εκείνας η σημερινή παραβολή διδάσκουσα, ότι δεν αρκεί να εργάζεται τις μίαν μόνην αρετήν τας δε λοιπάς να καταφρονή. Διότι αν και το μεγαλύτερον και δυσκολώτερον κατορθώση, το οποίον είναι η παρθενία, τα δε άλλα καταφρονήση και μάλιστα την ελεημοσύνην, δεν θέλει εισέλθει ομού μετά του Χριστού εις την αιώνιον ανάπαυσιν, αλλά θέλει υποστρέψει κατησχυμμένος. Διότι ουδέν έτερον είναι τόσον ανιαρώτερον και αισχύνης πεπληρωμένον, όσον το να βλέπη τις την παρθενίαν νικωμένην υπό των χρημάτων.
Της των Δέκα Παρθένων παραβολής την ανάμνησιν ποιούμεθα σήμερον, την οποίαν ομού και με άλλας ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, αναβαίων εις τα Ιεροσόλυμα και επί το Πάθος ερχόμενος, είπε προς τους ιδίους Αυτού Μαθητάς. Είναι δε αύται εκείναι, τας οποίας και προς τους Ιουδαίους απέτεινε. Είπε δε την παραβολήν ταύτην των Δέκα Παρθένων ο Κύριος, ίνα εις ελεημοσύνην προτρέψη τους Αυτόν πιστεύοντας ομού δε και ίνα διδάξη, ότι πρέπει να είμεθα έτοιμοι πριν ή έλθη το τέλος. Επειδή δε πολλά περί παρθενίας και περί παρθένων είπε προς αυτούς και επειδή η παρθενία πολλήν την δόξαν έχει (διότι μέγα αληθώς κατόρθωμα είναι), δια τούτο και ίνα μη τις το έργον τούτο κατορθών, αμελή των άλλων αρετών και μάλιστα της ελεημοσύνης, δι’ ης η λαμπάς της παρθενίας φαιδρύνεται, προβάλλει εις ημάς δια του ιερού Αυτού Ευαγγελίου την παραβολήν ταύτην των Δέκα Παρθένων. Και τας μεν πρώτας πέντε αναγορεύει φρονίμους, διότι ομού μετά της παρθενίας είχον πολύ και δαψιλές το της ελεημοσύνης έλαιον· τας δε άλλας πέντε ονομάζει μωράς, διότι αν και αυταί ειργάζοντο την παρθενίαν, όμως δεν είχον και την ελεημοσύνην ανάλογον. Δια τούτο δε και μωράς τας ονομάζει, διότι το μέγιστον κατορθώσασαι, του μικροτέρου ημέλησαν και ουδέν των πορνών διέφερον. Διότι εκείναι μεν ενικήθησαν από το σώμα, αύται δε από τα χρήματα. Ενώ λοιπόν η νυξ του παρόντος βίου διέτρεχεν, ενύσταξαν πάσαι αι Παρθέναι, δηλαδή απέθανον· διότι ύπνος ο θάνατος λέγεται. Καθ’ ον δε χρόνον εκοιμώντο, ηκούσθη περί τα μέσα της νυκτός κραυγή φοβερά λέγουσα· «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται, εξέρχεσθε εις απάντησιν αυτού» (Ματθ. κε: 6). Τότε αι μεν φρόνιμοι το έλαιον της ευσπλαγχνίας προβάλλουσαι και των θυρών αναπετασθεισών συνεισήλθον μετά του Νυμφίου εις την χαράν την αιώνιον. Αι δε μωραί, μη έχουσαι ητοιμασμένον το έλαιον της ευσπλαγχνίας αφ’ ότου έζων, εζήτουν αυτό μετά τον θάνατον. Αλλ’ αι φρόνιμοι, βουλόμεναι μεν να δώσουν, μη δυνάμεναι δε, απεκρίθησαν προς αυτάς πριν εισέλθουν εις τον Νυμφώνα λέγουσαι· «Δεν δυνάμεθα να σας δώσωμεν, διότι βλέπομεν, ότι δεν είναι δυνατόν το ιδικόν μας έλαιον να φθάση και δι’ ημάς και δια σας». Δεν δύναται δηλαδή να σωθή τις με την ξένην ελεημοσύνην. «Υπάγετε δε μάλλον εις τους πωλούντας, δηλαδή τους πένητας, και αγοράσατε». Τούτο όμως δεν ήτο εύκολον, διότι μετά τον θάνατον δεν είναι δυνατόν ούτε να δώση τις, ούτε να λάβη ελεημοσύνην, όπως τούτο και από την παραβολήν του Πλουσίου και του Λαζάρου φαίνεται. Αλλ’ αι μωραί εις το σκότος ευρισκόμεναι εκτύπων τας θύρας και εβόων εν τη απελπισία των λέγουσαι· «Κύριε, Κύριε, άνοιξον ημίν». Τότε ο Κύριος δίδει ο ίδιος αυτοπροσώπως την φρικτήν εκείνην απόφασιν λέγων: «Αμήν λέγω υμίν, ουκ οίδα υμάς». Απέλθετε απ’ εμού, δεν σας γνωρίζω, διότι πως είναι δυνατόν να ίδετε τον Νυμφίον μη έχουσαι προίκα την ελεημοσύνην; Δια τούτον λοιπόν τον λόγον ετάχθη ενταύθα παρά των Θεοφόρων Πατέρων η ανάμνησις της παραβολής των Δέκα Παρθένων, διδάσκουσα ημάς, ότι πρέπει να είμεθα πάντοτε εν εγρηγόρσει και έτοιμοι προς υπάντησιν του αληθινού Νυμφίου Χριστού, δια των αγαθών πράξεων και δη της ελεημοσύνης. Διότι άδηλος είναι εις ημάς η ημέρα και η ώρα του τέλους. Δια τον σκοπόν λοιπόν τούτον οι Άγιοι Πατέρες έταξαν ενταύθα την ενθύμησιν της παραβολής των Δέκα Παρθένων, όπως κατά την χθες έταξαν την διήγησιν της του Ιωσήφ σωφροσύνης και την περί της συκής ακαρπίαν, ίνα παρακινήσωσιν ημάς προς απόκτησιν καρπών πνευματικών. Συμπληρώνει δε εκείνας η σημερινή παραβολή διδάσκουσα, ότι δεν αρκεί να εργάζεται τις μίαν μόνην αρετήν τας δε λοιπάς να καταφρονή. Διότι αν και το μεγαλύτερον και δυσκολώτερον κατορθώση, το οποίον είναι η παρθενία, τα δε άλλα καταφρονήση και μάλιστα την ελεημοσύνην, δεν θέλει εισέλθει ομού μετά του Χριστού εις την αιώνιον ανάπαυσιν, αλλά θέλει υποστρέψει κατησχυμμένος. Διότι ουδέν έτερον είναι τόσον ανιαρώτερον και αισχύνης πεπληρωμένον, όσον το να βλέπη τις την παρθενίαν νικωμένην υπό των χρημάτων.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :ΤΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
Τη Αγία και Μεγάλη Τετάρτη, της Αλειψάσης τον Κύριον Μύρω Πόρνης γυναικός μνείαν ποιείσθαι οι θειότατοι Πατέρες εθέσπισαν, ότι προ του σωτηρίου Πάθους μικρόν τούτο γέγονε.
Αναβαίνοντος του Κυρίου εις Ιεροσόλυμα και παραγενομένου εν τη οικία του λεπρού Σίμωνος, προσήλθεν Αυτώ πόρνη γυνή και κατέχεεν επί της κεφαλής Αυτού το πολύτιμον εκείνο μύρον. Ετάχθη δε παρά των θεοφόρων Πατέρων, όπως επιτελήται κατά την σήμερον η ανάμνησις του γεγονότος εκείνου, ίνα, κατά τον του Σωτήρος λόγον, απανταχού και εν πάση τη οικουμένη ανακηρύττεται το θερμότατον εκείνης έργον. Πόθεν δε η γυνή αύτη κινηθείσα ήλθε και ήλειψε τον Κύριον με το μύρον; Ασφαλώς διότι είδε το συμπαθές του Σωτήρος Χριστού προς τους αμαρτωλούς και το προς πάντας κοινωνικόν και μάλιστα τώρα, ότε είδεν αυτόν εισελθόντα εις την οικίαν του λεπρού, τον οποίον ακάθαρτον και απηγορευμένον εις κοινωνίαν ορίζει ο νόμος. Διελογίσθη λοιπόν η γυνή, ότι όπως εκείνου την λέπραν υπέμεινεν, ούτω και αυτής θέλει ανεχθή την νόσον της ψυχής. Ανακειμένου λοιπόν του Κυρίου επί του δείπνου, εκχέει η γυνή επί της κορυφής Αυτού το πολύτιμον μύρον, του οποίου η αξία ήτο τριακοσίων δηναρίων. Τούτο ιδόντες οι Μαθηταί, και μάλιστα ο Ιούδας, επετίμησαν την γυναίκα. Αλλ’ ο Κύριος υπερημύνθη αυτής, ίνα μη το καλόν αυτής σκοπόν ανακόψωσιν. Είτα και του ενταφιασμού αυτού μνημονεύει, τον Ιούδαν αποτρέπων της προδοσίας και την γυναίκα τιμής αξιών, το να ανακηρύττεται απανταχού της οικουμένης το χρηστόν ταύτης έργον. Πρέπον δε είναι να γνωρίζωμεν, ότι η γυνή αύτη, η αλείψασα με μύρον τους πόδας του Κυρίου, νομίζεται παρά τινων, ότιμία και η αυτή είναι η παρά πάντων των Ευαγγελιστών αναφερομένη. Δεν είναι όμως ούτω, αλλ’ η υπό μεν των τριών άλλων Ευαγγελιστών, καθώς λέγει ο θείος Χρυσόστομος, μία και η αυτή είναι, ήτις και πόρνη αποκαλείται, η δε υπό του Ιωάννου αναφερομένη δεν είναι η ιδία, αλλ’ ετέρα τις θαυμαστή και βίον έχουσα σεμνόν, Μαρία η αδελφή του Λαζάρου, ήτις εάν ήτο πόρνη, δεν θα ηγαπάτο υπό του Χριστού. Εκ τούτων λοιπόν των γυναικών, η μεν Μαρία προ εξ ημερών του Πάσχα, εν τη κατά την Βηθανίαν οικία αυτής και επί δείπνου ανακειμένου του Κυρίου, την του μύρου χρίσιν ενήργησε και επί των ωραίων ποδών του Ιησού τούτο εξέχεε και δια των τριχών της κεφαλής αυτής τούτους εσπόγγισεν, ένεκεν του υπερβολικού σεβασμού και της αγάπης, την οποίαν έτρεφε προς τον Κύριον. Προσέφερε δε τούτο ως εις Θεόν ήξιζεν, διότι εγνώριζεν επακριβώς, ότι και εις τας θυσίας έλαιον προσεφέρετο εις τον Θεόν και οι Ιερείς δια μύρου εχρίοντο και ο Ιακώβ το πάλαι ήλειψε στήλην και προσέφερε ταύτην εις τον Θεόν. Προσήγαγε λοιπόν και η Μαρία το μύρον και ήλειψε δι’ αυτού τους πόδας του Κυρίου, τιμώσα ούτως αξίως ως Θεός τον Διδάσκαλον, εις ανταπόδοσιν της αναζωώσεως του αδελφού αυτής Λαζάρου. Δια τούτο ουδέ και μισθός επαγγέλεται εις αυτήν· τότε δε και μόνος ο Ιούδας γογγύζει, ως φιλοχρήματος. Η δε άλλη γυνή, η πόρνη δηλαδή, προ δύο ημερών του Πάσχα, εν τη αυτή Βηθανία έτι όντος το Κυρίου και εις την οικίαν του λεπρού Σίμωνος ευρισκομένου, επί δείπνου και τότε ανακειμένου, το πολύτιμον εκείνο μύρον επί της κεφαλής καταχέει, ως ο ιερός Ματθαίος και ο Μάρκος ιστόρησαν. Επί ταύτη δε τη πόρνη και οι Μαθηταί αγανακτούσι, επειδή δεν εδόθη η αξία αυτού εις τους πτωχούς, γνωρίζοντες καλώς την προς ελεημοσύνην σπουδήν του Κυρίου, εις ταύτην δε και μισθός εδόθη, το να διακηρυχθή απανταχού της οικουμένης το καλόν αυτής έργον. Οι μεν λοιπόν μίαν θεωρούσιν την γυναίκα ταύτην την και υπό των τεσσάρων Ευαγγελιστών αναφερομένην, ο δε Χρυσορρήμων Ιωάννης δύο θεωρεί ταύτας, ως ανωτέρω είπομεν. Είναι όμως και άλλοι, οι οποίοι λέγουν ότι τρεις ήσαν αύται. Δύο μεν, τας προειρημένας, του Πάθους του Κυρίου πλησιάζοντος, τρίτην δε άλλην προ τούτων, μάλλον δε πρώτην, περί τα μέσα του ευαγγελικού κηρύγματος τούτο πράξασαν, η οποία και πόρνη και αμαρτωλός ήτο. Εντός δε της οικίας ουχί του λεπρού, αλλά του Φαρισαίου Σίμωνος επί των ποδών του Χριστού μόνον και αυτή το μύρον εκχέουσα, ότε και μόνος ο Φαρισαίος εσκανδαλίσθη. Εις αυτήν δε και μισθόν ο Σωτήρ, την άφεσιν των αμαρτημάτων, δωρείται. Περί δε ταύτης μόνον ο θείος Λουκάς εις το κατ’ αυτόν Ευαγγέλιον περί τα μέσα, ως είπομεν, ιστορεί. Διότι και μετά την διήγησιν περί της πόρνης εκείνης, ευθύς επιφέρει λέγων· «Και εγένετο εν τω καθεξής, και αυτός διώδευε κατά πόλιν και κώμην, κηρύσσων και ευαγγελιζόμενος την Βασιλείαν του Θεού» (Λουκ. η: 1), εξ ων δείκνυται, ότι ουχί εν τω καιρώ του Πάθους τούτο εγένετο. Φαίνεται λοιπόν και από τον καιρόν, κατά τον οποίον η χρήσις του μύρου εγένετο και από των υποδεξαμένων τον Κύριον προσώπων και από του τόπου και των οικιών, ακόμη δε και από τον τρόπον της χρίσεως του μύρου, ότι τρεις ήσαν οι γυναίκες αύται· δύο μεν αι πόρναι, η δε Τρίτη Μαρία, η του Λαζάρου αδελφή, εγκωμιαζομένη δια τον ενάρετον αυτής βίον. Και άλλη μεν οικία είναι η του Φαρισαίου Σίμωνος, άλλη δε η του λεπρού Σίμωνος εν τη Βηθανία και άλλη πάλιν οικία Μαρίας και Μάρθας, των αδελφών του Λαζάρου, εις την αυτήν πόλιν της Βηθανίας. Ώστε εκ τούτων συμπεραίνεται, ότι και δύο δείπνα εγένοντο εις τον Χριστόν εις την Βηθανίαν. Το μεν εν προ έξ ημερών του Πάσχα εις την οικίαν του Λαζάρου, όταν συνέτρωγε με Αυτόν και ο Λάζαρος, ως αναφέρει ο της βροντής υιός, γράφων ούτω· «Ο ουν Ιησούς προ εξ ημερών του Πάσχα ήλθεν εις Βηθανίαν, όπου ην Λάζαρος ο τεθνηκώς, ον ήγειρεν εκ νεκρών. Εποίησαν ουν αυτώ δείπνον εκεί, και η Μάρθα διηκόνει· ο δε Λάζαρος εις ην των ανακειμένων συν αυτώ. Η ουν Μαρία, λαβούσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικής πολυτίμου, ήλειψε τους πόδας του Ιησού και εξέμαξε ταις θριξίν αυτής τους πόδας αυτού» (Ιωάν. ιβ: 1 – 3). Το δε άλλο δείπνον εγένετο εις Αυτόν προ δύο ημερών του Πάσχα, ευρισκομένου ακόμη του Χριστού εις Βηθανίαν, εις την οικίαν Σίμωνος του λεπρού, όταν και η πόρνη προσήλθεν εις Αυτόν και εξέχεε το πολύτιμον μύρον, ως γράφει ο ιερός Ματθαίος, ότι ο Χριστός παρήγγειλεν εις τους Μαθητάς Αυτού λέγων· «Οίδατε, ότι μετά δύο ημέρας το Πάσχα γίνεται» (Ματθ. κστ: 2), και μετ’ ολίγον πάλιν ο αυτός Ευαγγελιστής επιφέρει· «Του δε Ιησού γενομένου εν Βηθανία εν οικία Σίμωνος του λεπρού, προσήλθεν αυτώ γυνή, αλάβαστρον μύρου έχουσα βαρυτίμου, και κατέχεεν επί την κεφαλήν Αυτού ανακειμένου» (Ματθ. κστ: 6 – 7). Μετά του ιερού Ματθαίου συμφωνεί και ο θείος Μάρκος λέγων. «Ην δε το Πάσχα και τα άζυμα μετά δύο ημέρας… και όντος αυτού εν Βηθανία εν τη οικία Σίμωνος του λεπρού, κατακειμένου αυτού, ήλθε γυνή…» (Μάρκ. ιδ: 1,3). Εκ τούτων λοιπόν σαφώς φαίνεται, ότι οι υποστηρίζοντες και λέγοντες, ότι μία και η αυτή γυνή είναι η αναφερομένη και υπό των τεσσάρων Ευαγγελιστών, η αλείψασα τον Κύριον με μύρον, εις δε και ο αυτός ο Σίμων ο λεπρός και ο Σίμων ο Φαρισαίος, τον οποίον και πατέρα είναι του τε Λαζάρου και των αδελφών αυτού Μαρίας και Μάρθας υποστηρίζοντες και ένα δείπνον και τον αυτόν, εις την αυτήν και μίαν οικίαν αυτού, την εν Βηθανία, παρά τω οποίω Σίμωνι και το ανώγαιον το εστρωμένον ητοιμάσθη και τον Μυστικόν εποίησεν Δείπνον ο Κύριος, δεν νομίζουν καλώς. Διότι τα μεν δύο ταύτα δείπνα, εκτός των Ιεροσολύμων εν Βηθανία εγένοντο ευρισκομένου του Χριστού, προ εξ και προ δύο ως είπομεν ημερών του νομικού Πάσχα, όταν και αι γυναίκες τα μύρα διαφόρως προσήγαγον εις τον Χριστόν. Ο δε Μυστικός Δείπνος και το εστρωμένον ανώγαιον εντός της πόλεως Ιερουσαλήμ ηυτρεπίσθησαν, προ μιας ημέρας του νομικού Πάσχα και του Πάθους του Χριστού. Και άλλοι μεν λέγουν, ότι εν τη οικία αγνώστου τινός ανθρώπου τούτο εγένετο, άλλοι δε εις την οικίαν του επιστηθίου και μαθητού Ιωάννου, εις την αγίαν Σιών, ένθα και οι Μαθηταί, δια τον φόβον των Ιουδαίων, ήσαν κρυπτόμενοι και ένθα και η του Αποστόλου Θωμά εγένετο ψηλάφησις μετά την Ανάστασιν και η του Αγίου Πνεύματος επιφοίτησις, κατά την Αγίαν Πεντηκοστήν και άλλα τινά των απορρήτων ετελέσθησαν. Δια τούτο λοιπόν, το υπό του Χρυσορρήμονος λεγόμενον φαίνεται να είναι το αληθέστερον και μάλλον ακριβέστερον, ήτοι ότι δύο γυναίκες ήσαν αύται, περί ων γράφουσιν και οι τρεις Ευαγγελισταί. Μία μεν η εκχέασα το μύρον εις την κεφαλήν του Χριστού, άλλη δε η υπό του Αγίου Ιωάννου αναφερομένη Μαρία, η αδελφή του Λαζάρου, η προσαγαγούσα το μύρον εις τους θείους πόδας του Χριστού και εις τούτους τούτο επιχέασα. Και άλλα μεν είναι τα εν τη Βηθανία δείπνα, έτερον δε το μυστικόν. Τούτο δε φανερόν γίνεται και εκ της περιγραφής των Ευαγγελιστών, κατά τους οποίους, μετά την διήγησιν της πόρνης ταύτης, φαίνεται αποστέλλων ο Σωτήρ τους Μαθητάς εις την πόλιν δια να ετοιμάσουν το Πάσχα, λέγων προς αυτούς, καθώς λέγει ο Ματθαίος· «Υπάγετε εις την πόλιν προς τον δείνα και είπατε αυτώ· ο Διδάσκαλος λέγει, ο καιρός μου εγγύς εστι· προς σε ποιώ το Πάσχα μετά των μαθητών μου» (Ματθ. κστ: 18), ή καθώς λέγει ο Μάρκος: «Υπάγετε εις την πόλιν και απαντήσει υμίν άνθρωπος κεράμιον ύδατος βαστάζων… και αυτός υμίν δείξει ανώγαιον μέγα εστρωμένον έτοιμον· εκεί ετοιμάσατε ημίν» (Μάρ. Ιδ: 13, 15). Απελθόντες δε οι Μαθηταί εύρων καθώς είπεν εις αυτούς ο Ιησούς και ητοίμασαν δια το Πάσχα, το νομικόν δηλαδή, επί θύραις τότε υπάρχον. Έπειτα και Δείπνου γενομένου, του Μυστικού δηλαδή και του θείου Νιπτήρος εν τω μεταξύ ενεργηθέντος, αύθις αναπεσών, το ημέτερον παραδίδει Πάσχα. Και ταύτα μεν ούτως. Ο δε θεσπέσιος Ιωάννης, προς δε και ο Μάρκος, οι θείοι Ευαγγελισταί και το του μύρου είδος προσέθηκαν , πιστικόν τούτο κατονομάσαντες και πολύτιμον, προσδιορίζοντες την αξίαν αυτού υπέρ τα τριακόσια δηνάρια. Συνηθίζουσι δε πιστικόν να ονομάζουν το και άδολον και καταπιστευμένον εις καθαρότητα. Ίσως δε να είναι και προσηγορία τις τούτο του αρίστου και πρώτου μύρου. Προσθέτει δε ο Μάρκος, όστις και αλάβαστρον το δοχείον, το οποίον περιείχε τούτο, ονομάζει, ότι και το άγγος (λαιμόν) συνέτριψεν υπό της σπουδής η γυνή, καθότι ήτο στενοπόρος. Είναι δε τούτο αγγείον υέλινον, ως λέγει ο ιερός Επιφάνιος, άνευ λαβής κατεσκευασμένον, όπερ και βυκίον λέγεται. Ήτο δε το μύρον εκείνο κατεσκευασμένον εκ διαφόρων αρωμάτων, κατ’ εξοχήν δε εκ τούτων: σμύρνης, άνθους κινναμώμου ευώδους, ίριδος, καλάμου αρωματικού και ελαίου.
Αναβαίνοντος του Κυρίου εις Ιεροσόλυμα και παραγενομένου εν τη οικία του λεπρού Σίμωνος, προσήλθεν Αυτώ πόρνη γυνή και κατέχεεν επί της κεφαλής Αυτού το πολύτιμον εκείνο μύρον. Ετάχθη δε παρά των θεοφόρων Πατέρων, όπως επιτελήται κατά την σήμερον η ανάμνησις του γεγονότος εκείνου, ίνα, κατά τον του Σωτήρος λόγον, απανταχού και εν πάση τη οικουμένη ανακηρύττεται το θερμότατον εκείνης έργον. Πόθεν δε η γυνή αύτη κινηθείσα ήλθε και ήλειψε τον Κύριον με το μύρον; Ασφαλώς διότι είδε το συμπαθές του Σωτήρος Χριστού προς τους αμαρτωλούς και το προς πάντας κοινωνικόν και μάλιστα τώρα, ότε είδεν αυτόν εισελθόντα εις την οικίαν του λεπρού, τον οποίον ακάθαρτον και απηγορευμένον εις κοινωνίαν ορίζει ο νόμος. Διελογίσθη λοιπόν η γυνή, ότι όπως εκείνου την λέπραν υπέμεινεν, ούτω και αυτής θέλει ανεχθή την νόσον της ψυχής. Ανακειμένου λοιπόν του Κυρίου επί του δείπνου, εκχέει η γυνή επί της κορυφής Αυτού το πολύτιμον μύρον, του οποίου η αξία ήτο τριακοσίων δηναρίων. Τούτο ιδόντες οι Μαθηταί, και μάλιστα ο Ιούδας, επετίμησαν την γυναίκα. Αλλ’ ο Κύριος υπερημύνθη αυτής, ίνα μη το καλόν αυτής σκοπόν ανακόψωσιν. Είτα και του ενταφιασμού αυτού μνημονεύει, τον Ιούδαν αποτρέπων της προδοσίας και την γυναίκα τιμής αξιών, το να ανακηρύττεται απανταχού της οικουμένης το χρηστόν ταύτης έργον. Πρέπον δε είναι να γνωρίζωμεν, ότι η γυνή αύτη, η αλείψασα με μύρον τους πόδας του Κυρίου, νομίζεται παρά τινων, ότιμία και η αυτή είναι η παρά πάντων των Ευαγγελιστών αναφερομένη. Δεν είναι όμως ούτω, αλλ’ η υπό μεν των τριών άλλων Ευαγγελιστών, καθώς λέγει ο θείος Χρυσόστομος, μία και η αυτή είναι, ήτις και πόρνη αποκαλείται, η δε υπό του Ιωάννου αναφερομένη δεν είναι η ιδία, αλλ’ ετέρα τις θαυμαστή και βίον έχουσα σεμνόν, Μαρία η αδελφή του Λαζάρου, ήτις εάν ήτο πόρνη, δεν θα ηγαπάτο υπό του Χριστού. Εκ τούτων λοιπόν των γυναικών, η μεν Μαρία προ εξ ημερών του Πάσχα, εν τη κατά την Βηθανίαν οικία αυτής και επί δείπνου ανακειμένου του Κυρίου, την του μύρου χρίσιν ενήργησε και επί των ωραίων ποδών του Ιησού τούτο εξέχεε και δια των τριχών της κεφαλής αυτής τούτους εσπόγγισεν, ένεκεν του υπερβολικού σεβασμού και της αγάπης, την οποίαν έτρεφε προς τον Κύριον. Προσέφερε δε τούτο ως εις Θεόν ήξιζεν, διότι εγνώριζεν επακριβώς, ότι και εις τας θυσίας έλαιον προσεφέρετο εις τον Θεόν και οι Ιερείς δια μύρου εχρίοντο και ο Ιακώβ το πάλαι ήλειψε στήλην και προσέφερε ταύτην εις τον Θεόν. Προσήγαγε λοιπόν και η Μαρία το μύρον και ήλειψε δι’ αυτού τους πόδας του Κυρίου, τιμώσα ούτως αξίως ως Θεός τον Διδάσκαλον, εις ανταπόδοσιν της αναζωώσεως του αδελφού αυτής Λαζάρου. Δια τούτο ουδέ και μισθός επαγγέλεται εις αυτήν· τότε δε και μόνος ο Ιούδας γογγύζει, ως φιλοχρήματος. Η δε άλλη γυνή, η πόρνη δηλαδή, προ δύο ημερών του Πάσχα, εν τη αυτή Βηθανία έτι όντος το Κυρίου και εις την οικίαν του λεπρού Σίμωνος ευρισκομένου, επί δείπνου και τότε ανακειμένου, το πολύτιμον εκείνο μύρον επί της κεφαλής καταχέει, ως ο ιερός Ματθαίος και ο Μάρκος ιστόρησαν. Επί ταύτη δε τη πόρνη και οι Μαθηταί αγανακτούσι, επειδή δεν εδόθη η αξία αυτού εις τους πτωχούς, γνωρίζοντες καλώς την προς ελεημοσύνην σπουδήν του Κυρίου, εις ταύτην δε και μισθός εδόθη, το να διακηρυχθή απανταχού της οικουμένης το καλόν αυτής έργον. Οι μεν λοιπόν μίαν θεωρούσιν την γυναίκα ταύτην την και υπό των τεσσάρων Ευαγγελιστών αναφερομένην, ο δε Χρυσορρήμων Ιωάννης δύο θεωρεί ταύτας, ως ανωτέρω είπομεν. Είναι όμως και άλλοι, οι οποίοι λέγουν ότι τρεις ήσαν αύται. Δύο μεν, τας προειρημένας, του Πάθους του Κυρίου πλησιάζοντος, τρίτην δε άλλην προ τούτων, μάλλον δε πρώτην, περί τα μέσα του ευαγγελικού κηρύγματος τούτο πράξασαν, η οποία και πόρνη και αμαρτωλός ήτο. Εντός δε της οικίας ουχί του λεπρού, αλλά του Φαρισαίου Σίμωνος επί των ποδών του Χριστού μόνον και αυτή το μύρον εκχέουσα, ότε και μόνος ο Φαρισαίος εσκανδαλίσθη. Εις αυτήν δε και μισθόν ο Σωτήρ, την άφεσιν των αμαρτημάτων, δωρείται. Περί δε ταύτης μόνον ο θείος Λουκάς εις το κατ’ αυτόν Ευαγγέλιον περί τα μέσα, ως είπομεν, ιστορεί. Διότι και μετά την διήγησιν περί της πόρνης εκείνης, ευθύς επιφέρει λέγων· «Και εγένετο εν τω καθεξής, και αυτός διώδευε κατά πόλιν και κώμην, κηρύσσων και ευαγγελιζόμενος την Βασιλείαν του Θεού» (Λουκ. η: 1), εξ ων δείκνυται, ότι ουχί εν τω καιρώ του Πάθους τούτο εγένετο. Φαίνεται λοιπόν και από τον καιρόν, κατά τον οποίον η χρήσις του μύρου εγένετο και από των υποδεξαμένων τον Κύριον προσώπων και από του τόπου και των οικιών, ακόμη δε και από τον τρόπον της χρίσεως του μύρου, ότι τρεις ήσαν οι γυναίκες αύται· δύο μεν αι πόρναι, η δε Τρίτη Μαρία, η του Λαζάρου αδελφή, εγκωμιαζομένη δια τον ενάρετον αυτής βίον. Και άλλη μεν οικία είναι η του Φαρισαίου Σίμωνος, άλλη δε η του λεπρού Σίμωνος εν τη Βηθανία και άλλη πάλιν οικία Μαρίας και Μάρθας, των αδελφών του Λαζάρου, εις την αυτήν πόλιν της Βηθανίας. Ώστε εκ τούτων συμπεραίνεται, ότι και δύο δείπνα εγένοντο εις τον Χριστόν εις την Βηθανίαν. Το μεν εν προ έξ ημερών του Πάσχα εις την οικίαν του Λαζάρου, όταν συνέτρωγε με Αυτόν και ο Λάζαρος, ως αναφέρει ο της βροντής υιός, γράφων ούτω· «Ο ουν Ιησούς προ εξ ημερών του Πάσχα ήλθεν εις Βηθανίαν, όπου ην Λάζαρος ο τεθνηκώς, ον ήγειρεν εκ νεκρών. Εποίησαν ουν αυτώ δείπνον εκεί, και η Μάρθα διηκόνει· ο δε Λάζαρος εις ην των ανακειμένων συν αυτώ. Η ουν Μαρία, λαβούσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικής πολυτίμου, ήλειψε τους πόδας του Ιησού και εξέμαξε ταις θριξίν αυτής τους πόδας αυτού» (Ιωάν. ιβ: 1 – 3). Το δε άλλο δείπνον εγένετο εις Αυτόν προ δύο ημερών του Πάσχα, ευρισκομένου ακόμη του Χριστού εις Βηθανίαν, εις την οικίαν Σίμωνος του λεπρού, όταν και η πόρνη προσήλθεν εις Αυτόν και εξέχεε το πολύτιμον μύρον, ως γράφει ο ιερός Ματθαίος, ότι ο Χριστός παρήγγειλεν εις τους Μαθητάς Αυτού λέγων· «Οίδατε, ότι μετά δύο ημέρας το Πάσχα γίνεται» (Ματθ. κστ: 2), και μετ’ ολίγον πάλιν ο αυτός Ευαγγελιστής επιφέρει· «Του δε Ιησού γενομένου εν Βηθανία εν οικία Σίμωνος του λεπρού, προσήλθεν αυτώ γυνή, αλάβαστρον μύρου έχουσα βαρυτίμου, και κατέχεεν επί την κεφαλήν Αυτού ανακειμένου» (Ματθ. κστ: 6 – 7). Μετά του ιερού Ματθαίου συμφωνεί και ο θείος Μάρκος λέγων. «Ην δε το Πάσχα και τα άζυμα μετά δύο ημέρας… και όντος αυτού εν Βηθανία εν τη οικία Σίμωνος του λεπρού, κατακειμένου αυτού, ήλθε γυνή…» (Μάρκ. ιδ: 1,3). Εκ τούτων λοιπόν σαφώς φαίνεται, ότι οι υποστηρίζοντες και λέγοντες, ότι μία και η αυτή γυνή είναι η αναφερομένη και υπό των τεσσάρων Ευαγγελιστών, η αλείψασα τον Κύριον με μύρον, εις δε και ο αυτός ο Σίμων ο λεπρός και ο Σίμων ο Φαρισαίος, τον οποίον και πατέρα είναι του τε Λαζάρου και των αδελφών αυτού Μαρίας και Μάρθας υποστηρίζοντες και ένα δείπνον και τον αυτόν, εις την αυτήν και μίαν οικίαν αυτού, την εν Βηθανία, παρά τω οποίω Σίμωνι και το ανώγαιον το εστρωμένον ητοιμάσθη και τον Μυστικόν εποίησεν Δείπνον ο Κύριος, δεν νομίζουν καλώς. Διότι τα μεν δύο ταύτα δείπνα, εκτός των Ιεροσολύμων εν Βηθανία εγένοντο ευρισκομένου του Χριστού, προ εξ και προ δύο ως είπομεν ημερών του νομικού Πάσχα, όταν και αι γυναίκες τα μύρα διαφόρως προσήγαγον εις τον Χριστόν. Ο δε Μυστικός Δείπνος και το εστρωμένον ανώγαιον εντός της πόλεως Ιερουσαλήμ ηυτρεπίσθησαν, προ μιας ημέρας του νομικού Πάσχα και του Πάθους του Χριστού. Και άλλοι μεν λέγουν, ότι εν τη οικία αγνώστου τινός ανθρώπου τούτο εγένετο, άλλοι δε εις την οικίαν του επιστηθίου και μαθητού Ιωάννου, εις την αγίαν Σιών, ένθα και οι Μαθηταί, δια τον φόβον των Ιουδαίων, ήσαν κρυπτόμενοι και ένθα και η του Αποστόλου Θωμά εγένετο ψηλάφησις μετά την Ανάστασιν και η του Αγίου Πνεύματος επιφοίτησις, κατά την Αγίαν Πεντηκοστήν και άλλα τινά των απορρήτων ετελέσθησαν. Δια τούτο λοιπόν, το υπό του Χρυσορρήμονος λεγόμενον φαίνεται να είναι το αληθέστερον και μάλλον ακριβέστερον, ήτοι ότι δύο γυναίκες ήσαν αύται, περί ων γράφουσιν και οι τρεις Ευαγγελισταί. Μία μεν η εκχέασα το μύρον εις την κεφαλήν του Χριστού, άλλη δε η υπό του Αγίου Ιωάννου αναφερομένη Μαρία, η αδελφή του Λαζάρου, η προσαγαγούσα το μύρον εις τους θείους πόδας του Χριστού και εις τούτους τούτο επιχέασα. Και άλλα μεν είναι τα εν τη Βηθανία δείπνα, έτερον δε το μυστικόν. Τούτο δε φανερόν γίνεται και εκ της περιγραφής των Ευαγγελιστών, κατά τους οποίους, μετά την διήγησιν της πόρνης ταύτης, φαίνεται αποστέλλων ο Σωτήρ τους Μαθητάς εις την πόλιν δια να ετοιμάσουν το Πάσχα, λέγων προς αυτούς, καθώς λέγει ο Ματθαίος· «Υπάγετε εις την πόλιν προς τον δείνα και είπατε αυτώ· ο Διδάσκαλος λέγει, ο καιρός μου εγγύς εστι· προς σε ποιώ το Πάσχα μετά των μαθητών μου» (Ματθ. κστ: 18), ή καθώς λέγει ο Μάρκος: «Υπάγετε εις την πόλιν και απαντήσει υμίν άνθρωπος κεράμιον ύδατος βαστάζων… και αυτός υμίν δείξει ανώγαιον μέγα εστρωμένον έτοιμον· εκεί ετοιμάσατε ημίν» (Μάρ. Ιδ: 13, 15). Απελθόντες δε οι Μαθηταί εύρων καθώς είπεν εις αυτούς ο Ιησούς και ητοίμασαν δια το Πάσχα, το νομικόν δηλαδή, επί θύραις τότε υπάρχον. Έπειτα και Δείπνου γενομένου, του Μυστικού δηλαδή και του θείου Νιπτήρος εν τω μεταξύ ενεργηθέντος, αύθις αναπεσών, το ημέτερον παραδίδει Πάσχα. Και ταύτα μεν ούτως. Ο δε θεσπέσιος Ιωάννης, προς δε και ο Μάρκος, οι θείοι Ευαγγελισταί και το του μύρου είδος προσέθηκαν , πιστικόν τούτο κατονομάσαντες και πολύτιμον, προσδιορίζοντες την αξίαν αυτού υπέρ τα τριακόσια δηνάρια. Συνηθίζουσι δε πιστικόν να ονομάζουν το και άδολον και καταπιστευμένον εις καθαρότητα. Ίσως δε να είναι και προσηγορία τις τούτο του αρίστου και πρώτου μύρου. Προσθέτει δε ο Μάρκος, όστις και αλάβαστρον το δοχείον, το οποίον περιείχε τούτο, ονομάζει, ότι και το άγγος (λαιμόν) συνέτριψεν υπό της σπουδής η γυνή, καθότι ήτο στενοπόρος. Είναι δε τούτο αγγείον υέλινον, ως λέγει ο ιερός Επιφάνιος, άνευ λαβής κατεσκευασμένον, όπερ και βυκίον λέγεται. Ήτο δε το μύρον εκείνο κατεσκευασμένον εκ διαφόρων αρωμάτων, κατ’ εξοχήν δε εκ τούτων: σμύρνης, άνθους κινναμώμου ευώδους, ίριδος, καλάμου αρωματικού και ελαίου.