Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Απάντηση
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3145
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Β΄ (2α) Απριλίου, ο Όσιος ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ, ο εν τω κόλπω της Νικομηδείας ασκήσας εν έτει ασμ΄ (1240), εν

Δημοσίευση από silver »

Τη Β΄ (2α) Απριλίου, ο Όσιος ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ, ο εν τω κόλπω της Νικομηδείας ασκήσας εν έτει ασμ΄ (1240), εν ειρήνη τελειούται.

Γρηγόριος, ο Θεοφόρος Πατήρ ημών, κατήγετο από τα μέρη της Βιθυνίας· οι γονείς του ήσαν ευσεβείς και περιφανείς, ευγενείς μεν κατά το γένος, ευγενέστεροι δε κατά την γνώμην και την αρετήν. Ανατραφείς δε ούτος από τοιούτους γονείς, δεν επρόσεχεν εις τα παιχνίδια των παιδίων, εις τα οποία χαίρεται η νεότης, αλλ’ είχεν ως απασχόλησίν του διαρκή τους θείους λόγους των Γραφών. Όμως δεν εστάθη έως εδώ, αλλά ηθέλησε να μάθη και τα Ελληνικά μαθήματα και να προτιμήση εκ τούτων ό,τι εύρη καθαρόν από κακίαν. Όθεν, με την φυσικήν οξύτητα του νοός του και με την μελέτην και άσκησιν, εις ολίγον καιρόν έμαθεν όλα τα καλά και ωφέλιμα μαθήματα, δια να ημπορή με αυτά να μη συλλαμβάνεται από τας παγίδας και τα σοφίσματα των εναντίων εις την Ορθοδοξίαν, αντιθέτως δε να δύναται να πολεμή αυτούς από μακράν με τα πτερά των λόγων του ή να τους κτυπά με τα άρματα της ελλογίμου γλώσσης του, όταν ήθελε τύχει να συνομιλούν. Επειδή λοιπόν ωφελήθη αρκετά από τα εξωτερικά μαθήματα, ταχέως ήλθεν εις αίσθησιν εαυτού και με το μέσον του εαυτού του, ήλθε και εις αίσθησιν του Θεού. Δια τούτο εζήτει να εύρη διδασκάλους και οδηγούς εις τους αγώνας της αρετής· διότι εγνώριζεν, ότι το να ζη κανείς μόνος, χωρίς να έχη άλλα παραδείγματα, είναι επικίνδυνον και περικλείει πολλάς παγίδας και επιβουλάς του εχθρού· το να ζη δε τις με πολλούς και εμπείρους εις την αρετήν και το να ατενίζη προς αυτούς, ως προς παράδειγμα, παρακινεί πολύ εις τους αγώνας της αρετής και ανάπτων εντός του το πυρ του ζήλου, αυξάνει την προθυμίαν και ούτω αναβαίνει πάντοτε από τα μικρά εις τα μεγαλύτερα και τελειότερα. Δια τούτο μετέβη εις εν από τα καλλίτερα του τότε καιρού Μοναστήρια και ενδυθείς το Σχήμα των Μοναχών επεδόθη καθ΄ολοκληρίαν εις τους πνευματικούς αγώνας. Μανθάνει τον κρυφόν και αόρατον πόλεμον του διαβόλου και δια τίνος τρόπου να μη κτυπάται από αυτόν, αλλά αυτός μόνον να τον κτυπά και να μη πληγώνεται αλλά να πληγώνη. Μανθάνει τας προσβολάς των πονηρών λογισμών, οίτινες ανά πάσαν στιγμήν πολεμούν το ταλαίπωρον γένος των ανθρώπων και ότι εκεί διδάσκονται ποία είναι η ειρήνη του νοός και η φύλαξις των λογισμών και ποίοι από τους λογισμούς είναι ιδικοί μας και ποίοι του εχθρού· ποίοι είναι εκείνοι όπου ενοχλούν και ταράττουν την ακινησίαν και σταθερότητα των λογισμών και με ποίους λογισμούς πρέπει να πολεμή καθ’ εκάστην και ποίους πρέπει να καταφρονή με σοβαρότητα και εις ποίους λογισμούς πρέπει να φέρεται με υψηλόν φρόνημα και ποίους πρέπει να απατά με ύπουλον και ψευδή φιλίαν. Εκεί έμαθε πως να αποτάσσεται και να αποβάλλη τα αισθητά ομού με τας αισθήσεις και τα ωραία χρώματα και τας απαλότητας των σωμάτων και όλα τα ηδέα και τερπνά, με τα οποία κρημνίζεται το ηγεμονικόν του νοός και πλανάται και φαρμακεύεται· έμαθε κανόνας και όρους της ψαλμωδίας· κατάστασιν προσευχής, φυλακήν νοός, μέτρα νηστείας και εγκρατείας και ότι ταύτα, τότε είναι συγκερασμένα, όταν συνοδεύωνται και από την ταπεινοφροσύνην. Ταύτα πάντα συναθροίσας εις τον εαυτόν του ο θείος Γρηγόριος, απέδωσε τριακοντάκις και εξηκοντάκις και εκατοντάκις. Επειδή, ποίον έργον, από τα ανωτέρω αναφερόμενα, δεν έπραξε με ιλαρότητα, ταπεινοφροσύνην και ελευθέραν γνώμην; Ή ποίος άλλος ηδυνήθη να έλθη πλησίον και να τον φθάση; Αξιέπαινος είναι η ακτημοσύνη, η ταπείνωσις, η ημερότης, η αλουσία και η χαμαικοιτία. Ποίαν όμως από τας αρετάς αυτάς δεν απέκτησεν ο Όσιος ούτος Γρηγόριος, με κάθε πρέποντα τρόπον και ζήλον; Ποίον καλόν άφησε και δεν το απέκτησεν; Εις ποίον συνεχώρησε να έχη τα πρωτεία και να τον υπερβή; Και όσας μεν αρετάς είχεν αποκτήσει δεν τας υπελόγιζεν εις τίποτε· εκείνα δε τα οποία του έλειπον εμερίμνα να κερδίση. Όθεν επληρούτο εις αυτόν εκείνο το οποίον λέγει ο Απόστολος (Φιλιπ. γ:14), το να εκτείνεται εις τα έμπροσθεν και να λησμονή τα όπισθεν, τρέχων δια να αποκτήση το βραβείον της άνω κλήσεως. Αλλ’ επειδή ο φθόνος ακολουθεί πάντοτε εκείνον όστις έχει αρετάς, μη υποφέρων ο φθονερός διάβολος να βλέπη τον Άγιον, τόσον νέον κατά την ηλικίαν, να είναι εστολισμένος με τόσην γνώσιν, σωφροσύνην, ανδρείαν και πραότητα και τόσον ανίκητον από τας μηχανάς και τέχνας του, απλώς δε ειπείν, βλέπων τον Όσιον, ότι ήτο τύπος και παράδειγμα ωφελείας δι’ όλους, τι κάμνει και τι μεθοδεύεται; Εν ω μετά από τους υπερβολικούς εκείνους κόπους και αγώνας της αρετής τους οποίους έκαμνεν ο Άγιος Γρηγόριος και ήτο το σώμα του ταλαιπωρημένον από την πολλήν νηστείαν, βάλλει εις υποψίαν μερικά ανθρωπάρια διεφθαρμένα και αχρειέστατα και ψευδολόγα, ότι δήθεν ο θείος ούτος Γρηγόριος έκλεψε μερικά ιερά σκεύη, τα οποία είχον τότε χαθή. Ούτοι εδυσφήμησαν τον άγιον άνθρωπον του Θεού και εζήτουν με όρκους να βεβαιώσουν τας ψευδομαρτυρίας των. Και οι απλοί αυτοί χυδαίοι και ανόητοι άνθρωποι ενόμιζον, ότι τούτο ήτο νίκη του διαβόλου κατά του Αγίου, οι δε γνωστικοί και διακριτικοί έκριναν τούτο ως ένα αξιογέλαστον παιχνίδιον. Γνωρίζων όμως ο θείος Γρηγόριος την επιβουλήν και τας τέχνας του διαβόλου, ανεχώρησεν εκείθεν και μετέβη εις άλλο Μοναστήριον, δια να μη προξενή αιτίαν μεγαλυτέρας κολάσεως εις τους συκοφάντας εκείνους. Μετά ολίγας όμως ημέρας εφανερώθη εκείνος όστις έκλεψε τα ιερά σκεύη και με τούτο το συμβάν περιπαίχθη ο διάβολος, με τα ίδια μέσα με τα οποία επεχείρησε να περιπαίξη τον Άγιον· με τα μέσα δε εκείνα με τα οποία εσπούδαζε να πλανήση τους άλλους, επλανήθη αυτός και ούτω έγινεν η κακία του φανερά εις όλους. Διότι, πως ήτο δυνατόν να διδάσκη ο Όσιος εις τους άλλους να μη κλέπτουν και να μη ιεροσυλούν, αν αυτός ήτο ιερόσυλος; Αυτό είναι τελείως ανάρμοστον και ασυλλόγιστον. Αλλ’ ας έλθωμεν εις το προκείμενον. Μεταβάς ο Όσιος εις το άλλο Μοναστήριον, εις το οποίον ήτο και ο κατά σάρκα αδελφός του υποτασσόμενος και ασκούμενος εις την αρετήν, ηγωνίζετο πάλιν ομοίως με τους πρώτους αγώνας της ασκήσεως· όθεν έκαμνεν υποταγήν και υπακοήν εις τον Ηγούμενον και εις τους συνασκουμένους αδελφούς και υπέφερε πάσαν άσκησιν καλής πολιτείας, νηστεύων, αγρυπνών, ψάλλων, προσευχόμενος, υπηρετών και ταπεινούμενος. Δια τούτο προσείλκυσεν εις την αγάπην του και όλην εκείνην την αδελφότητα· καθόσον η ταπεινοφροσύνη, η απλότης του ήθους και η λιτή δίαιτα προξενούν αγάπην εις εκείνον όστις τας κατέχει, καθώς, εξ αντιθέτου, η υπερηφάνεια και το σοβαρόν και αύθαδες ήθος γίνονται αίτια θυμού και μίσους. Αφού λοιπόν διέτριψε εκεί καιρόν πολύν ενεδύθη και το μέγα και Αγγελικόν Σχήμα και έγινε Μεγαλόσχημος. Έπειτα παρεκινήθη πολύ από τον Ηγούμενον και όλην την αδελφότητα να γίνη Ιερεύς. Ο Όσιος όμως δεν εδέχετο να ιερωθή κατ’ ουδένα τρόπον, διότι εγνώριζε ποίαν καθαρότητα, τάξιν και στάσιν και ποίαν υψηλήν πολιτείαν πρέπει να έχη ο Ιερεύς. Παρακινούμενος όμως από αυτούς και εκ δευτέρου και τρόπον τινά βιαζόμενος, συγκατένευσε συλλογιζόμενος, ότι η ευπείθεια και υπακοή είναι θεμέλιον όλων των αρετών. Εδέχθη δε την Ιερωσύνην, όχι ως πρέπουσαν εις αυτόν, διότι πάντοτε συνέτριβε τον λογισμόν τούτον της κενοδοξίας, αλλ’ ως μίαν διακονίαν, την οποίαν ήτο υποχρεωμένος να εκτελέση. Έπειτα από τρεις χρόνους ανεχώρησεν από το Μοναστήριον επιθυμών να ησυχάση κατ’ ιδίαν· διότι εγνώριζεν, ότι εκείνος όστις ευρίσκεται εις ησυχίαν και καταγίνεται εις την προσευχήν, αυτός δύναται να γυμνωθή από την ύλην του κόσμου, με το να γυμνώνωνται από αυτήν αι αισθήσεις του· όταν δε αι αισθήσεις γυμνωθούν από την ύλην, τότε και ο νους γυμνώνεται από τας αισθήσεις και γυμνωθείς εισέρχεται γυμνός εις την θεωρίαν των νοητών· δια μέσου δε της θεωρίας ταύτης, αναβαίνει εις την αγάπην του Θεού και εντρυφά και χαίρεται εις την δόξαν και ωραιότητα του Θεού. Τοιουτοτρόπως, δια μέσου της δόξης του Θεού, αυξάνει εις την αγάπην του Θεού και δια μέσου της αγάπης του Θεού εις το να θεωρή την δόξαν του Θεού. Ώστε αύται αι δύο, η αγάπη του Θεού και η δόξα του Θεού, είναι μητέρες και θυγατέρες η μία της άλλης. Αναχωρήσας λοιπόν από το Μοναστήριον μαζί με τον αδελφόν του, μετέβη εις χωρίον τι εκεί πλησίον, το οποίον ήτο κατάλληλον δι’ ησυχίαν και διατρίβων εκεί αρκετόν καιρόν και ελευθερώνων ολίγον κατ’ ολίγον τας αισθήσεις του από την έξωθεν οχλοκρατίαν, την σύγχυσιν και την ταραχήν του κόσμου, εζήτει ακόμη περισσοτέραν ησυχίαν. Διότι τοιαύτην συνήθειαν έχει ο νους, όταν σχολάση από τα έξω και επιστρέψη εις τον εαυτόν του και ενωθή, ζητεί περισσοτέραν ησυχίαν και σχολήν, επειδή δια μέσου της σχολής ταύτης νοεί καθαρώτερα τα ελπιζόμενα αγαθά του μέλλοντος αιώνος. Και όσον ο νους σχολάζει από όλα, τόσον αναβαίνει εις τον Θεόν, ούτως ώστε η σχολή αύτη και η ησυχία μεταβάλλεται εις κλίμακα αναβάσεως προς τον Θεόν, καθώς, αντιθέτως, η ταραχή και η φροντίς είναι κατάβασις από τον Θεόν. Δια τούτο ο Όσιος ανέβη εις το όρος το οποίον ευρίσκετο πλησίον του χωρίου και ονομάζεται του Προφήτου Ηλία· αναβάς λοιπόν, μαζί με τους εγχωρίους και ευρών τούτο πολύ κατάλληλον προς ησυχίαν, ανεβόησε το ρητόν του ψαλμού: «Αύτη η κατάπαυσίς μου εις αιώνα αιώνος· ώδε κατοικήσω, ότι ηρετισάμην αυτήν» (Ψαλμ. ρλα:14). Παρευθύς λοιπόν έπηξε την ασκητικήν του καλύβην και κατώκησεν εκεί, όπου, γυμνώσας τον νουν του από τας αισθήσεις, τας δε αισθήσεις γυμνώσας από την ύλην και την περιπλάνησιν εις τα γήϊνα, ηνώθη με τον Θεόν από τον οποίον δεν εχωρίσθη ποτέ· και απομακρύνας τον νουν του από παντός είδους νοήματα, γίνεται φίλος Θεού και δεύτερος Μωϋσής και βλέπων τον Θεόν εκ των όπισθεν εδιδάχθη τι πρέπει να ζητή και τι να μη ζητή και να μη περιεργάζεται. Διότι είναι συγκεχωρημένον εις εκείνον όστις θέλει να καθαρισθή, να ερευνά τους μυστηριώδεις και αποκρύφους λόγους· δηλαδή τους λόγους της θείας Προνοίας και της κυβερνήσεως όλου του κόσμου· τους λόγους της σοφίας και αγαθότητος του Θεού, της δυνάμεως και απειρίας και αιωνιότητος, απλώς δε ειπείν, τους λόγους της θείας ενεργείας και δόξης και λαμπρότητος. Διότι οι κεκαθαρμένοι ή οι καθαριζόμενοι συγχωρούνται να εξετάζουν ταύτα· όμως δεν είναι συγκεχωρημένον εις αυτούς να εξετάζουν και την ουσίαν του Θεού· επειδή ο λόγος αυτής είναι τελείως ακατανόητος και ανεπιχείρητος και ανεκλάλητος· δια τούτο είπε και εις τον Μωϋσήν ο Θεός το: «Ου γαρ μη ίδη άνθρωπος το πρόσωπόν μου και ζήσεται» (Έξ. λγ:20), δηλών με τούτο τον λόγον της ουσίας. Αφ’ ου λοιπόν ο Όσιος Γρηγόριος ηνώθη με τον Θεόν, έγινε φίλος Θεού· και επειδή εκείνα τα οποία έχουν οι φίλοι είναι κοινά, δια τούτο και ο Θεός έκαμε κοινά και τα μυστήριά Του εις τον φίλον Του, τον θείον Γρηγόριον. Όθεν ο Όσιος έγινε θεωρός των θεϊκών μυστηρίων και εδιδάχθη τους σκοτεινούς και αποκρύφους λόγους και αποκαλύπτεται εις αυτόν η γνώσις των μελλόντων και λαμβάνει δώρον από τον Θεόν, άξιον του Θεού, όστις του το έδωκε, δια μόνην την αγαθότητά Του, ο δε Όσιος έλαβε τούτο δια την καθαρότητα του νοός του και δια τον προς Θεόν έρωτα αυτού. Όχι δε μόνον έλαβε την πρόγνωσιν των μελλόντων ως έπαθλον της αρετής του, αλλά γίνεται και ενεργός παραδόξων θαυμάτων. Διότι, καθώς οι βασιλείς και οι άρχοντες εμπιστεύονται τους θησαυρούς των εις τους πιστούς φίλους των και τους κάμνουν θησαυροφύλακας και κυβερνήτας των υπαρχόντων των και δια μέσου αυτών δίδουν και εις τους άλλους εκείνα τα οποία χρειάζονται, ούτω συνειθίζει να κάμνη και η Πρόνοια του Θεού και οικονομεί τα πάντα με λόγους βαθείς και ανεκδιηγήτους. Όθεν και ούτος ο Όσιος, επειδή ηγάπησε τον Θεόν και μάλιστα τόσον, όσον έπρεπε και όσον ήτο δυνατόν εις αυτόν και επειδή ηγαπήθη και αυτός από τον Θεόν, καθώς υπόσχεται ο ίδιος εις το Ευαγγέλιον, ότι αγαπά τους αγαπώντας αυτόν και φυλάττοντας τας εντολάς Του (Ιωάν. ιδ:15-21), δια τούτο του ενεπιστεύθη και τα πνευματικά Του μυστήρια, όχι δωρεάν και χωρίς κόπον, αλλά με πολλούς ιδρώτας και αγώνας. Ετοποθέτει λοιπόν, ως επάνω εις πλουσίαν τράπεζαν, όλα εκείνα τα πνευματικά φαγητά, τα οποία εχρειάζετο ο καθείς δια να φάγη, εκείνους δε οι οποίοι εχρειάζοντο συνβουλήν, τους συνεβούλευε πανσόφως. Εάν δε ήτο καιρός και ανάγκη λόγου προγνωστικού και διορατικού, απεκάλυπτε τα μέλλοντα εις τους έχοντας ανάγκην, με ταπεινοφροσύνην και μετριότητα. Αν δε ήρχοντο προς αυτόν ασθενείς και πτωχοί, δεν τους άφηνε να φύγουν με κενάς χείρας και με κενάς ελπίδας· αλλ’ εγείρων τους οφθαλμούς του προς τον Θεόν και θέτων τας χείρας του με μεγάλην ταπείνωσιν επάνω εις αυτούς, τους ιάτρευε. Δια τούτο απέκτησε και παντός είδους όνομα. Διότι και προγνώστης των μελλόντων ωνομάζετο και διδάσκαλος και ανορθωτής των ημελημένων ηθών και ιατρός των ασθενών και πολλά άλλα. Δια μέσου δε της προς τον Θεόν αγάπης, με την οποίαν ηγάπησε τον Θεόν και ηγαπήθη από τον Θεόν, ηξιώθη να λάβη τα μεγάλα του Θεού και πλούσια χαρίσματα, από τα οποία καιρός είναι να αναφέρωμεν ολίγα τινά, ως τερπνά και ωφέλιμα εις τους αναγινώσκοντας και τους ακροωμένους. Συνήθειαν έχει ο πονηρός διάβολος να πολεμή πολλάκις και να ενοχλή τους ανθρώπους· και εάν κατορθώση τίποτε επιτυγχάνει τον σκοπόν του, αν δε δεν κατορθώση, προξενεί γέλωτα εις εκείνους οίτινες εδοκίμασαν τους ιδικούς του πολέμους. Όθεν, θέλων ο μιαρός να αναιρέση το προγνωστικόν του Οσίου, κατέπεισεν ανθρωπάρια τινά, άξια να σύρουν αμάξας, να ζευγαρίζουν, ή να σκάπτουν την γην, να λέγουν, ότι δεν προγνωρίζει ο Άγιος τα μέλλοντα από την Χάριν του Αγίου Πνεύματος, αλλά από την ενέργειαν του διαβόλου, με τέχνην μαγικήν· δια τούτο έφεραν εις τον Άγιον κλέπτας τινάς και ιεροσύλους και κακοποιούς, οίτινες τον επείραζον ερωτώντες τον, τι άνθρωποι ήσαν ο καθείς εξ αυτών. Ο δε Όσιος, γνωρίζων την κακογνωμίαν εκείνων, δεν εσιώπησε δια να μη τους δώση αφορμήν να κατηγορούν και να περιπαίζουν τα θεία χαρίσματα, αλλά εφανέρωσε τι άνθρωποι ήσαν ο καθείς και με ποίον τρόπον ήλθαν εις αυτόν, δηλαδή με κακοβουλίαν. Θέλων δε να ελέγξη την απιστίαν των, απεκάλυψε και το αμάρτημα τινός εξ αυτών, ειπών, ότι και ο δείνα άνθρωπος, όστις ήτο ναυαγός, εξελθών εις την ξηράν, εκεί όπου είναι το αμπέλι, δια την ταλαιπωρίαν την οποίαν υπέστη και δια παρηγορίαν της πείνας του, εισήλθεν εις το αμπέλι και επήρε σταφύλια. Τούτο δε απεκάλυψεν ο Άγιος, όχι δια να δοξασθή από τους ανθρώπους, ως προγνώστης, αλλά δια να καταισχύνη εκείνους, οίτινες τον κατηγόρουν ως μάγον. Παρά ταύτα όμως δεν έπαυσεν η κακία των, αλλ’ εύρον πόρνην τινά και πληρώσαντες αυτήν την έστειλαν εις τον Όσιον, δια να κάμη πάντα τρόπον να τον κινήση εις επιθυμίαν και να τον μολύνη. Μετέ λοιπόν η πόρνη εις τον Όσιον και τον ηνώχλει. Συμπεριεφέρετο και εγέλα άσεμνα, παίζουσα και λέγουσα λόγους πορνικούς. Αλλ’ ο Όσιος εφρόντιζε με νουθεσίας και συμβουλάς να την σωφρονίση και να καταπαύση τα άσεμνα σχήματα και τους αισχρούς λόγους της. Όμως η πόρνη έμεινεν η ιδία, χωρίς να συνετίζεται από τας συμβουλάς του Οσίου. Όθεν αίφνης της ήλθε κλονισμός από τον δαίμονα και ευθύς την ρίπτει κατά γης, αφροί εξήρχοντο από το στόμα της, έτριζαν οι οδόντες της και έκαμνεν όλα τα άτακτα σχήματα των δαιμονιζομένων. Τούτο βλέποντες εκείνοι, οίτινες την παρώτρυναν, μετενόησαν και παρεκάλουν τον Όσιον να την ευσπλαγχνισθή και να την ιατρεύση. Ευθύς τότε ο Όσιος, χωρίς να αναμείνη να τον παρακαλέσωσι και δευτέραν φοράν, ύψωσε τας χείρας του εις τον ουρανόν και παρακαλών θερμώς τον Θεόν, ιάτρευσε την γυναίκα και της παρήγγειλε να φυλάττη εις το εξής σωφροσύνην, δια να μη πάθη κακόν περισσότερον και να καθαρίση την κατ’ εικόνα Θεού πλασθείσαν ψυχήν της με νηστείας, προσευχάς και όλας τας άλλας αρετάς. Καθοδηγήσας δε αυτήν εις την οδόν της μετανοίας δια των λόγων τούτων και άλλων πολλών, την απέστειλεν εν ειρήνη. Τοιουτοτρόπως εσωφρονίσθη η πόρνη και μετανοήσασα δια την προτέραν πολιτείαν της, διήλθε το υπόλοιπον της ζωής της με καθαρότητα και καλήν μετάνοιαν. Αλλ’ ας είπωμεν και άλλην μηχανήν του διαβόλου, την οποίαν έκαμε κατά του Οσίου. Θέλων ο μισόκαλος να ενοχλήση και να κακοποιήση τον Άγιον, εκίνησε μερικούς Κληρικούς φθονούντας τον Όσιον, οίτινες μετέβησαν εις τον Αρχιερέα της Νικομηδείας και του είπον πολλάς κατηγορίας και συκοφαντίας δια τον θείον Γρηγόριον, παντοίους τρόπους μεταχειριζόμενοι, δια να εξάψουν τον Αρχιερέα εναντίον του, ο δε Νικομηδείας, ως απλούς κατά την γνώμην, επειδή ανήρ άκακος πιστεύει παντί λόγω (Παροιμ. ιδ:15), επίστευσεν εις τους λόγους αυτών και πολύ θυμωθείς, έστειλεν ανθρώπους εις τον Άγιον προστάζοντάς τον να υπάγη προς αυτόν το συντομώτερον. Ο Όσιος τότε ηννόησε την τέχνην του διαβόλου και την συκοφαντίαν την οποίαν του έκαμαν και εν ω προσέφερεν εις τους απεσταλμένους άρτον και άλας δια να φάγουν, τους είπε να απέλθουν το γρηγορώτερον, διότι αυτός θέλει να υπάγη εις τον Αρχιερέα πρωτύτερα από αυτούς. Όθεν, επειδή ήτο απονεκρωμένος κατά το σώμα από την πολλήν άσκησιν και ταλαιπωρίαν και σχεδόν ακίνητος, ανήλθεν επί τινος ίππου και μετέβαινε κατ’ ευθείαν προς τον Αρχιερέα δια μέσου της θαλάσσης. Και, ω του θαύματος! ως να επάγωσε το ύδωρ της θαλάσσης και ως να έγινε γη ξηρά, διήλθε τούτο ο Άγιος και έφθασεν εις το απέναντι μέρος, εις το οποίον εκάθητο ο Επίσκοπος Νικομηδείας, χωρίς να βραχούν καθόλου ούτε οι πόδες του ίππου του. Βλέπων ο Αρχιερεύς τον Όσιον ερχόμενον έφιππον επάνω της θαλάσσης ως να εβάδιζεν εις στερεάν γην, ενεθυμήθη τον Απόστολον Πέτρον, όστις περιεπάτησε πεζός επάνω εις τα κύματα της θαλάσσης, και πεσών εις την γην, προσεκύνησε δοξάζων τον Θεόν και λέγων· «Ευλογητός ει, Κύριε, και υπερένδοξος, ότι σήμερον έδειξας εις ημάς άλλον Πέτρον· ως θαυμαστά τα έργα Σου! Πόσοι δούλοι Σου είναι άγνωστοι εις ημάς και δεν τους γνωρίζομεν, γνωστοί δε εις Σε προτού ακόμη να γεννηθούν!» Ευθύς δε ως επλησίασεν εις αυτόν ο Όσιος, έπεσεν εις τους πόδας του ο Αρχιερεύς και τον υπεδέχθη με πολλήν ευλάβειαν και τιμήν και σχεδόν ευχαριστούσεν εκείνους, οίτινες εσυκοφάντησαν τον Όσιον, διότι έγιναν αιτία να ίδη τοιούτον Άγιον και θαυματουργόν άνδρα και τον παρεκάλει να συγχωρήση την αμαρτίαν των. Τούτο το θαύμα βλέποντες και εκείνοι όπου τον διέβαλαν, μετενόησαν και ζητούντες μετά δακρύων συγχώρησιν από τον Όσιον, τον εσέβοντο εις το εξής και τον ετίμων ως θείον και ουράνιον άνθρωπον και ως θεράποντα και φίλον Θεού και όλοι όσοι ήκουσαν το τοιούτον εξαίσιον θαύμα εξεπλήττοντο και εθαύμαζον. Ο δε Όσιος επέστρεψε πάλιν εις την καλύβην του και ηγωνίζετο τους συνειθισμένους αγώνας του. Ανδρόγυνον δε τι ανήλθε ποτέ εις πλοιάριον και εταξείδευαν με καλόν καλόν και ούριον άνεμον, έξαφνα όμως ήλθεν ισχυρόν φύσημα ανέμου, τόσον σφοδρόν, ώστε συνέτριψε το πλοιάριον και το διεσκόρπισε. Τότε οι καλοί εκείνοι άνθρωποι, πεσόντες εις την θάλασσαν, επεκαλέσθησαν το όνομα του Οσίου, δια να τους βοηθήση και να τους σώση από τον κίνδυνον. Ο δε Όσιος, ταχύς εις βοήθειαν, εφάνη εις αυτούς και δίδων εις τούτους χείρα βοηθείας, τους ηλευθέρωσεν ανελπίστως από τον πνιγμόν, ούτοι δε λυτρωθέντες προσέφεραν μεγάλας ευχαριστίας εις τον Θεόν και εις τον Αυτού θεράποντα Άγιον Γρηγόριον. Αλλά και αλιείς απήλαυσαν από τον Όσιον ευεργεσίαν, οι οποίοι ρίψαντες πολλάκις τα δίκτυά των εις την θάλασσαν, τα έσυρον κενά· ενεθυμήθησαν όμως τον Όσιον και επικαλεσθέντες το όνομά του μετά πίστεως, έρριψαν τα δίκτυα εις την θάλασσαν και, ω του θαύματος! τόσον πολλούς ιχθύς ηλίευσαν, ώστε δεν ηδύναντο να σύρουν έξω τα δίκτυα, έως ότου ήλθαν και άλλοι αλιείς και τους εβοήθησαν, δια να τα σύρουν έξω πλήρη ιχθύων. Ούτω, δοξάζοντες τον Άγιον, εκήρυττον το θαύμα πανταχού. Ακούσατε ακόμη και άλλο θαυμάσιον. Εις περίφημον τινα και πλουσίαν γυναίκα, πολύ ελεήμονα και ενάρετον, δεν γνωρίζω πως και πόθεν, έτυχε και εισήλθεν εις τα σπλάγχνα της όφις, όσον δε παρήρχοντο αι ημέραι τόσον η κοιλία της γυναικός διωγκούτο, διότι, ως φαίνεται, ηύξανεν ο όφις μέσα εις την κοιλίαν της. Αύτη λοιπόν, καταφρονήσασα τελείως τας τέχνας των ιατρών, προσέτρεξεν εις τον Όσιον και προσπίπτουσα εις τους πόδας του τον παρεκάλει μετά θερμών δακρύων και πίστεως να την λυτρώση από το κακόν όπου της συνέβη. Ευσπλαγχνισθείς τότε αυτήν ο Όσιος, ύψωσε τας χείρας του εις τον ουρανόν και παρεκάλεσε τον Θεόν με πολλήν ταπείνωσιν και συντριβήν καρδίας ώραν ικανήν και, ω του θαύματος! εθανατώθη ο όφις και εξήλθε νεκρός. Ούτως ηλευθερώθη η γυναίκα από τον κίνδυνον και ηυχαρίστει τον Θεόν και τον Όσιον. Κατ’ εκείνον τον καιρόν και άρκτος τις εξήρχετο από τους νόμους της δικαιοσύνης αδικούσα και ζημιώνουσα τους πλησιοχώρους. Ο δε Όσιος επιτιμών αυτήν απεδίωξεν από τα μέρη εκείνα. Με την άρκτον δε ταύτην ομοιάζουν και εκείνοι οίτινες φεύγουν από το δίκαιον και παραβαίνουν τους νόμους του Θεού και βλάπτουν και αδικούν τους πλησίον, τους οποίους εσωφρόνισεν ο Όσιος με τας ενθέους νουθεσίας του, κατορθώσας να τους πείση να απέχουν από τας αδικίας. Επειδή δε συνεπλήρωσε τους ασκητικούς αγώνας ο Όσιος και, κατά το γεγραμμένον: «Τελειωθείς εν ολίγω επλήρωσε χρόνους μακρούς» (Σοφ. Σολ. δ:13), γενόμενος πεντήκοντα ετών, επόθει να αναχωρήση από τον κόσμον τούτον και να υπάγη προς τον Χριστόν. Όθεν, ασθενήσας και κοιτόμενος, παρήγγειλεν εις τους μαθητάς του να φυλάττουν απαρασάλευτον την καλήν παρακαταθήκην της Πίστεως και να μη εγκαταλείψουν ουδέ επί στιγμήν την άσκησιν, την σταύρωσιν ομού και την νέκρωσιν της σαρκός, την οποίαν υπεσχέθησαν εις τον Θεόν να φυλάττουν εις την παρούσαν ζωήν. Αφού δε και άλλας πολλάς τοιαύτας παραγγελίας πνευματικάς είπε προς αυτούς, ασπασάμενος αυτούς, αφήκε το σώμα, το οποίον είχεν εγκαταλείψει και πρότερον εις όλην του την ζωήν και απήλθε προς Όν επόθει Χριστόν· Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων . Αμήν. Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3145
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Γ΄ (3η) Απριλίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών και Ομολογητού ΝΙΚΗΤΑ Ηγουμένου της Μονής Μηδικίου.

Δημοσίευση από silver »

Τη Γ΄ (3η) Απριλίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών και Ομολογητού ΝΙΚΗΤΑ Ηγουμένου της Μονής Μηδικίου.

Νικήτας ο Όσιος Πατήρ ημών και Ομολογητής, εκ νεαράς ηλικίας αγαπήσας την εγκράτειαν, αφήκε τον κόσμον και απήλθεν εις τα όρη και εις την ησυχίαν, όπου ειργάζετο πάσαν αρετήν· όθεν εκ τούτου υψώθη και έγινε μέγας και περιβόητος, επειδή δε εκυβερνάτο με την του λόγου διάκρισιν, έγινε και οικονόμος ψυχών και πιστός Ιερεύς του Θεού. Διωχθείς δε εκ του ποιμνίου του παρά των εικονομάχων, ως προσκυνητής των θείων και αγίων Εικόνων, κατεδικάσθη εις πικράς εξορίας. Αλλ’ αυτός, ευχαριστών δι’ όλας τας κακοπαθείας, τας οποίας εδοκίμασε χάριν των θείων Εικόνων, εδείχθη δόκιμος αγωνιστής και την μεν ψυχοβλαβή αίρεσιν των θεομάχων, δια των διδασκαλιών και παρακινήσεων αυτού, ήλεγξε, πολλούς δε παρεκίνησε και να μαρτυρήσωσι ακόμη δια τον σεβασμόν των προς τας αγίας Εικόνας. Όθεν και διπλάς τας λαμπάδας ανάψας, της ομολογίας, δηλαδή, και της ασκήσεως, διπλούς και τους στεφάνους εκ χειρός Κυρίου εδέχθη, προς τον Οποίον μεταστάς, ανεπαύσατο.

Βίος (κατά πλάτος) και πολιτεία του Οσίου Πατρός ημών ΝΙΚΗΤΑ Ηγουμένου της Μονής Μηδικίου. Και βασιλεύς αποστείλας πολλάκις στρατηγούς, ίνα αντιπαραταχθώσι κατά των πολεμίων και πληροφορηθείς, ότι πολλάς έπραξαν ανδραγαθίας και τους εχθρούς κατά κράτος ενίκησαν, δια μεγάλων αξιωμάτων τούτους ετίμησε. Καταστήσας δε αυτούς πλουσίους δια πλείστων και λαμπρών δώρων, υπέδειξε δια των τοιούτων, ότι ουδέποτε πρέπει να φείδωνται του ιδίου των αίματος, ούτε να προδίδωσιν την ευγένειαν του αξιώματός των, ατιμάζοντες ούτω το στρατιωτικόν αξίωμα. Όταν δε τυχόν πληροφορηθή, ότι στρατηγός τις, ανάγκης δοθείσης, εθανατώθη δια της ιδίας του σπάθης, μακαρίζει τούτον ενώπιον ολοκλήρου της βουλής και τον στεφανώνει δια πολλών επαίνων. Δεν σταματά δε μέχρι τούτων των αμοιβών, αλλά και τους απογόνους αυτού αναζητεί και καλών αυτούς ενώπιόν του, κατακοσμεί τούτους δι’ επαινετικών λόγων και τους ανταμείβει δια των αξιωμάτων του πατρός των και τα εντίμως αρμόζοντα εις εκείνον προθύμως δωρίζει εις αυτούς. Παραχωρεί δε πλούσια δώρα ακόμη και εις αυτούς τους υπηρέτας εκείνων, πράττων τούτο ουχί ασκόπως, αλλά με την ελπίδα, ότι με την πάροδον του χρόνου θα αποβούν και ούτοι οποίοι υπήρξαν και οι πατέρες αυτών, ικανοί να αποθάνωσιν υπέρ του βασιλέως, της πατρίδος και των ομοεθνών των. Αλλ’ ίσως ήθελε τις ερωτήσει, εις τι αναγκαιοί το προοίμνιον τούτο; Ας ακούση λοιπόν. Διότι και ο σήμερον, ως υπόθεσις του λόγου προκείμενος, Νικήτας ο ιερώτατος, ο διοικήσας ποιμαντικώς και μετά πάσης δικαιοσύνης την Μονήν του Μηδικίου, εχρημάτισε τέκνον πνευματικόν πολλών και μεγάλων υπερασπιστών και τρισαριστέων της Ορθοδόξου Πίστεως, οίτινες παρά Θεού εφυλάττοντο και, ως αστραπόμορφοι κεραυνοί, απεστάλησαν εν καιρώ, κατακαίοντες λέοντας και κατακεραυνούντες και καταρρίπτοντες εις την γην των αιθιόπων δράκοντας, οίτινες απέπνεον επικινδύνους φλόγας και εξερεύγοντο φθοροποιά και θανάσιμα δόγματα, βρυχόμενοι φοβερώτατα κατά των σεπτών και προσκυνουμένων αγίων Εικόνων. Διότι, ότε ο Όσιος Νικήτας εισήλθεν εις τον μονήρη βίον και τούτον θεοφιλώς διήνυεν, ο μεν εν Πατριάρχαις αοίδιμος Γερμανός Α΄ (715 – 730) απεδιώκετο του Πατριαρχικού θρόνου, επειδή ήλεγχε τον βασιλέα, όστις δια τρόπου τυραννικού εγένετο αρχηγός της νέας αιρέσεως, του δε Οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού του απολύτως αφοσιωθέντος εις τα θεία, τα αυτά δι’ εγγράφων αποδείξεων πράττοντος, απεκόπτετο δια ραδιουργίας η χειρ εις Δαμασκόν. Μετά δε ταύτα ο Στέφανος, το της Βυζαντίδος καύχημα, ο του Αυξεντίου ονομαζόμενος, δια του μαστιγίου των λόγων αυτού πλήττων καιρίως την βλάσφημον και κοπρόφυρτον γλώσσαν του ασεβεστάτου υιού του ασεβούς και ασεβώς βασιλεύσαντος και πολλάκις κατά πρόσωπον τας περιστροφάς τούτου αποπνίγων, εγνώρισε τέλος μαρτυρικόν. Και μετά τούτους άλλοι, πλείστοι τον αριθμόν και άριστοι κατά την φρόνησιν, ετάχθησαν υπέρ της προσκυνήσεως των σεπτών Εικόνων και δια τον αγώνα των τούτον εθανατώθησαν. Τούτων τον τρόπον του βίου ακούων και βλέπων ο Όσιος Πατήρ ημών Νικήτας και προ της ομολογίας του, πόσον δηλαδή ήσαν καθαροί, πόσον ηγάπων το θείον, εξ ου και δια πλείστων πνευματικών χαρισμάτων ήσαν κεκοσμημένοι, αξιωθέντες να προφητεύουν και να προβλέπωσι το μέλλον και ότι εδωρήθη εις αυτούς και η χάρις των ιαμάτων, εξ αιτίας δε της ευσεβείας των απέθνησκον, ήναψεν η καρδία του εκ θείου ζήλου και προσηύχετο κατά μόνας προς τον Θεόν, ίνα γίνη τέκνον τούτων και μαθητής των και παρομοίων με εκείνους να αξιωθή δωρεών. Δια τούτο και δεν απέτυχε της δεήσεώς του. Διότι και της χάριτος των ιαμάτων δεν εστερήθη. Καίτοι δε έμεινε κρυπτόμενος υπό τον μόδιον, τον της υπακοής, λέγω, ζυγόν, μη αναχθείς εις την λυχνίαν της ομολογίας, όμως, ως δια μέσου υαλίνων διαφραγμάτων εξέπεμπε το φως των θαυμάτων εις τους έχοντας ανάγκην, δια της προσευχής. Κατόπιν δε φθάσας εις ανδρείαν πνευματικήν και εις τον πρέποντα καιρόν αναδειχθείς, εκοσμήθη και δια του στεφάνου της ομολογίας. Αλλ’ επειδή τα κατορθώματα του ανδρός τούτου περιεγράψαμεν πρότερον κάπως αμυδρώς, ας έλθωμεν τώρα, επικαλούμενοι ως συνεργόν την θείαν Χάριν, να περιγράψωμεν πλήρως τα περί αυτού, αρχόμενοι από τε της γεννήσεως και της καταγωγής, ίνα ούτω φθάσωμεν εις την τελείαν κατά το δυνατόν εξιστόρησιν της πολιτείας αυτού. Ασφαλώς γνωρίζουσι πάντες, ότι η Καισάρεια η εν Βιθυνία, ήτο εις εξαιρετικήν θέσιν έναντι των πλησιοχώρων πόλεων και τρόπον τινά διαφέρουσα και δια την οχύρωσίν της, ως πόλεως, δια την ωραιότητά της και δια την ευκρασίαν του αέρος της και δια την κατά καιρούς αφθονίαν των καρπών της. Αύτη ενεφάνισε και ανέθρεψε τους γονείς του Οσίου, οίτινες ήσαν, τρόπον τινά, άρχοντες της πόλεως, επιμελούμενοι της δικαιοσύνης και των άλλων αρετών, εις δε τους έχοντας ανάγκην δια πλουσίων χειρών προσέφερον, προτού ζητηθώσι. Και ο μεν πατήρ του ωνομάζετο Φιλάρετος, εξ ης κλήσεως προεμηνύετο και η κατά Θεόν αυτού πολιτεία και η αγάπη προς τας αρετάς, της δε μητρός το όνομα ουδέποτε εις ουδένα εγένετο γνωστόν. Διότι μεταξύ των άλλων δωρεών, αίτινες εις τους γονείς του Οσίου παρεχωρήθησαν, ήτο και το να δωρηθή εις αυτούς το τέκνον τούτο. Εισηκούσθη λοιπόν η αίτησίς των και συνέλαβεν η γυνή τούτον μόνον τον Όσιον. Αφού δε τον έφερεν εις το φως, ζήσασα μόνον ημέρας οκτώ, απεβίωσε και προς Κύριον εξεδήμησεν. Απέμεινε λοιπόν ο Όσιος βρέφος απορφανισθέν και δεν εγνώρισε την μορφήν και την κλήσιν της μητρός του· ούτε δε εις εκείνους οίτινες ήθελον αργότερον να μάθουν περί αυτής είπεν, αφού δεν την εγνώρισε. Τι δε συνέβησαν μετά την τελευτήν της μητρός και ποία οικονομία εγένετο, ήδη θα διηγηθώμεν. Υπήρχεν η μήτηρ του πατρός του ευρισκομένη μεταξύ των ζώντων. Εις ταύτην παρέδωσαν το παιδίον προς ανατροφήν. Ο δε πατήρ του, στοιχειώσας πρώτον το βρέφος δια του θείου Βαπτίσματος και απασχολήσας εαυτόν επί τινα καιρόν εις τα του βίου, ίνα τα του οίκου αυτού ίδη καλώς τακτοποιούμενα, επί πλέον δε, αφού είδε τον παίδα αυξηθέντα και γενόμενον κύριον της περιουσίας του, απαχώρησεν εις τον μονήρη βίον, υποταγείς δε εις τους κανόνας της υπακοής και τον βραχύν διανύσας δρόμον, μετά πόθου, ως οδηγούντα εις πεδιάδα αναπαύσεως, θεοφιλώς και οσίως εγκατέλειψε τον βίον. Κατά την εποχήν εκείνην διήνυεν ο Όσιος το δωδέκατον έτος της ηλικίας του. Ο Επίσκοπος τότε της προαναφερθείσης πόλεως Καισαρείας, ανήρ όχι μόνον πολυμαθής αλλά και παρά του Θεού και των ανθρώπων αγαπώμενος, λόγω της ειλικρινούς του Πίστεως και δια το αυστηρόν και ανεπίληπτον του βίου του, επεμελήθητον παίδα και τον εξεπαίδευσεν εις τα ιερά γράμματα, όταν δε ήλθεν εις κατάλληλον ηλικίαν έδωσεν εις αυτόν την σφραγίδα του Αναγνώστου, συγκαταλέξας αυτόν μεταξύ του Κλήρου της Εκκλησίας. Τοσούτον δε εθαυμάζετο ο νέος δια την ευφυϊαν του, ώστε εις μικρόν χρονικόν διάστημα ουδέ εν εκ των ιερών βιβλίων άφησεν, το οποίον να μη ερευνήση δι’ επιπόνου και επιμόνου αναγνώσεως, αποθέτων τον εις ταύτα γεγραμμένον θησαυρόν εις το ταμείον της καρδίας του. Τι λοιπόν εμεσολάβησεν; Επειδή, ως είναι γεγραμμένον· «Η παιδεία Κυρίου ανοίγει μου τα ώτα» (Ησ. ν:5) και τούτου του Οσίου Νικήτα τας νοητάς ακοάς ήνοιξε και προσέθεσεν εις αυτόν ους. Όθεν πότε μεν ήκουεν εκ της Βίβλου της Γενέσεως τον Κύριον λέγοντα· «Έξελθε εκ της γης σου και της συγγενείας σου» (Γεν. ιβ:1), άλλοτε δε εκ του Ιερού Ευαγγελίου· «Ει τις έρχεται προς με και ου μισεί τον πατέρα εαυτού και την μητέρα και την γυναίκα και τα τέκνα και τους αδελφούς και τας αδελφάς, έτι δε και την εαυτού ψυχήν, ου δύναταί μου μαθητής είναι» (Λουκ.ιδ:26) και άλλοτε πάλιν των Αποστόλων λεγόντων· «Κύριε, Ιδού ημείς αφήκαμεν πάντα και ηκολουθήσαμέν σοι» (Λουκ. ιη:28). Συν τούτοις ανεμιμνήσκετο και του πατρός του. Δια τούτο λοιπόν, όπως και εκείνος, εγκαταλείψας τα πάντα, επροτίμησε την κατά Θεόν πτωχείαν, ούτω και ο Όσιος ούτος τον βίον περιεφρόνησεν, αισθανθείς αίφνης την φλόγα του θείου έρωτος και δια της φλογός ταύτης, αφού εθερμάνθη, εγκατέλειψε πάσαν την του οίκου φροντίδα και επορεύθη έξω της πόλεως άρας τον σταυρόν, καθώς ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός οδηγούμενος επί το Πάθος. Ανεπαύθη δε περί την μεσημβρίαν εις τινα χείμαρρον κείμενον πλησίον της πατρίδος του. Εκεί ευρών σπήλαιον, εις το οποίον κατώκει Μοναχός τις ονόματι Στέφανος, όστις επροτίμησε, μετά τον κοινοβιακόν, τον ησυχαστικόν βίον, εις τούτον ανέθεσε πάντα τα καθ’ εαυτόν. Ασπασθείς δε την μετ’ αυτού συναναστροφήν και συνοίκησιν, εδιδάχθη παρά του Γέροντος οποίος πρέπει να είναι εκείνος ο οποίος αποτάσσεται εκ του βίου και των φροντίδων και των περιπετειών αυτού. Αφού δε επίτινα καιρόν έζησε μετά του Ησυχαστού και την προς τα καλά επιθυμίαν ολονέν και περισσότερον επεδείκνυεν, ήκμαζε δε κατά την νεότητα και κατά το πνεύμα και έβλεπεν ο Γέρων τούτον ως πρόθυμον εργάτην προσερχόμενον εις τον αμπελώνα του Κυρίου αυτού ομού μετά των κατά την πρώτην ώραν προσερχομένων. Αλλά και μετά των κατά την ενδεκάτην εισερχομένων πάλιν, μετ’ αυτών συνεισερχόμενον, δεν εφθόνησε, ουδέ ως φίλαυτος και θέλων να καλείται διδάσκαλος, υπεκρίνετο εις τον Όσιον, ίνα τον υποτάξη. Αλλά συνεβούλευε πάντοτε εις αυτόν τα συντείνοντα εις την σωτηρίαν της ψυχής του και την τελειοποίησίν του. Όθεν, όταν έκρινε τούτο αναγκαίον, είπε προς αυτόν· «Αρκετή είναι, τέκνον, η μετ’ εμού συναναστροφή σου. Ο Κύριος είθε να σου δώση τον μισθόν της υπακοής σου και της αγάπης σου. Συμφέρον σου όμως είναι όπως από τούδε και εις το εξής παραδώσης τον εαυτόν σου εις την κοινοβιακήν χαρμολύπην, την χαράν δηλαδή και την λύπην του Κοινοβίου. Εκεί είναι ο κλαυθμός και η χαρά, η καλή διδασκαλία της εμπραγμάτου συναναστροφής και διακρίσεως και η κατά βαθμούς αδιάπτωτος προς τον Θεόν ανάβασις».Υπήκουσε τότε ο Όσιος Νικήτας, ο έχων το ους δια να ακούη (Ησ. ν:4). Διέκρινε την καλήν της συμβουλής προαίρεσιν και χωρίς να μεριμνήση δια τίποτε άλλο εξήλθε μετ’ ευχής με τον σκοπόν να μη επιστρέψη πλέον και ήρχισεν οδοιπορών προς την ανεύρεσιν του ποθουμένου, επικαλούμενος τον Θεόν ως οδηγόν. Επειδή δε ο Θεός κάμνει το θέλημα των φοβουμένων Αυτόν, ωδήγησε τον Όσιον να φθάση χωρίς πολλάς αναζητήσεις εις την Μονήν του Μηδικίου, της οποίας ήτο Προεστώς ο Όσιος Νικηφόρος, ανήρ θερμός όχι λάτρης των θείων, άσημος και ασήμαντος, αλλά μάλιστα περιβόητος κατά την αρετήν και κινούμενος και οδηγούμενος υπό του Παναγίου Πνεύματος, δια τούτο δε και επιτυγχάνων νίκας κατά δαιμόνων, Ομολογητής δε της Ορθοδόξου Πίστεως και γενόμενος και φημιζόμενος. Ο Όσιος λοιπόν ούτος Νικηφόρος, πληροφορηθείςτην άφιξιν του νεανίου και την αιτίαν μαθών ή μάλλον προμηνυθείς δια του Αγίου Πνεύματος, ώρισε την σύντομον εισαγωγήν του Οσίου Νικήτα εις την Μονήν, όστις και εισήρχετο δούλος ελεύθερος, δεσμευμένος κατά τας χείρας, τους πόδας και τα όμματα δια των δεσμών της αιδούς και της ευλαβείας, ή καλλίτερον να είπωμεν, καθηλωμένος κατά πάντα τα μέλη του σώματος εκ του φόβου του Κυρίου. Προεκάθητο ο Πατήρ και η γερουσία συνεκάθητο, η δε νεότης παρίστατο· και ο νέος του διαβόλου ανταγωνιστής συμπαρίστατο μετά των παρασκευαζομένων. Ηρώτησε τότε ο Πατήρ τον Όσιον· «Τίνα σκοπόν έχει, τέκνον, η προς ημάς τους ευτελείς και αμαρτωλούς άφιξίς σου;» Και ο Όσιος με γλυκείαν φωνήν απήντησεν· «Ο Θεός, Πάτερ άγιε, με απέστειλε προς σε, ίνα γίνης ποιμήν μου και με οδηγήσης εις τόπον χλόης σωτηρίας. Αφού λοιπόν πληροφορηθής μυστικώτερον τα κατ’ εμέ, μη μου παράσχης λόπους δοκιμής των λογισμών. Διότι ρητώς υπεσχέθην εις τον Θεόν, να μη απομακρυνθώ της προστασίας της Οσιότητός σου». Τούτον τον λόγον ακούσας ο Πατήρ, πληροφορηθείς δε υπό της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος την του νεοπροσελθόντος υπομονήν και την κατά την αρετήν πρόοδον, κατά ποίον τρόπον αυτόν εδέχθη και ενηγκαλίσθη και προσοικειώθη δεν είναι εύκολον να είπη τις. Ουδέ είναι δυνατόν να είπη τις πόσον ηγάπησεν ιδιαιτέρως τον Όσιον Νικήταν ο Πατήρ Νικηφόρος, καταγοητευθείς από την διαγωγήν του ανδρός τούτου. Εις τοιούτον δε βαθμόν άπασα η αδελφότης την αγάπην του εξετίμα, ώστε και τον Γέροτα έπεισαν να αυξήση την αγάπην του, λόγω της καθημερινής ομοθύμου ομολογίας των αδελφών περί της αγάπης του Οσίου. Διότι ήτο εις όλους υπήκοος ανυπόκριτος, παράδειγμα υπομονής και εγκρατείας, θαύμα αληθές ασιτίας· εάν ήθελε τις ίδει αυτόν, θα ήθελε τον ονομάσει σιωπώντα διδάσκαλον του πρέποντος εις τους Μοναχούς βίου και λειμώνα ολοκέντητον δια των ανθέων των παντός είδους αρετών. Βλέπων ο ιερός Νικηφόρος τον Όσιον τόσον τελειοποιούμενον και δια της καθαρότητος και την αγάπην του Θεού προσκολλώμενον, εσκέφθη, ότι έπρεπε να τον αναβιβάση εις το ύψος της Ιερωσύνης εμπιστευόμενος εις τούτον και την φροτίδα των αδελφών. Τούτο και έπραξε. Παραλαβών ημέραν τινά τον καλόν τούτον αμνόν, ακολουθούντα αυτόν ακάκως και χωρίς καμμίαν αντίρρησιν και αντιλογίαν, ήλθεν εις το Βυζάντιον και ανεκοίνωσε τα κατά τον Όσιον εις τον αοίδιμον Πατριάρχην αγιώτατον Ταράσιον (784 – 806), παρεσκεύασε δε τα πράγματα, ίνα δια της επιθέσεως των χειρών εκείνου, αποδεχθή ο νέος το της Ιερωσύνης αξίωμα. Όταν σε ο Όσιος κατηξιώθη του αξιώματος τούτου και έλαβεν ευχήν και ευλογίαν παρά του Αγίου Ταρασίου, επείσθη να δεχθή και την επιμέλειαν της Μονής, να είναι δεύτερος μετά τον Πατέρα Νικηφόρον και να συμμερίζεται μετ’ αυτού τους κόπους, διότι ο Πατήρ ούτος έκλινε προς το έσχατον γήρας και ησθένει. Διότι πως θα ηδύνατο να αντιλέξη ο μέχρι θανάτου υπήκοος; Ποίοι δε οι μετά το αξίωμα τούτο αγώνες του ανδρός; Τάχα χλιαροί και ασθενέστεροι ή προσδεξάμενοι φύραμα ζύμης φαρισαϊκής; Ουδόλως. Αλλ’ εξαίρετοι και αγγελοπρεπείς, πολλούς έλκοντες εκ των έξωθεν δια της φήμης, ώστε να εγκαταλείπουν τον κόσμον και τα εν τω κόσμω και να συγκατατάσσωνται μετά τούτου δια της κουράς. Τούτο δε αποδεικνύεται εκ της αυξήσεως του πλήθους της αδελφότητος, ήτις πρότερον ήτο ολιγάριθμος. Εις τοσούτον δε ύψος προκοπής έφθασεν ο Όσιος Πατήρ ημών Νικήτας, ώστε να αξιωθή και του χαρίσματος των προρρήσεων, ακόμη δε και να θαυματουργή, όταν ήθελεν επικαλεσθή τον Θεόν. Επί των λεγομένων μου μαρτυρίαν δίδει παιδίον αγρότου τινός εκ των γειτνιαζόντων εις την Μονήν, άλαλον εκ γενετής, το οποίον, δια μόνης της προσευχής του Οσίου, απέκτησε την λαλιάν του. Ομοίως και ο υπό του δαίμονος ενοχλούμενος Μοναχός, όστις έσπευδε να εισέλθη εις το κελλίον του Οσίου και ημποδίζετο παρά του δαίμονος, ο οποίος μετεβλήθη εις όφιν βλοσυρόν, φρικτόν και συρίττοντα και όστις επιτιμηθείς παρά του Οσίου, προγνωρίσαντος τούτο, εξηφανίσθη και ουδέποτε πλέον ηνώχλησε τον Μοναχόν. Αλλά και έτερος ανήρ επί πολλά έτη βασανιζόμενος υπό του σατανά, επλησίασε προς τον πυλώνα της Μονής μετά κραυγής γοεράς και μεγάλου σπαραγμού. Επικαλεσθείς δε τον Όσιον, είδε τούτον ωσάν εξερχόμενον μετά ράβδου και τον δαίμονα, ως αιθίοπα, εξ αυτού αποδιώκοντα και στέλλοντα τούτον να κατοικήση εις έρημον τόπον. Αλλά τις η ανάγκη να διηγήται τις κατά μέρος τα του Οσίου θαύματα; Αρκούσι τα λεχθέντα δια να αποδείξωσι την εντός του ανδρός ενοικούσαν Χάριν του Αγίου Πνεύματος. Διότι, μετά την προς Θεόν μετάστασιν του τρισολβίου Πατρός Νικηφόρου, του της Μονής Προεστώτος, ότε ο Όσιος Νικήτας και την σφραγίδα και την κλήσιν της ηγουμενίας απεδέχθη, τη επιμονή της αδελφότητος και του αγιωτάτου Πατριάρχου Νικηφόρου Α΄ (806 – 815), του κατά την περίοδον εκείνην τον θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως κοσμούντος, δεν είναι δυνατόν να διηγηθή τις όσα έπραξε. Τότε, ότε και ο Λέων Ε΄ ο Αρμένιος (813 – 820), αναξίως παραλαβών τα σκήπτρα της βασιλείας, πάλιν ανανέωσεν, ο τρισκατάρατος τύραννος, την αίρεσιν της εικονομαχίας, η οποία επί μακρόν χρονικόν διάστημα είχε κατασιγάσει και της οποίας πρώτος έκαμεν αρχήν ο τον Θεοδόσιον Γ΄ τον Αδραμυττηνόν (715 – 717) τυραννήσας και αποστερήσας της βασιλείας, Λέων Γ΄ ο Ίσαυρος (717 – 741). Η νότιος αύτη σαύρα, η χαμερπής, η οποία ανεσήκωσεν αίφνης την κεφαλήν, αν και συχνάκις πρότερον απέκρυπτε ταύτην εις τας οπάς. Ο υπερβολικώς υποκρινόμενος πρότερον την ευσέβειαν και κατόπιν της ασέβειαν εξεμέσας και πάλιν ο αυτός καταπιών τον ιδικόν του έμετον, ως κύων. Διότι ο Ίσαυρος εκείνος Λέων, διδαχθείς υπό ακαθάρτου δαίμονος και εξαπατηθείς κατά τας φρένας, εξεφώνησε πρώτος, ότι δεν πρέπει να περιγράφεται εν εικόνι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ούτε εν εικόνι να προσκυνήται. Διότι, έλεγεν, ότι δεν περιγράφεται το απερίγραπτον ούτε οράται το αόρατον. Όχι δε μόνον εξεφώνησε, αλλά και ενομοθέτησε τούτο και τον Πατριάρχην εξηνάγκασε να πεισθή εις τα ιδικά του φρονήματα και τας γνώμας. Ήτο δε ούτος ο αοίδιμος και αγιώτατος Πατριάρχης Γερμανός Α΄ (715 – 730), όστις ουδόλως υπέκυψεν εις τας επιθυμίας και τας διαταγάς εκείνου, αλλ’ αντθέτως ήλεγξε και απεκάλυψε κατά πρόσωπον τας ανομίας και τας ασεβείας του, ειπών προς αυτόν· «Εις μάτην επίστευσας, ότι θα είμαι όμοιός σου, μετακινών τα όρια των Πατέρων και ευαγγελιζόμενος άλλα, εκτός εκείνων τα οπία ευηγγέλισαν εκείνοι εις ημάς». Δια ταύτα απεδιώχθη της Εκκλησίας και εξωρίσθη ο καλός εκείνος Ποιμήν. Βλέπει δε λύκον εισελθόντα εις την ποίμνην των προβάτων του Χριστού, τον Αναστάσιον (730 – 753) εννοώ, τον σκαιόν, όστις καταστάς ομόφρων με τον βασιλέα και ως λέων και λύκος εις εν σώμα, ενσκήψαντες κατά του ευσεβούς πληρώματος της Εκκλησίας κατεσπάραξαν τούτο αγρίως, οι ατίθασσοι και έβλεπε τις οιμωγάς και θρήνους και εκβιασμούς και διώξεις και ουδείς ευρίσκετο δια να έλθη εις βοήθειαν. Αφού δε τρομακτικώς εβρυχήθη ο τύραννος, κατεκρημνίσθη εις το χάος και εξηφανίσθη και ωσεί καπνός εξέλιπεν. Άλλον όμως αντ’ αυτού τύραννον εισήγαγεν εις την πόλιν, κακόν εκ κακού και κατά το κοινώς λεγόμενον, κόρακος ωόν, ή, καλλίτερον να είπωμεν, εκ λέοντος βασιλίσκος και ασπίς εκ παρδάλεως, εάν πρέπει κάπως και τα μη αναμιγνυόμενα, εκ του γεγονότος τούτου, να αναμίξωμεν και τα ετερογενή και ανόμοια να συνταυτίψωμεν. Διότι διεδέχθη τα σκήπτρα της βασιλείας ο εκ της μιαράς οσφύος του Λέοντος μιαρώτερος απόγονος Κωνσταντίνος Ε΄ ο Κοπρώνυμος (741 – 775), όστις, καθώς λέγεται, κατά την βάπτισίν του, ενώ κατεδύετο εις την θείαν Κολυμβήθραν παρά του Πατριάρχου Γερμανού, εκόπρισεν αμέσως εντός αυτής, όπερ ιδών ο Άγιος προείπεν, ότι μεγάλην και πολλήν δυσωδίαν θέλει προκαλέσει εις την Εκκλησίαν ο σήμερον κατ’ αυτόν τον τρόπον βαπτιζόμενος, το οποίον και επαλήθευσε. Διότι, τοσούτονησχημόνησε κατά της σεβασμίας Εικόνος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και των Αγίων Αυτού ο ρηθείς σκοτεινόμορφος σκύμνος του αιμοβόρου Λέοντος ώστε να αποκρυβή μεν ο βρυχηθμός εκείνου και να λησμονηθή, τούτου δε του Κοπρωνύμου αι υλακαί να λογισθώσιν ως θανάτου ψυχής και Άδης και απώλεια. Ετόλμησε, δηλαδή, ο δεκαεπταπηχυαίος κροκόδειλος της Μαιώτιδος λίμνης να είπη τας μεν σεπτάς και αγίας Εικόνας είδωλα, διότι απεικονίζουν την εντέλειαν των πρωτοτύπων, τους δε προσκυνούντας αυτάς, ελληνόφρονας και ειδωλολάτρας, ο αληθώς ιουδαιόφρων και αμετανόητος αρνητής της ενσάρκου οικονομίας του Θεού Λόγου. Όχι δε μόνον τας βλασφημίας ταύτας εξέφραζεν, αλλά και τας εδογμάτιζε. Και ιδιαιτέραν ψευδοσύνοδον υπούλως και δια χρημάτων καλέσας, ίνα δε καλλίτερον είπω, δολίως προσελκύσας υπό την θέλησίν του, την βέβηλον και άθεον προϋπέγραψε και συνέγραψε αψήφιστον ψήφον και εις ανάθεμα καθυπέβαλε τους ευσεβείς προσκυνητάς των αγίων Εικόνων, ο όντως ελεεινός και άξιος αναθέματος του οποίου και έτυχεν. Έβλεπε τις δε τότε την μορφήν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και της τεκούσης Αυτόν Υπεραγίας Θεοτόκου ριπτομένας κατά γης και ρυπουμένας, πτυομένας, πατουμένας, χρισμένας δι’ ασβέστου, δια πηλού αλειφομένας, προκειμένας δε ως παίγνιον. Αλλά φεύ! και το ακόμη φρικτότερον θέαμα. Έβλεπε τις τον Ιησούν μου και πάλιν προδιδόμενον και πάσχοντα και ανασταυρούμενον εν τη Εικόνι αυτού. Αντί δε των θειοτάτων τούτων μορφών, έβλεπε τυπούμενα εις τους Ναούς και εις τας βασιλικάς στοάς τα ομοιώματα του γυπός και του κόρακος και τα τέθριππα άρματα των ηνιόχων των ιπποδρομιών. Περισσότερον δε πασών των αγίων μορφών απηχθάνετο ο τύραννος την της Θεομήτορος, της Δεσποίνης ημών και Κοσμοσώστιδος, διότι δι’ αυτής οι πιστοί ανέπεμπον τας ικεσίας των και ετέλουν τας παννυχίους στάσεις των. Και δια ταύτης παρεκίνουν μετά δακρύων εις πρεσβείαν του Υιού Αυτής και Θεού. Επίπλέον δε εβλασφήμει και ηρνείτο ταύτην εξ ολοκλήρου, ως μη δυναμένην μετά τον τόκον να μεσιτεύη, προσεπάθει δε να αποδείξη τον λόγον, ο άλογος. Όθεν ημέραν τινά, ευρισκομένων πλησίον αυτού πολλών εκ των ομοφρόνων του, εγέμισεν εν μανδήλιον με χρυσόν και επιδεικνύων τούτο αιωρούμενον ηρώτησε· «Πόσον, ω φίλοι μου, αξίζει τούτο;» Εκείνοι δε απήντησαν, ότι μεγίστην αξίαν έχει. Τότε εκείνος ρίψας τον περιεχόμενον χρυσόν και κινών το μανδήλιον κενόν εις τον αέρα, ηρώτησε πάλιν· «Και τώρα ποίαν αξίαν έχει;» Επειδή δε ουδείς ετόλμησε να απαντήση, ω της βραδύτητος της θείας Δίκης! Εξήμεσε λόγον παράνομον ο ακάθαρτος, ότι ουτω και η Μαρία, ότε είχε τον Χριστόν εν τη κοιλία αυτής είχεν αξίαν, μετά δε την γέννησιν ουδεμίαν αξίαν είχεν, αλλ’ ήτο ως μία των συνήθων γυναικών, και ότι επομένως οι φρόνιμοι, ως εγώ, είπε, πρέπει να σκέπτωνται. Εκ τούτου τα πάντα κατά τον καιρόν εκείνον ήσαν εις αναστάτωσιν. Αι Εκκλησίαι, αι αγοραί, αι στενωποί, τα καταφύγια των Μοναχών, τους οποίους τόσον εμίσει η μανιώδης και της εμπαθούς ζωής απολαμβάνουσα βρωμερά και χοιρώδης εκείνη ψυχή, ώστε ενομοθέτησεν, όπως ουδείς εκ των Μοναχών ευρίσκεται εις όλην την οικουμένην, αποκαλών τούτους εν τω σκότει ζώντας και αμνημονεύτους. Διότι εμίσει τους Πατέρας, όχι μόνον διότι ήσαν εγκρατείς και κατεφρόνουν την σωματικήν τρυφήν και τα υπό του κόσμου νομιζόμενα αγαθά, αλλά και διότι ηλέγχετο υπ’ αυτών αφόβως και αυστηρώς ως ασεβής και ισχυρός αρνητής της ενσάρκου οικονομίας του Χριστού. Δια τούτο άλλους έστειλεν εις μακράς εξορίας, άλλους εξηνάγκασεν εις τον δια πείνης θάνατον, άλλους έπνιξεν εις τον βυθόν της θαλάσσης, άλλων απέκοψε τας ρίνας και τας χείρας, άλλων ήλειφε τας γενειάδας δια πίσσης και ήναπτε αυτάς δια πυρός και άλλους φανερώς κατεδίκασεν εις μαρτυρικόν θάνατον, δια σκληροτάτων και απανθρώπων τιμωριών. Διέταξεν ακόμη και επί της λεωφόρου να σύρωνται ούτοι και να κτυπώνται δια λίθων και ροπάλων και τα μέλη των να θρυμματίζωνται κτυπώμενα δια πετρών, αι γαστέρες των να διανοίγωνται και τα εντόσθιά των να διασκορπίζωνται άνευ ευσπλαγχνίας, τέλος δε να ρίπτωνται εκεί όπου και οι κατάδικοι. Τούτων τα πάθη εις και μόνος είναι αρκετός να βεβαιώση, ο περισσότερον όλων παθών Στέφανος, ο του Αυξεντίου, όστις είναι γνώριμος εις ημάς εκ της παρούσης καλής διηγήσεως και γνώριμος εις τον Θεόν και εις τους Αγγέλους και εις τους ανθρώπους και του Βυζαντίου γέννημα και θρέμμα και καύχημα και κόσμημα. Τοιαύτα λοιπόν τα του αθλίου Κοπρωνύμου βδελυρά, ανόσια, ανίερα και δαιμονικά κατορθώματα. Επειδή δε έπρεπε και ούτος κάποτε να απέλθη εκ του μέσου, αφού βιαίως διέρρηξε την αθλίαν του ψυχήν, διεδέχθη την βασιλείαν ο υιός τούτου Λέων ο Δ΄ (775 – 780), ανήρ άκακος, εν σχέσει με την του πατρός του πονηρίαν. Ούτος ούτε εβίασε τινά να ακολουθήση την του πατρός του θρησκείαν, ούτε όμως και εξερίζωσεν αυτήν, πλήρη αδιαφορίαν επιδείξας προς την του Θεού Εκκλησίαν, αδιαφορών επί της καταστάσεως, ως ηλίθιος, ίνα σταθή επί μακρόν εις την εξουσίαν. Ούτω παρήλθον πέντε έτη και απεβίωσε και ούτος, ο κατά το ήμισυ καλός βασιλεύς. Μετά δε τούτον επικρατεί κατάστασις θεϊκή, ειρηνική και πλήρους γαλήνης. Επειδή δια την δόξαν του εν Υψίστοις Θεού, απεστάλη και επί γης ειρήνη, η βασιλεύσασα τότε Ειρήνη, η φιλευσεβής και φιλόθεος και φίλη των Ρωμαϊκών σκήπτρων μετά του υιού της Κωνσταντίνου, εδωρήσατο και αύτη ειρήνην άκραν εις την Εκκλησίαν του Θεού και εις τα Μοναστήρια και Ασκητήρια και των σεπτών και αγίων Εικόνων την προσκύνησιν, ως ήρμοζεν, επανέφερεν, έχουσα σενεργόν τον μέγαν εν Πατριάρχαις Ταράσιον (784 – 806). Τότε η αοίδιμος εκείνη βασίλισσα τους εν εξορία Πατέρας μετά της προσηκούσης τιμής επανέφερε και πλήθος Μοναχών εν τη βασιλευούση συνήθροισε και Μοναστήρια και Ασκητήρια και πτωχοτροφεία μετ’ ενισχύσεως των πόρων των ανήγειρε και άλλα πολλά κατά Θεόν έργα ετέλεσε και χαράν απερίγραπτον προσέφερεν εις τους φίλους της ευσεβείας, αν και παρηγκωνίσθη μετά καιρόν και επιβουλήν υπέστη, όλα δε ταύτα παρά του υιού. Και πάλιν όμως ανηγορεύθη είτα μετά περισσοτέρας τιμής, ίνα τιμωρήση, αν και παρά την θέλησίν της, αλλά προς σωφρονισμόν και προς παράδειγμα δικαιοτάτης και απροσωπολήπτου βασιλείας τον παρεκτραπέντα υιόν. Επειδή όμως και ο Λάζαρος ο φίλος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο επί τέσσαρας ημέρας κείμενος νεκρός, αν και αφυπνίσθη παρά του Κυρίου και ηξιώθη και πάλιν παραδόξως της ζωής, προς απόδειξιν της υπό των Σαδδουκαίων αμφισβητουμένης αληθείας περί της κοινής Αναστάσεως, εν τούτοις και πάλιν και αυτός απέθανε, επειδή είναι αλληλένδετον με την ανθρωπίνην φύσιν το απαράθραυστον επιτίμιον του να αποθάνη τις, διότι δεν υπάρχει άνθρωπος, όστις θέλει ζήσει και δεν θέλει γευθή θάνατον, δια τούτο, τίποτε το παράδοξον δεν είναι αν και η ευσεβεστάτη βασίλισσα Ειρήνη ήλθε και αυτή εις το τέλος του βίου. Όθεν, αφού ελυτρώθη από την υιϊκήν επιβουλήν και ανήλθε πάλιν εις το βασιλικόν αξίωμα, ίνα ελεγχθή η ασθένεια των παραλόγως επιβουλευθέντων αυτήν, ετελεύτησε και αυτή ευσεβώς εν έτει ωβ΄ (802). Μετά την Ειρήνην ανεδείχθη βασιλεύς ο Νικηφόρος Α΄ (802 – 811), ανήρ όστις όχι μόνον ουδόλως ηνώχλησε την Εκκλησίαν, αλλά και με αρίστην ευσέβειαν εστράφη προς Αυτήν. Πλην προς δικαίαν τιμωρίαν της προγονικής επιμιξίας, την οποίαν εξήλεγξε κατά κράτος ο Όσιος Θεόδωρος, ο πολύαθλος Ομολογητής και Ηγούμενος του Στουδίου, και την δια βασιλικής χειρός αποκατάστασιν εν τη Εκκλησία του ανιέρου και ασεβούς εκείνου Ιερέως Ιωσήφ του τον άθεον γάμον ιερολογήσαντος άνευ Εκκλησιαστικής εγκρίσεως, δι’ ων πράξεων μεγάλως, ως νομίζω, αντετάχθη εις τον Θεόν, (δεν γνωρίζω δε αν έτυχεν ευσπλαγχνίας, δια την, ως λέγουσιν, φιλάνθρωπον αυτού χείρα προς τους έχοντας ανάγκην), ατίμως και ούτος εγκατέλειψε τον βίον, συλληφθείς αιχμάλωτος υπό των Βουλγάρων των λεηλατούντων την Θράκην, αποκοπείσης υπό του άρχοντος αυτών Κρούμου της κεφαλής του, ήτις κατήντησε παίγνιον εις τας χείρας εκείνων, αισχύνη δε και όνειδος εις την Αυτοκρατορίαν του Βυζαντίου. Αντ’ αυτού τότε, δια θείας ψήφου, ανήλθεν εις τον θρόνον του Βυζαντίου, ο κατέχων το αξίωμα του κουροπαλάτου. Μιχαήλ Α΄ ο Ραγκαβέ (811 – 813) ο ευσεβέστατος και φιλανθρωπότατος, ο προστάτης της αληθείας και της ειρήνης υπέρμαχος και των εξορίστων νομιμώτατος υπερασπιστής. Ακόμη δε περισσότερον ο εκ της εξορίας ανακαλέσας τόσον ευλαβώς τον αοίδιμον Θεόδωρον, ο του ανιέρου Ιωσήφ λίαν αξιέπαινος διώκτης, όστις εξ υπερβολικής εκουσίας απλότητος και εις απόδειξιν ευεργεσίας διώρισε τον Λέοντα τον Αρμένιον, τον μετέπειτα βασιλέα, στρατηγόν πάσης Εώας (Ανατολής). Εκείνος δε, ασθενών διπλήν ασθένειαν, διότι, ως είπε τις θερμός λάτρης των θείων, δεν ευρίσκω απλούν το γένος των Αρμενίων, εκμεταλλευθείς την ευκαιρίαν και όλον το στράτευμα υποτάξας υπό την θέλησίν του με τρόπους καλούς, υποσχέσεις, χρηματικά δώρα και προσφοράς χρυσού, εξύφανε συνωμοσίαν κατά του ευεργέτου του δια να του αρπάση τον θρόνον. Ότε ο βασιλεύς Μιχαήλ επληροφορήθη την ραδιουργίαν και αντελήφθη, ότι το πραξικόπημα ήτο αδύνατον να αποφευχθή και να εμποδισθή η παράνομος επιθυμία και επιτυχία του σφετεριστού, ο δε εμφύλιος πόλεμος θα κατέληγεν εις το να χυθή αίμα χριστιανικώτατον, ο όντως φιλανθρωπότατος βασιλεύς αποχωρεί εκουσίως του βασιλικού θρόνου και παραχωρεί τούτον εις τον τύραννον, ίνα μη ίδη δια των οφθαλμών του να στάξη αίμα ομοφύλων. Αντί δε των ανακτώρων ασπάζεται την μετά των Μοναχών στενωτάτην συμβίωσιν και αντί της βασιλικής πορφύρας προτιμά τον εσχισμένον τρίχινον των Μοναχών χιτωνίσκον και την προσφιλή εις τον Θεόν ησυχίαν, εξασφαλίζων την άφθαρτον των ουρανών Βασιλείαν, της οποίας αναμφιβόλως θα έτυχε. Και ταύτα μεν ως προς τον ευσεβή Μιχαήλ. Του δε τυράννου Λέοντος αύται ήσαν αι πράξεις. Και κατά της πολιτείας λίαν αρπακτικαί και κατά του όλου σώματος της Εκκλησίας διασπαστικαί και μισηταί εις τον Θεόν· αν δε και ήσαν εισέτι προκαταρκτικαί, ουδόλως όμως διαφέρουσι της αλώπεκος και ολίγον απέχουσι της μεθόδου, την οποίαν μεταχειρίζεται ο πολύπους δια να διαφύγη την άγραν (το μελάνι). Εκτεινόμεναι μέχρι τοιούτου σημείου, ώστε να μη αποκαλυφθή το κακότροπον αυτού εις την σύγκλητον και απομακρυνθή της βασιλείας, προβάλλων ως κάλυμμα της κακής και τυραννικής αυτού εξουσίας, ψευδή χρηστότητα και υποκριτικόν σέβας προς την Ορθοδοξίαν. Ως δε αι υποθέσεις άβαινον κατά την επιθυμίαν αυτού και όσα είχε κατά νουν επετύγχανον, ο δε καιρός τρέχων, ως συνήθως, προσέφερεν εις αυτόν ανενόχλητον την βασιλείαν και δεν εφοβείτο πλέον επιβουλήν, ούτε εκ μέρους του λαού, ούτε εκ της συγκλήτου, ούτε και εξ άλλων εθνών, τότε ήρχισε να αποκαλύπτη την φύσιν του ο υπόγειος ασπάλαξ (τυφλοπόντικος), να εγείρη ολίγον κατ’ ολίγον την κεφαλήν του, να πλατύνη το στόμα και να εξεμή κακά κατά του δι’ αυτόν τον αχάριστον σάρκα ενδυθέντος Υιούτου Θεού και της προσκυνουμένης αγίας Εικόνος Αυτού και πάντων των Αγίων, λέγων, ότι δεν πρέπει να χρωματίζεται και να διαμορφούται εις ροίχους και σανίδας ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, επειδή είναι απερίγραπτος και ανίδεος, ως άϋλος. Αλλά και δια τους Προφήτας και τους Μάρτυρας εδογμάτιζεν, ότι δεν πρέπει να προσκυνούνται. Επομένως ούτε και τα Λείψανα αυτών πρέπει να σεβώμεθα, διότι δήθεν εντελώς παράλοηον και της ελληνικής μυθολογίας εφεύρημα είναι το να ονομάζεται η χρωματογραφία, η σανίς και το χρώμα, Απόστολος Παύλος, ή Προφήτης Δαβίδ. Ούτε επέτρεπε να ονομάζουν Αγίους, κατά τον ομώνυμον και ομόφρονα αυτού μιαρόν Λέοντα τον εξ Ισαυρίας και τον εκείνου βδελυρώτερον και ασεβέστερον υιόν Κωνσταντίνον Ε΄ τον Κοπρώνυμον, χριστιανικωτάτους ονομάζων τούτους, ως δήθεν ορθοτομήσαντας την πίστιν, την οποίαν εκείνος εδόξαζεν και από των οποίων παρέλαβε την αίρεσιν. Τούτο δε διότι, ως έλεγε, και θνητοί άνθρωποι ήσαν οι Άγιοι και αποθανόντες και συνεπώς ουδέν πλέον είχον εκ της κοινής φύσεως, εις φθοράν και δυσωδίαν καταντήσαντες, των οποίων τα Λείψανα οι εγγίζοντες μιαίνονται. Διότι, έλεγε, πας ο εγγίζων νεκρόν είναι ακάθαρτος. Επειδή δε ταύτα σκεπτόμενος και λέγων, ο ανόητος, δεν ήρκει μόνος δια την επικύρωσιν των υπ’ αυτού κακώς δοξαζομένων, αλλ’ είχεν ανάγκην και άλλων φίλων, ίνα συστήση και εξαπλώση την μιαράν αυτού γνώμην, ενεπιστεύετο την έλλειψιν ταύτην και εις τους κατά την νύκτα υπηρετούντας αυτόν δαίμονας, διο και επέτυχε να αποκτήση συνεργόν αυτόν τον πάντοτε ψευδόμενον δαίμονα. Λέγεται, δηλαδή, ότι εν ω μίαν ημέραν ο τύραννος ήτο σκεπτικός και διελογίζετο πως θα εύρη τον συνεργάτην του, τον επλησίασεν ο σατανάς, μεγαλοπρεπως ενδεδυμένος και με φωτεινόν σχήμα, κρατών εκ της χειρός τον Ιωάννην τον επιλεγόμενον Γραμματικόν, άνδρα πράγματι φίλον των δυνάμεων της αποστασίας, διότι ήτο ταμείον υπερπλήρες παντός ψεύδους και συνήγορος του κακού εμπειρότατος και είπε προς τον τύραννον· «Δέχθητι τούτον, ω φίλε μου βασιλεύ, διότι είναι σκεύος μου εκλεκτόν». Γενομένου δε αφάντου του ειπόντος και παραδώσαντος, αμέσως ο εις την σχολήν του σατανά μαθητεύσας Γραμματικός γίνεται δεκτός παρά του τυράννου και του μυσαρού μυστηρίου της αιρέσεως ακροατής καθίσταται. Αμέσως τότε του εδόθησαν χρήματα πλουσιοπαρόχως και κατετάγη μετά των αξιωματούχων, αφού πρώτον έδωσεν υποσχέσεις, ότι θα εξαπλώση προθύμως τα υπό του βασιλέως δοξαζόμενα, με το να εύρη πολλούς οίτινες θέλουσι συνεργασθή εις την μιαράν ταύτην υπόθεσιν και ότι ουδείς θα δυνηθη να αντισταθή εις τας πιθανολογίας του, τας οποίας έχει να αντιπαρατάξη εναντίον εκείνων οίτινες ήθελον συζητήσει μετ’ αυτού. Ταύτα πάντα συλλογιζόμενος ο φρενόληπτος βασιλεύς είπε· «Μη σε μέλει, ω φίλε, προσπάθησον συ να εύρης και άλλους ομόφρονας με ημάς και δι’ όλα τα άλλα θα είμαι εγώ συνεργός σου». Μετ’ ολίγον χρόνον ο του Λέοντος χαμαιλέων παρουσίασε τους ομόφρονας εις τον τύραννον. Ήσαν δε ούτοι εκ μεν των της συγκλήτου, ο Ιωάννης o επιλεγόμενος Σπέκτας και ο Ευτυχιανός, εκ δε των της Εκκλησίας ο Αντώνιος ο Συλαίου, εκ των εν τοις Μοναστηρίοις Λεόντιος τις και ο Ζωσιμάς, όστις εν τέλει μετά τας φλυάρους συνομιλίας απεκαλύφθη εις μοιχείας, συνελήφθη, του απεκόπη η ρις και καταδικασθείς εις τον δι αγχόνης θάνατον, απέρριψε βιαίως την αθλίαν του ψυχήν, της θείας Δίκης μη ευσπλαγχνισθείσης αυτόν ως συχνάκις συμβαίνει. Τούτους, ευθύς ως είδεν ο λεοντόψυχος, τα μέγιστα εχάρη και αφού την εσπέραν συνεκάθησε μετ’ αυτών εις πολυτελές συμπόσιον και ανεκοίνωσεν εις αυτούς την σκέψιν του, έλαβε παρ’ αυτών συμβουλήν να καλέση ενωρίς την πρωϊαν τον Πατριάρχην μετά των συλλειτουργών αυτού και παντός του Κλήρου ως και τους προεξάρχοντας των Μοναστηρίων, όχι μόνον των εν τη πόλει αλλά και των εκτός ταύτης ευρισκομένων και των πλησιοχώρων, ίνα πάντες προσέλθωσιν εις τα ανάκτορα και ακούσωσιν υπόθεσιν τινά, την οποίαν ο βασιλεύς θα εξέθετε, λόγω ανάγκης. Είπον δε οι παρευρισκόμενοι εις τον τύραννον, εάν μεν έλθουν, συ μεν άρχισε να ομιλής με τρόπον ήμερον, ημείς δε, δια προβολής δυσκατανοήτων προβλημάτων θέλομεν κλείσει συντόμως τα στόματα αυτών και ούτω θα σου δοθή αμέσως ευλογοφανής αφορμή εις το να νομοθετήσης αυτό το οποίον θέλεις, ώστε να καταστή τούτο ευκόλως παραδεκτόν από όλους τους υπηκόους. Αρεστή λοιπόν εφάνη η συμβουλή. Όθεν μετά την εκ του ύπνου έγερσιν συνηθροίσθησαν εις τα ανάκτορα άπας ο ιερατικός σύλλογος και η των Μοναχών έγκριτος και εξάρχουσα Συνοδεία, προηγείτο δε όλων η ουρανομήκης κεφαλή, ο θεοπρόβλητος, λέγω, και μέγας αριστεύς Νικηφόρος ο θειότατος Πατριάρχης μετά των περί αυτόν. Όχι δε μόνον καλώς εγνώριζε ο Αγιώτατος εκείνος Πατριάρχης τα μελετηθέντα παρά του βασιλέως και των συν αυτώ, αλλά και θείας οράσεως ηξιώθη περί τούτου κατά την νύκτα. Προεκάθησε λοιπόν ο βασιλεύς από πρωϊας, ως συνήθιζε, και αφού προηγουμένως απέκρυψε τους ομόφρονας αυτού, επέτρεψε την είσοδον, πρώτον εις τον Πατριάρχην, όστις εισήλθε και ηξιώθη συγκαθεδρίας. Ο δε Αγιώτατος Πατριάρχης δεν κατεδέχθη να συνομιλήση κατά μόνας, αν και του εζητείτο να ακούση. Αλλ’ είπεν· «Κάλεσον, ω βασιλεύ, και τους μετ’ εμού, ίνα ακούσωσι πάντες αυτά τα οποια δογματίζεις». Αφού δε τούτο εγένετο, εισήλθον πάντες με παράστασιν απτόητον, άνευ όμως των Μοναχών των έξω της πόλεως Μοναστηρίων· διότι τούτο διέταξεν ο τύραννος, ελπίζων εις δευτέραν επιτυχίαν. Τότε ο Πατριάρχης, προλαβών την δηλητηριώδη γλώσσαν, είπε δια φωνής στεντορείας· «Πατέρες και αδελφοί, είπατέ μοι δύναται το μη ον και το μη ιστάμενον να πέση;» Αποκριθέντων δε πάντων όχι, πάλιν δια δευτέρας ερωτήσεως, αναλύων την αινιγματώδη φράσιν, είπεν· «Έπεσον αι άγιοι Εικόνες επί της βασιλείας των Ισαύρων, ή όχι;» Αντελήφθη τότε την ερώτησιν του Πατριάρχου ο βασιλεύς, ίνα δε κάμη ελιγμόν, προφθάνει και αυτός τας των ερωτώντων γλώσσας και επιβαλών σιγήν δια της χειρός, δεν απέτεινε τον λόγον προς τον Πατριάρχην. Διότι έβλεπε το βέλος εκ κυκλοτερούς τόξου κατ’ αυτού αφιέμενον και καιρίως απειλούν. Όθεν, εκφεύγων, ετράπη προς άλλην κατεύθυνσιν και υποκρινόμενος είπε προς το συγκεντρωθέν πλήθος· «Εγώ μεν, ω παριστάμενοι, και το αυτό δόγμα με υμάς ακολουθώ και την αυτήν με υμάς πίστιν έχω». Εκβαλών δε εγκόλπιον εικονισμένον και επιδείξας, είπεν· «Ιδού και τας αγίας Εικόνας προσκυνώ και ασπάζομαι· αλλά τώρα εξηγέρθησαν άνδρες τινές σοφοί και πολύ αφωσιωμένοι εις τα θεία, ζώντες βίον ακηλίδωτον, των οποίων την ανεπίληπτον διαγωγήν και εγώ επιβεβαιώ, διότι καλώς τα κατ’ αυτούς εξήτασα, οίτινες λέγουσιν, ότι η Πίστις την οποίαν ημείςσεβόμεθα δεν είναι ορθή, αλλ’ ειδωλολατρική κάπως και πεπλανημένη, άλλην δε πίστιν, την οποίαν, αφού πολύ ηρεύνησαν, διέγνωσαν ως ορθήν. Επιθυμώ λοιπόν να παρουσιάσω τούτους ενώπιον υμών, ίνα συνδιαλεχθώμεν. Και εάν μεν εκείνοι ευρεθώσι λέγοντες τα ορθότερα και παρ’ ημών μέχρι τούδε αγνοούμενα, κατ’ ανάγκην εις τα υπό τούτων λεγόμενα θα υποταχθώμεν και ταύτα θα ακολουθήσωμεν· εάν δε ημείς είπωμεν τα ορθά, θα παραμείνωμεν εις εκείνα τα οποία παρελάβομεν». Δεν είχεν ακόμη τελειώσει τα λεγόμενα και διαγνώσαντες οι Πατέρες, ότι ταύτα ήσαν υποκριτικά και σκόπιμα, δεν τα ηνέχθησαν ουδόλως, αλλά πάντες ομού και ο καθείς των χωριστά εφώναξαν· «Εννοήσαμεν την ραδιουργίαν, ω βασιλεύ. Έχομεν πληροφορηθή τα της αποκρυπτομένης και υποκριτικής σκηνής. Εις μάτην επιζητείς τον μεθ’ ημών διάλογον, μεταχειριζόμενος την εξουσίαν, ην και προετοιμάζεις ως συνεργόν μετά την ήτταν των ομοφρόνων σου. Απηγορεύθη παρά των Πατέρων ημών πάσα περί τούτου συζήτησις. Ότι προσκυνείται και θα προσκυνήται εις τους αιώνας παν θείον αποτύπωμα, ουδεμία επ’ αυτού επιτρέπεται να εγερθή αμφισβήτησις. Συ, των δημοσίων υποθέσεων μόνον ετάχθης ρυθμιστής και κριτής, δια δε τα τοιαύτα ζητήματα η Εκκλησία και μόνη είναι αρμοδία και ο ταύτης Προκαθήμενος». Τότε ο εις πολλάς φύσεις μεταμορφούμενος Πρωτεύς απεκρίθη· «Αλλά και εγώ τέκνον της Εκκλησίας είμαι». Είπον δε οι Πατέρες· «Εάν ήσο τέκνον της Εκκλησίας, θα επείθεσο εις τους Πατέρας». Ο δε ποικιλότροπος βασιλεύς συνεπλήρωσεν· «Όχι μόνον τέκνον, αλλά και μεσίτης τυγχάνω». Αλλ’ εις των Πατέρων αντείπε· «Δεν είναι τα πράγματα όπως λέγεις, αλλ’ ως φαίνεται πρόκειται περί εξουσίας τυραννικής. Διότι, εάν ήτο μεσιτεία, δεν θα είχες κεκρυμμένους πλησίον σου τους κακώς ελέγχοντας, τους δε καλώς κρίνοντας να παραγκωνίζης, ουδέ θα έλεγες εις τούτους να σιγήσουν, εάν δεν ήθελον να απολέσουν τας κεφαλάς των. Διότι και τούτο αν θα συνέβαινεν, αι μαρτυρίαι εκ των θείων Γραφών υπέρ τους ποταμούς εξεχύθησαν. Αλλ’ εσφράγισας ως ασπίς τα ώτα σου και δεν θέλεις να ακούσης ταύτα. Αφού λοιπόν αποκαλύπτεσαι εκ των πράξεών σου τούτων, ούτε συ θέλεις αξιωθή απαντήσεως, ούτε οι μετά σου». Όμως παρ’ όλον ότι τοιουτοτρόπως και υπό τόσων ανδρών ηλέγχετο ο παράνομος, υπεκρίνετο ότι μακροθυμεί. Ευθύς αμέσως τότε και ο Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο διάπυρος της αληθείας ζηλωτής, διελθών δια μέσου των πολλών, εστάθη ως άλλος Δαβίδ κατά του Γολιάθ. Και εφώναξε· «Δεν αρμόζει εις σε, βασιλεύ, να παραλύης τους Εκκλησιαστικούς θεσμούς, διότι ακούεις και τον Απόστολον λέγοντα· «Και ους μεν έθετο ο Θεός εν τη Εκκλησία πρώτον Αποστόλους, δεύτερον Προφήτας, τρίτον Διδασκάλους» (Α΄ Κορ. ιβ:28) «προς καταρτισμόν των Αγίων» (Εφεσ. δ:12), αλλά δεν προσέθηκεν ο Απόστολος και βασιλείς. Εις μάτην λοιπόν προσπαθείς να εκβιάσης ημάς, διότι δεν θα σε υπακούσωμεν». Τότε, εξερεθισθείς σφόδρα ο τύραννος, διέταξεν υβρίζων να φύγουν από τα ανάκτορα. Και τους μεν εκ των Αρχιερέων, όσοι ήσαν των Δυτικών επαρχιών, απέστειλεν εξορίστους προς τα νοσηρότερα μέρη της Ανατολής, τους δε των Ανατολικών εξώρισε προςτα μέρη της Δύσεως και τους Μοναχούς ενέκλεισεν εις τα Μοναστήρια των, διατάξας, ότι εκείνος όστις ήθελεν ευρίσκεται έξω, ή εισάγει άλλους εντός των Μοναστηρίων και εν ομιλία υπεραμύνεται της προσκυνήσεως των αγίων Εικόνων να καταδικάζεται εις κεφαλικήν ποινήν. Τον δε εν τη του Θεού πίστει ακλόνητον Θεόδωρον τον Στουδίτην, εξορίσας αμέσως μετά πείσματος, διέταξε να μη ίδη την βασιλεύουσαν μέχρι του θανάτου του. Όταν δε κατεπράϋνεν ολίγον τον θυμόν του, διέταξε να έλθουν προς αυτόν και οι Προεστώτες των έξω της πόλεως Μονών, μετά των οποίων ήτο και ο πράγματι θαυμαστός ούτος Νικήτας, χάριν του οποίου και τόσον τον λόγον θεμελιώσαντες επεμηκύναμεν, ίνα φανερώσωμεν μετά πάσης αληθείας οποίον στύλον εξελέξατο δι΄εαυτήν η Ορθόδοξος Πίστις. Αμέσως μετά την προσταγήν πρώτος εισήλθεν ο μεγαλόφρων Νικήτας, ως επίσημος κριός προπορευόμενος αγέλης προβάτων, εν ω οι άλλοι ηκολούθουν. Ατενίσας τότε προς αυτούς δήθεν μετά γλυκύτητος το ανήμερον θηρίον, απέτεινε λόγους θωπευτικούς, λέγων· «Ουδέν νέον, ουδέ παράδοξον ζητώ από υμάς, Πνευματικοί Πατέρες. Αν και εις τους θρασείς εκείνους και αναισχύντους, τους οποίους είδετε προ πλίγου εξελθόντας, τούτο υπερήσπισα. Διότι με διδάσκει την αλήθειαν η Γραφή, ήτις λέγει· «Πνεύμα ο Θεός και τους προσκυνούντας Αυτόν, εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν» (Ιωάν. δ:24) και ουχί εις Εικόνας δια χρωμάτων εζωγραφισμένας και εις μικράς σανίδας». Προς του λόγους τούτους, χωρίς ουδ’ επί στιγμήν να αναμείνη, απήντησεν ο Όσιος δι’ ισχυράς φωνής· «Διέστρεψας όλως διόλου την σημασίαν του γραφικού ρητού, παράνομε βασιλεύ, και την αιτίαν ένεκεν της οποίας ελέχθη, την δε εν σαρκί παρουσίαν του Υιού του Θεού και Θεού ημών Ιησού Χριστού αναμφιβόλως αρνείσαι». Τους λόγους τούτους του Οσίου και οι άλλοι Πατέρες ακούσαντες τα αυτά εκραύγασαν. Τότε ο τύραννος, ευθύς ως είδε τον θόρυβον και εκ πρώτης επαφής αντελήφθη, ότι καταβάλλεται, εθυμώθη σφόδρα, ως συνήθως, και αποστέλλει τούτους εις την φυλακήν. Τον δε Όσιον Νικήταν, όστις πρώτος μετά παρρησίας ωμίλησεν, έκλεισεν εις την σκοτεινοτέραν και πλήρη δυσωδίας φυλακήν, ίνα βασανίζεται από της πρώτης στιγμής. Διότι είχε πληροφορηθή, ο διεφθαρμένος βασιλεύς, παρά τινος των υπ’ αυτόν, ότι, επειδή εκ φύσεως ο Άγιος αηδίαζε ταύτα, θέλει συντόμως αποθάνει. Αφού δε και άπαν το πλήρωμα των Ορθοδόξων διεσκόρπισεν, ευθύς και τον Πατριάρχην Νικηφόρον εκ του θρόνου κατεβίβασεν και εις τα αντίπεραν της βασιλευούσης μέρη, εις τι μετόχιον, εξώρισεν, αντ’ αυτού δε ο ψυχομάχος ανεβίβασεν εις τον Πατριαρχικόν θρόνον τον ομόφρινά του Θεόδοτον (815 – 821) τον ειδωλολάτρην, ευτελέστατον ανθρωπάριον και σύντροφον της ανοησίας, όστις ήτο παίγνιον δι’ όλους και πάντων περίγελως, έτι δε και δούλος της μυσαράς ηδονής, έχων μεθ’ εαυτού συνείσακτον τι γύναιον και κοιτόμενος εν τη κοίτη αυτού με την πρόφασιν ότι έπασχεν εκ νεφρίτιδος. Τούτον λοιπόν τον ανάξιον, ως είπομεν, ανεβίβασεν εις τον θείον θρόνον ο άθεος βασιλεύς, όστις σπεύδων να στερεώση τα υπ’ αυτού δογματιζόμενα και ιδιαιτέραν προς τούτο συνεκάλεσε σύνοδον, άλλο ταύτην συνέδριον Ιουδαίων! Επειδή δε επληροφορήθη, ότι παρευρίσκοντο εις ταύτην την σύνοδον και τινες των Αρχιερέων, μη ομοφρονούντες προς αυτόν, διατάσσει, πρώτον, να ριφθώσι κατά γης και να κτυπηθώσι δια λακτισμάτων εις τα σπλάγχνα, κατόπιν δε αφού ανασηκωθώσι να κτυπηθούν δια των γρόνθων εις τους οφθαλμούς· τούτων δε γενομένων εξέβαλεν αυτούς ατίμως έξω. Έπειτα, μετά των συν αυτώ υποβάλλει τους Οσίους Πατέρας εις ανάθεμα ο άξιος αναθέματος και λιθοβολισμού ιερόσυλος νέος Άχαρ. Μετά δε ταύτα ανελθών εις τα ανάκτορα έδωσεν άδειαν εις το αγοραίον πλήθος να κηρύττη πανταχού αφόβως το ασεβές αυτού δόγμα, να περιφρονή τα διδάγματα των Πατέρων, να εισέρχιται δε και εις τας φυλακάς και να εμπαίζη μετ’ αναισχυντίας τους Μοναχούς, άνευ τινός χαλινού. Ως δε είπομεν, αφού ο καρτερικώτατος Όσιος Νικήτας ερρίφθη εις σκοτεινήν και δυσώδη φυλακήν, εις την οποίαν και ευρίσκετο επί πολλάς ημέρας, εκακοπάθει δεινώς, διότι εισήρχοντο εις αυτήν καθ’ εκάστην πολλοί εκ του χυδαίου όχλου, οίτινες τα πάντα έλεγον και έπραττον δια να καταλυπήσουν την τόσον θεοφιλή αυτού ψυχήν. Εξ όλων τούτων πολύ περισσότερον ησχημόνει νεανίας τις ονόματι Νικόλαος, όστις, ευχαριστούμενος να φλυαρή ασκόπως και καυχόμενος δια την αθυροστομίαν του, ηδονήν δε αισθανόμενος από τας αισχρολογίας, έφερε πολλήν ταραχήν θλίψεως εις τον Άγιον. Και δεν θα ενικάτο ευκόλως ο πειρασμός αυτός, εάν ο Θεός, προσβλέπων εις την τοσαύτην υπομονήν του δούλου Αυτού, δεν ήθελεν οικονομήσει ώστε να συμβή παράδοξον τι και εξαίσιον. Διότι νύκτα τινά, εν ω εκοιμάτο ο θησαυροφύλαξ της αταξίας Νικόλαος, ενόμισεν ότι είδε τον πατέρα του, προ ολίγου καιρού αποθανόντα, όστις τον ηπείλει και του έλεγεν· «Άφες την διαγωγήν σου. Μη κάμνης πλέον τίποτε εις τον Δίκαιον τούτον, ίνα μη και εγώ υπόδικος δια την κόλασιν γίνωμαι, εξ αιτίας της ιδικής σου βαρβαρότητος και ασεβείας, συ δε, αν επιμένης ούτω να φέρεσαι, παραδοθής δι’ όλην σου την ζωήν εις τον δαίμονα, ίνα παρ’ αυτού τιμωρήσαι». Ευθύς λοιπόν, ως ήκουσε ταύτα ο Νικόλαος παρά του πατρός του, παρόμοια εκείνων όπου ήκουσεν άλλοτε ο Πιλάτος παρά της γυναικός του, όταν αφυπνίσθη εκ του ύπνου, κατά την ημέραν εκείνην κατά την οποίαν επρόκειτο να κρίνη τον Ιησούν μου, δεν ηνώχλησε πλέον τον Άγιον. Όχι δε μόνον τούτο, αλλά και τους άλλους ημπόδιζε, διηγούμενος εις αυτούς το όνειρον. Όθεν, ζητήσας συγχώρησιν, διήγεν εις το εξής εν σωφροσύνη. Μετά ταύτα πάλιν, διαβληθείς ο Όσιος Νικήτας ο του Μηδικίου προς τον βασιλέα, ότι και εν τη φυλακή διδάσκει πολλούς να περιφρονούν την προσταγήν του βασιλέως, απεστάλη εις εξορίαν παραδοθείς εις τινα στρατιώτην σκληρόν και αντιπαθή. Τοιουτοτρόπως απεμακρύνθη της Πόλεως ο της ευσεβείας πρόμαχος. Βαδίζων δε πεζή, έφθασεν εις κώμην τινά Μασαλεών καλουμένην, κειμένην προς τα ενδότερα της Ανατολής. Εκείθεν, πριν εισέτι συμπληρωθούν πέντε ημέραι, ελθούσης νέας διαταγής, οδηγείται βιαίως παρά του ιδίου εκείνου στρατιώτου εις νέαν εξορίαν, μετά δε εξαντλητικήν οδοιπορίαν εν μέσω βροχών και χιόνων και προς το δριμύ ψύχος παλαίων, ο του Χριστού Αθλητής διήνυσε μακρότατον μήκος οδού εις επτά ημέρας. Ούτε είναι δυνατόν να είπη τις οποίας θλίψεις υπέστη και εις ποίον σημείον σωματικής εξαντλήσεως έφθασε. Το δε να σταλή ούτος εις τόσον απεμακρυσμένον τόπον, δεν επενοήθη δι’ άλλο τι, ειμή μόνον δια να μη έχη ελευθερίαν και διδάσκη ανενοχλήτως εις τους έξωθεν της βασιλίδος τα πρέποντα και αρέσκοντα εις τον Θεόν. Απομακρυνθείς λοιπόν κατ’ αυτόν τον τρόπον ο Όσιος, αφέθη δι’ ολίγον καιρόν ανενόχλητος, ουχί βεβαίως εκ φιλανθρωπίας του τυράννου, διότι που να ευρεθή εις τούτον η συμπάθεια! Αντιθέτως, εσκέφθη δια ποίου τρόπου θα του ήτο δυνατόν να στερήση τον Όσιον και αυτής της ζωής και ούτως ενήργησε. Καλέσας δε τον Ιωάννην, τον οποίον από τας χείρας του σατανά παρέλαβεν ως γραμματικόν και σύμβουλον, είπε προς αυτόν· «Να ερευνήσης τάχιστα, με πολλήν φροντίδα, να εύρης τον Νικήταν τον του Μηδικίου, εκείνον όστις ανθίσταται εις την απόφασίν μου, όταν δε τον εύρης, να συλλάβης και αυτόν και όσους άλλους είναι μαζί του. Αφού δε κακοποιήσης αυτούς με όποιον τρόπον θελήσης, πείσον αυτούςνα συμφωνήσουν εις όσα ημείς πρεσβεύομεν και εάν δεν πείθωνται, φόνευσον αυτούς». Ταύτα είπεν η μανιώδης εκείνη γλώσσα και ο μεν πάνθηρ, προσπεράσας ευθύς τον λέοντα, συνεφώνησε. Και τους μεν άλλους εις επιεικεστέρας κάπως φυλακάς ενέκλεισε· τον δε Όσιον Νικήταν μετά του ακολουθούντος αυτόν μαθητού του, του και διαδόχου της ηγουμενίας εις ποίας σκληροτάτας τιμωρίας δεν κατεδίκασε; Διότι αμέσως, αφού εχώρισεν αυτούς απ’ αλλήλων, ενέκλεισεν εις φυλακάς στενωτάτας και σκοτεινάς και δυσώδεις. Και ως στρωμνήν ούτε σπιθαμήν ράκους ή κλινοσκεπάσματος ή ψιαθίου επέτρεψε να φέρουν μεθ’ εαυτών. Αλλ’ ούτε και την ελαχίστην τροφήν, ειμή μόνον ελάχιστον ύδωρ και τούτο δυσώδες. Ρίπτων δε προς αυτούς μικρόν τεμάχιον κριθίνου άρτου ανά τρεις ημέρας, άφηνε τούτους να συγκατάκεινται μετά των εκκρίσεων των ούρων και των αφοδευμάτων και δια της πείνης και της δίψης εβασάνιζε τους Οσίους Πατέρας. Αισθάνομαι, αδελφοί, πονούντας υμάς και δακρύοντας και από μόνην την των δεινών ακοήν. Αλλ’ ουχί δια τούτο έπασχε και ο γενναίος Αθλητής και αληθής νικητής Νικήτας. Διότι αυτός ο μακάριος μόνον δια την Εικόνα του Χριστού και των θεραπόντων Αυτού έπασχε, ταύτα δε πάντα μετά χαράς υπέμενεν, αν και ο γραμματικός Ιωάννης προσεπάθει να εξοντώση αυτόν δια της λύπης. Διότι ετιμώρει τον ηγαπημένον μαθητήν του με ολονέν σκληροτέρας και περισσοτέρας κακουχίας, τας οποίας διηγείτο πρότερον λεπτομερώς εις τον διδάσκαλον, ίνα καταλυπή αυτόν περισσότερον. Τι δε μετά ταύτα συνέβη; Βλέπων ο κάκιστος εκείνος τιμωρός των Αγίων, ότι ουδένα εκ τούτων ηδύνατο να πείση όπως αποσπασθή της αυστηράς και Ορθοδόξου Πίστεως και ότι περισσότερον των άλλων ο Νικήτας ο του Μηδικίου ουδέ απάντησιν έδιδεν εις αυτόν, κατέφυγεν εις άλλο μέσον ύπουλον και θωπευτικόν. Μεταβάς δηλαδή προς τους εις ετέρας φυλακάς εγκεκλεισμένους έλεγε· «Συγχωρήσατέ με, Πατέρες, και μη νομίζετε, ότι αιτία των βασάνων σας είμαι εγώ ο αναίτιος, διότι εγώ εκπληρώ βασιλικήν προσταγήν. Εάν δε προσπαθήσω να αντιπράξω, θα χάσω την κεφαλήν μου. Μίαν δε και μόνην συμβουλήν έχω να σας κάμω. Κάμετε οικονομίαν και επικοινωνήσατε μίαν και μόνην φοράν με τον Θεόδοτον, με οιονδήποτε τρόπον προτιμάτε, και ευθύς θα απαλλαγήτε των τιμωριών και θα επιστρέψετε χαίροντες εις τας Μονάς σας». Ήκουσαν οι Πατέρες και υπήκουσαν, δεν γνωρίζω δια τίνα λόγον· ή συντριβέντες από τας κακουχίας και φιλοψυχήσαντες, το οποίον δεν νομίζω, ή δι’ άλλο τι σοφώτερον εσκέφθησαν να κάμουν οικονομίαν τινά, με το οποίον περισσότερον των άλλων συμφωνώ. Διότι τους γενναιοτέρους εκ τούτων, μετά ταύτα, αυστηρώς παρατηρήσας δι’ επιστολής του ο θερμότατος εν Ομολογηταίς Θεόδωρος, είδεν ερχομένους εις αντιπαράταξιν προςτον δυσσεβή. Συγκατατεθέντες λοιπόν εξέρχονται της φυλακής και έρχονται προς τον Όσιον, εγκάθειρκτον ακόμη και εξηγούσιν εις αυτόν τας κατ’ οικονομίαν ληφθείσας αποφάσεις των, παρακαλούντες όπως χάριν τούτου συγκαταβή και αυτός και εξέλθη της φυλακής, ίνα, επικοινωνών μίαν και μόνην φοράν, δυνηθή να ομιλήση μετά δικαίας φωνής. Και πείθουσιν τούτον, όχι διότι εκάμφθη εκ των δια τον Θεόν κακουχιών· διότι πως ήθελε καμφθή εκείνος όστις καθ’ όλην αυτού την ζωήν έπασχε δια το όνομα του Χριστού; Όχι δε μόνον τούτο αλλά και καθ’ ημέραν χάριν του ονόματος τούτου αποθνήσκοντα; Όχι λοιπόν δια τούτο εδέχθη, αλλά διότι ηθέλησε να συνταπεινωθή μετά των ταπεινουμένων και να μη φρονή υπέρ τους άλλους. Εξέρχεται λοιπόν ο πράος και άκακος, αλλά μετά ζήλου. Και μεταβαίνει μετά των Πατέρων προς τον Θεόδοτον, όπου, τελουμένης της ιερουργίας, προετίθεντοτα Άγια, των οποίων όμως δεν ηδύνατο να μετάσχη τις, εάν δεν έλεγε, λέγοντος ομοίως και του Θεοδότου, το : «Τοις μη προσκυνούσι την Εικόνα του Χριστού, ανάθεμα». Τούτων ούτω πραχθέντων απηλευθερώθησαν από τας φυλακάς και επανήλθον έκαστος εις την Μονήν του. Αλλ’ όχι και ο την τελικήν νίκην επιτυχών μετά την νομισθείσαν ήτταν, ο Όσιος, λέγω, Νικήτας. Διότι ούτος δεν επανήλθεν εις την Μονήν του· αλλ’ εισήλθεν εις τι πλοιάριον υπό το πρόσχημα ότι θα αναχωρήση, ίνα κλαύση κατά μόνας και εξιλεώση το θείον δια την τροπήν την οποίαν υπέστησαν οι Πατέρες, μεταβαίνων εις νήσον έρημον ανθρώπων. Ότε όμως παρετάχθη μετά των άλλων πλοιαρίων τα οποία συνέπλεον και έπαυσε να είναι ορατός, στρέψας τα ιστία επιστρέφει πάλιν εις την βασιλεύουσαν και εισέρχεται και εμφανίζεται προ των εχθρών. Ούτω, ο νομισθείς ως φυγάς στρατηγός και ως δήθεν παρουσιάσας τα νώτα, δι’ ευστρόφου κινήσεως προβάλλει τα στέρνα και πρώτος, αρπάσας το δόρυ, κατέρχεται εν τω μέσω της εχθρικής παρατάξεως και διαπεράσας τας τόσον πολυαρίθμους και ισχυράς φάλαγγας, επιτίθεται κατά του αρχηγού και εμπηγνύει ολόκληρον την λόγχην αυτού εις τα στέρνα του. Και εις τους νικηθέντας στρατιώτας, δια της μονομαχίας ταύτης, αποδώσας θάρρος και προθυμίαν, ανεγείρει τέλειον το τρόπαιον και τα βραβεία της νίκης αναιμάκτως φέρει, αποδοθέντα παράτου δικαίως αποδώσαντος Θεού. Διότι ευθύς ως παρουσιάσθη εις τον Λέοντα, ήκουσε παρ’ αυτού· «Δια ποίαν αιτίαν, εν ω όλοι οι άλλοι υπήκουσαν εις το βασιλικόν πρόσταγμα και αποκατεστάθησαν προθύμως εις τας Μονάς των, συ μόνος, αυθαδιάζων, ευρίσκεσαι εδώ, ταράσσων τους απλούς ανθρώπους και διδάσκων αθέμιτα; Πρόσεξε διότι, εάν δεν υπακούσης και συ εις εμέ και δεν απέλθης ταχέως εις το Μοναστήριόν σου κακήν κακώς μέλλεις να αποθάνης, αφού πρότερον υποβληθής εις σκληράς και απιστεύτους τιμωρίας». Τότε ο θείος Νικήτας δι’ απτοήτου ψυχικού παραστήματος, ισχυρά τη φωνή, διεκήρυξεν ειπών· «Γνώριζε και συ, βασιλεύ αρνησίθεε, ότι εμμένω σταθερώς εις τους πρώτους μου λογισμούς και την Εικόνα του Κυρίου μου Ιησού Χριστού και των Αγίων σέβομαι, εις δε το θέλημά σου δεν υπακούω. Μετά των μετά σου εις επικοινωνίαν δεν έρχομαι. Και αν δια την προς τους Πατέρας υπακοήν υπεχώρησα ολίγον, όμως έπραξα τούτο μετά ομολογίας και της πρεπούσης συμφωνίας. Αλλά και σε, τον αθετούντα την προσκύνησιντων αγίων Εικόνων και τους ομόφρονάς σου αναθεματίζω. Πράξε λοιπόν εκείνο το οποίον θέλεις». Κατ’ αυτόν τον τρόπον ωμολόγησεν ο Όσιος· ο δε τύραννος, πληρωθείς εντροπής και αισχύνης, παρέδωσε τούτον εις τινα Ζαχαρίαν, διοικητήν τότε των αυστηρών φυλακών, προς φυλάκισιν και κακοποίησιν. Εκείνος δε, αφού παρέλαβε τον Όσιον, ουδόλως τον εκακοποίησεν, ούτε έπραξε τι το οποίον να τον λυπήση, επειδή ήτο ευσεβής και ήμερος έχων μετά των άλλων ψυχικών του αρετών και την συμπάθειαν. Αλλ’ ούτε και εις την ειρκτήν τον έρριψεν. Αντιθέτως συμπεριεφέρετο προς τον Άγιον με σεμνότητα και προσέφερεν εις αυτόν πάσαν περιποίησιν. Ούτος δε ο θαυμάσιος Ζαχαρίας δεν εβράδυνε να λάβη την ανταμοιβήν. Διότι, ότε μετά καιρόν αποσταλείς παρά του βασιλέως εις τα μέρη της Θράκης δια την διοίκησιν των δημοσίων πραγμάτων, συνελήφθη υπό βαρβαρικών χειρών και ωδηγείτο αιχμάλωτος, ο Άγιος, εξόριστος τότε και φυλακισμένος εις τινα νήσον, μαθών την συμφοράν του Ζαχαρίου, δια της προσευχής του ηλευθέρωσε τούτον των βαρβαρικών χειρών. Όμως ο τύραννος δεν ηνείχετο τον Όσιον ούτω φυλαττόμενον παρά του Ζαχαρίου, αλλ’ επεθύμει να τον υποβάλη εις δεινότερα κακά. Όθεν στέλλει ευθύς τον Αθλητήν προς τον Άνθιμον τον τότε διωρισμένον ως έξαρχον των πέριξ του κόλπου της Νικομηδείας Μοναστηρίων, άνδρα ημίανδρον (ευνούχον), όστις είχεν αποκεκομμένα τα παιδογόνα μόρια και μετ’ αυτών και την ψυχήν, ελεεινόν και απάνθρωπον, σύντροφον της μοχθηρίας, τον οποίον και Καϊάφαν ωνόμαζον δια την σκληρότητα και τον εκφυλισμόν του, δια τούτο δε και αποσταλέντα παρά του τυράννου εις την περιοχήν εκείνην, ίνα κακοποιή τους Μοναχούς. Ούτος λοιπόν παραλαβών τον Όσιον και οδηγήσας αυτόν εις την νήσον, εις την οποίαν τιμάται η Οσία Γλυκερία, και εγκλείσας αυτόν εκεί εις στενωτάτην φυλακήν, της οποίας τας κλείδας εκράτει ο ίδιος, επί εξ ολόκληρα έτη αφήκεν αυτόν εκεί εν τελεία απομονώσει, καταβασανίζων δια της πείνης, καταπιέζων δια της δίψης, αποπνίγων δια των δυσωδιών, καταθλίβων δι’ ονειδισμών, κατακόπτων το σώμα αυτού δι’ αιχμηράς κλίνης, εις την οποίαν υπεχρέωνε αυτόν να κοιμάται, και με ένα λόγον τα πάντα πράττων, με μόνον σκοπόν ίνα μεταπείθων τον Άγιον εξαναγκάση αυτόν να υποταγή εις το θέλημα του βασιλέως. Αλλ’ εις μάτην έκραζεν εκείνος ο σαρκοβόρος κόραξ. Διότι ο Θεός επιβλέψας εις την τοσαύτην υπομονήν τού δούλου Αυτού, τον μεν δυσσεβή βασιλέα εξέβαλεν εκ του μέσου παραχωρήσας ώστε να αποκοπή ο άθλιος δια μαχαίρας υπό τινων νεωτερισάντων εντός του Ναού των ανακτόρων, άλλον δε ανεβίβασεν εις τον θρόνον, τον οποίον εκείνος είχε σιδηροδέσμιον, ως ύποπτον επιβουλής κατ’ αυτού, ονομαζόμενον Μιχαήλ. Δια τούτου λοιπόν του Μιχαήλ του επιλεγομένου Τραυλού (820 – 829) εδωρήσατο ο Θεόςτην ελευθερίαν εις τους Πατέρας, αν και ούτε και αυτός υπεστήριξεν, όπως έπρεπε, την Ορθοδοξίαν. Μεταξύ των Πατέρων τούτων, οι οποίοι απηλευθερώθησαν, ήτο και το τέκνον των Ομολογητών, τέκνον όμοιον των Πατέρων εκείνων και Πατήρ Πατέρων και Ομολογητών και Μάρτυς άνευ αίματος, ο Όσιος Νικήτας. Μετά ταύτα διαβιώσας επί χρόνους τινάς ησύχως εις τι Μετόχιον, κείμενον προς το βόρειον μέρος της βασιλευούσης και δια πλείστων θαυμάτων διαλάμψας, απήλθε των ενθάδε οσίως ο Όσιος καο προς τας ουρανίους σκηνάς μετεφέρθη και εις την προσκυνητήν Τριάδα παρουσιάσθη, παρά της οποίας και εστεφανώθη και τα βραβεία της νίκης άφθαρτα απεκόμισε, πρεσβεύων απαύστως υπέρ ημών, μετά παρρησίας εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, Ω πρέπει δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3145
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Δ΄ (4η) Απριλίου, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ και ΑΓΑΘΟΠΟΔΟΣ.

Δημοσίευση από silver »

Τη Δ΄ (4η) Απριλίου, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ και ΑΓΑΘΟΠΟΔΟΣ.

Θεόδουλος και Αγαθόπους οι Άγιοι Μάρτυρες κατήγοντο εκ Θεσσαλονίκης, ήσαν δε ο μεν Θεόδουλος νεώτερος κατά την ηλικίαν, ο δε Αγαθόπους πρεσβύτης. Δια δε την εις Χριστόν πίστιν ωδηγήθησαν προ του άρχοντος Φαυστίνου και μη πεισθέντες να αρνηθώσι τον Χριστόν, αλλά φυλάττοντες την εις Αυτόν πίστιν ασάλευτον, ερρίφθησαν εις τον βυθόν της θαλάσσης και ούτω τελςιωθέντες έλαβον οι αοίδιμοι του Μαρτυρίου τον στέφανον. Προ δε της αποδημίας των εδηλώθη εις αυτούς δι’ αποκαλύψεως ό,τι έμελλον να πάθωσιν. Εφάνη δηλαδή εις αυτούς καθ’ ύπνον, ότι επεβιβάσθησαν εις πλοιάριον και έπλεον· έπειτα είδον ότι, γενομένης τρικυμίας, εσχίσθη το πλοιάριον εις δύο και όλοι μεν οι πλέοντες επνίγησαν, αυτοί δε μόνοι διασωθέντες, ανήλθον επί όρους τινός, του οποίου η κορυφή έφθανε μέχρι του ουρανού. Εδήλου δε το όραμα αυτό το οποίον και έπαθον κατόπιν, ότε ερρίφθησαν εις την θάλασσαν και την άνοδον αυτών εκ της θαλάσσης εις τους ουρανούς. Η περί του επικειμένου Μαρτυρίου αποκάλυψις εγένετο άνωθεν εις τον Άγιον Θεόδουλον και άλλοτε πριν υποβληθή εις το Μαρτύριον, δι’ ενός δακτυλίου. Εφάνη δηλαδή εις αυτόν τότε, ότι έθηκε τις εις την χείρα του δακτύλιον, όπερ εσήμαινε τον αρραβώνα του Μαρτυρίου του.

Το κατά πλάτος Μαρτύριον των Αγίων του Χριστού Αθλοφόρων Θεοδούλου και Αγαθόποδος. Ανθούσαν και θάλλουσαν πάντοτε την προς τον Θεόν ευσέβειαν βλέπων ο διάβολος, ετράπη επί το πονηρότερον, διότι μη δυνάμενος να πράξη τίποτε εναντίον των περί την ευσέβειαν ενδόξων στρατιωτών, ελέγχει μόνον τους ασθενεστέρους προσερχομένους προς την Χάριν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Καθ’ ον τρόπον δηλαδή, όταν συμβή να εκραγή πόλεμος εις χώραν τινά, μετά μακράν περίοδον ειρήνης, ο μεν γενναίος προσφέρει το σώμα εις τα τραύματα και πολλάκις εις τον θάνατον, ίνα κοσμήση την κεφαλήν του δια του στεφάνου της δόξης, ο δε κατεχόμενος υπό της ασθενείας της δειλίας πράττει αντιθέτως, προτιμών μάλλον την ασφάλειαν του σώματος παρά την δόξαν. Κατά τούτον λοιπόν τον τρόπον, όταν οι δορυφόροι του δράκοντος εκείνου, καταδιώκοντες ως εχθρούς τους εν Χριστώ γνωριζομένους, τυραννικώς επικρατήσωσιν, εκείνοι μεν οίτινες δεν έχουσι την προς τον Θεόν πίστιν, εξ ανάγκης αλλάσσουν γνώμην, οι δε οπλίσαντες την διάνοιαν αυτών δια των ρημάτων του Χριστού, άρρηκτον έχουσι την θεοσέβειαν μη έχοντες ανάγκην να ελεγχθούν υπό ουδενός πονηρού. Οι δε εις έπαινον προκείμενοι Μάρτυρες του Χριστού Θεόδουλος και Αγοθόπους ακόμη περισσότερον απέδειξαν τον λογισμόν των πάντοτε ισχυρόν και ικανόν να επικρατήση του πάθους. Διότι συστρατιώται όντες ούτοι, δια της προς τον Θεόν παρρησίας των, την ορμητικήν της ασεβείας θύελλαν και τον κατά της ευσεβείας πόλεμον των ειδωλολατρών, εξηπλωμένον εφ’ όλης της οικουμένης, επί καίσαρος Μαξιμιανου (286 – 305), δι’ ακαταδαμάστου φρονήματος απέκρουσαν. Διότι κατά την εποχήν εκείνην άπασαν την οικουμένην περιέτρεχον έφιπποι απεσταλμένοι των ασεβών βασιλέων καταναγκάζοντες τους υπηκόους αυτών να αρνούνται τον των πάντων Δημιουργόν και Θεόν. Οι ευσεβείς όμως και πιστοί Χριστιανοί αντέδρων κατά του τυράννου δι’ όλων αυτών των δυνάμεων. Όθεν απεστέλλοντο εις διαφόρους εξορίας, μάλιστα δε η άθεος προσταγή απειλούσε και θάνατον εις εκείνον όστις ηρνείτο να θυσιάση. Οι μεν λοιπόν νομίζοντες τον ενταύθα βίον ουχίμικρόν κέρδος, ευθύς αμέσως γευόμενοι των ειδωλοθύτων και τερπόμενοι δι’ ολίγης ηδονής, προητοίμαζον δι’ εαυτούς θάνατον αιώνιον και κόλασιν. Οι δε ολίγον υγιείς κατά τον λογισμόν, υπό βασάνων και αυτοί δοκιμαζόμενοι, ηρνούντο τον αληθινόν Θεόν. Έχαιρε λοιπόν ο τοιαύτην σκηνοθεσίαν παρασκευάσας διάβολος, διότι εξ αιτίας του φόβου των ασθενών εγένετο επικρατέστερος. Οι δε Άγιοι ούτοι Θεόδουλος και Αγαθόπους κατά πάντα τον χρόνον αυτών ευρίσκοντο εις τον οίκον του Θεού, ασχολούμενοι εις νηστείαν και προσευχήν και παρακαλούντες, ίνα παύση η τοιαύτη ανομία. Εθαύμασαν δε οι περί τους στρατηγούς και τον παριστάμενον δικαστήν την παρρησίαν των θείων τούτων ανδρών, διότι εν ω οι άλλοι προσεπάθουν τίνι τρόπω να αποκρυβούν, αυτοί μόνοι τον λόγον του Θεού μετά παρρησίας εκήρυττον, οδηγούμενοι ούτω εις τον αγώνα και πολύ χαριέστεροι κατά τα πρόσωπα γενόμενοι μετά τα δεσμά. Διότι ο Θεόδουλος ήτο νέος ανήρ, με πρόσωπον ανθούν και μόλις αρξάμενον να καλύπτεται υπό γενειάδος, κατά δε τα άλλα ήτο παιδίον ακόμη, ένεκα της σωματικής αγνότητος. Γονείς τούτου υπήρξαν εκ των επιφανών της Θεσσαλονίκης, αδελφοί του δε οι Καπίτων, Μητρόδωρος και Φιλόστοργος, οίτινες, αν και νέοι κατά την ηλικίαν, κατείχον την άκραν προς τον Θεόν ευσέβειαν και εμφύτως και δια των τρόπων των συνεβοήθουν την προθυμίαν του Μάρτυρος, όστις και προ του πάθους εδέχθη τον αρραβώνα του μέλλοντος Μαρτυρίου παρά του Υψίστου. Διότι ότε επλησίαζε να κηρυχθή το φοβερόν και άθεον πρόσταγμα, ησυχάζων αργά την νύκτα, εδέχθη τι εις την χείρα, εκ ταύτης δε της αιτίας και εξύπνησε. Τι δε ήτο τούτο; Δακτύλιος τις εκ πρωτοφανούς ουσίας κατεσκευασμένος, έχων εις τον κύκλον του σφραγίδας, δια των οποίων, έχω την γνώμην, ότι διεμήνυεν ο των όλων Θεός, ότι παρ’ αυτού τούτου του διοικούντος τα τέσσαρα στοιχεία ήτο το δώρον. Έκτοτε δε και μόνον με το να επλησίαζε τις πάσχων υπό δεινού και ανιάτου τινός πάθους τον επιφανή τούτον άνδρα και να ητένιζε τούτον κατά πρόσωπον, τούτο ήρκει προς απαλλαγήν του από της ασθενείας. Τοιούτος λοιπόν υπήρξεν ο Θεόδουλος. Ο δε εν Κυρίω συνεργός τούτου Αγαθόπους, ήτο ανήρ προκεχωρημένης ηλικίας, λευκόθριξ, κεφαλή έντιμος, τον παρελθόντα βίον επιδείξας ανάλογον προς την τελευταίαν αυτού προθυμίαν. Αμφότεροι δηλαδή οι Άγιοι ήσαν ομοίως καθαροί υπηρέται της θεοσεβείας. Διότι, απωθήσαντες πάσαν σωματικήν ηδονήν, προς ένα Θεόν και τον τούτου Λόγον Ιησούν Χριστόν δια παντός τρόπου απέβλεπον. Και ο μεν Αγαθόπους ήτο Διάκονος εμπεπιστευμένος εις την σωτηρίαν των πιστευόντων, ο δε Θεόδουλος ήτο Αναγνώστης, δι’ εκείνων δε τα οποία συχνάκις ανεγίνωσκεν εκ των νουθεσιών των Αγίων Αποστόλων και Προφητών, παρεσκεύαζε βεβαιοτέραν την ακοήν των πιστευόντων. Ούτος ο Άγιος πολλάκις τους φοβερωτέρους εκ των δαιμόνων τους αποπειρωμένους να διαφθείρουν την φύσιν των ανθρώπων κατά την λογικήν και την λαλιάν, πρώτον εξορκίζων δι’ αγνής προσευχής και σφραγίζων δια της σφραγίδος του Παντοκράτορος, διέτασσε κατόπιν να φεύγουν εκ του πλάσματος. Αμέσως δε οι δαίμονες εκείνοι υπήκουον προς τα προσταττόμενα. Ούτοι λοιπόν οι Άγιοι ωδηγήθησαν προ του Φαυστίνου του τότε ηγεμόνος της Θεσσαλονίκης, όστις εφ’ υψηλού θρόνου καθήμενος, ως ήκουσε παρά των Αγίων λεγόντων «Χριστιανοί είμεθα» και κρατούμενοι από τας χείρας εφαίνοντο ως ομιλούντες δι’ ενός στόματος εν μια γνώμη, εις δύο μεν μορφάς εμφανιζόμενοι, συνηνωμένοι όμως εις εν, εφοβήθη το απτόητον της παρρησίας των μήπως και οι δύο ομού δια γενναίου φρονήματος και του θανάτου επικρατήσωσι. Θελήσας λοιπόν δια της πειθούς πρώτον να μεταπείση τον Άγιον Θεόδουλον, διέταξε να αποχωρήσουν πάντες. Τότε ο ηγεμών, υποκρινόμενος τον φίλον, απηύθυνε γλυκείς δήθεν λόγους εις τον νέον, λέγων· «Πείσθητι εις εμέ, νεανία, ίνα μη εξαπατών τον εαυτόν σου δια της νέας ταύτης απάτης, απομακρυνθής του βίου». Ο δε Άγιος Θεόδουλος μειδιάσας ηρέμως είπεν· «Εγώ μεν από πολλού χρόνου την απάτην απέφυγον. Συ δε φοβούμαι μήπως, επειδή είσαι συνηθισμένος εις ταύτην, ρίψης τον εαυτόν σου εις αιώνιον θάνατον». Ο δε ηγεμών, προσπαθών να φανή, ότι ουδόλως αντελήφθη το λεχθέν υπό του Αγίου, προσεπάθει πότε υποσχόμενος δώρα και πότε υποσχόμενος αξιώματα, να πείση τον Άγιον να τον ακολουθήση εις ειδωλολατρικήν τελετήν. Έτερος δε τις ανήρ, εκεί παρευρισκόμενος, ιερεύς των ειδόλων, είπε προς τον Μάρτυρα· «Εάν δεν πεισθής να θυσιάσης εκουσίως εις τους θεούς, ασφαλώς θα πεισθής να υπακούσης δια βασάνων εις το πρόσταγμα του βασιλέως». Ο δε Άγιος Θεόδουλος αποκριθείς είπεν· «Ουδαμώς θέλει δυνηθή άνθρωπος, ό,τι δήποτε και αν μεταχειρισθή καθ’ ημών, να κατορθώση, όπως μη φανώμεν καθ’ όλα ισχυρότεροι της απειλής». Πάλιν τότε ο ηγεμών είπε προς τον Άγιον· «Αλλά τούτο σκέφθητι, πόσην διαφοράν έχει το να ζη κανείς μετά λαμπρότητος, από του να αποθάνη μετά βασάνων». Ο Μάρτυς όμως απήντησε· «Τούτο και εγώ εννοών θέλω να παραβλέψω ολίγας επονειδίστους ημέρας σπεύδων να συμμετάσχω των ουρανίων αγαθών. Ώστε δοκίμαζε και δια πυρός το σώμα και τότε θέλεις μάθει, ότι εκείνο θέλει υποχωρήσει, ως φθαρτόν υπό φθαρτών φθειρόμενον. Η δε ψυχή, δια των λογισμών καθισταμένη άτρωτος, περισσότερον θέλει ευφρανθή, διότι ταχύτερον θέλει απαλλαγή των υλικών πραγμάτων». Τότε ο ηγεμών Φαυστίνος είπε· «Και τις είναι εκείνος, ειπέ μοι, δια τον οποίον εσκέφθηςνα καταφρονήσης σήμερον και τας πληγάς και τον θάνατον;» Ο δε Θεόδουλος απήντησεν· Ο Θεός ο τα πάντα δια των νόμων της φύσεως συμπληρώσας και ο Τούτου Υιός και Λόγος, ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο Σωτήρ ημών, του οποίου την σφραγίδα παραλαβών εκ τρυφεράς ηλικίας, δεν θέλω μέχρι τέλους εγκαταλείψει. Ταχύτερον δε μάλλον θέλω αποβάλει το σώμα, παρά την ευσέβειαν, πειθόμενος εις σε τον τύραννον». Θέλων τότε ο Φαυστίνος να ειρωνευθή τα παρά του Αγίου Θεοδούλου λεχθέντα, είπε προς αυτόν· «Καλώς, ω νεανία, ωμίλησας, συ ο τα κλείθρα και τας του Θεού σφραγίδας κρατών». Αλλ’ ο Θεόδουλος, ο της θεοσεβείας λίαν πιστός οικονόμος, απεκρίθη· «Ουδέποτε θα δυνηθής, έστω και πολεμών δια πυρός και σιδήρου, να θραύσης τα κλείθρα του ιδικού μου λογισμού και να μου αφαιρέσης την σφραγίδα· διότι μέγιστον μέλημα δι’ εμέ είναι το να ανακηρύττω Θεόν τον Χριστόν». Θαυμάσας τότε ο Φαυστίνος τον νεανίαν δια την φρόνησίν του, διέταξε να φέρουν πλησίον του τον Αγαθόποδα, τον δε Θεόδουλον διέταξε να απομακρύνουν εκείθεν. Ευθύς δε ως ο Άγιος Αγαθόπους επλησίασεν, είπε προς αυτόν ο ηγεμών· «Θυσίασον εις τους θεούς· διότι ιδού και ο Θεόδουλος, πλανώμενος πρώτον, τώρα υπόσχεται να θυσιάση». Αλλ’ ο Άγιος Αγαθόπους, αντιληφθείς την απάτην, είπεν αποκρινόμενος· «Προθύμως και εγώ την δια λόγων θυσίαν θα προσφέρω προς τον Θεόν μου και τον Υιόν Αυτου Ιησούν Χριστόν. Διότι προς τούτους και ο Θεόδουλοςυπεσχέθη να προσφέρη εύοσμον θυσίαν». Είπεν ο Φαυστίνος· «Δεν θέλω να θυσιάσης εις τους παρά σου εις μάτην αναφερομένους, αλλά προς τους την οικουμένην φυλάττοντας δώδεκα θεούς». Τότε ο Αγαθόπους, ηρέμως κινήσας την κεφαλήν, λέγει προς τον τύραννον· «Ειπέ μοι, αποκαλείς θεούς εκείνους τους οποίους η καλή τέχνη απετύπωσεν εις μορφήν ανθρώπων εξ ύλης φθαρτής; Ονομάζεις θεούς εκείνους τους οποίους οι άνθρωποι, δια των ιδίων των χειρών κατασκευάζοντες, μετ’ ολίγον, ως καλλιτέρους των, λατρεύουσι; Θεοί είναι οι μη δυνάμενοι να εγείρουν την χείρα εναντίον εκείνων οίτινες θέλουν να τους ανατρέψουν; Ονομάζεις θεούς τους δια του οφθαλμού των μη βλέποντας, τους ακινήτους όντας και αναίσθητον έχοντας παν αισθητήριον όργανον; Τους κατά το σώμα περιγεγραμμένους ονομάζεις θεούς, τους υπό των αρχαίων Ελλήνων νομισθέντας ως εμψύχους, τους οποίους οι τας τοιαύτας μετερχόμενοι τέχνας κατεργάζονται και αντί αργυρίου και τεσσάρων οβολών διαπραγματεύονται; Εις αναξίους θα προσφέρω θυσίαν; Ερώτησον τον Παντοκράτορα, εάν αναγνωρίζη τοιαύτην θυσίαν. Ανάγλυφοι μορφαί εκ χειρών λαξευθείσαι, είναι ο παρά σου νομιζόμενος θεός. Να ψάλλω λοιπόν ύμνον, ως προσφοράν εις τούτον, ίνα ούτος, δια των εκ χρυσού και αργύρου εστολισμένων και εσκαλισμένων ώτων του ακούση την δέησίν μου και αποδεχόμενος ταύτην, καταστήση εμέ κύριον των όσων εκείνος δεν έχει;» Εν ω δε ο Μάρτυς συνέχιζε λέγων ταύτα, φοβηθέντες οι περί τον ηγεμόνα, μήπως δια των λόγων του ενδυναμώση και όσους άλλους ακόμη είχον συλλάβει και επρόκειτο να υποβάλουν προς ανάκρισιν δια την προς τον Χριστόν πίστιν των, διέταξαν να εγκλεισθή ο Μάρτυς τάχιστα εις την φυλακήν μετά του Αγίου Θεοδούλου. Πολύς τότε όχλος ήρχισε να συναθροίζεται. Και άλλοι μεν εκ τούτων, λυπούμενοι την νεότητα του Θεοδούλου, προσεπάθουν να μετατρέψουν τούτον εκ των αμετακινήτων, άλλοι δε, βλέποντες ανθούσαν την λευκότητα επί των κροτάφων του Αγαθόποδος, εφώναζον ως εξ ενός συνθήματος· «Μήπως και συ είσαι νέος και δεν γνωρίζεις το συμφέρον;» Ούτοι δε οι μακάριοι, προς μόνην την καλλίστην ευσέβειαν αποβλέποντες, εσιώπων και εγκλεισθέντες εις την φυλακήν, εν ησυχία προσηύχοντο. Κατά δε το μεσονύκτιον, δια καλών ονείρων ενδυναμωθέντες προς τους αγώνας των υπό του Θεού, ηγέρθησαν πλήρεις χαράς και επεκαλούντο τον Ιησούν Χριστόν. Κατόπιν, νίψαντες τας χείρας δι’ ύδατος καθαρού και κλίναντες τα γόνατα επί της γης, συγχρόνως δε και την κεφαλήν, ως εκ μιάς γλώσσης ανέπεμπον προς τον Θεόν ομόψυχον ευχήν, τα εξής λέγοντες: «Ο Θεός ο ποιήσας τα πάντα ορατά και αόρατα, ο την φύσιν διακρίνας και αφανίσας το χάος, ο διατάξας τον θόλον του ουρανού να απλούται υπεράνω όλων, ο αναγκάσας τον ήλιον να φωτίζη καθ’ εκάστην ημέραν τα πάντα, την δε σελήνην προστάξας δια του φωτός της να αφανίζη το σκότος, ίνα μετά των άλλων αστέρων εις πάντας τους φοβουμένους δίδη θάρρος, Συ ο την γην παραδώσας εις τα γένη των ζώων, εις δε την θάλασσαν δωρήσας γόνον ιχθύων εις τα βάθη της. Συ όστις εις τον αέρα εδώρησας να έχη εν αυτώ πτηνά, ίνα η μεν θάλασσα δια των ιδικών της δώρων θεραπεύη τον υπό Σου πλασθέντα άνθρωπον, ο δε αήρ δια των εν αυτώ ωδικών πτηνών ευχαριστήριον προσευχήν προς Σε αναπέμπη, ως και η γη δια των ποικίλων καρπών τους οποίους προσφέρει εις το ανθρώπινον γένος, προς Σε μόνον τον των όλων Δεσπότην, δι’ όλα ταύτα, πάντα τα πλάσματά Σου την δυνατήν ευχαριστίαν προσφέρουσι. Διότι Συ τώρα, Παντοδύναμε και Πανάγαθε Κύριε, το γένος ημών εν τω σκότει της ασεβείας ευρισκόμενον και μη θέλον να διαφυλάξη τίποτε εκ των υπό Σου ορισθέντων, αλλά παραδιδόμενον εις παράνομον κραιπάλην και ασελγείας, δεν αφήκες να καταστραφή παντελώς εις την αιώνιον φθοράν, ουδέ επέτρεψες να ασχημονήση εναντίον μας ο δαίμων, ώστε να βυθίση τον λογισμόν μας μέχρι του ταρτάρου. Αντιθέτως, Συ, ουράνιε Βασιλεύ, εις την αμνησικακίαν παραδώσας τα ιδικά μας αμαρτήματα απέστειλες προς τους ανθρώπους εκ των ουρανίων θρόνων τον Μονογενή Σου Υιόν, ενδυθέντα πλήρη ανθρωπίνην φύσιν και την αθάνατον και αιώνιον ουσίαν αναμίξας με την θνητήν, ίνα, ο παρά Σου σταλείς, δι’ εκείνων τα οποία έπραξεν, επαναφέρη πάλιν εις την ευσέβειαν τους πλανωμένους περί την αδικίαν. Διότι συγχρόνως Συ και ο Υιός, καθώς και ο Υιός συγχρόνως μετά Πατρός συν τω Αγίω Πνεύματι, πάσαν την οικουμένην περιτρέχοντες, δια των παραδοξοτέρων θαυμάτω μετέστρεψας τους ασεβείς προς την πίστιν. Κατ’ αυτόν τον τρόπον δηλονότι ο Λάζαρος, εκπληρώσας το χρέος του και δια τετάρτην ημέραν ευρισκόμενος εις τον τάφον, δια της φωνής Σου θραύσας τα δεσμά του θανάτου, εκ του βαθυτάτου σκότους ανήλθε κατανικήσας δια της δυνάμεώς Σου και τον νόμον της φύσεως και του θανάτου την δύναμιν. Κατ’ αυτόν τον τρόπον και ο ανήρ εκείνος ο εστερημένος της οράσεως και μη δυνάμενος να ίδη τον παρά Σου δωρηθέντα ήλιον, δια πηλού μόνον αλειφθείς δια της δεξιάς Σου από το πάθος τούτο τελείως απηλλάγη. Και εκείνη η γυνή η άλλοτε αιμορροούσα εκ των απορρητοτέρων μελών της, δια της αφής και μόνης του ιματίου Σου θερμανθείσα υπό ταχείας ελπίδος, εκ του σοβαρωτάτου κινδύνου εσώζετο. Ομοίως ήρκεσας, Συ ο Θεός, δια μόνου του ρήματος να ενεργήσης ώστε ο παράλυτος εκείνος να φέρη επί των ώμων τον κράββατον εκείνον, όστις προ ολίγου έφερεν αυτόν. Ούτω και τώρα μη αμελήσης να συνοδεύσης ημάς ίνα, καθιστάμενοι ικανοί δια των λογισμών και τα μαρτύρια των αθέων αντιπαρερχόμενοι, δυνηθώμεν ούτω να αποκτήσωμεν τους ουρανούς». Εν ω δε τοιαύτα προσηύχοντο οι Άγιοι Μάρτυρες εντός του δεσμωτηρίου, οι εκεί κατάδικοι, δεδεμένοι δι’ αλύσεων, φονείς, μοιχοί, και άλλοι διάφοροι κακοποιοί, πάντες ούτοι ομού, εγκαταλείψαντες τον φόβον δια τον του σώματος θάνατον, μετά δακρύω και οδυρμών μετενόουν δι’ εκείνα τα κακά τα οποία έκαστος διέπραξεν. Ο δε εκτός του δεσμωτηρίου ευρισκόμενος όχλος, ακούσαντες τον θρήνον και τους σπαραγμούς, διέρρηξαν τα κλείθρα και εισπηδήσαντες εντός της φυλακής, εθαύμαζον δια τα ιστορούμενα και δι’ όσα δια των ιδίων των οφθαλμών έβλεπον. Τότε Ουρβανός τις εψηφισμένος λογιστής Θεσσαλονίκης και θερμός υπηρέτης του διαβόλου, τρέχει προς τον ηγεμόνα φωνάζων και διαμαρτυρόμενος και λέγει προς αυτόν· «Εάν δεν θανατωθούν ταχέως ο Θεόδουλος και ο Αγαθόπους, πολλοί θα είναι εκείνοι οίτινες θα αρνηθούν την λατρείαν των θεών». Ακούσας ταύτα ο Φαυστίνος εταράχθη σφόδρα και κινηθείς μετ’ οργής κατά των εισελθόντων, διέταξεν αμέσως να φέρουν προ αυτού τους Αγίους. Οι δε μακάριοι, ως να μη ωδηγούντο προς τιμωρίαν και θάνατον αλλά ως στελλόμενοι εις πανήγυρίν τινα ή χαράν, έχαιρον δι’ όλης της καρδίας των, φαιδροί δε εις το πρόσωπον και αγαλλόμενοι εδίδασκον τον λόγον του Θεού ενώπιον πάντων. Αφού δε ωδηγήθησαν προ του βήματος, είπεν ο ηγεμών προς τον νεανίαν· «Πως ονομάζεσαι;». Ο Μάρτυς απεκρίθη· «Θεόδουλος ονομάζομαι». Ο δε ηγεμών συνέχισε· «Γνωρίζεις ότι πρέπει πάντες να υπακούωσιν εις εκείνα τα οποία διατάσσει ο των όλων δεσπότης Μαξιμιανός;» Τότε ο Θεόδουλος απεκρίθη· «Όσα μεν ο Δεσπότης του ουρανού και της γης διατάσσει, ταύτα πρέπει να κάμνωμεν και τούτο είναι λίαν ευσεβές. Εις όσα δε διατάσσει ο Μαξιμιανός, εάν μεν είναι δίκαια, βεβαίως πρέπει να υπακούη τις, εάν δε είναι παράνομα, δεν είναι ανάγκη». Ο Φαυστίνος ηρώτησε· «Ειπέ μοι λοιπόν, τις είναι ο Δεσπότης του ουρανού;» Ο Μάρτυς απεκρίθη· «Ο Θεός ο Παντοκράτωρ και ο Υιός Του Ιησούς Χριστός, ο Λόγος του Πατρός». Λέγει ο Φαυστίνος· «Αυτός τον οποίον εσταύρωσαν οι Ιουδαίοι και εις τόσον σκληράς τιμωρίας τον υπέβαλον;» Ο Θεόδουλος απεκρίθη πάλιν· «Εκείνος, όστις αφ’ εαυτού ηθέλησε να υποστή τούτο χάριν ημών και το οποίον ολίγον μετά την σταύρωσίν Του είδον οι Ιουδαίοι, από νεκρού σώματος μεταβαλλόμενον εις φύσιν ζώσαν. Κατόπιν πάλιν είδον Αυτόν, ως περιστεράν εν πνεύματι προς τον ουρανόν ανερχόμενον. Ταύτα δε έπραττε, διότι ήθελεν αφ’ ενός μεν να επικρατήση του θανάτου, αφ’ ετέρου δε να ελέγξη τον λογισμόν των απειθούντων». Ο Φαυστίνος ηρώτησε· «Πως δικαιολογείς την άρνησίν σου να θυσιάσης προς τους θεούς ημών;» Και ο Θεόδουλος απεκρίθη· «Καλλίτερον είναι το να υπηρετή τις τον ποιήσαντα το πρωτότυπον των αγαλμάτων παρά τα προς ευχαρίστησιν και απάτην της οράσεως κατασκευαζόμενα. Επειδή προτιμότερος είναι ο δημιουργός από τον δημιουργούμενον». Διέταξε τότε ο Φαυστίνος να γυμνωθή ο Μάρτυς των ιματίων του, οι δε δορυφόροι εταλαιπώρουν τον νεανίαν σκληρώς, εν ω κήρυξ τις εφώναζε· «Θυσίασον, ίνα απελευθερωθής». Αλλ’ ο Άγιος Μάρτυς Θεόδουλος είπε προς αυτόν δια τα κατ’ αυτού γενόμενα· «Του μεν σώματος τον χιτώνα ευκόλως θα δυνηθής να αφαρπάσης, του δε λογισμού μου την πίστιν προς τον Θεόν μου δεν θα δυνηθής να καταστρέψης εις αιώνα τον άπαντα». Ταύτα δε μετά παρρησίας λέγων και ουδόλως επηρεαζόμενος από τον φόβον των επερχομένων συμφορών, απεκάλει έτι περισσότερον τύραννον τον Μαξιμιανόν. Τότε ο Φαυστίνος διέταξεν ετέρους τινάς μη δυναμένους να υποφέρουν την σκληρότητα των τιμωριών, να γευθούν τα σφάγιατης θυσίας ενώπιον του βασανιζομένου Αγίου Μάρτυρος Θεοδούλου. Αλλ’ ο Θεόδουλος, βλέπων και υφιστάμενος τα βασανιστήρια, είπε προς τον ηγεμόνα· «Ταύτα μεν τα βασανιστήρια είναι πράγματι μικρά και άξια γέλωτος. Ίσως εάν εύρισκεςσκληρότερα τινα εναντίον ημών, να ηννόεις ότι η συνοδία ημών είναι αρκετά γενναία και ικανή να επικρατήση των τιμωριών υπέρ της ευσεβείας». Ο Φαυστίνος όμως συνέχισεν· «Είναι ανάγκη σήμερον να μας αναπτύξης και τας παρά των Χριστιανών καλουμένας Γραφάς». Αποκριθείς τότε ο Μάρτυς είπεν· «Εάν μεν επίστευσας την ειδωλολατρίαν ως απάτην και ένεκα τούτου σκέπτεσαι και επιζητείς να ακούσης τα ρήματα των Προφητών και των Αποστόλων, τότε, αφού ενδυναμώσης τον λογισμόν σου και επιθυμήσης την θεοσέβειαν, εγώ θα είμαι έτοιμος να εκθέσω πάντα τα προς τούτο συντείνοντα. Άλλως μη αναμένης ποτέ, ότι θέλω γίνει προδότης της Χάριτος του Χριστού και Θεού ημών». Ο δε ηγεμών Φαυστίνος είπε· «Μάθε, ω νεανία, ότι δεν θα λυπηθώ το σώμα σου ακρωτηριάζων αυτό και δια παντοίων τρόπων τιμωρών. Και ως τροφήν των θηρίων θα σε ρίψω, εάν ταχέως δεν πράξης το προσταττόμενον». Ο Θεόδουλος απεκρίθη· «Είναι επιτετραμμένον εις σε λυσσώντα κατά του σώματός μου να πράξης όσα θέλεις, εγώ όμως ουδόλως θέλω αισθανθή ταύτα, έστω και αν εφαρμόσης κατ’ εμού σκληρότερα από εκείνα τα οποία απειλείς». Ταύτα παρ’ αμφοτέρων ελέγοντο και ώρα πολλή παρήρχετο χωρίς ο Θεόδουλος να ενδώση ως προς την ανάπτυξιν των Γραφών, εν ω από διάφορα σημεία προσερχόμενοι, άλλοι μεν προσεπάθουν να δελεάσουν τούτον δια δώρων, άλλοι δε να καταπτοήσουν τούτον δια φόβου και απειλών. Ο δε Άγιος Μάρτυς, κατωχυρωμένος δι’ ακλονήτου λογισμού, περιεφρόνει πάντα ταύτα καθ’ όλα αυτών τα σημεία και τα εθεώρει ως φλυαρίας. Τότε ο Φαυστίνος, αφού προηγουμένως ένευσε κρυφίως εις τους δημίους, επρόσταξε δήθεν να εκτελέσουν αυτόν δια ξίφους, νομίζων, ότι ούτως θα εκφοβίση αυτόν. Ως δε ήλθον εις τον ωρισμένον τόπον και είδεν ο Άγιος Μάρτυς τον δήμιον να υψώνη το ξίφος, κλίνας τον αυχένα προς την σφαγήν, εδοξολόγησε τον Κύριον, λέγων· «Δόξα Σοι, Πάτερ του δι’ ημάς παθόντος Σωτήρος, ότι και εγώ, δια της θείας Σου Χάριτος, θα είμαι μετ’ ολίγον εις εκ των περιφρονησάντων τον θάνατον δια την αγάπην Σου». Πληροφορηθείς ο Φαυστίνος, ότι ο Θεόδουλος έκλινε την κεφαλήν υπό το ξίφος ως να επρόκειτο να στεφανωθή, διέταξε να οδηγηθή πάλιν ούτος προ του βήματος. Εν τω μεταξύ καλέσας τον έτερον των Αγίων Μαρτύρων ηρώτησεν αυτόν· «Πως ονομάζεσαι;» Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Αγαθόπους καλούμαι». Ηρώτησε πάλιν ο τύραννος· «Διατί κατηγορείσαι;» Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Δια την αυτήν αιτίαν δια την οποία κατηγορήθη και ο Θεόδουλος». Λέγει ο Φαυστίνος· «Ποία σχέσις υπάρχει μεταξύ σου και του Θεοδούλου; Μήπως το γένος και η φύσις συνήνωσεν εις εν;» Ο δε Αγαθόπους απήντησε· «Το μεν γένος ημών είναι διάφορον, ο δε λογισμός εις και ο αυτός, και όσον κατά την φύσιν χωριζόμεθα, τοσούτον κατά την πίστιν συνενούμεθα». Ηρώτησε πάλιν ο Φαυστίνος· «Λοιπόν δια την αυτήν κόλασιν δεν βαδίζετε και οι δύο;» Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Τούτο βεβαίως το λέγεις συ, διότι δια του αυτού συνθήματος απαλλασσόμενοι αμφότεροι των εδώ πραγμάτων, δι’ ενός νεύματος και την αμοιβήν παρά του Θεού μέλλει να λάβωμεν». Λέγει ο Φαυστίνος· «Και πως δεν είναι παράλογον επανειλημμένως σφάλλων να εκθέτης τον εαυτόν σου εις προφανή κίνδυνον;» Απεκρίθη ο Αγαθόπους· «Δεν είναι τα πράγματα, όπως συ τα λέγεις, ω ηγεμών, αλλά προχωρών κατά την ηλικίαν, έφθασα εις τούτο το γήρας, εις τον κίνδυνον δε τούτον προσφέρω μετά προθυμίας τον εαυτόν μου και τον Θεόδουλον μετά της εν τη ακμή της ηλικίας του καρτερίας». Τότε ο ηγεμών στραφείς προς τον εν τω μεταξύ προσαχθέντα Θεόδουλον είπεν· «Θεόδουλε, μη απατάσαι και περιφρονείς το ξίφος, διότι ούτος μεν, γέρων ήδη, ουδόλως είναι παράδοξον εάν επείγεται να φθάση προςτο τέλος, συ όμως, νέος ων και μόλις αρχίζων να ανδριούσαι, μη θελήσης τούτο, ούτε να αρνηθής ό,τι άλλο προσφερθή εις σε». Προς ταύτα όμως ο γενναίος Θεόδουλος ετοιμότατα είπεν· «Αλλά δεν νομίζω τον εαυτόν μου τόσον ασθενή, ώστε να βλέπω γενναιότερον εις την υπομονήν, κατά τον υπέρ της ευσεβείας αγώνα, τον λευκότριχα από τον νέον».Ταύτα ειπόντων των Μαρτύρων και σφοδρώς αντισταθέντων εις τας προτροπάς και απειλάς του τυράννου, οι δήμιοι, δέσαντες τούτους σφιγκτά με τας χείρας όπισθεν, τους ωδήγησαν πάλιν εις την φυλακήν, δοξάζοντας τον Θεόν δι’ εκείνα εις τα οποία πράγματι ενίκησαν τον διάβολον, εν ω τινές εκ των γνωρίμων περιετριγύριζον δακρύζοντες τους Μάρτυρας. Λέγει τότε προς αυτούς ο Θεόδουλος· «Προς τι η συνοδία και τα δάκρυα;» Απήντησαν εκείνοι· «Θλιβόμεθα δια τα μαρτύρια τα οποία σας περιμένουν». Ο δε Μάρτυς με το πρόσωπον πλήρες γαλήνης, ελαφρώς μειδιάσας είπεν· «Είπατέ μοι πως αφήσαντες τας ιδικάς σας συμφοράς σκυθρωπάζετε και λυπείσθε δι’ εκείνους οίτινες προσφέρονται προς τα καλλίτερα;» Ευθύς όμως ως είπε ταύτα ο Θεόδουλος, επεμβάς ο στρατιώτης και δέσας τους Αγίους Μάρτυρας δια σιδηρών αλύσεων, ωδήγησε τούτους εις το εσωτερικόν της φυλακής θέλων να απομονώση τούτον από τον επερχόμενον όχλον. Όταν δε ενύκτωσεν αρκετά οι Άγιοι Μάρτυρες, αφού προσηυχήθησαν προς τον Θεόν, να ενδυναμώση πλήρως τον λογισμόν των προς την θεοσέβειαν, ησύχαζον ευχαριστούντες τον Θεόν. Ο δε έφορος των Αγίων Ιησούς Χριστός βλέπων την στερράν γνώμην αμφοτέρων, απέστειλεν εις τούτους οπτασίαν, ως απόδειξιν του μέλλοντος να συμβή. Διότι εφαίνετο εις αυτούς ότι και οι δύο είχον επιβιβασθή επί πλοίου κλυδωνιζομένου υπό αγρίων ανέμων εις το πέλαγος. Ενώ δε τα κύματα εκ της μανίας των ανέμων εκτύπων εις τας πλευράς του πλοίου, διελύθη η τρόπις (καρίνα) μεθ’ όλων των επ’ αυτής εξαρτημάτων. Τότε οι επιβαίνοντες του πλοίου ευρέθησαν εις την θάλασσαν και άλλοι μεν εκ τούτων ετυλίσσοντο από τον κυκλώνα και ηρπάζοντο υπό των κυμάτων, άλλοι δε προσεκολλώντο εις τους βράχους των σκοπέλων ως οστρείδια, άλλοι δε άλλως κατετραυματίζοντο. Μόνους δε εαυτούς έβλεπον οι Μάρτυρες διασωζομένους δια της τέχνης του Κυβερνήτου, περιβεβλημένους λαμπρόν ιμάτιον και ανερχομένους εις όρος υψηλότατον φθάνον μάχρις αυτού του ουρανού. Τουτο ιδόντες κατά την νύκτα οι Μάρτυρες αφυπνισθέντες εκάλουν ο εις τον άλλον, θέλοντες να διηγηθώσι την οπτασίαν, νομίζοντες ότι ο έτερος ηγνόει ταύτην. Ως δε ηννόησαν, ότι η Χάρις του Θεού εφάνη ίση και προς τους δύο και είχον πλέον καλάς ελπίδας, προσέφερον ύμνον θερμόν δια το συμβάν της οπτασίας λέγοντες· «Πόσον ο Θεός θέλει αναπαύσει εκείνον όστις ήθελεν υπομείνει, αποδεχόμενος την εκ της φιλανθρωπίας του Υιού Του Ιησού δωρεάν; Ποίος θα είναι τόσον ανήμερος, ώστε παραγνωρίζων την τοιαύτην ευεργεσίαν, δεν ασπάζεται την θεοσέβειαν, έναντι της παραδόξου ταύτης ευχαριστήσεως; Ποίος άλλος είναι τόσον πρόθυμος εις ευεργεσίαν, όσον ο Λόγος του Πατρός, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, όστις προ του χαρίσματος του Μαρτυρίου διαμηνύσας δι’ οπτασίας την χάριν και τον προ της αγωνίας στέφανον δείξας ημίν, κατέστησεν ημάς ρωμαλεωτέρους, προς το στάδιον της θεοσεβείας;» Ταύτα εν ω προσηύχοντο οι Άγιοι, παρουσιάσθησαν οι στρατιώται του ηγεμόνος σκοπόν έχοντες να παραλάβουν τους Αγίους Μάρτυρας Θεόδουλον και Αγαθόποδα. Όθεν εγερθέντες οι Άγιοι και σφραγίσαντες εαυτούς δια του σημείου του Σταυρού, ηκολούθησαν δεδεμένοι τους δορυφόρους. Το δε πλήθος των πιστών εθρήνει γοερώς, αντιλαμβανόμενοι τον πικρόν θάνατον, όστις ανέμενε τους γενναίους Αθλητάς του Χριστού. Λέγει τότε προς αυτούς ο μακάριος Θεόδουλος με φαιδρόν το πρόσωπον· «Αν μεν κάμνετε τούτο δια την προς ημάς αγάπην σας, πανηγυρίσατε μάλλον δι’ εκείνα τα οποία ημείς ευτυχούμεν να απολαύσωμεν. Αν δε εξ αιτίας φθόνου θρηνείτε, διότι φθονείτε την ευτυχίαν μας, τότε μάλλον δια τας των άλλων κακάς πράξεις να λυπείσθε. Διότι το της ευσεβείας μέγα στάδιον ευρίσκεται κοινόν προ ημών, ομοίως δε πάντας καλεί το της Πίστεως κήρυγμα, εις ολίγους όμως προσφέρει τον στέφανον· εις εκείνους δηλαδή, των οποίων τον λογισμόν δεν ετάραξαν ούτε ο πλούτος ούτε αι τέρψεις του βίου». Εν ω δε ο Αγιος του Χριστού Μάρτυς έλεγε ταύτα, ο ηγεμών Φαυστίνος ανελθών επί βήματος υψηλού διέταξε και παρουσιάσθησαν προ αυτού οι Άγιοι, ηρώτα δε αυτούς επί πολύ. Των δε Αγίων μη αποκρινομένων ουδέν άλλο εκτός μόνον του «Είμεθα Χριστιανοί και υπέρ του Ιησού Χριστού προτιμώμεν να υποστώμεν τα πάντα», σκυθρωπάσας ο Φαυστίνος εξήγγειλε κατά των Αγίων Μαρτύρων ταύτα: «Προστάσσω, αν ο Θεόδουλος και ο Αγαθόπους αρνηθώσιν έως τέλους να θυσιάσωσι, να ριφθώσιν εντός της θαλάσσης». Παρέλαβον λοιπόν οι δορυφόροι τους Αγίους τούτους Μάρτυρας και δέσαντες εις τα οπίσω τας χείρας αυτών, προσέδεσαν και λίθους βαρείς επί των τραχήλων και των νώτων των, ίνα δια του βάρους των λίθων καταδυθώσι τα σώματα των Αγίων εις τον πυθμένα της θαλάσσης. Πολλοί τότε εκ των γνωρίμων και φίλων, εισελθόντες εις πλοιάρια, επλησίασαν εις το μέρος όπου έμελλον να ριφθώσιν οι Άγιοι. Και υπό μεν της φύσεως νικώμενοι, έκλαιον δια το σκληρόν τέλος των Μαρτύρων, εμακάριζον δε τούτους, διότι καλώς ηγωνίσθησαν δια την ευσέβειαν και ενίκησαν τον αρχέκακον δράκοντα. Εν ω δε το σκάφος, εντός του οποίου ήσαν οι Άγιοι, ανήγετο προς το πέλαγος, ιδού και τινες ειδωλολάτραι, τους οποίους είχεν αποστείλει ο Φαυστίνος, συνέπλεον μετά των Αγίων, ίνα, έστω και την τελευταίαν στιγμήν, δυνηθώσι να αποστήσωσι τούτους από την ευσέβειαν. Ήτο δε εις το πλοίον εκείνο ανήρ τις επιφανής ονόματι Φοβίων, όστις προέτρεπε τους Μάρτυρας να αρνηθώσι τον Χριστόν, προσφέροντες μόνον λιβανωτόν προς τους θεούς των. Αλλ’ οι Άγιοι Μάρτυρες, ως τελειωθέντες έτι περισσότερον δια της Χάριτος του Θεού, μόνον τον Ιησούν Χριστόν Θεόν αληθινόν ανεκήρυττον βοώντες. Επειδή λοιπόν παρήρχετο η ώρα απράκτως, ώρμησαν οι δήμιοι και ήρπασαν πρώτον τον Άγιον Αγαθόποδα, ίνα τον ρίψουν εις την θάλασσαν. Ο δε του Χριστού Μάρτυς, ανεγείρας το πρόσωπον προς τον ουρανόν, αφήκε φωνήν λαμπροτάτην ειπών· «Ιδού και δια του δευτέρου τούτου βαπτίσματος σήμερον αποβάλλομεν πάσαν υπόνοιαν αδικίας, απομακρύνοντες ταύτην αφ’ ημών και επειγόμεθα να φθάσωμεν προς τον Κύριον ημών Χριστόν Ιησούν, καθαροί κατά τον λογισμόν». Ταύτα αφού ελέχθησαν, οι μεν στρατιώται κατεπόντισαν εις την μαινομένην θάλασσαν τους Αγίους Μάρτυρας, Αγαθόποδα και Θεόδουλον, στεφθέντας δια των στεφάνων της νίκης υπέρ της θεοσεβείας. Η δε θάλασσα, η τούτους τους Αγίους Μάρτυρας υποδεχθείσα, θραύσασα τα δεσμά των λίθων, απέδωσε τα σώματα των Αγίων Μαρτύρων εις τους οικείους αυτών κατά πολύ φαιδροτέρα. Προς τούτους φανείς ολίγον μετά ταύτα ο Άγιος Μάρτυς Θεόδουλος, εν μεγαλοπρεπεί στολή και με το αρμόζον σχήμα, παρήγγειλεν όπως διανείμωσιν άπασαν την περιουσίαν του εις χήρας και ορφανά, ίνα δείξη ο μακάριος, ότι ουχί μόνον όταν έζη εις την παρούσαν ζωήν, αλλά και μετά την εντεύθεν αναχώρησίν του προστατεύει τους έχοντας ανάγκην, ακόμη δε ότι και τους συγγενείς αυτού οδηγεί εις την οδόν της ευσεβείας. Τούτων λοιπόν των ενδόξων Αγίων Μαρτύρων Θεοδούλου και Αγαθόποδος την σεβασμίαν μνήμην επιτελούμεν, συντρέχοντες κατ’ έτος εις τον Ναόν αυτών μετά πάσης ευλαβείας. Διότι δίκαιον είναι, όπως προς χάριν εκείνων αναπέμπωμεν ευχάς προς τον Θεόν υπέρ αυτών ημών, ίνα αισίας και χριστιανικής τελειώσεως τύχωμεν και ίνα, κατά το δυνατόν, ζηλωταί και ημείς της πίστεως εκείνων καταστώμεν. Ετελειώθησαν δε εν Κυρίω οι Άγιοι ούτοι Μάρτυρες κατά την δ΄ (4ην) του μηνός Απριλίου, εις δόξαν Χριστού του αληθινού Θεού και Σωτήρος ημών. Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις συν τω ανάρχω Αυτού Πατρί και τω Παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ Αυτού Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3145
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ε΄ (5η) Απριλίου, ο Άγιος Νεομάρτυς ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ο αθλήσας εν τη Νέα Εφέσω κατά το έτος αωα΄ (1801), ξ

Δημοσίευση από silver »

Τη Ε΄ (5η) Απριλίου, ο Άγιος Νεομάρτυς ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ο αθλήσας εν τη Νέα Εφέσω κατά το έτος αωα΄ (1801), ξίφει τελειούται.

Γεώργιος ο ένδοξος του Χριστού Νεομάρτυς ήτο γέννημα και θρέμμα της εν Μικρά Ασία πόλεως Νέας Εφέσου, εις την οποίαν κατά το έτος αψνστ΄ (1756) εγεννήθη εκ πατρός ονόματι Νικολάου και εις την οποίαν ήθλησεν εν έτει αωα΄ (1801), αφού προηγουμένως ανένηψεν εκ του πτώματος της αμαρτίας. Διότι, ευλογητός ο Θεός. Όσον οι εχθροί μαίνονται εναντίον του Χριστιανισμού, άλλο τόσον η Ανατολή κηρύττει λαμπρώς και μεγαλύνει με αθλητικούς αγώνας Θεόν αληθινόν, Σωτήρα του κόσμου και Κριτήν των απάντων, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Δια τούτο πλησίον των Βίων εκείνων των Αγίων, τους οποίους αναγινώσκετε, αδελφοί μου Χριστιανοί, ακούσατε και πως ανένηψεν εκ του πτώματος και πως ηγωνίσθη και ήθλησε δια τον Χριστόν ο Νεομάρτυς ούτος Γεώργιος, δια να μη μείνη υστερημένη η υμετέρα αγάπη από την εξ αυτής ωφέλειαν. Κατά τον μήνα Ιούλιον του έτους 1798, ότε ο Γεώργιος ήτο τεσσαράκοντα δύο ετών, έγγαμος, έχων γυναίκα νόμιμον και τέκνα, έζη ζωήν πολύ άτακτον, εν κραιπάλη και μέθη καθημερινώς κυλιόμενος. Εκ τούτου ηκολούθησεν εις αυτόν φοβερός πειρασμός από τον οποίον, εάν δεν τον ηλέει ο Πανάγαθος Θεός ο τα πάντα προγινώσκων, ήθελε περιπέσει εις αιώνιον θάνατον. Διότι χωρίς να βιασθή από κανένα ή να παρακινηθή από άλλον τινά ειμή μόνον από τον σκοτισμόν της μέθης, παρουσιασθείς εις τον κριτήν, επί παρουσία πολλών ηρνήθη, φεύ! την εις τον Χριστόν πίστιν. Προτού όμως λάβη την περιτομήν, ανένηψεν από την μέθην· και λυπηθείς πολύ δια την ομολογίαν την οποίαν έκαμεν, ευρών ευκαιρίαν κατάλληλον, διέφυγεν εις την αντικρύ της πατρίδος του κειμένην Σάμον. Κατ’ εκείνας τας ημέρας συνέπεσε να κτίζεται εις την Νέαν Έφεσον Εκκλησία των Χριστιανών, με βασιλικήν άδειαν. Τούτο μη ανεχόμενοι οι εχθροί της Χριστιανικής Πίστεως και θέλοντες από τον φθόνον των να την καταστρέψουν, έπλασαν μύθον, ότι οι Χριστιανοί εφόνευσαν τον Γεώργιον, διότι ηρνήθη την πίστιν των και τον έκρυψαν υπό τα θεμέλια της οικοδομουμένης Εκκλησίας. Τοιουτοτρόπως συνηθροίσθη πλήθος πολύ αλλοφύλων και κάμνοντες μεγάλην ταραχήν, ητοιμάζοντο να ορμήσουν κατά των Χριστιανών προς εκπλήρωσιν της κακίας των. Βλέποντες τότε οι Χριστιανοί την παράλογον ορμήν των Αγαρηνών και αναλογιζόμενοι, ότι έμελλον να φονευθούν οι επιστάται της Εκκλησίας, ως και άλλοι Χριστιανοί, να καταστραφή δε και η Εκκλησία και να επήγαινον εις μάτην οι κόποι και τα έξοδά των, όχι δε μόνον τούτο αλλά συν τοις άλλοις, ότι εις το εξής θα έμενον και χωρίς Εκκλησίαν, έστειλαν τους δημογέροντας εις τον κριτήν, παρόντων και των διοικητών του τόπου και τους εβεβαίωσαν, ότι ο άνθρωπος ευρίσκεται εις την Σάμον και, αν αμφιβάλλουν, ας στείλουν ανθρώπους να τον ίδουν, δια να βεβαιωθούν περί τούτου. Ούτω και έγινεν· οι Αγαρηνοί έστειλαν ανθρώπους των, οίτινες, αφού τον εύρον και τον συνέλαβον, τον έρριψαν σιδηροδέσμιον εις την φυλακήν και μετά τρεις ημέρας του έκαμαν την περιτομήν. Κατόπιν, προς τιμήν δήθεν και κυβέρνησιν αυτού, τον έβαλαν νεωκόρον εις τι τζαμίον· αυτός όμως την μεν πίστιν ήλλαξε, την δε μέθην ουχί, αλλά μάλιστα την ηύξησε τόσον, ώστε ολίγον έλειψε να μεταβάλη το τζαμί εις οινοπωλείον. Έμεινε δε εις αυτό επί μήνας δέκα· έπειτα εξηφανίσθη αιφνιδίως από τον τόπον εκείνον και διέτριβε πότε εις την Σάμον και πότε εις την Πάτμον, εν μετανοία και εξομολογήσει διάγων και πενθών δια την ανομίαν του. Κατά δε το έτος αωα΄ (1801), Μαρτίου πρώτη, επέστρεψεν εις την πατρίδα του όχι πλέον εν κραιπάλη και μέθη, αλλά συνεσταλμένος και σκυθρωπός, με κατάνυξιν μεγάλην και πολλά δάκρυα και εζήτει συχνάκις συγχώρησιν από όλους τους γνωστούς και φίλους του· εν γένει δε εφαίνετο ετοιμαζόμενος έκτοτε δια τον μέγαν αγώνα του, εις τον οποίον έδειξε πολλήν φρόνησιν. Διότι προτού να παρουσιασθή δια το Μαρτύριον, μετέβη εις τόπον τινά εις τον οποίον ευρίσκετο η συκαμινέα από την οποίαν εκρεμάσθη πρό τινος χρόνου (1794) ο Νεομάρτυς Πολύδωρος, σταθείς δε εκεί επ’ αρκετόν παρετήρει ταύτην μετά μεγάλης προσοχής. Προ δε της αρνήσεώς του είχεν φίλον Χριστιανόν τινα συμπολίτην του, Γεώργιον και αυτόν ονομαζόμενον, ο οποίος κατόπιν τον απέφευγεν ως αρνησίχριστον· την ημέραν δε κατά την οποίαν έμελλε να παρουσιασθή, συνηντήθησαν εις την αγοράν. Είδε τότε ο Γεώργιος τους πόδας του Μάρτυρος αρκετά διωγκωμένους και πολύ ταλαιπωρημένον και σφίγξας την καρδίαν του τον ηρώτησε τι έχουν οι πόδες του και είναι τόσον διωγκωμένοι. Του απεκρίθη τότε ο Άγιος ότι έχουν βαρείαν στενοχωρίαν. Τον ηρώτησε πάλιν ο Γεώργιος τι είδους είναι η στενοχωρία αύτη και πως είναι δυνατόν να έχουν στενοχωρίαν οι πόδες του, αφού το άλλο σώμα του δεν έχει τίποτε. Τότε ο Άγιος του είπε την αλήθειαν, ότι δηλαδή, ότε ευρίσκετο εις την Σάμον, παρουσιάσθη εις τον διοικητήν του τόπου και εκείνος τον ερράβδισε δια χιλίων ραβδισμών εις τους πόδας και μετά τούτο τον έρριψεν εις την φυλακήν. Κατόπιν, αφού έμαθον τούτο οι προεστώτες της Σάμου, μετέβησαν και κατέπεισαν δια χρημάτων τον διοικητήν, όστις τον ηλευθέρωσεν από την φυλακήν και τον εδίωξαν εκείθεν. Ώστε και πριν ή παρουσιασθή εις την Έφεσον, είχεν ούτος, ο γενάδας, αρκετά στίγματα του Μαρτυρίου εις το σώμα του. Σιωπήσας λοιπόν, τρόπον τινά, μετά τον άγριον εκείνον δαρμόν, επέστρεψεν εις την πατρίδα του δια να εισέλθη εκεί εις τους οριστικούς αγώνας, επιθυμών να λάβη το ποθούμενον τέλος δια Χριστόν τον Σωτήρα του. Δια να δώση λοιπόν δήθεν αφορμήν, εδοκίμασε να συγκρουσθή με τινα καφεπώλην και ούτω να γίνη η καλή αρχή· αλλά βλέπων ότι δεν επετύγχανε τούτο καθώς ήθελε, παρητήθη από τους μακρινούς εκείνους τρόπους και κατά την γ΄ (3ην) του Απριλίου μηνός, ημέραν της εβδομάδος Τετάρτην, ώραν τρίτην της ημέρας, μετέβη και παρουσιάσθη απευθείας εις τον κριτήν. Τότε ηρώτησε τον Άγιον ο κριτής· «Τι θέλεις;» Αποκρίνεται ο Μάρτυς· «Είχον καλόν τι ενέχυρον και μου το επήρατε, αντ’ εκείνου δε μου εδώσατε το ιδικόν σας το ψεύτικον· λάβετε λοιπόν πάλιν το ιδικόν σας και δότε μου το ιδικόν μου». Ομού τότε με τον λόγον εξέβαλε και το κάλυμμα της κεφαλής του και το επέταξε κατά γης. Τον ηρώτησε πάλιν ο κριτής· «Ποίος είσαι και τι είναι το ζήτημά σου;» Απεκρίνεται ο Μάρτυς· «Εγώ ήμην Χριστιανός και ηρνήθην την Πίστιν μου, τώρα δε ήλθον εδώ να ομολογήσω έμπροσθέν σας, ότι με την Χάριν του Θεού ήμην και είμαι Χριστιανός». Ηρώτησεν ο κριτής· «Με ποίον τρόπον ηρνήθης την θρησκείαν σου;» Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Αυτοθελήτως και χωρίς να με βιάση κανείς». Του λέγει ο κριτής· «Μήπως είσαι τρελλός ή μεθυσμένος;» Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Ούτε μεθυσμένος είμαι, ούτε τρελλός, αλλά και τας φρένας μου σώας έχω και νηστικός είμαι· μόνον επειδή εγνώρισα καλώς και εβεβαιώθην, ότι η ιδική ου Πίστις είναι αγία και άμωμος, δια τούτο επέστρεψα και πάλιν εις την αγίαν μου Πίστιν και θέλω να είμαι Χριστιανός· τούτο δε λέγω και κηρύττω, ότι Χριστιανός ήμην, είμαι και θα είμαι· το δε όνομά μου είναι Γεώργιος». Οργισθείς τότε ο κριτής δια την μετά τόσης παρρησίας απόκρισιν του Μάρτυρος, επρόσταξεν ευθύς τον αξιωματικόν της φρουράς να τον οδηγήση δεδεμένον εις την φυλακήν. Είπε τότε ο Μάρτυς προς τον αξιωματικόν· «Άνθρωπε, διατί θέλεις να με δέσης; Μήπως είμαι κλέπτης ή φονεύς; Εγώ ήλθα εθελουσίως δια να ομολογήσω την Πίστιν μου την Αγίαν, Χριστιανός είμαι». Όμως ο αξιωματικός τον έφερεν εις την φυλακήν και εκεί έδεσε πέριξ του λαιμού του την αλυσίδα την μεγάλην, τους δε πόδας του προσέδεσεν εις το ξύλον. Ποίου είδους βασανιστήρια του έκαμαν εκείνην την νύκτα, δεν απεκαλύφθησαν. Τούτο μόνον γνωρίζομεν, ότι την Πέμπτην το βράδυ τον παρεκίνουν να ομολογήση την πίστιν των και να τον απολύσουν· και ότι άλλοι του υπέσχοντο χρήματα πολλά, άλλοι δε τον ηπείλουν. Ο δε Μάρτυς τούτο μόνον έλεγε· «Χριστιανός είμαι και Χριστιανός θέλω να αποθάνω».Απάνθρωποι δε τινές Τούρκοι, βλέποντες το αμετάθετον της γνώμης του, από την μανίαν των έσφιγγον κάτωθεν τα δίδυμά του και με τους όνυχάς των τα εξέσχιζον. Την Παρασκευήν συνήχθησαν πάντες εις το κριτήριον και επρόσταξαν να φέρουν προ αυτών τον Μάρτυρα. Τότε έφεραν τούτον ως κατάδικον, με δεδεμένας όπισθεν τας χείρας. Εκεί ήρχισεν ο κριτής να του ομιλή με ημερότητα και ως πατήρ δήθεν να τον παρακινή λέγων· «Έλα, παιδί μου, μετανόησον και κατόπιν πήγαινε όπου θέλεις και να είσαι ό,τι θέλεις· ή Τούρκος ή Χριστιανός ή ό,τι άλλο επιθυμείς». Ο Μάρτυς απεκρίθη· «Χριστιανός είμαι και την Πίστιν μου θέλω». Τότε λέγει εις εξ αυτών· «Δεν πταίει ούτος· πταίουν οι Ιερείς των, οίτινες τους διδάσκουν ότι εκεί όπου αρνηθούν την Πίστιντων εκεί να την ομολογήσουν και πάλιν». Επεμβάς τότε ο μουφτής (νομοδιδάσκαλος των Οθωμανών) είπε· «Λοιπόν αυτόν να μη τον κρεμάσωμεν, αλλά να τον κόψωμεν με το σπαθί». Προς δε τον Μάρτυρα αποτεινόμενος είπε· «Τα ενενήκοντα είναι περισσότερα ή τα εκατόν;» Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Αυτό το οποίον με ερωτάς το γνωρίζουν και τα νήπια». Είπε δε τούτο ο μουφτής δοκιμαστικώς, μήπως αποκριθή ο Μάρτυς τίποτε άλλο, δια να ισχυρισθούν ότι είναι έξω φρενών και να τον εκδιώξουν. Τέλος, βλέπων ο κριτής το αμετάθετον της γνώμης του, εξέδωκε την δια ξίφους απόφασιν· και ούτως οι δήμιοι συνοδεύσαντες τον Άγιον με ορμήν πολλήν και μεγάλην αγριότητα, τον έφεραν εις τον τόπον της καταδίκης, όπου και τον επρόσταξαν να γονατίση. Τότε εις εκ των Αγαρηνών, σύρας το ξίφος του, το επεδείκνυεν εις τον Μάρτυρα, δια να τον κάμη να δειλιάση, συγχρόνως δε πλησιάζει τον Μάρτυρα άλλος τις Τούρκος, Οσμάν ονομαζόμενος, όστις προσποιούμενος ότι λυπείται, λέγει· «Σταθήτε, άνθρωποι, τι είναι αυτό το οποίον θέλετε να κάμετε;» Στραφείς δε προς τον Μάρτυρα του λέγει· «Λυπήσου, άνθρωπε, την ζωήν σου· μόνον ήμαρτον ειπέ και σήκω από εδώ και πήγαινε να ζήσης όπως θέλεις». Αλλ’ ο Μάρτυς απεκρίθη· «Χριστιανός είμαι, Γεώργιος ονομάζομαι και δεν θέλω την συμβουλήν σου». Μετά τούτο τον ερωτά ο δήμιος· «Μετανοείς;» Ο Μάρτυς απεκρίθη· «Χριστιανός είμαι». Λέγει πάλιν ο δήμιος· «Κύψε την κεφαλήν σου». Έκυψε τότε ο Μάρτυς την κεφαλήν με πρόσωπον χαρωπόν και ούτως απέτεμεν ο δήμιος την αγίαν του κάραν, κατά την ε΄ (5ην) του Απριλίου μηνός, ημέραν της εβδομάδος Παρασκευήν, ώραν τρίτην της ημέρας· και η μεν μακαρία ψυχή του ανήλθε προς τον ποθούμενον Χριστόν και απέλαβε του Μαρτυρίου τον αμάραντον στέφανον, η δε θεία Χάρις έμεινεν εις το άγιον αυτού Λείψανον. Δια τούτο κατά την νύκτα εκείνην όπου εξημέρωνε το Σάββατον πολλοί άνθρωποι, όχι μόνον Χριστιανοί αλλά και Αγαρηνοί, έβλεπον το μαρτυρικόν εκείνο Λείψανον ακτινοβολούν και με φως θαυμάσιον απαστράπτον, καθώς αστράπτει ο καθρέπτης, όταν αντανακλά το φως του ηλίου· το φως δε εκείνο εφαίνετο ομοίως και εις το μαρτυρικόν αίμα του, επί όσον διάστημα ευρίσκετο εκεί, διότι ο τόπος ήτο κατηφορικός και λιθόστρωτος. Ως δε εξημέρωσε το Σάββατον, διεδόθη το θαύμα και ευθύς κατά προσταγήν του κριτού εσήκωσαν εκείθεν το άγιον Λείψανον δύο αχθοφόροι και τινες Χριστιανοί και βαδίσαντες μακράν έξω της πόλεως το έφεραν και το έθαψαν εις τον τάφον του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Πολυδώρου. Εν όσω δε εσκάπτετο το μνήμα, οι Χριστιανοί ελθόντες πλησίον, άλλοι έκοπτον τας τρίχας της κεφαλής του και τας έπαιρναν, άλλοι δε κατέκοπτον το αιματωμένον ένδυμά του, λέγοντες προς τους αλλοφύλους, ότι με τα ράκη ταύτα θεραπεύονται εκείνοι οίτινες πάσχουν εξ ελονοσίας. Τότε και τις των Αγαρηνών έλαβε τεμάχιον τι εκ των ενδυμάτων τού Αγίου δια να το δώση εις τον αδελφόν του, όστις έπασχεν εκ της νόσου ταύτης. Αυτό είναι αδελφοί, το Μαρτύριον του Αγίου Νεομάρτυρος Γεωργίου, το οποίον εις μεν τους εχθρούς της Πίστεως προεκάλεσε καταισχύνην αθεράπευτον, εις δε τους ευσεβείς χαράν πνευματικήν και ευφροσύνην ανείκαστον, εις δόξαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3145
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΣΤ΄ (6η) Απριλίου, ο Όσιος Πατήρ ημών ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ο Σιναϊτης, ο και εν Αγίω Όρει ασκήσας εν ειρήνη τε

Δημοσίευση από silver »

Τη ΣΤ΄ (6η) Απριλίου, ο Όσιος Πατήρ ημών ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ο Σιναϊτης, ο και εν Αγίω Όρει ασκήσας εν ειρήνη τελειούται.

Γρηγόριος ο θείος Πατήρ ημών εγεννήθη εν έτει ασνε΄ (1255) εις χωρίον τι της Ασίας, ονομαζόμενον Κούκουλον, κείμενον πλησίον των Κλαζομενών. Οι γονείς του ήσαν μεν πλούσιοι και έντιμοι, αλλά θεοσεβείς και ενάρετοι. Από τούτους ανατραφείς επιμελώς, εδόθη εις διδασκάλους ευσεβείς, υφ’ ων και εδιδάχθη καλώς τα θεία και ιερά Γράμματα. Κατ’ εκείνον τον καιρόν, βασιλεύοντος του μεγάλου Ανδρονίκου Β΄ του Παλαιολόγου (1282 – 1328), το γένος των Αγαρηνών ενήργει επιδρομάς εις την Ασίαν και λεηλατούντες τα μέρη εκείνα, έπαιρνον ως δούλους όλους σχεδόν τους εκεί ευρισκομένους Χριστιανούς. Μεταξύ τούτων συνελήφθη και εκρατήθη ως δούλος και ο θείος ούτος Γρηγόριος, καθώς και οι γονείς του και οι αδελφοί του, οι οποίοι, εν ω μετεφέροντο εις την Λαοδίκειαν, κατ’ οικονομίαν Θεού έλαβον άδειαν από τους βαρβάρους και μετέβησαν εις την Εκκλησίαν των Λαοδικέων εν ώρα θείας Λειτουργίας. Επειδή δε οι εντόπιοι Χριστιανοί είδον τούτους, ότι ίσταντο με πολλήν ευλάβειαν και έψαλλον με ρυθμόν καλόν και μέλος, ως να ήσαν καλώς γεγυμνασμένοι εις την μουσικήν, θαυμάσαντες δια την ευλάβειαν και μελωδίαν των, ευθύς μετά την απόλυσιν της θείας Λειτουργίας μετέβησαν μετά προθυμίας εις τους γαρηνούς και αφού εμέτρησαν πολλά αργυρά νομίσματα, ελύτρωσαν αυτούς από την δουλείαν. Έπειτα ο θείος Γρηγόριος, μεταβάς εις την Κύπρον, μετ’ ολίγον καιρόν εφάνη εις όλους άξιος αγάπης δια τας αρετάς του και τα φυσικά του προτερήματα· διότι βλέποντες το χαριέστατον πρόσωπόν του, το οποίον εφανέρωνε την εσωτερικήν κατάστασιν της θείας αυτού ψυχής, την σεμνότητα, το σέβας και την ευλάβειαν, την οποίαν είχε προς τα θεία, τον είχον εις μεγάλην υπόληψιν και τιμήν. Εν ω δε ο σεβάσμιος Γρηγόριος διέτριβεν εις την νήσον ταύτην, ο Θεός όστις εγνώριζε τον πολύν πόθον της αρετής, τον οποίον έτρεφε εις την καρδίαν του, του έδειξεν ενάρετον τινά Μοναχόν, όστις εκάθητο εις την ησυχίαν, προς τον οποίον μετέβη ευθύς μετά χαράς και ενεδύθη παρά τούτου μοναχικά ενδύματα, γενόμενος ούτω δόκιμος της μοναδικής πολιτείας. Αφ’ ου δε ησύχασε μετ’ αυτού ολίγον καιρόν και συνανεστράφη πνευματικώς, ανεχώρησε και μετέβη εις το Σίναιον όρος. Εκεί εκουρεύθη Μοναχός και μετά της κουράς των τριχών της κεφαλής του έκοψε και όλα τα θελήματα και τας κινήσεις της σαρκός και επροχώρησεν εις τον αγώνα της ασκήσεως με μεγάλην γενναιότητα ψυχής. Δεν παρήλθε πολύς καιρός και όλοι οι εκεί Πατέρες έμειναν εκστατικοί δια την άϋλον και σχεδόν ασώματον ζωήν με την οποίαν επολιτεύετο, καταγινόμενος εις την αυστηράν νηστείαν, την αγρυπνίαν, την ολονύκτιον στάσιν και την ακατάπαυστον ψαλμωδίαν και προσευχήν, εις τας οποίας επεδίδετο καθ’ όλον τον καιρόν, ως να εφιλονίκει να κάμη άϋλον το υλικόν σώμα του, τόσον ώστε όλοι οι Πατέρες, θαυμάζοντες, ολίγον έλειψε να νομίσουν, ότι είναι άσαρκος. Εις δε την υπακοήν, η οποία είναι ρίζα και μήτηρ των αρετών και εις την υψοποιόν ταπείνωσιν τόσον πολύ ησκήθη, ώστε δυσκολεύομαι να περιγράψω τα κατά μέρος, δια να μη φανώ εις τους οκνηρούς, ότι λέγω απίθανα λόγω της υπερβολής. Εν τούτοις δεν δύναμαι να αποσιωπήσω εντελώς την αλήθειαν επί των αρετών του τούτων και να μη γράψω εκείνα τα οποία ήκουσα από τον γνησιώτατον μαθητήν του, τον ευλογημένον Όσιον Γεράσιμον. Διότι ο μακάριος ούτος μού έλεγεν, ότι ο θείος Γρηγόριος και την διακονίαν την οποίαν τον επρόσταζεν ο Προεστώς έφερεν αόκνως εις πέρας και μετά πάσης προθυμίας τον συνειθισμένον κανόνα των αδελφών δεν παρέλειψε ποτέ να κάμη, ως να τον έβλεπεν άνωθεν ο Θεός. Δια τούτο, αφού κατά το εσπέρας έβαλλεν εις τον Προεστώτα την συνειθισμένην μετάνοιαν και ελάμβανεν από αυτόν την ευλογίαν, εισήρχετο εις το κελλίον του και κλείων τας θύρας ύψωνε προς τον Θεόν τας χείρας και τον νουν του και απομακρυνόμενος όλως διόλου από τα παρόντα του κόσμου πράγματα επλησίαζεν εις τον πλησιάζοντα τας ευσεβείς καρδίας Θεόν και ήρχιζε με όλην την προθυμίαν της ψυχής του τον κανόνα του, αναπέμπων ψαλμωδίας εις τον Θεόν και προσευχόμενος καθ’ όλην την νύκτα με πόθον πολύν της καρδίας του, γονυπετής, μέχρις ότου ετελείωνεν όλους τους Ψαλμούς του Δαβίδ και απελάμβανε την ευφροσύνην, ήτις προξενείται εκ της αναγνώσεως αυτών. Έπειτα, όταν έφθανεν η ώρα του Όρθρου και εκρούετο το σήμαντρον, κατά την συνήθειαν των Μοναστηρίων, πρώτος αυτός ευρίσκετο έξω από την θύραν της Εκκλησίας· τούτο δε εφύλαττε πάντοτε με ακρίβειαν, πρώτος δηλαδή να εισέρχεται εις τον Ναόν και τελευταίος όλων να εξέρχεται εκείθεν. Ήτο δε η τροφή τού Οσίου ολίγος άρτος και ολίγον ύδωρ, τόσον μόνον όσον ήτο αρκετόν δια να ζη. Αλλά πως δύναται τις να περιγράψη αξίως και την υπερβολικήν τού Αγίου ταπείνωσιν, την οποίαν έδειξενεις την διακονίαν του μαγειρείου και της αποθήκης, όπου του ανέθεσεν και όπου έμεινεν επί τρεις χρόνους και περισσότερον; Διότι ούτε παραμικρόν λογισμόν εδέχθη ποτέ, ότι υπηρέτει ανθρώπους, αλλά μάλιστα εστοχάζετο, ότι υπηρετεί τάγμα Αγγελικόν, τον δε τόπον της διακονίας ενόμιζεν αληθώς βήμα Θεού και θυσιαστήριον. Επί πλέον δε ήθελε να αναβαίνη καθ’ εκάστην σχεδόν ημέραν επάνω εις την Αγίαν Κορυφήν του Σινά, δια να προσφέρη με ευλάβειαν την προσκύνησιν, εκεί όπου έγιναν θαυμασίως τα μεγάλα εκείνα παράδοξα, τα οποία εξιστορεί η Αγία Γραφή. Ήτο δε ο Όσιος και πολύ επιτήδειος εις την καλλιγραφίαν. Αλλά και εις την ανάγνωσιν τόσον πολύ κατεγίνετο, ώστε δεν έπαυε, νύκτα και ημέραν, από του να εκλέγη με φιλοπονίαν πολλήν τα απανθίσματα της Παλαιάς και Νέας Γραφής και να τα φυλάττη μέσα εις την διάνοιάν του. Εις τοιούτον βαθμόν, ώστε δεν γνωρίζω αν ίσως άλλος τις εμελέτησε την θείαν Γραφήν, ως εκείνος. Διότι πράγματι, ο Όσιος ούτος υπερέβαινεν όλους τους άλλους εκεί Πατέρας εις την πολυμάθειαν. Αλλ’ ο πονηρός διάβολος δεν ήτο δυνατόν να ησυχάση εξ αιτίας των τόσων του Αγίου αρετών· δια τούτο ενεφύτευσε κρυφίως εις τους Μοναχούς το πάθος του φθόνου και ως σπορεύς των ζιζανίων σπείρει εις αυτούς σύγχυσιν και ταραχήν μεγάλην. Ο δε μαθητής του πράου και ειρηνικού Ιησού, εννοήσας τον φθόνων των Μοναχών, εξήλθε κρυφίως από το Μοναστήριον, παραλαβών μεθ’ εαυτού και τον σεβάσμιον εκείνον Γεράσιμον, περί του οποίου ανωτέρω ανεφέραμεν. Ούτος κατήγετο από την νήσον του Ευρίπου (την Εύβοιαν) και ήτο συγγενής με τον Ρήγαν, τον εξουσιαστήν της νήσου. Κατεφρόνησεν όμως και πλούτον και δόξαν και ευγένειαν και αρνούμενος όλον τον κόσμον και τα εν αυτώ, μετέβη εις το όρος του Σινά, όπου εγνώρισε και τον θείον Γρηγόριον, θαυμάζων δε την υπερβολικήν του αρετήν, έγινε και αυτός εις εκ των μαθητών του. Όθεν και με την βοήθειαν του Θεού ανήλθεν εις μέγιστον βαθμόν πράξεως και θεωρίας, τόσον ώστε μετά από τον μέγαν τούτον Γρηγόριον έγινεν αυτός εις τους άλλους παράδειγμα και τύπος όλων των καλών. Αναχωρήσαντες λοιπόν από το Σινά, μετέβησαν εις τα Ιεροσόλυμα, εις προσκύνησιν του Ζωοδόχου Τάφου· αφ’ ου δε επεσκέφθησαν όλους τους εκεί Αγίους Τόπους και επροσκύνησαν, εισήλθον εις πλοιάριον και εταξίδευσαν εις την Κρήτην, εις τόπον τινά καλούμενον Καλούς Λιμένας. Εις την Κρήτην ευρισκόμενος ο Όσιος και μη υποφέρων να σπαταλά τον καιρόν ματαίως, ήρχισε να ερευνά με πολλήν προθυμίαν, δια να εύρη τόπον τινά ήσυχον και ατάραχον, ίνα κατοικήση μετά του Οσίου Γερασίμου. Όθεν, κατόπιν πολλών αναζητήσεων, εύρον σπήλαιά τινα ήσυχα κατά την επιθυμίαν των και εκεί κατώκησαν μετά χαράς. Παρευθύς δε ο καλός εκείνος εργάτης προσέθεσε κόπους επί κόπων και αγώνας επί αγώνων και, τρόπον τινά, εμάχετο με τον εαυτόν του με περισσοτέραν μεγαλοψυχίαν· η τροφή του ήτο ολίγος άρτος και ολίγον ύδωρ μίαν φοράν την ημέραν και δεν έτρωγεν ή έπινε πλέον άλλο τίποτε, έστω και αν εκινδύνευε να αποθάνη από την πείναν και την δίψαν. Όθεν και το πρόσωπόν του ήτο κίτρινον από την ξηροφαγίαν και τα μέλη του κατεξηραμμένα και κατατεταλαιπωρημένα από τους πολλούς κόπους και παραλελυμένα από την φυσικήν των κίνησιν και δεν τους ήτο δυνατόν να περιπατούν ή να κάμνουν καμμίαν άλλην εργασίαν. Προς τούτοις είχεν ο μακάριος και μεγάλην φροντίδα, δια να εύρη πνευματικόν τινα άνδραν, όστις να τον οδηγήση εις ό,τι αυτός δεν ηδυνήθη να ίδη ή να επιτύχη από την θείαν Γραφήν ή εις ό,τι δεν έτυχε να διδαχθή πνευματικώς παρά τινος των πνευματοφόρων και θείων Πατέρων. Δια τούτο ο Αγαθός Θεός ωκονόμησεν άνωθεν τον οδηγόν τούτον αποκαλύψας τα περί του θείου Γρηγορίου και του ευσεβούς πόθου του εις τινα Αναχωρητήν, όστις ησύχαζεν εις τα μέρη εκείνα, πολύ ενάρετον και εστολισμένον με έργα και θεωρίαν, Αρσένιον το όνομα, όστις υπό του Παναγίου Πνεύματος κινούμενος, μετέβη εις το κελλίον του Οσίου και κρούσας την θύραν, γίνεται δεκτός μετά χαράς παρ’ αυτού. Μετά δε από την συνειθισμένην ευχήν και τον χαιρετισμόν ήρχισεν ο θεωρητικός εκείνος Γέρων να ομιλή, ως να ανεγίνωσκεν από κανέν θείον βιβλίον και να λέγη περί φυλακής νοός, περί νήψεως και προσοχής, περί νοεράς προσευχής και δια ποίου τρόπου καθαρίζεται ο νους δια μέσου της εφαρμογής των εντολών και γίνεται όλος φωτεινός. Αφ’ ου δε είπεν αυτά και άλλα περισσότερα, στρέψας τον λόγον προς τον Όσιον, τον ηρώτησε· «Συ, ω τέκνον, τι είδους εργασίαν κάμνεις;» Τότε και ο θείος Γρηγόριος του διηγήθη εξ αρχής όλα τα κατ’ αυτόν· την αναχώρησίν του δηλαδή από τον κόσμον, την φιλερημίαν και όλους τους αγώνας τους οποίους έκαμνεν. Ο δε θείος Αρσένιος, όστις εγνώριζε κάλιστα την οδόν ήτις φέρει τον άνθρωπον εις το ύψος της αρετής, μειδιάσας ολίγον, είπε προς αυτόν· «Όλα αυτά, ω τέκνον, όπου μου διηγήθης, λέγονται από τους θεοφόρους Πατέρας πράξεις και όχι θεωρίαι». Τούτο ακούσας ο μακάριος Γρηγόριος προσέπεσεν ευθύς εις τους πόδας του και τον παρεκάλει θερμώς, προβάλλων και αυτό το όνομα του Θεού, δια να τον διδάξη καλώς τι είναι η νοερά προσευχή, η ησυχία και η φύλαξις του νοός. Τότε ο θείος εκείνος Πατήρ, λαβών ως εύρημα την παράκλησιν του Οσίου, δεν έχασε καιρόν, αλλ’ ευθύς ήρχισε να τον διδάσκη πλατύτερον, μη αφίνων τίποτε αδίδακτον εξ όσων αυτός εδέχθη πλουσίως παρά της θείας Χάριτος. Προς τούτοις του απεκάλυψε και όσα συμβαίνουν εις εκείνους, οίτινες αγωνίζονται εις τους αγώνας της αρετής, από τους μισοκάλους δαίμονας, εκ δεξιών και εξ αριστερών, καθώς και από τους φθονερούς ανθρώπους, τους οποίους μεταχειρίζεται ο πονηρός ως όργανα της κακίας του. πάντα ταύτα περιέγραψε λεπτομερώς ο θείος ούτος Αρσένιος εις τον Όσιον Γρηγόριον. Ως λοιπόν ήκουσε ταύτα ο Όσιος, ευθύς εισήλθεν εις πλοιάριον και μετέβη εις το Άγιον Όρος· περιερχόμενος δε όλα τα εκεί Μοναστήρια, τας Σκήτας, τα κελλία, ακόμη δε και τους ερημικούς και αβάτους τόπους, έκρινεν εύλογον να επισκεφθή όλους τους Οσίους Πατέρας και να τους προσφέρη την προσήκουσαν προσκύνησιν, χάριν ευχής και ευλογίας· καθώς δε μας διηγείτο, είδε πολλούς αγωνιστάς εστολισμένους με πολλήν σύνεσιν και σεμνότητα και άλλας πολλάς αρετάς, οι οποίοι όλην την σπουδήν των και τον αγώνα των έκαμνον δια των πρακτικών αρετών. Ερωτώμενοι δε εάν καταγίνωνται εις την νοεράν προσευχήν, ή εις την νήψιν και φύλαξιν του νοός, έλεγον, ότι ουδέ εγνώριζον τι θέλει να ειπή νοερά προσευχή ή φυλακή νοός και νήψις. Αφ’ ου δε περιήλθεν όλον το Άγιον Όρος, μετέβη εις την Σκήτην του Μαγουλά, ήτις ευρίσκεται αντικρύ της σεβασμίας Μονής του Φιλοθέου, ένθα εύρε τρεις Μοναχούς, Ησαϊαν, Κορνήλιον και Μακάριον ονομαζομένους, τους οποίους αντελήφθη καταγινομένους όχι μόνον εις την άσκησιν της πρακτικής αρετής, αλλά και ολίγον εις την θεωρητικήν τοιαύτην. Εκεί λοιπόν κοπιάζων πολύ ομού μετά των μαθητών του, έκτισε κελλία ίνα κατοικήσωσιν· αυτός δε εις ολίγην από εκεί απόστασιν ωκοδόμησεν Ησυχαστήριον δια τον εαυτόν του, ίνα συνομιλή μόνος με μόνον τον Θεόν, δια της νοεράς προσευχής, επιδιώκων άμα και την εξιλέωσιν δια μέσου των πρακτικών αρετών. Τότε σκεπτόμενος ενεθυμήθη τον σεβάσμιον Αρσένιον και όσα του είπε περί φυλακής νοός, περί νήψεως και περί νοεράς προσευχής και συνάγων εις εαυτόν όλας τας αισθήσεις του και ενώνων τον νουν του με το πνεύμα, ίνα δε καλλίτερον είπω, καθηλώνων αυτόν εις τον Σταυρόν του Χριστού, έλεγε πολύ συχνά το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», προσευχόμενος με κατάνυξιν και συντριβήν καρδίας και με αναστεναγμούς εκ βάθους ψυχής, βρέχων άμα το έδαφος της γης με θερμά δάκρυα, τα οποία έτρεχον ως ποταμός εκ των οφθαλμών του. Δια τούτο και ο Κύριος δεν παρέβλεψε την δέησίν του επί πολύ, διότι «καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουθενώσει» (Ψαλμ. ν:19), αλλά πολύ ταχέως εισήκουσε την δέησίν του· «Εκέκραξαν οι δίκαιοι και ο Κύριος εισήκουσεν αυτών» (Ψαλμ. λγ:18). Όθεν και πυρωθείς κατά την ψυχήν και την καρδίαν δια της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος και αλλοιωθείς την καλήν και παράδοξον αλλοίωσιν, είδε με την λάμψιν της θείας Χάριτος, ότι ο οίκος ούτος ήτο πλήρης φωτός. Πληρωθείς τότε ο Όσιος υπό χαράς απεράντου και ανεκδιηγήτου ευφροσύνης και χύνων πάλιν πηγάς δακρύων, ετρώθη υπό του έρωτος της θείας αγάπης. Διότι, πράγματι, εις εκείνον επληρώθη με το έργον το πατερικόν ρητόν· «Πράξις θεωρίας επίβασις». Όθεν επειδή ο Όσιος έγινεν έξω της σαρκός και του κόσμου τούτου, επληρώθη όλος από την θείαν αγάπην και από τότε πλέον το φως εκείνο δεν έλειπεν από του να φωτίζη τον Δίκαιον, κατά το «Φως δικαίοις δια παντός» (Παρ. ιγ:9). Διότι ο αοίδιμος εκείνος Πατήρ, ερωτώμενος από εμέ και τους συμμαθητάς μου (Τον συγγραφέα εννοείται του παρόντος Βίου αγιώτατον Πατριάρχην Κάλλιστον), έλεγεν· «Εκείνος όστις υψούται εις τον Θεόν, με την Χάριν του Αγίου Πνεύματος, βλέπει ως εις καθρέπτην όλην την κτίσιν φωτεινήν, «Είτε εν σώματι είτε εκτός του σώματος, ουκ οίδα» καθώς λέγει ο θείος Παύλος (Β΄ Κορ. ιβ:3), έως ότου γίνη τις εμπόδιον εις αυτόν, κατά τον καιρόν εκείνον της θεωρίας, κάμνων τούτον να έλθη εις τον εαυτόν του. Εγώ όμως τον ηρώτων απλώς και τελείως απεριέργως, όταν τον έβλεπον εξερχόμενον από το κελλίον του με χαροποιόν πρόσωπον και με εκοίταζε με βλέμμα ιλαρόν· διότι όσοι είσθε Πνευματικοί Πατέρες γνωρίζετε πόσον περισσοτέραν αγάπην έχετε εις τα πρώτα από τα πνευματικά τέκνα σας, αλλά και εις τα τελευταία ως ποθεινότατα· ούτω ομοίως και ο αείμνηστος εκείνος Πνευματικός μου Πατήρ εδείκνυε περισσοτέραν αγάπην εις εμέ, διότι ήμην το τελευταίον εξ όλων των πνευματικών τέκνων του. Δια τούτο λοιπόν εις εμέ όστις εψέλλιζα τότε εις εκείνον, ως προς πατέρα φιλόστοργον, δηλαδή τον ηρώτων με απλότητα, όταν τον έβλεπον, ότι ήρχετο από το κελλίον του χαροποιός, απεκρίθη τοιουτοτρόπως· «Η ψυχή εκείνου, όστις θέλει προσκολληθή εις τον Θεόν, όταν τρωθή από τον έρωτά Του και αναβή υπεράνω όλης της κτίσεως, ζη δε υπεράνω των ορατών πραγμάτων και δεθή όλος με τον πόθον του Θεού, δεν δύναται ουδόλως να κρυβή, καθώς και ο Κύριος υπεσχέθη, λέγων· «Ο πατήρ σου, ο βλέπων εν τω κρυπτώ, αποδώσει σοι εν τω φανερώ» (Ματθ. στ: 4, 6). Και αλλαχού· «Ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον πατέρα ημών τον εν τοις ουρανοίς» (Ματθ. ε:16). Διότι η καρδία σκιρτά και ευφραίνεται και ο νους αναβρύει και το πρόσωπον γίνεται ιλαρόν και χαροποιόν, κατά τον σοφόν, όστις είπε· «Καρδίας ευφραινομένης πρόσωπον θάλλει» (Παρ. ιε: 13). Εγώ πάλιν του είπον· «Ω θειότατε Πάτερ, δίδαξόν με, δι’ αγάπην της αληθείας, τι είναι η ψυχή και πως εθεωρήθη από τους Αγίους;» Δεχθείς δε εκείνος τον λόγον μου με πολλήν ημερότητα, καθώς συνήθιζεν, απεκρίθη εις εμέ ειπών· «Τέκνον μου πνευματικόν φίλτατον, “χαλεπώτερά σου μη ζήτει, και ισχυρότερά σου μη εξέταζε” (Σειρ. γ:21). Διότι δια τον τόσον υψηλόν λόγον, δια τον οποίον με ηρώτησες, συ είσαι νήπιον ακόμη, δηλαδή ατελής και δεν ημπορείς να χωνεύσης στερεωτέραν τροφήν, ήτοι να εννοήσης υψηλότερα νοήματα από την δύναμίν σου· όπως ακριβώς και η τροφή των τελείων ανδρών δεν είναι ωφέλιμος εις τα τρυφερά νήπια, τα οποία έχουν ανάγκην να τρώγουν ακόμη γάλα». Εγώ δε προσπίπτων εις τους ωραίους πόδας του και κρατών τούτους σφιγκτά, τον παρεκάλουν θερμότερον να μου εξηγήση. Εκείνος τότε υποχωρήσας εις τας πολλάς μου παρακλήσεις μού είπεν εν συντομία, ότι εάν δεν ίδη τις την ανάστασιν της ψυχής του, δεν ημπορεί να μάθη ακριβώς τι είναι η νοερά ψυχή. Αλλ’ εγώ και πάλιν παρακαλών, με την οφειλομένην ευλάβειαν, του είπον· «Φανέρωσόν μοι, ω Πάτερ, αν ίσως έφθασες εις το μέτρον ταύτης της αναβάσεως· εάν δηλαδή έμαθες τι είναι η νοερά ψυχή». Με μεγάλην τότε ταπείνωσιν μοι απεκρίθη· «Ναι». Είπον δε εγώ· «Λοιπόν, δι’ αγάπην του Κυρίου, δίδαξόν με εκείνο το οποίον δύναται να προξενήση εις την ψυχήν μου μεγάλην ωφέλειαν». Τότε η θεία εκείνη και κατά πάντα σεβασμία μοι ψυχή, αφού επήνεσε την προθυμίαν μου, έκαμεν εις εμέ την εξής διδασκαλίαν· «Η ψυχή, όταν αποδείξη όλην την προθυμίαν της και αγωνισθή δια μέσου των πρακτικών αρετών μετά λόγου και διακρίσεως, τότε, συστέλλουσα όλα τα πάθη, τα υποτάσσει· και όταν υποτάξη τα πάθη, τότε την περιτριγυρίζουν αι φυσικαί αρεταί και την ακολουθούν, καθώς ακολουθούν αι σκιαί τα σώματα. Όχι δε μόνον την ακολουθούν, αλλά και την διδάσκουν και την καθοδηγούν εις τα υπέρ φύσιν, ως εις ανάβασιν πνευματικής κλίμακος. Και όταν ο νους, με την χάριν του Χριστού, αναβή εις τα υπέρ φύσιν, τότε φωτιζόμενος από την λάμψιν του Αγίου Πνεύματος εξαπλούται λαμπρώς εις την θεωρίαν και γενόμενος υψηλότερος από τον εαυτόν του, κατά το μέτρον της Χάριτος, το οποίον ήθελε δοθή εις αυτόν από τον Θεόν, βλέπει φανερώτερα και καθαρώτερα τας φύσεις των όντων κατά την σχέσιν και τάξιν την οποίαν έχουν και όχι καθώς φλυαρούν οι έξω σοφοί, με το να προστρέχουν εις μόνην την σκιάν των πραγμάτων, μη φροντίζοντες να ακολουθούν, καθώς πρέπει, την ουσιώδη ενέργειαν τηςφύσεως. Διότι λέγει η θεία Γραφή· «Εσκοτίσθη η ασύνετος αυτών καρδία· φάσκοντες είναι σοφοί εμωράνθησαν» (Ρωμ. α:21-22). Έπειτα, συνέχισε λέγων ο Όσιος, η ψυχή εκείνη, ήτις ήθελε δεχθή τον αρραβώνα και την Χάριν του Αγίου Πνεύματος, ολίγον κατ’ ολίγον, δια το πλήθος των οραμάτων, τα οποία βλέπει, εγκαταλείπει τα προηγούμενα και αναβαίνει εις τα ανώτερα και θειότερα· καθώς και ο θείος Παύλος λέγει· «Τα μεν οπίσω επιλανθανόμενος, τοις δε έμπροσθεν επεκτεινόμενος» (Φιλιπ. γ:14). Τότε η ψυχή εκείνη, ήτις ήθελε καθαρισθή τοιουτοτρόπως, πράγματι αποβάλλει κάθε δειλίαν και φόβον και προσκολληθείσα με τον έρωτα του Νυμφίου της Χριστού βλέπει, ότι οι φυσικοί της λογισμοί παύουν τελείως και πίπτουν όπισθεν αυτής, κατά την διάταξιν των Αγίων Πατέρων, αύτη δε ανερχομένη εις το ανίδεον και απόρρητον κάλλος, διαλέγεται μόνη με μόνον τον Θεόν, φωτιζομένη λαμπρώς από την λάμψιν και την Χάριν του Αγίου Πνεύματος. Αφ’ ου λοιπόν τοιουτοτρόπως φωτισθή από το άπειρον εκείνο φως, κινείται προς Αυτόν μόνον τον Θεόν και δια μέσου της θαυμασίας ταύτης και νέας αλλαγής δεν αισθάνεται πλέον όλως διόλου τούτο το ταπεινόν και γήϊνον υλικόν σώμα. Διότι τότε η ψυχή φαίνεται διαφανής και λαμπρά, χωρίς καμμίαν πρόσθετον υλικήν προσπάθειαν. Φαίνεται δηλαδή φύσις κυρίως νοερά, καθώς ήτο προ της παραβάσεως ο γενάρχης ημών Αδάμ, ο οποίος, πρότερον μεν ήτο κεκαλυμμένος από την Χάριν του απείρου εκείνου φωτός, κατόπιν δε, δια την πικράν, αλλοίμονον, παράβασιν, εγυμνώθη από την φωτεινήν εκείνην δόξαν και λάμψιν και ούτω ο πολύτιμος άνθρωπος εφάνη γυμνός. Μου είπεν ακόμη και τούτο ο Όσιος· «Ο άνθρωπος εκείνος, όστις έφθασεν εις τούτο το ύψος δια μέσου της κοπιώδους μελέτης και της νοεράς προσευχής και είδε καθαρά και εγνώρισε την ιδικήν του κατάστασιν, εις την οποίαν ήλθε με την Χάριν του Χριστού, εκείνος είδε την ανάστασιν. Άρα και αυτή η ψυχή, ήτις ήθελε καθαρισθή με τοιούτον τρόπον, ημπορεί να λέγη ομού μετά του θείου Παύλου· «Είτε εντός του σώματος, είτε εκτός, ουκ οίδα». Όχι δε μόνον τούτο, αλλά και αυτή η ιδία απορεί και εκπλήσσεται και δια τούτο φωνάζει με θαυμασμόν· «Ω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού! ως ανεξερεύνητα τα κρίματα Αυτού και ανεξιχνίαστοι αι οδοί Αυτού!» (Ρωμ. ια:33). Ταύτα είπεν εις εμέ ο θειότατος εκείνος Πατήρ. Περί δε των μαθητών αυτού, οίτινες ανήλθον εις το ύψος της αρετής με την οδηγίαν του Οσίου, δεν γνωρίζω πως να διηγηθώ, κατά την αξίαν των και καθώς πρέπει, τους αγώνας των και τας αρετάς των, διότι ο πρώτος του μαθητής ήτο ο μακάριος Γεράσιμος, όστις κατήγετο, ως προείπον, από την Εύριπον, όστις και μετέπειτα έγινε μαθητής χρησιμώτατος και λίαν αξιέπαινος του Αγιωτάτου Πατριάρχου Ισιδώρου, επειδή εξ αρχής εδιδάχθη καλώς παρά του θείου Γρηγορίου την αρετήν και την πολιτείαν, ήτις αρμόζει εις τους Μοναχούς. Ούτος λοιπόν ο θαυμάσιος εμιμήθη τον παλαιόν εκείνον Όσιον Γεράσιμον τον Ιορδανίτην. Καθώς δε εκείνος, ακολουθήσας τον δρόμον των Αποστόλων, ημέρωσε καλώς την έρημον του Ιορδάνου και ανήγειρε τας σεβασμίας εκείνας μονάς, καθ’ όμοιον τρόπον και ο νέος ούτος Γεράσιμος επολιτεύθη. Αφ’ ου δηλαδή επληρώθη υπό της θείας Χάριτος, φωτισθείς από τον Θεόν, μετέβη εις την Ελλάδα, όπου επισκεπτόμενος αποστολικώς όλους τους εκεί πεινώντας και διψώντας από λόγον Θεού, τους εχόρτασεν από την γλυκυτάτην διδασκαλίαν της αρετής και τους επλούτισεν, όσον ήτο δυνατόν, με τον αιώνιον πλούτον του αγιασμού και της ευσεβείας. Συναθροίσας δε και ούτος πλήθος μαθητών δια της φροντίδος και της επιμελείας του, συνέστησε, με την βοήθειαν του Θεού, χώραν ουράνιον και κατοικητήριον Μοναχών και εδίδαξεν εις αυτούς την ακριβή και αγγελικήν πολιτείαν εκείνην, ήτις αρμόζει εις τα ησυχαστήρια, διδάσκων και παρακινών αυτούς προς το ύψος της αρετής. Όπως λοιπόν ο παλαιός Όσιος Γεράσιμος, τοιουτοτρόπως και ο νέος ούτος Γεράσιμος ηξιώθη να ίδη, εν τη ησυχία ευρισκόμενος, θείας οράσεις, ζήσας δε πολιτείαν αξιοθαύμαστον και αγωνισάμενος πνευματικώς, όσον ήτο δυνατόν, ανεπαύθη εν Κυρίω. Δεύτερος μαθητής του Οσίου ήτο ο Ιωσήφ, ο συμπατριώτης και σύντροφος του Γερασίμου. Όστις τόσους αγώνας υπέφερε μεγαλοψύχως δια την Ορθοδοξίαν, ισχυρώς εναντιούμενος εις τους Λατίνους και τόσον πολλούς εξέβαλεν από την κακοδοξίαν των Λατίνων, μεταστρέψας τούτους εις την Ορθοδοξίαν, με την χάριν του Χριστού, ώστε κανείς από τους ονομαστούς και προκόπτοντας εις την έξω σοφίαν δεν ηδυνήθη να συμβάλη τόσον εις την μεταστροφήν προς την Ορθοδοξίαν, ως ούτος ο Ιωσήφ· διότι, αν και ήτο ανίδεος κατά την έξω σοφίαν, όμως κατείχε την εσωτερικήν και αληθινήν σοφίαν, την Χάριν, λέγω, του Αγίου Πνεύματος, με την οποίαν και οι αλιείς εκείνοι, οι θείοι Απόστολοι, εδοξάσθησαν και κατήσχυσαν τους έξω σοφούς. Τοιουτοτρόπως και ο θαυμάσιος Ιωσήφ εδοξάσθη παρά Θεού και κατήσχυσε τους Λατίνους. Τας δε λοιπάς αρετάς εκείνου και τα της περιφήμου και σεμνοτάτης πολιτείας του, ποίος δύναται να διηγηθή καθώς πρέπει; Δια τούτο και εγώ σιωπώ. Συ δε, ω ακροατά, στοχάσου, παρακαλώ, άλλον μαθητήν του Αγίου, τον θαυμάσιον Αββάν Νικόλαον, όστις κατήγετο από τας Αθήνας, γέρων πολύ, έως ογδοήκοντα χρόνων, άξιος ευλαβείας δια το αιδέσιμον γήρας του, την φρόνηδίν του και την σεμνότητα του ήθους του. Ούτος και δια την Ορθοδοξίαν πολλά μεγαλοψύχως υπέφερεν από τον βασιλέα Μιχαήλ Η΄ τον Παλαιολόγον, τον Λατινόφρονα, πολλάς εξορίας και αρπαγάς των υπαρχόντων του και πολλάς σκοτεινάς φυλακάς. Διότι εις καιρόν ότε ο θείος Νικόλαος εκήρυττεν εις την πατρίδα του τον λόγον του Θεού και εδίδασκε τον λαόν να φυλάττουν την Ορθοδοξίαν και να μη δέχωνται τα σαθρά δόγματα των Λατίνων, απέστειλεν ο βασιλεύς υπηρέτας ιδικούς του, λατινόφρονας, πολύ σκληρούς και απανθρώπους, δια να τον τιμωρήσουν. Κατά την προσταγήν λοιπόν του βασιλέως τον έδεσαν σφιγκτά με σχοινία και με αλύσους εις τον λαιμόν και εις τας χείρας και του εξύρισαν την τιμίαν γενειάδα του, δια καταισχύνην. Ραβδίζοντες δε τούτον απανθρώπως και κτυπώντες τον με τους πόδας των, τον έσυραν αλύπητα εις τας δημοσίας οδούς και τον περιέφερον εις όλα τα σημεία δια να τον θεατρίσουν, μη γνωρίζοντες, οι ματαιόφρονες, ότι εθεάτριζον περισσότερον εαυτούς, δια της κακίας την οποίαν εδείκνυον, εις εκείνον δε προσέφερον μεγίστην δόξαν. Αλλ’ επειδή, θείω ελέει, η Εκκλησίας του Χριστού ήλθε πάλιν εις βαθείαν ειρήνην, αφού έπαυσεν ο διωγμός εκείνος και έγινεν Οικουμενικός Πατριάρχης ο αγιώτατος Ιωσήφ, έθεσεν εις εφαρμογήν πολλούς και διαφόρους τρόπους, δια να χειροτονήση Αρχιερέα τον θείον Νικόλαον. Εκείνος όμως, ως μετριόφρων και ταπεινός, δεν έστερξε κατ’ ουδένα τρόπον, αλλά ποθών την ησυχίαν μετέβη εις το Άγιον Όρος. Όμως ο τότε Πρώτος του Αγίου Όρους, βλέπων τούτον εστολισμένον με κάθε είδους αρετήν και ευλάβειαν, τον ηγάπησε πολύ, επειδή και αυτός ήτο εργάτης της αρετής και τον ώρισεν, αν και μη θέλοντα, Εκκλησιάρχην εις την σεβασμίαν Μονήν των Καρυών. Πλην δεν παρήλθε πολύς καιρός, αφ’ ότου συνήντησε τον θαυμαστόν Γρηγόριον και συνομιλών μετ’ αυτού, ευθύς ως ήκουσε τους γλυκυτάτους λόγους του εγένετο μαθητής του με όλην την προθυμίαν της ψυχής του. Διότι καθώς το αλεξικέραυνον (ο μαγνύτης), με άρρητον βίαν της φύσεως, σύρει επάνω του και οικειοποιείται τον στερεώτατον σίδηρον, τοιουτοτρόπως και ο θείος ημών Διδάσκαλος με τους ψυχωφελείς λόγους του τους οποίους πας φρόνιμος άνθρωπος ήθελεν ονομάσει λόγους ζωής αιωνίου και, τη αληθεία, θείας φωνάς, έσυρε προς εαυτόν εκείνους, οίτινες τον εγνώριζον και συνωμίλουν μετ’ αυτού. Καθώς δε συνέβη εις τον καιρόν του Χριστού μας, ότε τον είδεν ο Ανδρέας και ευθύς εγκαταλείπων τον Πρόδρομον Ιωάννην ηκολούθησεν αχωρίστως τον Ιησούν μας, ούτω συνέβη πολλάκις και εις τον καιρόν του θείου Γρηγορίου. Διότι οι πλέον ενάρετοι των Μοναχών, ευθύς ως έβλεπον, ότι έφθασεν εις τόσον άκραν ευλάβειαν και εις τόσην πνευματικήν αταραξίαν και γαλήνην και ότι με το ήμερον και χαροποιόν του πρόσωπον εφανέρωνε την εσωτερικήν λάμψιν και χάριν της ψυχής του, άφηναν τους Γέροντας και προστρέχοντες εις την διδασκαλίαν και συνοδίαν εκείνου, υπετάσσοντο εις αυτόν, επιθυμούντες να επιτύχουν την ωφέλειαν, ήτις εξ αυτού προήρχετο. Τούτο έπραξε και ο σεβάσμιος ούτος Αββάς Νικόλαος και όχι μόνον εγκατέλειψε τιμάς και δόξας ανθρωπίνας, ως εν βάρος μάταιον και περισσόν, αλλά κατεφρόνησε και γηρατεία και χρόνους και οδηγών τον εαυτόν του με υποταγήν, τον έρριψεν εις τους ωραίους πόδας του Οσίου και ανεδέχθη μετά χαράς τον αγώνα και τον κόπον της υποταγής, ως να εύρε κανέν μεγάλον εύρημα· όθεν και παραδίδων την θέλησίν του εις την γλυκύτητα των λόγων του και εις την οδηγίαν του, έγινε δόκιμος εις πάσαν αρετήν και μάλιστα την ταπείνωσιν, υπερβάς όλους τους συναδέλφους του. Αλλά και την οικονομίαν την οποίαν έκαμνεν εις τους υποτακτικούς του ο θείος Πατήρ πρέπει όλοι να θαυμάσωμεν. Διότι οπόταν ήθελε να διορθώση κανένα μαθητήν του, όστις έπταιε, στοχαζόμενος με το διορατικόν της ψυχής το συμφέρον εις τον υποτακτικόν, εξαίφνης τον ωνείδιζε, ωνόμαζε τούτον κακόγηρον και σαπρόν γέροντα, ότι κατεγήρασεν εις τα κακά και κανένα καλόν δεν έκαμεν· ακόμη τον έλεγε και οκνηρόν και ότι αμελεί την σωτηρίαν του. Πολλάκις δε επρόσταζε και κανένα Μοναχόν με αυστηρότητα και απεμάκρυνε τον τοιούτον από την τράπεζαν, οικονομών με κάθε τρόπον το συμφέρον της ψυχής του. Ταύτα λοιπόν ακούσας ο του Χριστού Αθλητής Αββάς Νικόλαος προσέπεσεν εις τους πόδας του Αγίου με πολλήν ταπεινοφροσύνην και έκλαιεν. Αλλ’ εγώ, διηγούμενος ταύτα, συστέλλομαι κατά την ψυχήν και έμπλεως δακρύων πληρούμαι από θαυμασμόν στοχαζόμενος τούτον τον σεβάσμιον Γέροντα εξηπλωμένον εις τους πόδας του διδασκάλου. Συ δε ο ακροατής στοχάσου και θαύμαζε την οικονομίαν, την οποίαν έκαμνεν ο θείος εκείνος Πατήρ· διότι αφού ωνείδιζε τοιουτοτρόπως τον μαθητήν εκείνον, όστις έσφαλεν, ύστερον τον ενουθέτει και συγχωρών αυτόν τον απέλυε με μεγάλον κέρδος της ψυχής του. Ταύτα λοιπόν όσα είπον, είναι ολίγα εκ των πολλών, επειδή δεν είναι δυνατόν να διηγηθή τις κατά μέρος όλα τα κατορθώματα του Οσίου. Συ δε αγαπητέ, ίδε άλλον μαθητήν του θείου Γρηγορίου, τον αξιοθαύμαστον Μάρκον, ο οποίος κατήγετο και αυτός από τας Κλαζομενάς, μεταβάς δε εις Θεσσαλονίκην εκουρεύθη Μοναχός εις το σεβάσμιον Μοναστήριον, το οποίον ωνομάζετο του Κυρίου Ισαάκ, τελευταίον δε έφυγεν εις το Άγιον Όρος και, ίνα είπω με συντομίαν, ηγωνίσθη με πολλήν προθυμίαν και επιμέλειαν αποκτήσας την νοεράν προσευχήν και την νήψιν και αγαπών με υπερβολήν να προσεύχεται αδιαλείπτως. Αλλά παρ’ όλον ότι έγινε θησαυροφυλάκιον όλων των αρετών, τόσον πολύ ηγάπησε την ταπείνωσιν και την υπακοήν, ώστε ήθελε να υπηρετή προθύμως, όσον ήτο δυνατόν εις αυτόν, εις πάσαν ανάγκην όχι μόνον τον Προεστώτα αλλά και όλην την αδελφότητα. Προς τούτοις δεν ηυχαριστείτο πλήρως, αν δεν υπηρέτει, ως δούλος, και όλους τους ξένους Μοναχούς, όσοι ήρχοντο εκεί· διότι ούτος πράγματι εφήρμοζε με τα έργα, χωρίς καμμίαν υπόκρισιν, την εντολήν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, την λέγουσαν· «Ει τις θέλει πρώτος είναι, έστω πάντων έσχατος και πάντων διάκονος» (Μάρκ. θ:35). Όθεν δια τας αρετάς του ταύτας δεν υπήρχε κανείς, όστις να μη εθαύμαζεν εξαιρετικώς και να μη επήνει τον θείον τούτον Μάρκον. Δεν υπήρχε κανείς, όστις βλέπων έστω και δια μίαν και μόνην φοράν την μορφήν του, ήτις απέπνεεν ευωδίαν πνευματικήν, να μη ελάμβανεν από αυτήν αγιασμόν εις την ψυχήν του και να μη είχε τούτον τον Όσιον παράδειγμα, ίνα κατασταθή και εκείνος ταπεινόφρων, όπως ο θείος Μάρκος, όστις και αφού έφθασεν εις γήρας βαθύ ήθελε να κάμη τας ιδίας ασκήσεις με πολλήν του χαράν, μη υπολογίζων καθόλου το γήρας του, ή αδυναμίαν, ή άλλην καμμίαν αιτίαν, ήτις να τον ημπόδιζεν, αλλ’ έκαμνε πάντοτε με προθυμίαν πάσαν διακονίαν, ακόμη και την του φρέατος, από του οποίου ήντλει το ύδωρ και την του μαγειρείου και πάσαν άλλην χωρίς ουδέποτε να βαρυνθή και να αμελήση. Ο δε πανάγαθος Κύριος, όστις μακαρίζει τους ταπεινούς τη καρδία, βλέπων την τόσην ταπεινοφροσύνην του, τον ύψωσεν εις τόσην δόξαν, ώστε πλουσίως φωτισθείς από την θείαν Χάριν, έγινε λαμπρότατον όργανον του Αγίου Πνεύματος. Διότι, επιτυχών να φθάση εις τον ατάραχον και ήσυχον λιμένα και να ενώση όλως διόλου την έφεσίν του με τον Θεόν, διελέγετο μόνος με μόνον τον Θεόν και ηυφραίνετο ανεκδιηγήτως από την λαμπρότητα του Θεού, μετέδιδε δε και εις πολλούς άλλους μεγάλην ψυχικήν ωφέλειαν από την διδασκαλίαν και τον αγιασμόν, όστις υπήρχεν εις αυτόν. Το χάρισμα τούτο του μακαρίου Μάρκου εγνώρισα και εγώ ο ίδιος προσωπικώς από την μακράν μας γνωριμίαν, καθόσον ηξιώθην να γίνω και εγώ συγκάτοικος και ομοδίαιτος τούτου και δια της Χάριτος του Παναγίου Πνεύματος είχον πάντοτε το αυτό φρόνημα και την αυτήν γνώμην κατά πάντα μετ’ αυτού. Διότι εξ αρχής της γνωριμίας ημών ηγάπησα ολοψύχως και ετίμησα με κάθε σέβας και ευλάβειαν την φιλίαν του. Αν δε και μου παρήγγειλε να μη κοινολογώ τας αρετάς και τα προτερήματα, τα οποία του εχάρισεν ο Θεός, όμως επειδή και ο έπαινος των Αγίων αναφέρεται εις τον Θεόν, δια τούτο έκρινα δίκαιον να μη σιωπήσω καθόλου τα κατορθώματά του, τα οποία και λέγονται και ακούονται με χαράν και ευχαρίστησιν και παρακινούν εκείνους, οίτινες τα ακροάζονται εις μίμησιν αυτών. Διότι θέλων ποτέ να αναχωρήση ο θείος Πατήρ ημών Γρηγόριος και να υπάγη εις την σεβασμίαν Λαύραν, τοιουτοτρόπως συνήνωσε πνευματικώς ημάς τους δύο τον ένα με τον άλλον δια των διδασκαλιών και των νουθεσιών του, ώστε εφαίνετο ότι είχομεν και οι δύο μίαν ψυχήν εις δύο σώματα. Μας επρόσταξε δε ο θείος Γρηγόριος να μείνωμεν αχώριστοι έως τέλους. Αλλά και κατά την τελευταίαν στιγμήν της αναχωρήσεώς του μας είπε πάρα πολλά καλά, κινούμενος προς τούτο από την εις αυτόν ενοικούσαν Χάριν του Αγίου Πνεύματος. Διότι, μας είπεν, εάν ευρισκώμεθα ούτως ηνωμένοι, θέλομεν αξιωθή και της Βασιλείας των ουρανών. Ημείς δε, κάμνοντες την συνειθισμένην μετάνοιαν εις αυτόν και λαβόντες την ευλογίαν του ομού με τας ευχάς του, είμεθα ηνωμένοι ο εις μετά του άλλου και αχώριστοι, εν και το αυτό αισθανόμενοι, φρονούντες και πράττοντες. Η φράσις «τούτο ιδικόν μου» και «τούτο ιδικόν σου» δεν γνωρίζομεν να ελέχθη μεταξύ ημών επί ολοκλήρους είκοσι οκτώ χρόνους όπου εμείναμεν μαζί. Αλλ’ εάν τις εκάλει τον Κάλλιστον, έβλεπεν ευθύς μετ’ αυτού και τον Μάρκον· και εάν εκάλει τον Μάρκον, έβλεπεν συγχρόνως και τον Κάλλιστον· εις τρόπον ώστε, όλοι οι Πατέρες, οίτινες κατώκουν εις την Σκήτην εκείνην, έστρεφον προς ημάς τα βλέμματα δια την καλήν ομόνοιαν την οποίαν είχομεν με την Χάριν του Χριστού και είχον ημάς ως επαινετόν παράδειγμα. Αν δε τυχόν καμμίαν φοράν, από φθόνον του διαβόλου, ηγείρετο μεταξύ τινών εξ αυτών φιλονικεία και διχόνοια, ενεθυμούντο πολλάκις το ιδικόν μας θεάρεστον παράδειγμα δια να ειρηνεύουν. Μετά ταύτα, δεν γνωρίζω πως, συνέβη εις τον Μάρκον σωματική τις ασθένεια. Όθεν μετέβημεν εις την ιεράν Λαύραν, προς θεραπείαν του πάθους του. Βλέποντες δε οι εκεί Πατέρες την πολλήν αυτού αρετήν, δεν τον άφησαν να αναχωρήση εκείθεν, θεωρούντες την στέρησίν του ως ζημίαν ανεπανόρθωτον. Εγώ δε, του Θεού βοηθούντος, μετέβην εις την σεβασμίαν Μονήν των Ιβήρων. Τότε εφάνη εις τινας, ότι εχωρίσθημεν ο εις από τον άλλον. Όμως φαινομενικώς εχωρίσθημεν, κατά τα σώματα και κατά τον τόπον, αλλά κατά την ψυχήν είμεθα ως πάντοτε ηνωμένοι δια της Χάριτος του Θεού, ήτις συνδέει και συγκρατεί τα καλά. Όθεν, όπου και αν ευρισκόμεθα, εμέναμεν πάντοτε ηνωμένοι ο εις μετά του άλλου. Έκαστος δε εξ ημών εφύλαττε την ενθύμησιν του άλλου καθαράν με πόθον πολύν, κρατούντες αυτήν εις τον νουν μας πάντοτε. Αλλ’ ο μακάριος Μάρκος τόσον εδοξάσθη παρά Θεού και καθ’ εκάστην ελάμβανε προσθήκην νέας δόξης, με τας δωρεάς και την φώτισιν της οποίας ηξιούτο παρ’ Αυτού, ώστε να είναι αδύνατον να διηγηθώ περί τούτων καθώς πρέπει. Ας είπω λοιπόν και δι’ άλλους μαθητάς του Αγίου, και μάλιστα δια τον αξιέπαινον Ιάκωβον, τον ευλογημένον Ααρών και τον μακάριον Κλήμεντα και άλλους τινάς, διότι αδύνατον είναι να είπω δι’ όλους. Ο θείος Ιάκωβος με τας διδασκαλίας και την οδηγίαν του θείου Γρηγορίου εις τόσον ύψος αρετής έφθασεν, ώστε ηξιώθη να λάβη και το αξίωμα της Αρχιερωσύνης, γενόμενος Επίσκοπος Σερβίων, ολίγον δε μετά τον Ιάκωβον ήλθεν εις το Άγιον Όρος και ο Ααρών, τον οποίον εδέχθη ο Όσιος από ευσπλαγχνίαν, διότι ήτο τυφλός. Εδιδάχθη λοιπόν από αυτόν ο Ααρών, ότι ο Θεός δια την άκραν του αγαθότητα έγινεν άνθρωπος, ίνα ανακαλέση τον προπάτορα ημών Αδάμ, όστις εξέπεσε δια την παράβασιν και ελευθερώνων τούτον από την τυραννίαν του διαβόλου, τον έφερε πάλιν εις την πρώτην του ευγένειαν, αναστήσας αυτόν από την φθοράν του θανάτου και ότι η τύφλωσις των οφθαλμών του σώματος όχι μόνον καθαρίζει τους οφθαλμούς της ψυχής, αλλά χαρίζει και φως αιώνιον εις εκείνους, οίτινες την υποφέρουν αγογγύστως και ελπίζουν αδιστάκτως εις τον Θεόν. Όταν δε ημείς, με την βοήθειαν και Χάριν του Θεού, καθαρίσωμεν τας καρδίας μας δια μέσου της θερμής προσευχής και της ακαταπαύστου δεήσεως, τότε φωτίζεται ο νους και η διάνοια ημών και γίνονται εις την ψυχήν ως δύο οφθαλμοί. Όταν δε φωτισθούν και ανοίξουν οι οφθαλμοί αυτοί της ψυχής μας, τότε ο κατά Θεόν πνευματικός αυτός άνθρωπος βλέπει φυσικώς, καθώς έβλεπε και ο Αδάμ προ της παραβάσεως. Ταύτας τας νουθεσίας ακούων ο Ααρών και καλώς εφαρμόζων ταύτας παρεκάλει τον Θεόν με συντριβήν καρδίας, λέγων ούτω· «Κύριε ο Θεός μου, ο την χαμαί συγκύπτουσαν ανορθώσας και λόγω μόνω τον παράλυτον συσφίγξας, και τους οφθαλμούς του τυφλού διανοίξας, έπιδε επ’ εμέ, τη αφάτω σου ευσπλαγχνία και την συγκύπτουσαν αθλίαν ψυχήν μου μη εγκαταλείψης εν τω βορβόρω της αμαρτίας και τω λάκκω της απογνώσεως. Αλλ’ ως οικτίρμων, τους οφθαλμούς της καρδίας μου διάνοιξον προς το εγκαθιδρύσαι τον φόβον σου εν αυτή, συνιέναι τας εντολάς σου και ποιείσαι το θέλημά σου». Τοιουτοτρόπως δε παρακαλών συχνάκις τον Θεόν εκ βάθους ψυχής ο Ααρών, εισηκούσθη παρά του Θεού και εφωτίσθησαν οι οφθαλμοί της ψυχής του, εις τρόπον ώστε όχι μόνον δεν εχρειάζετο πλέον χειραγωγόν δια να τον οδηγή εις τον δρόμον, αλλά και καθήμενος εντός του κελλίου του, προέβλεπε και έλεγεν· «Εξέλθετε, διότι έρχεται προς ημάς ο τάδε Γέρων ή ο τάδε αδελφός»· παραδόξως δε επηλήθευεν η πρόρρησις καθώς ακριβώς έλεγεν. Αλλά και όταν επλησίαζεν η εορτή μεγάλου τινός Αγίου ή Δεσποτική τοιαύτη, από ημερών πολλών το έλεγεν αδιστάκτως, χωρίς να του είπη τι κανείς. Ερωτώμενος δε πως εγνώριζε ταύτα, απεκρίνετο, ότι προτήτερα από την εορτήν εκείνην, ήρχετο από τον Θεόν εις την ψυχήν του μέγα φως και δόξαν και εκείθεν αοράτως τα εμάνθανεν. Αλλά και τούτο είναι άξιον να θαυμάζη τις! Μίαν φοράν, εν ω ο Ααρών ούτος μετέβαινε μετά του προειρημένου Ιακώβου εις Μοναχόν τινά, όστις διέμενε περί τα δύο μίλια μακράν από το κελλίον εκείνου, φωτισθείς από τον Θεόν ο Ααρών, είπε προς τον Ιάκωβον· «Ο Μοναχός, προς τον οποίον μεταβαίνομεν, έχει εις τας χείρας του το ιερόν Ευαγγέλιον και αναγινώσκει την τάδε περικοπήν». Πράγματι, όταν κατόπιν έφθασαν εις το κελλίον του Μοναχού και εξήτασαν με ακρίβειαν, εύρον, ότι ήτο αληθές εκείνο το οποίον προείπεν ο Ααρών. Και ταύτα μεν από των πολλών ολίγα. Πρέπον όμως είναι να είπωμεν ολίγα και δια τους άλλους μαθητάς του Οσίου, τον Μωϋσήν, τον Λογγίνον, τον Κορνήλιον, τον Ησαϊαν και τον Κλήμεντα. Και ούτοι ήρχισαν και εβάδισαν την κατά Θεόν πολιτείαν με πολλήν προθυμίαν αγωνισθέντες με πολλούς ιδρώτας και κόπους προς τον σκοπόν όπως αποκτήσουν όλας τας αρετάς. Ησχολούντο δε και ούτοι ακαταπαύστως εις την σωτήριον εργασίαν της νοεράς προσευχής, ένεκα δε ταύτης απέκτησαν και πολλούς μαθητάς και ειρηνικώς ετελεύτησαν, παραδώσαντες τας ψυχάς των εις χείρας Θεού. Επειδή δε ενεθυμήθην τον θαυμαστόν Κλήμεντα, δίκαιον είναι να διηγηθώ και ολίγα τινά εξ εκείνων, τα οποία εχάρισεν ο Θεός εις αυτόν. Ούτος λοιπόν ο Κλήμης ήτο γέννημα και θρέμμα της Βουλγαρίας και εποίμαινε πρόβατα. Νύκτα δε τινά, εκεί όπου εφύλαττε τα πρόβατα, είδε φωταψίαν μεγάλην, ήτις έλαμψεν επάνω από την ποίμνην του, ησθάνθη δε χαράν μεγάλην εις την ψυχήν του. Διαπορών τότε εστοχάζετο μήπως, ενώ έστεκεν όρθιος, τον επήρεν ολίγος ύπνος και απεκοιμήθη εκεί επάνω εις την ράβδον του και χωρίς να το καταλάβη εξημέρωσε και ανέτειλεν ο ήλιος. Ενώ λοιπόν εσυλλογίζετο ταύτα, είδε το φως εκείνο να απομακρύνεται ολίγον κατ’ ολίγον και να ανέρχεται εις τους ουρανούς, έγινε δε και πάλιν σκότος και νυξ. Εκ του γεγονότος τούτου τόσον εχάρη ο Κλήμης, ώστε ευθύς μετέβη εις το Άγιον Όρος, όπου, ευρών εις την Σκήτην του Μορφινού Μοναχόν τινά αγράμματον μεν αλλ’ ευλαβή και ενάρετον, υπετάχθη εις αυτόν και δεν εδιδάχθη από εκείνον άλλο τι εκτός του «Κύριε, ελέησον». Όταν δε παρήλθεν ολίγος καιρός, ήρχισε πάλιν, ολίγον κατ’ ολίγον, να φαίνεται εκείνο το φως και επλήρωσε την ψυχήν του από θείαν Χάριν. Διότι ο ευλογημένος εκείνος ήτο άνθρωπος πολύ απλούς και ουδεμίαν είχε περιέργειαν, αλλ’ επρόσεχεν εις μόνον τον Θεόν. Επειδή δε και ο Γέρων αυτού δεν ήτο ικανός να εννοήση το γεγονός τούτο, παρέλαβε τον Κλήμεντα και μετέβησαν εις τον θείον Γρηγόριον, εις τον οποίον ο Κλήμης διηγήθη τα διατρέξαντα. Προς τούτοις παρεκάλεσεν αυτόν θερμώς ο Κλήμης να τον δεχθή και να τον συναριθμήση με την καλήν συνοδείαν του. Ο Όσιος λοιπόν, ως μιμητής του Χριστού, διψών την σωτηρίαν πάντων, τον εδέχθη ιλαρώς και οδηγήσας τούτον κατά μόνας τον εδίδαξεν όλα εκείνα τα οποία προξενούν σωτηρίαν εις την ψυχήν του, παραγγείλας εις αυτόν να έχη υπομονήν και ταπείνωσιν και να ελπίζη πάντοτε εις τον Θεόν, από τον οποίον προέρχεται κάθε καλόν το οποίον επιτυγχάνεται από τους ανθρώπους. Επί πλέον του παρήγγειλε να μη αμελή ουδέποτε τον κανόνα, τον οποίον του ώρισε· να έχη δε και την φροντίδα του θανάτου ακατάπαυστον. Ο Κλήμης λοιπόν δεχθείς με πολλήν ταπεινοφροσύνην τας παραγγελίας του θείου Πατρός, υπεσχέθη να πράξη αόκνως όλα τα προσταχθέντα. Όθεν ηγωνίζετο εις το κατά Θεόν έργον με τόσην προθυμίαν και επιμέλειαν, ώστε εντός ολίγου χρόνου εφωτίσθη κατά τον νουν με το φως της θείας Χάριτος και όχι μόνον ανυψώθη εις την θεωρίαν των όντων, αλλά και από θεωρίας εις θεωρίαν αναβαίνων, έφθασεν εις τα υπέρ φύσιν. Διότι η απλή ψυχή, ήτις προσέρχεται γνησίως εις τον Θεόν και αφιερούται όλως διόλου εις Αυτόν και Αυτόν μόνον υπηρετεί προθύμως και αδιστάκτως, γίνεται θεοειδής και επομένως σχολάζει και καταγίνεται εις τα υπέρ φύσιν. Έλεγε δε και τούτο ο μακάριος Κλήμης, ότι όσας φοράς αποστελλόμενος από τον θείον Γρηγόριον μετέβη εις την Ιεράν Λαύραν και ήκουε τους εκεί ενασκουμένους Πατέρας ψάλλοντας με ευλάβειαν την Τιμιωτέραν, έβλεπε νεφέλην φωτεινήν κατερχομένην από τον ουρανόν επάνω εις την Λαύραν, την οποίαν και εσκέπαζε θαυμασίως, έως ότου ετελείωνεν η ωδή της Τιμιωτέρας. Κατόπιν δε πάλιν την έβλεπε να ανέρχεται φωτεινή εις τον ουρανόν. Τόσον μεγάλην ψυχικήν ωφέλειαν έλαβεν ο Κλήμης από την διδασκαλίαν του Οσίου, και όχι μόνον αυτός, αλλά και όσοι άλλοι ήκουον τους θείους λόγους του και εδέχοντο τούτους μετά πόθου και ευλαβείας. Όλον λοιπόν σχεδόν το πλήθος των Μοναχών συνέτρεχον εις αυτόν, μη ανεχόμενοι κατ’ ουδένα τρόπον να μείνουν υστερημένοι από την ψυχωφελεστάτην διδασκαλίαν του. Διότι τόσην πνευματικήν σοφίαν και χάριν ηξιώθη να λάβη παρά Θεού, ώστε μεγίστην ωφέλειαν προσέφερεν εις τας ψυχάς όλων εκείνων οίτινες προσέτρεχον προς αυτόν, ως πολλάκις εκείνοι οι ίδιοι, οίτινες ταύτην εδοκίμασαν, μου διηγήθησαν. Έλεγον δηλαδή, ότι όταν ο θεοφόρητος εκείνος Πατήρ ωμίλει εις ημάς δια των πνευματικών και θεοφιλών εκείνων λόγων, μετ’ αυτών ηκολούθει και θεία Χάρις. Διότι, όταν διελέγετο περί καθάρσεως ψυχής και δια τίνος τρόπου ο άνθρωπος γίνεται Θεός, κατά χάριν, τότε ήρχετο μέσα εις την ψυχήν των θείος έρως και αγάπη τις παράδοξος και υπερβολική. Και όπως όταν, διδάσκοντος του μεγάλου Πέτρου εις την οικίαν του Κορνηλίου, κατήλθεν εις τους μαθητάς του το Πνεύμα το Άγιον, ούτως έγινε και εις εκείνους, τους οποίους εδίδασκεν ο θείος Γρηγόριος, ως έλεγον εκείνοι οι ίδιοι, οίτινες αντελήφθησαν τούτο. Μάλιστα δε μεγάλην επιμέλειαν είχεν ο αείμνηστος να παρακινή όλους τους Πατέρας, Ησυχάζοντας και Κοινοβιάτας, να καταγίνωνται εις την νοεράν προσευχήν και εις την διαφύλαξιν του νοός. Αλλ’ ο μισόκαλος διάβολος δεν ησύχασε και εκ του φθόνου του και μόνον εκίνησεν εναντίον του Οσίου τους ελλογιμωτέρους των Μοναχών, οίτινες, παθόντες ανθρώπινον τι, εφθόνησαν τον θείον Γρηγόριον και έθεσαν ως σκοπόν των να τον εκδιώξουν από το Άγιον Όρος. Μετ’ αυτών δε ήλθον εις την αυτήν γνώμην και άλλοι, εξ αγνοίας, οίτινες ενωθέντες με την φιλονικίαν, την υπερηφάνειαν και την οίησιν, έλεγον προς αυτόν· «Μη διδάσκης εις ημάς οδόν, την οποίαν ημείς δεν γνωρίζομεν», εννοούντες με τούτο την νοεράν προσευχήν και την φυλακήν του νοός. Βλέπων λοιπόν ο Όσιος, ότι ο φθόνος ήναπτε τας καρδίας των Μοναχών εκείνων, εσκέπτετο κατά ποίον τρόπον να τους ειρηνεύση. Ήτο δε τότε εκεί πλησίον του Ασκητίς τις, Ησαϊας ονομαζόμενος, όστις ήτο ο πρώτος ο οποίος έκτισε το κελλίον του εκεί εις την Σκήτην του Μαγουλά. Ούτος δε ο μακάριος είχε πάθει πολλά κακά από τον βασιλέα Μιχαήλ τον Παλαιολόγον τον λατινόφρονα, διότι δεν εδέχετο να συγκοινωνήση μετά του τότε Πατριάρχου Ιωάννου του Βέκκου, ένεκεν της υπ’ εκείνου καινοτομίας του Ορθοδόξου δόγματος. Όχι δε μόνον τούτο, αλλά και θείω ζήλω κινούμενος, ηγωνίσθη κραταιώς υπέρ της Ορθοδοξίας και με την ακούραστον διδασκαλίαν του και την ακατάπαυστον σπουδήν και προθυμίαν του, είχε συνενώσει όλους έτι στερεώτερον με την Ορθόδοξον Εκκλησίαν του Χριστού. Τούτον λοιπόν τον θαυμάσιον Ησαϊαν παραλαβών μεθ’ εαυτού ο Όσιος και έτερον τινά μαθητήν του, μετέβη εις το Πρωτάτον· αλλ’ εκείνος όστις ήτο τότε Πρώτος, ηδέως μεν και περιχαρώς εδέχθη αυτούς, με τρόπον δε φιλικόν και πλάγιον ήρχισε δήθεν να κεντά τον θείον Γρηγόριον, όχι διότι εδίδασκε περί νήψεως και νοεράς προσευχής, επειδή πως ήτο δυνατόν να φέρεται εναντίον της αληθείας και του Οσίου άνθρωπος όστις ήτο πνευματοφόρος και εκήρυττεν εμφανώς τα θεία εις κοινήν ωφέλειαν; Όχι λοιπόν δια ταύτα ωμίλησε προς τον Όσιον, αλλά διότι εδίδασκε δήθεν χωρίς την άδειάν του. Όμως γνωρίζων επακριβώς την υπερβολικήν αρετήν του ανδρός και το ύψος της ενθέου διδασκαλίας του, ελησμόνησεν όλας τας κατά του Οσίου αιτιάσεις και συμφιλιωθείς ευθύς μετ’ αυτού, ενόμισε κέρδος μέγιστον το να περιποιηθή τον Όσιον. Όθεν τους εφιλοξένησε με πάσαν επιμέλειαν και φιλοφροσύνην και συνομιλών μετά τούτων, του Γρηγορίου δηλαδή και του Ησαϊα, έλεγε· «Σήμερον συνομιλώ με τους κορυφαίους των Αποστόλων, τον Πέτρον και τον Παύλον». Βλέποντες οι άλλοι Πατέρες την περιποίησιν, την οποίαν προσέφερεν εις αυτούς ο Πρώτος του Αγίου Όρους και ακούοντες τους επαίνους τους οποίους έλεγε δι’ αυτούς, εγνώρισαν την αλήθειαν και από τότε πλέον όλοι κοινώς, Ησυχάζοντες και Κοινοβιακοί, με μεγάλην χαράν ψυχής των, είχον κοινόν διδάσκαλον τον θείον Γρηγόριον. Ένεκεν όμως του πλήθους εκείνων, οίτινες ήρχοντο προς αυτόν, χάριν ωφελείας, δεν εύρισκε καιρόν να ησυχάζη. Δια τούτο πολλάκις απεσύρετο, ως αγαπών πολύ την ησυχίαν· και πότε μεν μετέβαινε πλησίον της σεβασμίας Μονής του Αγίου Σίμωνος, εις την οποίαν και εκάθητο ολίγον, επειδή η οδός, η οποία ωδήγει εκεί, ήτο δύσβατος και ως εκ τούτου εδυσκολεύοντο να πηγαίνουν πολλοί προς αυτόν, πότε δε εις την τοποθεσίαν την καλουμένην του Χρέντελη ή εις το βαθύτατον λαγκάδι το ονομαζόμενον του Τζεγρέα. Αλλά και εις τους ερημικούς αυτούς τόπους όπου απεσύρετο, έκτιζε και κελλία παράμερα, εις τα οποία μετετοπίζετο συχνάκις δια να αποφεύγη τους προς αυτόν ερχομένους. Διότι επόθει πολύ την αναχώρησιν και δεν ήθελεν ουδ’ επί στιγμήν να αποχωρισθή από την θεωρίαν. Τι δε συνέβη κατόπιν; ΄Ηλθεν αίφνης το βάρβαρον έθνος των Αγαρηνών και ελεηλάτει τα μέρη του Αγίου Όρους και αρπάζοντες ως ορμαθόν τους ασκουμένους εκεί Μοναχούς, τους έκαμνον δούλους. Ταύτα λοιπόν βλέπων ο Όσιος και συλλογιζόμενος, αφ’ ενός τα πολλά κακά, τα οποία υπέστη, ότε συνελήφθη ως δούλος από τους τοιούτους βαρβάρους και αφ’ ετέρου επειδή η ταραχή εκείνη και ο θόρυβος διεσκόρπιζε τον νουν του και ετάραττε την ησυχίαν του, απεφάσισε να υπάγη πάλιν εις το Σινά, δια να ησυχάση επάνω εις την Αγίαν Κορυφήν. Παραλαβών λοιπόν μετ’ αυτού τους προειρημένους μαθητάς του και εμέ, μετέβημεν όλοι ομού εις την Θεσσαλονίκην. Μετά παρέλευσιν δε δύο μηνών, παραλαβών κρυφίως από όλους εμέ μόνον μετά τινος άλλου Μοναχού, εισήλθομεν εις πλοιάριον και επλεύσαμεν εις την Χίον. Εκεί εύρομεν Μοναχόν τινά, όστις ήρχετο από την Ιερουσαλήμ, δεν γνωρίζω δε τι είπεν εκείνος εις τον Όσιον και εσταματήσαμεν τον δρόμον προς το Σινά. Όθεν αναχωρήσαντες από την Χίον μετέβημεν εις την Μυτιλήνην, διατρίψαντες δε επί τι διάστημα εις το εν αυτή όρος Λίβανον και μη δυνηθέντες να εύρωμεν και εκεί κατάστασιν ησυχίας, εφύγαμεν εις Κωνσταντινούπολιν, όπου λόγω της σφοδρότητος του χειμώνος εμείναμεν επί εξ μήνας εις γωνίαν τινά της πόλεως ταύτης κεκρυμμένοι ως ξένοι. Όμως ο βασιλεύς Ανδρόνικος Β΄ ο Παλαιολόγος (1282 – 1328) ο της Ορθοδοξίας ζηλωτής διαπρύσιος, πληροφορηθείς, ότι ευρίσκετο εκεί ο θείος Γρηγόριος, έστειλε πολλάκις και τον προσεκάλεσεν ίνα υπάγη εις τα ανάκτορα, αλλ’ εκείνος αποφεύγων την δόξαν των ανθρώπων επροτίμησε να αναχωρήση εκείθεν. Αναχωρήσαντες λοιπόν από την Κωνσταντινούπολιν, μετέβημεν δια θαλάσσης εις την Σωζόπολιν παρεμείναμεν δε εκεί ολίγον, έως ότου έμαθε τα καθ’ ημάς Μοναχός τις, Αμηραλής καλούμενος, όστις κατώκει εις την βαθυτάτην έρημον των συνόρων, ήτις, δια τούτο, ωνομάζετο Μεσομήλιον. Ούτος ο Μοναχός προσεκάλεσε τον Όσιον να υπάγη προς αυτόν. Μεταβάς δε ο Όσιος και ιδών ότι ο τόπος είναι ήσυχος και βοηθεί εις τον κατά Θεόν σκοπόν του, ενόμισεν ότι είναι καλόν να κατοικήση εκεί. Δια τούτο κοπιάσαντες με προθυμίαν, τόσον ο Όσιος όσον και οι μαθηταί του, έκτισαν κελλία μικρά προς κατοίκησιν αυτών χωριστήν, μακράν από του τόπου εις τον οποίον εκάθητο ο Αμηραλής περί το εν μίλιον. Είχε δε ο Αμηραλής και ιδικούς του μαθητάς· πλην δε τούτων είχε και Μοναχόν τινα, Λουκάν ονομαζόμενον, όστις ήτο πρότερον μαθητής του θείου Γρηγορίου εις το Άγιον Όρος· τότε δε εκυριεύθη από το πάθος του φθόνου και δεν ηδύνατο να συγκρατηθή καθόλου, διότι είχε κεκρυμμένην εν εαυτώ την κακίαν. Δια τούτο κινηθείς κατά του θείου Πατρός με μεγάλην αυθάδειαν και αναισχυντίαν και υβρίζων αυτόν δια πολλών ύβρεων, ώρμησεν εναντίον του με μάχαιραν· εάν δε δεν έτρεχον ευθύς οι μαθηταί του Αμηραλή να τον εμποδίσωσι δια των ιδίων των χειρών και με βίαν πολλήν από την παράλογον ορμήν του, ήθελε κάμει και φόνον ο ταλαίπωρος. Αλλ’ ο Όσιος, ο τη αληθεία μαθητής του πράου και ειρηνικού Ιησού, γενόμενος και εις τούτο τύπος Αυτού και παράδειγμα, όχι μόνον δεν ησθάνθη ουδέ το ελάχιστον μίσος κατ’ αυτού, όστις ούτω ανελπίστως ώρμησεν εναντίον του, αλλ’ ουδέ καν εταράχθη, ούτε ελογίσθη παντάπασιν να κάμη κακόν αντί κακού. Αντιθέτως, τόσην αγάπην έδειξεν εις εκείνον, ώστε του ωμολόγησε και χάριν· απόδειξις δε τούτου φανερά είναι, ότι προς ωφέλειαν εκείνου συνέγραψε με φιλοπονίαν Νηπτικά κεφάλαια εκατόν πεντήκοντα, πλήρη παραδειγμάτων και θεωρίας. Μετά παρέλευσιν όμως ολίγου χρόνου και ο ανωτέρω Αμηραλής, παρακινούμενος από τον αρχέκακον εχθρόν, εφθόνησε και αυτός τον Άγιον και ανάπτων από θυμόν εφώναζεν ατάκτως και απειλών έλεγεν, ότι εάν δεν φύγη εκείθεν το ταχύτερον, θέλει προσκαλέσει πλήθος κλεπτών και άλλων κακοποιών, ίνα τους αποστείλη επί πληρωμή δια να μας αφανίσουν αιφνιδιαστικώς όλους· πράγμα το οποίον όπως εσκέφθη και έκαμε κατόπιν. Τοιαύτας λοιπόν ανταμοιβάς απέδιδεν ο φαινόμενος Μοναχός εις τον θείον Γρηγόριον. Αλλά ματαίως εκοπίαζεν ο ανόητος· διότι ο Θεός, δια των ευχών του Οσίου, διεφύλαξεν όλους ημάς αβλαβείς. Αναχωρήσας λοιπόν και εκείθεν ο θείος Πατήρ μεθ’ όλων των Μοναχών, οίτινες είχον συναθροισθή εκεί προς χάριν του, μετέβη εις τι όρος ονομαζόμενον Κατακεκρυωμένον. Μετ’ ολίγας όμως ημέρας εστάλησαν και εκεί από τον φθονερόν εκείνον και ελαφρόνουν Γέροντα κλέπται τινές, οι οποίοι, επιτεθέντες εναντίον μας ως λέοντες, μας συνέλαβον όλους και δέσαντες, φεύ! τον Όσιον με εν μανδήλιον, εζήτουν χρήματα από εκείνον όστις εκ νεαράς ηλικίας δεν ηθέλησε ποτέ να αποκτήση ουδέ οβολόν· αλλά μη ευρίσκοντες τίποτε να πάρουν, ευλαβηθέντες μας απέλυσαν. Επειδή όμως ο φθόνος εκυρίευσε τόσον πολύ την ψυχήν του Αμηραλή και επειδή το πάθος τούτο δεν εξαλείφεται ευκόλως, έκρινε καλόν ο Όσιος να απομακρυνθή εντελώς από τα μέρη εκείνα. Όθεν αναχωρήσαντες και εκείθεν, ήλθομεν πάλιν εις την Σωζόπολιν και επιστρέψαντες εις την Κωνσταντινούπολιν τον Δεκέμβριον μήνα, παραμείναμεν εκεί έως την άνοιξιν και τότε εφύγαμεν εις το Άγιον Όρος μετά του Αγίου, τον οποίον υπεδέχθησαν με μεγάλην χαράν οι Λαυριώται, αισθανθέντες τον ερχομόν του ως πνευματικήν πανήγυριν. Έκτισε δε ο Άγιος κελλία τινά εις διαφόρους τόπους, πλησίον της Μεγίστης Λαύρας, προσέτι δε παρέλαβε και μερικά ακόμη από τα καθίσματα της αυτής Λαύρας, όσα ήσαν κατάλληλα προς ησυχίαν και ησυχάζων εκεί συνωμίλει μόνος με μόνον τον Θεόν. Κατά παραχώρησιν όμως Θεού, οι Αγαρηνοί επέδραμον και πάλιν κατά του Αγίου Όρους και μη δυνάμενος ο θείος Πατήρ να ησυχάζη εις απομεμακρυσμένα κελλία, εισήλθεν εντός της Ιεράς Λαύρας. Η συνομιλία όμως των Μοναστηριακών τού διέκοπτε την ησυχίαν· διο και ελυπείτο πολύ· και ως ποθών την μόνωσιν και την ανάβασιν και θεωρίαν δεν είχε καθόλου άνεσιν. Όθεν χωρίς ουδείς να αντιληφθή τίποτε, παρέλαβε μεθ’ εαυτού μαθητήν του τινά και εισελθών εις πλοιάριον εταξίδευσεν εις την Αλεξανδρούπολιν. Έπειτα δια ξηράς μετέβη πάλιν εις τα Παρόρια και συναθροίσας πολλούς Μοναχούς, κατώκησε προθύμως εις το Κατακεκρυωμένον Όρος. Εκεί όμως έμενον λησταί, επιδιδόμενοι όλως διόλου εις την κλοπήν. Τούτο δε πας τις έχων σώον τον νουν δύναται να εννοήση ότι ήτο έργον του πονηρού, όστις εφθόνει το καλόν και εφοβείτο μήπως ο Όσιος κάμη την έρημον εκείνην κατοικητήριον Μοναχών εις ύμνον ακατάπαυστον του Θεού, καθώς και πράγματι έγινε με την χάριν του Χριστού, όπως το βλέπομεν σήμερον, διότι όχι μόνον μεγάλη Λαύρα υπάρχει, την οποίαν αυτός συνέστησεν, αλλά και άλλους Μοναχούς έφερε να κατοικήσουν εις την έρημον εις ίδια Ησυχαστήρια, συγχρόνως δε, με την ευδοκίαν του Αγίου Θεού του δοξάζοντος τον θείον άνδρα, εκτίσθησαν εκ θεμελίων και άλλαι τρεις Λαύραι εις το σπήλαιον των Μεσομηλίων αι εις την τοποθεσίαν, την καλουμένην Παίζουβαν, δια το πλήθος των Μοναχών όπου συνηθροίσθη εκεί. Αλλ’ ο του Θεού άνθρωπος, έχων την ελπίδα του εις τον Θεόν, δεν εδειλίασεν ουδόλως ούτε εφοβήθη τον πειρασμόν των κλεπτών· αλλά συνέλαβε σκέψιν αγαθήν, την οποίαν και έφερεν εις πέρας δια μέσου των Μοναχών, οίτινες έγιναν εκεί μαθηταί του, ήτο δε αύτη η εξή: Ανέφερεν εις τον βασιλέα των Βουλγάρων Αλέξανδρον, ότι αυτός ανεχώρησεν από το Άγιον Όρος ένεκεν των μεγάλων επιδρομών, τας οποίας διενήργει εκεί το βάρβαρον έθνος των Αγαρηνών, ελθών δε, ίνα χάριν ησυχίας κατοικήση εις την έρημον ταύτην, εύρε και εκεί άλλον πειρασμόν, τον των κλεπτών· «Δια τούτο και εγώ, λέγει εις την αναφοράν του, ακούων το περίφημον όνομά σου και ότι είσαι θεοσεβής, ευλαβής και ελεήμων και ότι βοηθείς με κάθε ευεργεσίαν τους έχοντας ανάγκην, σε παρακαλώ με την φρόνησιν και την δύναμιν, την οποίαν σου εχάρισεν ο Θεός, να εμποδίσης την καταδρομήν των ληστών». Ο δε θαυμάσιος εκείνος βασιλεύς, επειδή εξετίμα πολύ την αρετήν και τους εναρέτους, δεχθείς μετά χαράς τους λόγους του Αγίου, έστειλεν ευθύς και έκτισεν εκ θεμελίων πύργον ισχυρόν και υψηλόν, Εκκλησίαν και κελλία, καθώς έπρεπε και κατώγεια δια τα ζώα και βασιλικώς οικονόμησε πάντα τα απαιτούμενα, όπως μέχρι της σήμερον καθοράται από τους εκεί χάριν ψυχικής ωφελείας και προσκυνήσεως μεταβαίνοντας. Έστειλε δε και χρήματα αρκετά και τρόφιμα και παν ό,τι άλλο απητείτο δια τας ανάγκας των εκεί διαβιούντων. Προς τούτοις αφιέρωσεν εις αυτούς και χωρία ολόκληρα, έτι δε και μίαν λίμνην μεγάλην με ιχθυοτροφεία δια να αλιεύουν διαφόρους ιχθύς. Ακόμη και βους και πρόβατα αναρίθμητα και ημιόνους πολλούς τους εχάρισε δια τας ανάγκας των Μοναχών. Και ταύτα μεν ήσαν τα θαυμαστά και μεγαλοπρεπή δώρα του βασιλέως των Βουλγάρων. Ο δε θείος Γρηγόριος είχε δια παντός έργον περισπούδαστον το να περιέλθη αποστολικώς άπασαν την οικουμένην και να σύρη όλους τους Χριστιανούς εις την θείαν ανάβασιν με την διδασκαλίαν του, εις τρόπον ώστε, δια μέσου της πρακτικής αρετής, να αναβιβάση αυτούς εις το ύψος της νοεράς προσευχής, όπως και τον εαυτόν του ανεβίβασε, γεγονός όπερ και επέτυχε δια της θείας Χάριτος. Όθεν και εις τούτον είναι λίαν αρμόζον να λέγωσιν οι φιλάρετοι το: «Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος αυτού» (Ψαλμ. ιη:5). Επειδή και ούτος, ποθών εξ όλης καρδίας να φωτίση άπαντας με το φως του Παναγίου Πνεύματος, δεν άφησε κανένα σχεδόν τόπον, εις τον οποίον να μη σπείρη και διαδώση το καλόν της ησυχίας και της νοεράς προσευχής δια μέσου της διδασκαλίας και των θείων λόγων του, ως και δια των μαθητών του. Διότι όχι μόνον εις την Ελλάδα και την Βουλγαρίαν μετέβη, αλλά και εις αυτήν την Σερβίαν και ακόμη μακρύτερον. Καθώς δε εις το Άγιον Όρος ωδήγησε τους Πατέρας εις την ακριβή και καθαράν ησυχίαν και εις την νοεράν προσευχήν, τοιουτοτρόπως και εις πάντα τόπον όπου μετέβαινεν είτε εκείνος είτε κανείς εκ των μαθητών του, μετέδιδεν εις κάθε Χριστιανόν τούτο το θεάρεστον έργον της νοεράς προσευχής και προσοχής του νοός. Ακόμη και τα Παρόρια, εις τα οποία μετέβη, την βαθυτάτην εκείνην έρημον των συνόρων, περίτης οποίας ανωτέρω ωμιλήσαμεν, τα μετέτρεψεν εις πνευματικόν εργαστήριον, εις το οποίον ανέπλαττε προς το καλλίτερον τους προς αυτόν ερχομένους καθώς και τους εξηγριωμένους εκείνους ληστάς και φονείς των τόπων εκείνων, περί των οποίων προείπομεν, με μόνην την θεωρίαν και νουθεσίαν του μετέβαλεν εις το ημερώτερον και κατέστησεν αυτούς βοσκούς προβάτων. Διότι και αυτοί οι οποίοι ήσαν πρότερον τόσον σκληροί και αιμοχαρείς μετεβλήθησαν εξ ολοκλήρου δια μέσου της οικονομικής καλλιτερεύσεως και των ευχών του Οσίου και προσπίπτοντες μετά ταύτα εις τους πόδας του, εκυλίοντο με θερμήν κατάνυξιν και μετάνοιαν. Τι δε δεν έλεγον και τι δεν έκαμνον ίνα ελεεινολογούν την προτέραν ψυχοβλαβή ζωήν των; Εκ τούτων κατεφάνη και η ψυχική διόρθωσις των τοιούτων. Αλλά και οι περισσότεροι εκ τούτων, φωτισθέντες κατά τον νουν από τας διδασκαλίας του θείου Πατρός, ειργάσθησαν ειλικρινώς δια τον Θεόν και εκέρδησαν την σωτηρίαν της ψυχής των.Τοιαύτα λοιπόν υπήρξαν τα κατορθώματα του εν Αγίοις Πατρός ημών Γρηγορίου εκ των οποίων ελάχιστα μόνον ενταύθα παρεθέσαμεν. Ούτος είναι ο Βίος και η Πολιτεία της θαυμασίας εκείνης και μακαρίας ψυχής. Τοιούτοι υπήρξαν οι κατά Θεόν αγώνες του, εις τους οποίους ηγωνίσθη μέχρι της τελευταίας του αναπνοής. Όταν δε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, ασθενήσας ολίγον, παρέδωκε την μακαρίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού και ανήλθεν εις τα ουράνια, δια να απολαύση τελειότερον τον ποθούμενον Χριστόν· Ω η δόξα, η τιμή και η προσκύνησις, συν τω Πατρί και τω Παναγίω Πνεύματι, εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3145
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ζ΄ (7η) Απριλίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΚΑΛΛΙΟΠΙΟΥ.

Δημοσίευση από silver »

Καλλιόπιος ο Άγιος του Χριστού Μάρτυς ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Μαξιμιανού, του βασιλεύσαντος κατά τα έτη σπστ΄ - τε΄ (286 – 305), υιός μεν υπάρχων Θεοκλείας, η οποία ήτο δεδιδαγμένη την του Χριστού Πίστιν, καταγόμενος δε εκ Πέργης της Παμφυλίας. Ανατραφείς λοιπόν ούτος ευσεβώς παρά της μητρός του, εμελέτησε καλώς τας θείας Γραφάς, όταν δε εκινήθη ο κατά των Χριστιανών διωγμός υπό του Μαξιμιανού, τότε και ο γενναίος ούτος αγωνιστής ενδυναμωθείς τω πνεύματι και ακολουθών εις τας συμβουλάς της μητρός του, η οποία τον συνεβούλευε να αποθάνη δια τον Χριστόν με Μαρτύριον, προσήλθεν αυτόκλητος εις τον ηγεμόνα Μάξιμον, όστις διέτριβεν εις την εν τη Γαλατία Πομπηϊούπολιν, ήτις ωνομάσθη ούτως εκ του μεγάλου Πομπηϊου, του πέριξ ταύτης νικήσαντος τον Μιθριδάτην και η οποία το πάλαι εκαλείτο Ευπατορία. Αφού λοιπόν ο Άγιος παρουσιάσθη εις τον Μάξιμον και διεκήρυξε γενναίως ενώπιόν του το όνομα του Χριστού, εδέθη με τας χείρας όπισθεν και εδάρη δια μολύβδων. Έπειτα ετανύσθη επί τροχού και εκάη δια πυρός κάτωθεν αναφθέντος. Ελθών όμως θείος Άγγελος, εσταμάυησε τον τροχόν και το πυρ εψύχρανε. Σπαραχθέντων δε όλων των μελών του Μάρτυρος εφαίνετο παραμορφωθείς· διο και ερρίφθη εις την φυλακήν. Τότε η μήτηρ του Αγίου διαμοιράσασα εις τους πτωχούς την περιουσίαν της και ελευθερώσασα τους δούλους και τας δούλας της, οίτινες ήσαν πεντακόσιοι πεντήκοντα τον αριθμόν, εισήλθεν εις την φυλακήν εντός της οποίας ευρίσκετο ο παμφίλτατος υιός της και σπογγίζουσα τα αίματα τα οποία έρρεον εκ των πληγών του εσυντρόφευε τούτον και συνέψαλλε τω Θεώ μετ’ αυτού. Επειδή δε κατά το μεσονύκτιον έλαμψεν εντός της φυλακής φως ουράνιον και ηκούσθη φωνή άνωθεν, η οποία εμακάριζε και επήνει την παρρησίαν και ομολογίαν αυτού, ενεδυναμώθη περισσότερον ο του Χριστού Αθλητής εις τους αγώνας του Μαρτυρίου. Όθεν, επειδή έμενεν ακλόνητος εις την του Χριστού ομολογίαν, κατεδικάσθη εις τον δια σταυρού θάνατον. Συνεκοινώνησε δε ο μακάριος Καλλιόπιος με τα Δεσποτικά Πάθη και τον Σταυρόν του Κυρίου, όχι μόνον κατά τον τρόπον του θανάτου, διότι ως ο Κύριος υπέμεινε Πάθη και Σταυρόν, ούτως υπέμεινεν αυτά και ο αοίδιμος Καλλιόπιος, αλλ’ ακόμη και κατά τον καιρόν, κατά τον οποίον έμελλε να σταυρωθή. Διότι όταν ελήφθη η απόφασις δια την θανάτωσιν αυτού ήτο Μεγάλη Πέμπτη, ότε εορτάζομεν τα φρικτά του Κυρίου Πάθη. Δια τούτο και η μήτηρ αυτού παρεκάλεσε τους διώκτας να μη θανατώσουν άλλως τον υιόν της, ει μη δια σταυρού, ίνα δε επιτύχη τούτο προσέφερε και πέντε χρυσά νομίσματα. Εσταυρώθη δε ο Άγιος με την κεφαλήν προς τα κάτω και όταν ήλθεν η Τρίτη ώρα της Μεγάλης Παρασκευής, τότε ο του Χριστού ποθεινότατος Μάρτυς παρέδωκε το πνεύμα. Αφ’ ου δε κατεβίβασαν το σώμα του Μάρτυρος εκ του σταυρού, ερρίφθη επ’ αυτού η φιλόπαις μήτηρ και ενηγκαλίσθη τον αγαπητόν της υιόν. Έχουσα δε αυτόν εις τας αγκάλας της, ελιποθύμησε και ούτω παρέδωκε και αύτη την ψυχήν της εις χείρας Θεού. Ενεταφιάσθη δε η φιλτάτη μήτηρ μετά του φιλτάτου υιού υπό τινων ευσεβών και πιστών ανδρών.
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3145
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Η΄ (8η) Απριλίου, ο Άγιος Νεομάρτυς ΙΩΑΝΝΗΣ ο ναύκληρος, ο εν τη Κω μαρτυρήσας εν έτει αχξθ΄ (1669

Δημοσίευση από silver »

Τη Η΄ (8η) Απριλίου, ο Άγιος Νεομάρτυς ΙΩΑΝΝΗΣ ο ναύκληρος, ο εν τη Κω μαρτυρήσας εν έτει αχξθ΄ (1669), πυρί τελειούται.

Ιωάννης ο του Χριστού Άγιος Νεομάρτυς ηξιώθη των μαρτυρικών στεφάνων εν τη νήσω Κω κατά το έτος 1669, έλαβε δε χώραν το Μαρτύριον αυτού ούτως: Αγαρηνοί τινες, άγνωστον δια ποίαν αιτίαν, μεταχειρισθέντες επ’ αυτού μαγικάς τινας τέχνας, τον έκαμαν έξω φρενών και έπειτα τον ετούρκευσαν. Μετ’ ολίγας δε ημέρας, ελθών εις αίσθησιν και αντιληφθείς εαυτόν περιτετμημένον και λευκόν σαρίκιον φέροντα εις την κεφαλήν, ελυπήθη δια το κακόν το οποίον έπαθε και απορρίψας το σαρίκιον έζη πάλιν χριστιανικώς και μετανοών ενώπιον του Θεού με δάκρυα και στεναγμούς δια το ακούσιον πταίσμα του. Ιδόντες οι Αγαρηνοί ότι μετεμελήθη και είναι πάλιν Χριστιανός, επέπεσον κατ’ αυτού με ορμήν και αφ’ ου τον έδειραν ανηλεώς, τον έρριψαν εις την φυλακήν, μετ’ ολίγας δε ημέρας τον εξήγαγον πάλιν εκείθεν και προσεπάθουν με διαφόρους τρόπους να τον μεταστρέψουν εις την θρησκείαν των. Πολλά του είπαν δια τούτο και πολύ τον ηπείλησαν. Αλλ’ ο Μάρτυς εις ουδέν ταύτα υπελόγιζεν, αλλ’ έλεγεν· «Εγώ εις τον Κύριόν μου Ιησούν Χριστόν πιστεύω και τούτον ομολογώ Θεόν αληθινόν, εξ όλης μου ψυχής και καρδίας. Διότι Αυτός μέλλει να κρίνη τον κόσμον άπαντα και τους ζώντας και τους νεκρούς· την δε ιδικήν σας θρησκείαν αποστρέφομαι και είμαι έτοιμος να υπομείνω εις όσας βασάνους και αν με υποβάλετε δια την αγάπην του Χριστού μου». Τότε εκείνοι, βλέποντες το αμετάπειστον της γνώμης του Μάρτυρος, τον ήρπασαν με θυμόν και δέροντες και απωθούντες και λακτίζοντες αυτόν, παρουσιάσθησαν εις τον κριτήν και εμαρτύρησαν ότι ενώ ωμολόγησε πίστιν εις την θρησκείαν των, κατόπιν μετεμελήθη και επέστρεψε και πάλιν εις τον Χριστόν. Όθεν ο κριτής επρόσταξε και τον έδειραν και πάλιν ανηλεώς, αφού δε είδεν ότι δεν εννοεί να πεισθή εξέδωκε κατ’ αυτού την τελευταίαν απόφασιν, να τον καύσουν. Ανάψαντες λοιπόν μεγάλην πυράν, τον έκαυσαν και ούτως εγένετο θυσία καθαρά και άμωμος εις τον Χριστόν. Ετελειώθη λοιπόν και έλαβε χαίρων του Μαρτυρίου τον στέφανον, αξιωθείς και της των ουρανών Βασιλείας· ου ταις αγίαις πρεσβείαις λυτρωθείημεν και ημείς των παρόντων φθαρτών και τύχοιμεν της εκ δεξιών του Χριστού παραστάσεως εν τη αγήρω μακαριότητι. Αμήν.
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3145
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Θ΄ (9η) Απριλίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΕΥΨΥΧΙΟΥ του εν Καισαρεία.

Δημοσίευση από silver »

Ευψύχιος ο Άγιος του Χριστού Μάρτυς κατήγετο εκ της χώρας των Καππαδοκών, έζησε δε κατά τους χρόνους του παραβάτου Ιουλιανού του βασιλεύσαντος κατά τα έτη τξα΄ - τξγ΄ (361 – 363). Ζων δε ο μακάριος βίον άμεμπτον, έλαβε και γυναίκα νόμιμον, κατόπιν όμως θερμανθείς υπό θείου ζήλου και παραλαβών πολλούς Χριστιανούς εκρήμνισεν εκ θεμελίων τον ειδωλολατρικόν ναόν τον επονομαζόμενον της Τύχης, τον οποίον είχεν εις ιδιαιτέραν συμπάθειαν και αγάπην ο επάρατος Ιουλιανός, όστις και προσερχόμενος εις αυτόν καθ’ εκάστην προσέφερε τας θυσίας του. Αφ’ ου δε απεκαλύφθη η πράξις αύτη του Αγίου, προσέταξεν ο Παραβάτης οι μεν άλλοι Χριστιανοί να υποβληθώσιν εις εξορίας και βασάνους, ο δε Άγιος Ευψύχιος να αποκεφαλισθή, καθ’ ο αυτουργός της τοιαύτης πράξεως· όθεν αποκεφαλισθείς έλαβεν ο αοίδιμος του Μαρτυρίου τον στέφανον.
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3145
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ι΄ (10η) Απριλίου, μνήμην επιτελούμεν του εν Αγίοις Πατρός ημών ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ του Ε΄ του Νέου Ιερομάρτυ

Δημοσίευση από silver »

Τη Ι΄ (10η) Απριλίου, μνήμην επιτελούμεν του εν Αγίοις Πατρός ημών ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ του Ε΄ του Νέου Ιερομάρτυρος, Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως και Οικομενικού Πατριάρχου, του δι’ αγχόνης μαρτυρήσαντος εν αυτή κατά το έτος αωκα΄ (1821), υπέρ της ελευθερίας, της Πίστεως και του Ελληνικού Έθνους, επί της βασιλείας του Ασιάτου Σουλτάνου Μαχμούτ.

Γρηγόριος Ε΄ ο Αγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης και Μάρτυς του Χριστού εγεννήθη κατά το έτος αψδε΄ (1745) εις Δημητσάναν της Πελοποννήσου εξ ευλαβών γονέων Ιωάννου Αγγελοπούλου και Ασημίνας το γένος Παναγιωτοπούλου καλουμένων, ωνομάσθη δε κατά το άγιον Βάπτισμα Γεώργιος. Τα εγκύκλια γράμματα εξεπαιδεύθη ο Άγιος εις την πατρίδα αυτού υπό του θείου και αναδόχου του Ιεροδιδασκάλου Μελετίου Ιερομονάχου και Αθανασίου Ιερομονάχου Ρουσοπούλου, εικοσαέτης δε γενόμενος απεδήμησεν εν έτει αψξε΄ (1765) μετά του δευτέρου των διδασκάλων του εις Αθήνας όπου και εμαθήτευσε δύο σχεδόν έτη πλησίον του μεγάλου διδασκάλου Δημητρίου Βόδα. Ύστερον αυτός μεν απέπλευσεν εις Σμύρνην, ο δε Ρουσόπουλος παρέμεινεν εις Αθήνας διδάσκων εις την εν αυταίς σχολήν μέχρι της αποβιώσεώς του (1780). Φθάσας δε εις Σμύρνην ο Γεώργιος συγκατώκησε μετά του εκεί διαμένοντος θείου του Μελετίου Ιερομονάχου, υπηρετών αυτόν και διακούων άμα καρποφόρως τα μαθήματα της Ευαγγελικής Σχολής. Μετά δε ταύτα ελθών εις την Μονήν των Στροφάδων ηκολούθησε την μοναχικήν πολιτείαν και μετωνομάσθη Γρηγόριος. Διατρίψας δε ολίγον χρόνον εις την Μονήν της νήσου ταύτης απήλθεν εις Πάτμον και διήκουσε την διδασκαλίαν του εκεί διδασκάλου Δανιήλ του Κεραμέως. Εξεπαιδεύετο δε εις την θεολογίαν και την φιλοσοφίαν μετ’ αδιαλείπτου επιμελείας. Επειδή δε ο τότε Μητροπολίτης Σμύρνης Προκόπιος ο Πελοποννήσιος εγνώριζε τον Γρηγόριον εκ της προτέρας εν Σμύρνη παραμονήε του, προσεκάλεσεν αυτόν εκεί, αφού είχεν ήδη διανύσει το στάδιον των εν τη Πατμιακή Σχολή σπουδών. Ευθύς λοιπόν ως ήλθε τον εχειροτόνησεν Αρχιδιάκονον της Μητροπόλεώς του, πριν δε να παρέλθη πολύς χρόνος τον εχειροτόνησε και Πρεσβύτερον. Τότε επέστρεψεν ο Άγιος εις την πατρίδα του Δημητσάναν, εις την οποίαν πολλά καλά επροξένησε κατά την ολιγοχρόνιον εκεί διατριβήν του, μετά δε ταύτα επανήλθεν εις Σμύρνην και υπηρέτει μετά πάσης ευλαβείας εις την Μητρόπολιν. Κατά δε το έτος αψπε΄ (1785), του Μητροπολίτου Προκοπίου προσκληθέντος εις τον ανώτατον της Ορθοδοξίας θρόνον, εξελέγη διάδοχος αυτού, Μητροπολίτης Σμύρνης, ο θείος Γρηγόριος. Προσκληθείς τότε εις Κωνσταντινούπολιν εχειροτονήθη Μητροπολίτης Σμύρνης κατά δε την ιδ΄ (14ην) Οκτωβρίου του έτους αψπε΄ (1785) επέστρεψεν εις Σμύρνην, της οποίας την Εκκλησίαν εποίμανεν επί δώδεκα έτη μετ’ εξαιρέτου ζήλου και δραστηριότητος. Μεριμνών δε προ πάντων δια την ανοικοδόμησιν των κατεστραμμένων Ναών της περιοχής της Σμύρνης, ίδρυσε κατ’ αρχάς εις δύο χωρία μικρούς ευκτηρίους οίκους επί τη βάσει προνομίου επιτρέποντος τούτο εις τους Επισκόπους, τούτους δε συν τω χρόνω επηύξησε και κατέστησεν ευρυχωροτάτους Ναούς. Εντός δε της Σμύρνης ανήγειρεν εις την θέσιν τού πεπαλαιωμένου Ναού της Αγίας Φωτεινής λαμπρόν και μέγαν Μητροπολιτικόν Ναόν. Εφρόντισεν επίσης περί της ιδρύσεως σχολείων και της προστασίας απόρων μαθητών και πάντων των εχόντων ανάγκην, επέτυχε δε να απαλλάξη τον Κλήρον από του κεφαλικού φόρου, συμφωνήσας να πληρώνηται ωρισμένον τι ποσόν υπό του κοινού της πόλεως ως κεφαλικός φόρος απάντων των Κληρικών. Η τοιαύτη δράσις του θείου Γρηγορίου προεκάλει τας συμπαθείας σύμπαντος του λαού, αλλ’ ο μισόκαλος διάβολος φθονών προσεπάθησε να σπείρη ζιζάνια. Ούτως, ενώ ποτε ηγωνίζετο να συμβιβάση Χριστιανούς τινάς διαπληκτιζομένους, παρεσύρθη χωρίς να το εννοήση υπέρ των εχόντων άδικον. Αντιληφθείς όμως μετ’ ολίγον το παράπτωμά του προσήλθεν εις τον Ναόν, ωμίλησε περί ομονοίας και φορών την αρχιερατικήν στολήν, το σχήμα ταπεινός, την καρδίαν συντετριμμένος και τους οφθαλμούς πλήρης έχων δακρύων ομολογεί το αμάρτημα και προσπίπτει και ζητεί παρά πάντων συγχώρησιν και ούτω προέλαβε την εναντίον του καταφοράν του πληρώματος της Εκκλησίας. Ως Μητροπολίτης Σμύρνης ο αοίδιμος Γρηγόριος διετέλεσε μέλος της εν Κωνσταντινουπόλει Ιεράς Συνόδου κατά τα έτη 1793 και 1797, ότε και ενεκαινίασε τον υπό του πρίγκηπος Υψηλάντου ανεγερθέντα εις την Εμπορικήν Σχολήν της Χάλκης Ναόν του Αγίου Ιωάννου. Παραιτηθέντος δε κατά το έτος 1797 του αειμνήστου Οικουμενικού Πατριάρχου Γερασίμου Γ΄, ψήφω κοινή και αποφάσει συνοδική εξελέγη διάδοχος τούτου ο θείος Γρηγόριος, πέμπτος τη καταριθμήσει καταλεγόμενος, ανέλαβε δε τα Πατριαρχικά καθήκοντα κατά την ιθ΄ (19ην) Απριλίου του αυτού έτους. Ανελθών επί του θρόνου ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ ευρέθη εν μέσω δυσχερεστάτων περιστάσεων ένεκα της αρξαμένης τότε απελευθερωτικής κινήσεως του Έθνους, αλλά το σεμνόν και αυστηρόν τού ήθους, η λιτή δίαιτα, η ταπεινή στολή, το αφιλάργυρον του τρόπου, ο προς την Πίστιν ένθερμος ζήλος, η περί την κοσμιότητα των εκκλησιαστικών πραγμάτων οξυδέρκεια, η οξυτάτη δραστηριότης, η προς τα προσκόμματα και τους κινδύνους περιφρόνησις, ο σταθερός και άκαμπτος αυτού χαρακτήρ καθίστων τον Ιεράρχην σεβαστόν εις πάντας. Ευθύς ανήγειρεν εκ βάθρων το τότε σεσαθρωμένον μέγαρον των Πατριαρχείων συλλέξας δι’ εράνων των Αρχιερέων, Ιερέων, Μονών κλπ. το απαιτηθέν ποσόν, συνέστησε δε εντός αυτών τυπογραφείον, εις το οποίον εξεδόθησαν υπό την αυστηροτάτην επιτήρησιν του Αγίου πλείστα ωφέλιμα βιβλία. Εμερίμνησε δια το κήρυγμα του θείου λόγου, περί της παιδείας και της ιδρύσεως σχολείων, ως και περί της καθόλου κοινωνικής ζωής. Ησχολήθη δε έτι περισσότερον και περί την ακριβή τήρησιν των ιερών Κανόνων συντάξας προς τούτο και εκδώσας τόμον Συνοδικόν επιγραφόμενον «Υπέρ της απαραβάτου διατηρήσεως και φυλακής της των ιερών Κανόνων ακριβείας». Εξέδωκεν ωσαύτως ο Άγιος πολλάκις εγκυκλίους προς τους υπό το Οικουμενικόν Πατριαρχείον Αρχιερείς, δια των οποίων επρόστασσε την κανονικήν διοίκησιν των Εκκλησιών· απηγόρευσε την χειροτονίαν Αρχιερέων μη εχόντων την απαιτουμένην ηλικίαν και αξιότητα, περιώρισε τας περιττάς χειροτονίας Ιερέων, θεσπίσας να μη χειροτονούνται εάν δεν υπάρχη Εκκλησία και άνευ προηγουμένης δοκιμασίας, απηγόρευσεν εις τους Ιερείς να εξέρχωνται των ιδίων τόπων άνευ αιτίας δεδικαιολογημένης υπό του Αρχιερέως αυτών ως και την ανάμιξιν τωνΚληρικών εις τα κοσμικά και των κοσμικών εις τα Εκκλησιαστικά πράγματα. Δι’ εγκυκλίων δε προέτρεπε και τους Αρχιερείς αφ’ ενός μεν να τηρώσιν αυστηρώς τους περί γάμου ιερούς Κανόνας, αφ’ ετέρου δε να μη χορηγώσι προχείρως διαζύγια, αλλά δια συχνών συμβουλών να προσπαθώσι να διαλλάττωσι τους διαφερομένους συζύγους. Εισήγαγεν επίσης αυστηράν τάξιν εις άπαντα τα υπό την εξουσίαν αυτού Μοναστήρια, εφρόντιζε δε μετά ζήλου, ίνα ανεγείρωνται ή ανακαινίζωνται Εκκλησίαι κατά τόπους, επιτυγχάνων την έκδοσιν της απαιτουμένης αδείας των τουρκικών αρχών δια των ισχυόντων τότε ομογενών. Κατά το έτος 1798 οι την Επτάνησον τότε κατέχοντες Γάλλη πέμψαντες κήρυκας εις την Πρέβεζαν και τα παράλια της Άρτης εξήπτον το υπέρ της εκευθερίας φρόνημα των κατοίκων, μαθών δε τούτο ο Αλή πασάς το κατήγγειλεν εις τον σουλτάνον ως αποστασίαν, ούτος δε ητοίμαζε να αποστείλη πολυάριθμον στρατόν προς αποκατάστασιν της ησυχίας. Παρεμβάς τότε ο θείος Γρηγόριος επέτυχεν, όπως εξουσιοδοτηθή η Εκκλησά, ίνα καταπαύση τας εν λόγω ταραχάς, τας οποίας αυτός ενόμιζεν υποψίας προελθούσας εκ της γειτονίας των Γάλλων. Η μεσιτεία του Πατριάρχου εγένετο δεκτή, απεστάλη δε εξαρχικώς εις την Άρταν ο Πρωτοσύγκελλος Ιωαννίκιος ο Βυζάντιος μετά των προσηκόντων γραμμάτων της Εκκλησίας, όστις επιστρέψας εκόμισεν αναφοράν του κριτού της Άρτης βεβαιούσαν, ότι επικρατεί άκρα ησυχία. Συγχρόνως προσεκόμισε και πανδήμους αναφοράς του λαού εκφράζοντος την πιστήν αυτού υπακοήν προς τον σουλτάνον, ταύτα δε παρουσιάσας ο Πατράρχης εις τον σουλτάνον κατώρθωσε να ματαιώση την φοβεράν κατά των ανωτέρω περιοχών εκστρατείαν των Τούρκων. Παρά τας εντατικάς και θεοφιλείς ταύτας ενεργείας του θείου Γρηγορίου, Αρχιερείς τινές, αδικαιολογήτως διατρίβοντες εν Κωνσταντινουπόλει και μη θέλοντες να μεταβώσιν εις τας επαρχίας των, από τας οποίας μόνον τας απολαβάς ελάμβανον, χολωθέντες διότι ο θείος Γρηγόριος υπεχρέωσε τούτους να μεταβώσιν εις αυτάς, διέβαλον τούτον ως άνθρωπον βίαιον και ανίκανον προς διατήρησιν της υποταγής των Χριστιανών. Όθεν ο Άγιος κατέστη ύποπτος εις την Τουρκικήν διοίκησιν και ευθύς μετά πατριαρχείαν ενός μόλις και ημίσεως έτους (1797 – 1798), διετάχθη υπό του σουλτάνου η εξορία τούτου εις Χαλκηδόνα. Τότε ο θείος Γρηγόριος υποβαλών κατά τύπους παραίτησιν διέμεινεν επ’ ολίγον χρόνον εις την Χαλκηδόνα, μετά δε ταύτα διετάχθη να μεταβή εις την Δράμαν και εν συνεχεία εις την εν Καλαβρύτοις Μονήν του Μεγάλου Σπηλαίου. Πριν όμως ή προλάβη να μεταβή εκεί ήλθε νέα διαταγή δια της οποίας ωρίζετο ως τόπος εξορίας του το Άγιον Όρος, όπου και μετέβη εγκατασταθείς εις την Μονήν των Ιβήρων. Κατά την εκεί παραμονήν του, διαρκέσασαν περί τα πέντε έτη, περιήλθεν όλας τας Μονάς και τας Σκήτας του Αγίου Όρους κηρύττων συνεχώς επ’ Εκκλησίαις τον θείον λόγον και λύων τας ενίοτε αναφυομένας διαφοράς μεταξύ των Μοναχών και των Μοναστηρίων. Παρείχε δε και εαυτόν υπόδειγμα εναρέτου Μοναχικού βίου. Εν τω μεταξύ εις τα Πατριαρχεία, εξωσθέντος του θείου Γρηγορίου, διεδέχθη τούτον ο Νεόφυτος Ζ΄, το δεύτερον (1798 – 1801), αλλά και τούτου μετά δύο και ήμισυ έτη εκβληθέντος ανήλθεν εις τον θρόνον ο Καλλίνικος Ε΄ το πρώτον (1801 – 1806). Επικρατησάσης όμως τότε της φιλογαλλικής μερίδος, διότι και εκεί υπήρχον τότε τα κόμματα, επαύθησαν δια των ενεργειών του Γάλλου πρεσβευτού τω αωστ΄ (1806) ως ρωσόφιλοι οι Έλληνες ηγεμόνες Μολδαυϊας και Βλαχίας Αλέξανδρος Μουρούζης και Κωνσταντίνος Υψηλάντης και αντικατεστάθησαν υπό των Αλεξάνδρου Σούτσου και Σκαρλάτου Καλλιμάχου, οίτινες προέτρεψαν τον ασθενούς χαρακτήρος Πατριάρχην Καλλίνικον Ε΄ να παραιτηθή. Ούτος υπέβαλε παραίτησιν την κβ΄ (22αν) Σεπτεμβρίου αωστ΄ (1806), κατά δε την κδ΄ (24ην) του αυτού μηνός εν γενική συνελεύσει των Αρχιερέων και επί παρουσία του μεγάλου διερμηνέως Αλεξάνδρου Χατζερή, του μεγάλου λογοθέτου Αλεξάνδρου Μάνου και αντιπροσώπων των λαϊκών οργανώσεων εξελέγη ομοφώνως υπό της Ιεράς Συνόδου Πατριάρχης το δεύτερον ο θείος Γρηγόριος Ε΄, όστις επανελθών κατά την ιη΄ (18ην) Οκτωβρίου του αωστ΄ (1806) εις Κωνσταντινούπολιν εγένετο ενθουσιωδώς δεκτός υπό παντός του Κλήρου και του λαού της πόλεως. Κατά την δευτέραν πατριαρχείαν του ο θείος Γρηγόριος εξηκολούθησε την προτέραν εκκλησιαστικήν και εθνικήν αυτού δράσιν. Παρεκάλεσε δε τους Αρχιερείς, ίνα συνέρχωνται προθύμως εις τας τεταγμένας συνεδριάσεις της Ιεράς Συνόδου, αν δε τινες εμποδισθώσι, να αποστέλλωσιν εγγράφως τας γνώμας αυτών. Δι’ εγκυκλίων πάλιν προς πόλεις και χώρας προέτρεπε την σύστασιν σχολείων και βελτίωσιν των υπαρχόντων, δι’ ετέρων δε προς τους Αρχιερείς και τους Καθηγουμένους των Μοναστηρίων επρόστασσε την εκπλήρωσιν διαφόρων εκκλησιαστικών καθηκόντων, απηγόρευσε δε δι’ αποφάσεως της Ιεράς Συνόδου την επί ψιλώ ονόματι χειροτονίαν Αρχιερέων (τιτουλαρίων) και έλυσε μετά των Συνοδικών τον από του έτους αψξζ΄ (1767) εκδεδομέ αφορισμόν κατά των τραχωμάτων, ως ελέγοντο τότε αι κατά τα συνοικέσια διδόμεναι εις τον γαμβρόν παρά της νύμφης χρηματικαί επιδόσεις. Επειδή δε τινες των νεωστί χειροτονουμένων Αρχιερέων εδανείζοντο χρήματα, εθέσπισεν, ότι τα τοιαύτα δάνεια δεν αναγνωρίζονται υπό της Εκκλησίας, αν τις εκ των Αρχιερέων τούτων αποθάνη, άπαντα δε τα υπό αποθανόντος καταλειφθέντα πράγματα θα ανήκωσιν εις την Εκκλησίαν, την οποίαν εποίμαινεν ο αποθανών. Εμερίμνησεν επίσης και περί του υπ’ αυτού ιδρυθέντος τυπογραφείου, εις το οποίον εξέδωκε κατά το δεύτερον έτος της δευτέρας αυτού πατριαρχείας «Εξήγησιν των εις την εξαήμερον ένδεκα ομιλιών του εν Αγίοις θεοφόρου Πατρός ημών Βασιλείου του Μεγάλου» (1807), την οποίαν συνέγραψεν ο Άγιος κατά την εν Αγίω Όρει παραμονήν του. Την ε΄ (5ην) Ιανουαρίου αωζ΄ (1807) ο σουλτάνος, κηρύξας επισήμως τον πόλεμον κατά της Ρωσίας, ηνάγκασε τον Πατριάρχην να εκδώση «Εκκλησιαστικόν και συμβουλευτικόν γράμμα» προς τους Έλληνας εναντίον των Ρώσων, όπερ έπραξεν ούτος, δια να αποφύγη τας σφαγάς των Ελλήνων εν περιπτώσει συμπράξεως τούτων μετά των Ρώσων. Κατά τον Μάρτιον του έτους αωζ΄ (1807) ο Ρώσος ναύαρχος Σενιάβιν εξέπεμψε προκηρύξεις προς τους Χριστιανούς κατοίκους του Οθωμανικού Κράτους, εν συνεννοήσει δε και μετά του αρματωλού της Θεσσαλίας Νίκου Τσάρα εκίνησεν επανάστασιν κατά των Τούρκων. Ο σουλτάνος εζήτησε τότε παρά του Πατριάρχου να προτρέψη τους επαναστάτας να διαλυθώσιν, όπερ και εγένετο, έτεροι όμως απεσταλμένοι της Ρωσίας μεταβάντες εις τον Όλυμπον εκίνησαν νέαν επανάστασιν, της οποίας ηγήθη ο Ιερεύς Ευθύμιος Βλαχάβας. Κατ’ απαίτησιν τότε του σουλτάνου έγραψε και εις τον Βλαχάβαν ο Γρηγόριος, όστις επείσθη και κατέπαυσε την επανάστασιν. Κατά την η΄ (8ην) Ιουλίου του έτους αψη΄ (1808) γενομένης στάσεως εν Κωνσταντινουπόλει εξεβλήθη του θρόνου ο σουλτάνος Σελίμ υπό των Γενιτσάρων επί κεφαλής εχόντων τον Μουσταφά Μπαϊρακτάρ, όστις ενεθρόνισε τον σουλτάνον Μαχμούτ, ηξίωσε δε και την απομάκρυνσιν του Πατριάρχου Γρηγορίου Ε΄, όστις ηναγκάσθη να υπογράψη την παραίτησίν του την ι΄ (10ην) Σεπτεμβρίου αωη΄ (1808) και να αποσυρθή εις την εν Πριγκήπω Μονήν της Μεταμορφώσεως, εις την οποίαν διέμεινεν επί εν έτος. Μετά την δευτέραν απομάκρυνσιν του θείου Γρηγορίου ανήλθεν επί του Πατριαρχικού θρόνου το δεύτερον ο Καλλίνικος Ε΄ (1808 – 1809) άνευ κανονικής εκλογής αυτού υπό της Ιεράς Συνόδου, αλλά δι’ απλού βεζυρικού διατάγματος, μετά δεκάμηνον δε πατριαρχείαν εξωσθέντος και τούτου ανήλθεν επί του Οικουμενικού θρόνου ο Ιερεμίας Δ΄ (1809 – 1813), όστις εξώρισε τον θείον Γρηγόριον εις το Άγιον Όρος. Τότε ο Άγιος μεταβάς ευχαρίστως και πάλιν εις το Άγιον Όρος εγκατεστάθη εις την Μονήν των Ιβήρων και επεδόθη και πάλιν εις τας προσφιλείς αυτού μελέτας και Μοναχικάς ασκήσεις. Εκείθεν δε επί εννέα όλα έτη παρηκολούθει τα της Εκκλησίας και του Γένους πράγματα. Κατά δε τα μέσα του έτους αωιη΄ (1818) επισκεφθείς τον θείον Γρηγόριον ο Ιωάννης Φαρμάκης, ανήγγειλεν εις αυτόν τα της Φιλικής Εταιρείας, περί της οποίας έδειξεν ευθύς ζωηρότατον ενθουσιασμόν και ηυχήθη από καρδίας υπέρ της επιτυχίας του σκοπού ταύτης, ηρνήθη όμως να δώση τον όρκον του Φιλικού και συνέστησεν εις τον Φαρμάκην να προσέξωσι πολύ οι εταίροι, μήπως βλάψωσιν αντί να ωφελήσωσι την Ελλάδα, θεωρών, ως ο Κοραής και ο Καποδίστριας, πρόωρον την άνευ προπαρασκευής επανάστασιν. Κατά την ιδ΄ (14ην) Δεκεμβρίου του έτους αωιη΄ (1818) παραιτηθέντος του Πατριάρχου Κυρίλλου ΣΤ΄ εξελέγη το τρίτον Οικουμενικός Πατριάρχης ο μακάριος Γρηγόριος Ε΄, όστις κληθείς εκ του Αγίου Όρους ανέλαβε τα καθήκοντά του την ιδ΄ (14ην) Ιανουαρίου του έτους αωιθ΄ (1819) και ήρχισε πάλιν ποιμαίνων το ποίμνιον αυτού μετά ζήλου και ακαμάτου δραστηριότητος. Κατά την τρίτην ταύτην Πατριαρχείαν του εξέδωκεν εγκύκλιον περί σχολείων, δια της οποίας προέτρεπε πάντας όπως πλην της άλλης παιδείας στραφούν και προς την σπουδήν της Ελληνικής γλώσσης, επειδή έμαθεν, ότι εις τινα των σχολείων της Ελλάδος οι μαθηταί, αρεσκόμενοι εις τας καινοφανείς ιδέας της νεωτέρας φιλοσοφίας, ημέλουν την ακριβή εκμάθησιν της Ελληνικής γλώσσης. Συνέστησεν επίσης το κληθέν «Κιβώτιον του ελέους», εις το οποίον κατέβαλλον ικανά ποσά Αρχιερείς, μεγιστάνες και πλούσιοι ομογενείς υπέρ των πτωχών και δεινοπαθούντων Χριστιανών. Διωρίσθη δε και Επιτροπεία επιστατούσα εις την συλλογήν των εράνων και εις την διανομήν αυτών εις τους έχοντας ανάγκην βοηθείας, εκτάκτως μεν οσάκις παρουσιάζετο τοιαύτη ανάγκη, τακτικώς δε κατά τας παραμονάς των δύο μεγάλων εορτών του έτους, ήτοι των Χριστουγέννων και του Πάσχα. Κατά το έτος αωκ΄ (1820) αναδιωργάνωσε και το υπ’ αυτού ιδρυθέν πατριαρχικόν τυπογραφείον, αλλά τα τότε επακολουθήσαντα πολιτικά γεγονότα ηνάγκασαν τούτον να διακόψη την φιλάνθρωπον και χριστιανικήν αυτού δράσιν και να βαδίση γαλήνιος και ατάραχος, μέχρι της τελευταίας στιγμής, την οδόν του μοναδικού και πρωτοφανούς αυτού Μαρτυρίου. Εισελθόντος του Υψηλάντου εις την Μολδαυϊαν κατά την ι΄ (10ην) Φεβρουαρίου του έτους αωκα΄ (1821) εκλήθησαν υπό του μεγάλου βεζύρου ο Πατριάρχης μετά του διερμηνέως Δ. Μουρούζη και ηρωτήθησαν φιλικώς, εάν εγνώριζον τι περί της φημιζομένης ως μελλούσης να εκραγή εν Πελοποννήσω Επαναστάσεως, αμφότεροι όμως ηρνήθησαν τοιούτον τι. Κατά τας αρχάς του Μαρτίου συνελήφθη και εφυλακίσθη ο Μητροπολίτης Εφέσου Διονύσιος ο Καλλιάρχης, την επομένην δε απεκεφαλίσθησαν πάντες οι εν Κωνσταντινουπόλει ευγενείς οι έχοντες συγγενείς εν Μολδοβλαχία. Κατά την τρίτην εβδομάδα των Νηστειών εφυλακίσθησαν έτεροι δύο εκ των Συνοδικών Αρχιερέων, ο Νικομηδείας Αθανάσιος και ο Δέρκων Γρηγόριος. Ο Πατριάρχης διεμαρτυρήθη προς την Υψηλήν Πύλην υπέρ της αθωότητος των τριών Αρχιερέων, αλλ’ αντί απαντήσεως έμαθεν, ότι συνελήφθη και ο Αγχιάλου Ευγένιος. Ήδη ήρχισαν να έρχωνται εις φως υπό τινων προδοτών και τα της Φιλικής Εταιρείας, μάλιστα δε υπό του Πελοποννησίου προδότου Ασημάκη. Επειδή δε ο εκ των προυχόντων της Κωνσταντινουπόλεως Αλέξανδρος Χατζερής, φοβηθείς την μανίαν των Τούρκων, έσπευσε να εξαφανισθή εκ Κωνσταντινουπόλεως, εξεδόθη διάταγμα, δια του οποίου ωρίζετο, όπως μετοικήσωσιν εντός του Φαναρίου άπασαι αι ηγεμονικαί και αρχοντικαί Ελληνικαί οικογένειαι. Ο Πατριάρχης, συγκαλέσας τότε συμβούλιον των προκρίτων, απεφάσισε μετ’ αυτών να υποβάλωσιν αναφοράν εις την Υψηλήν Πύλην, δια της οποίας να εγγυώνται εις την Τουρκικήν κυβέρνησιν περί της εν Κωνσταντινουπόλει διαμονής αυτών, καθό πιστών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας υπηκόων και περί της συμπράξεως τούτων, εφ’ όσον δυνηθώσι, προς αποκατάστασιν της κοινής ησυχίας. Κατά την κ΄ (20ην) Μαρτίου ο μέγας διερμηνεύς έλαβεν εντολήν να εξελληνίση διάταγμα περί αμνηστίας, δια ν’ αναγνωσθή εις τας Εκκλησίας εις επήκοον πάντων, συγχρόνως δε η Υψηλή Πύλη υπεχρέωσε τον Πατριάρχην να εκδώση αφορισμόν εναντίον του Υψηλάντου και των συν αυτώ, υπέσχετο δε η Υψηλή Πύλη να αμνηστεύση πάντας τους εις την Φιλικήν Εταιρείαν ανήκοντας και επανερχομένους εις την προτέραν αυτών υπακοήν. Ο αφορισμός ούτος ανεγνώσθη από του άμβωνος την κγ΄ (23ην) Μαρτίου και υπεγράφη επί της Αγίας Τραπέζης υπό των Πατριαρχών Γρηγορίου Κωνσταντινουπόλεως και Ιεροσολύμων Πολυκάρπου και των λοιπών παρόντων Αρχιερέων. Την λα΄ (31ην) Μαρτίου ανηγγέλθη εις την Υψηλήν Πύλην η εν Πελοποννήσω έκρηξις της Ελληνικής Επαναστάσεως και την πρωϊαν της Μεγάλης Δευτέρας (2α Απριλίου) απεκεφαλίσθη ο μέγας διερμηνεύς Κωνσταντίνος Μουρούζης, εσφάγησαν δε ή απηγχονίσθησαν και άλλοι τινές των επισήμων, ιδίως οι εκ Πελοποννήσου καταγόμενοι. Το Μέγα Σάββοτον έλαβεν ο Πατριάρχης διαταγήν, ίνα παραγγείλη εις τους Χριστιανούς να προσέλθωσιν εις την Εκκλησίαν κατά την ημέραν του Πάσχα, να προσευχηθώσι και κατόπιν να αναχωρήσωσιν έκαστος εις τα ίδια άνευ των συνήθων χαιρετισμών και επισκέψεων. Τότε ο θείος Γρηγόριος στραφείς προς τινα των παρακαθημένων Αρχιερέων είπε· «Πληρούται και εφ’ ημάς το προφητικόν «και μεταστρέψω τας εορτάς υμών εις πένθος» (Αμώς η:10). Παρά πάντα ταύτα ο μακάριος Γρηγόριος παρέμεινε μέχρι της τελευταίας αυτού στιγμής απτόητος και ανδρείος, προβλέπων δε τον επικείμενον κίνδυνον ηρώτα κατά τας παραμονάς· «Ποίος θάνατος είναι προτιμότερος, ο δια καρατομήσεως ή ο δι’ αγχόνης;», αλλ’ απέκρουεν εκάστοτε εντόνως τας επανειλημμένας συστάσεις της ρωσικής πρεσβείας και των προκρίτων ομογενών, όπως διαφύγη δι’ ασφαλούς οδού και σωθή, λέγων· «Μη με παρακινείτε εις φυγήν. Πως θα εγκαταλείψω το ποίμνιόν μου;…. Είμαι Πατριάρχης δια να σώσω τον λαόν μου, όχι δια να τον ρίψω εις τας μαχαίρας των Γενιτσάρων. Ο θάνατός μου θα χρησιμεύση περισσότερον ή η ζωή μου. Οι ξένοι Χριστιανοί ηγεμόνες δεν θα ίδωσι με αδιαφορίαν την εν τω προσώπω μου ύβριν της Πίστεώς των. Εκ δε των Ελλήνων οι άνδρες των όπλων θα μάχωνται με απελπισίαν, ήτις συχνά χαρίζει την νίκην. Όχι, δεν θα χρησιμεύσω ως περίγελως του κόσμου, δεν θα ανεχθώ διερχόμενος δια των οδών της Οδησσού ή της Κερκύρας ή της Αγκώνος να με δακτυλοδεικτώσι λέγοντες, ιδού ο φονεύς Πατριάρχης. Υπάγω όπου με καλεί η μεγάλη μοίρα του Έθνους μου και ο πανάγαθος Θεός, ο έφορος των θείων και των ανθρωπίνων πραγμάτων». Ό,τι προέβλεψεν ο Γρηγόριος, τούτο και εγένετο μετά πρωτοφανούς αγριότητος και θηριωδίας. Την ι΄ (10ην) Απριλίου, ημέραν του Πάσχα, κατήλθεν εις τον Πατριαρχικόν Ναόν και ετέλεσε την θείαν Λειτουργίαν μετ’ αταραξίας και ηρεμίας μεγαλειώδους, την οποίαν διέκοπτε μόνον η συγκίνησις και τα δάκρυα. Καθ’ ον δε χρόνον εψάλλετο το «Αγαπήσω σε, Κύριε, η ισχύς μου» ησπάσθη τον τελευταίον ασπασμόν τους συνιερουργήσαντας οκτώ Αρχιερείς. Μετά το πέρας της θείας Λειτουργίας ανήλθεν εις το Πατριαρχείον και απεσύρθη εις τα ίδια, όπως ησυχάση. Εκεί προσελθών τις εκ των οικείων του τού ανήγγειλεν, ότι επιβάται επτανησιακού πλοίου προερχομένου εκ Πελοποννήσου επεβεβαίωσαν την περί εξεγέρσεως των Ελλήνων είδησιν και προσέθηκε· «Και τώρα τι έχει να γίνη;» Ο δε Πατριάρχης ατάραχος απήντησε· «Και τώρα και πάντοτε το θέλημα του Κυρίου γενέσθω». Κατά την ιδίαν εκείνην ημέραν του Αγίου Πάσχα και περί ώραν δεκάτην προ μεσημβρίας, του ανήγγειλαν οι εκεί παρευρισκόμενοι Κληρικοί ότι ήλθον εις τα Πατριαρχεία και τον ζητούν ο μέγας διερμηνεύς Σταυράκης Αριστάρχης και ο Τούρκος γενικός γραμματεύς του υπουργείου των Εξωτερικών, νομίσας δε ο Άγιος ότι ήλθον δι’ επίσκεψιν επί τη εορτή του Πάσχα ηγέρθη και ανέμενεν. Αλλ’ ο διερμηνεύς μεταβάς εις την αίθουσαν των συνεδριάσεων της Ιεράς Συνόδου και προσκαλέσας εσπευσμένως τους Αρχιερείς ανέγνωσε σουλτανικόν φιρμάνιον δια του οποίου ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ επαύετο ως ανάξιος του Πατριαρχικού θρόνου, αγνώμων προς την Υψηλήν Πύλην και άπιστος. Ο έκπτωτος Πατριάρχης συλληφθείς αμέσως υπό των παρισταμένων Γενιτσάρων απήχθη εις τας φυλακάς Μποστανζήμπαση, ένθα υποβληθείς εις πολυτρόπους βασάνους και εμπαικτικάς ερωτήσεις ετήρησεν αξιοθαύμαστον σιωπήν, την οποίαν διέκοψεν άπαξ μόνον εις τας προτροπάς των βασανιστών, όπως εξομώση την εις Χριστόν Πίστιν και σωθή, ειπών· «Ο Πατριάρχης των Χριστιανών Χριστιανός αποθνήσκει». Μετά τινας ώρας ωδηγήθη υπό πολυαρίθμου φρουράς εις την αποβάθραν του Φαναρίου, νομίσας δε ότι εκεί ήτο ο τόπος της εκτελέσεώς του, ανέτεινε τους οφθαλμούς προς τον ουρανόν και ποιήσας το σημείον του Σταυρού εγονυπέτησε και έκλινε τον αυχένα προς αποκεφαλισμόν. Ηγέρθη όμως και πάλιν εκείθεν συρόμενος υπό των δημίων, οίτινες περιήγαγον αυτόν δια του πολυαρίθμου τουρκικού πλήθους μέχρι των Πατριαρχείων, όπου και τον απηγχόνισαν εις την μεσαίαν πύλην αυτών. Έκτοτε η πύλη αύτη παραμένει κλειστή. Κατά δε την τελευταίαν προ του απαγχονισμού του στιγμήν, εκτείνας ο μακάριος εκείνος Πατριάρχης τας χείρας του, ηυλόγησε πάντας τους πιστούς και είπε· «Κύριε Ιησού Χριστέ, δέξαι το πνεύμα μου». Ταύτα πάντα συνέβησαν καθ’ ον χρόνον οι ευρισκόμενοι εις τα Πατριαρχεία Αρχιερείς, αγνοούντες τα γενόμενα και νομίζοντες τον μακάριον Γρηγόριον εις εξορίαν μόνον απαχθέντα, ανευφήμουν τον νέον Πατριάρχην Ευγένιον. Επί δε του ασπαίροντος έτι σώματος του αοιδίμου Γρηγορίου προσελθών ο Τούρκος φρούραρχος ανήρτησε χάρτην, επί του οποίου ανεγράφετο δια μακρών η αιτία της καταδίκης του. Το νεκρόν σώμα του Γρηγορίου παρέμεινεν επί της αγχόνης επί τρεις ημέρας, εις μάτην δε ο νέος Πατριάρχης Ευγένιος προσεπάθησε να αγοράση τούτο προς ενταφιασμόν. Την ιγ΄ (13ην) Απριλίου οι Εβραίοι, αγοράσαντες αντί οκτακοσίων γροσίων το θείον Λείψανον του Αγίου Γρηγορίου έσυρον τούτο αλαλάζοντες επί των λιθοστρώτων δρομίσκων του Φαναρίου, μέχρις ότου αποκαμόντες έρριψαν αυτό υβρίζοντες εις την θάλασσαν. Τότε ο δήμιος επιβάς ακατίου έσυρε δια σχοινίου το άγιον Λείψανον μέχρι των μέσων του Κερατίου Κόλπου και εκεί προσδέσας μέγαν λίθον εις τον λαιμόν τούτου και διατρυπήσας επανειλημένως το σώμα δια μαχαίρας δια να καταβυθισθή, αφήκε τούτο και ανεχώρησεν. Παρά ταύτα όμως, θέλων ο στεφοδότης Χριστός να δοξάση και νεκρόν τον Άγιον, εχαρίτωσε τόσον το ιερόν αυτού Λείψανον, ώστε αναδυθέν τούτο αφ’ εαυτού εκ του βυθού της θαλάσσης, παρ’ όλον το βάρος τού προσδεδεμένου λίθου και υπό των κυμάτων παραρριπτόμενον προσήγγισεν εις ελληνικόν τι πλοίον υπό ρωσικήν σημαίαν. Αναγνωρισθέν τότε υπό των ναυτών, ανεσύρθη κρυφίως την νύκτα και μετά πάσης σπουδής μετεφέρθη υπό του Κεφαλλήνος πλοιάρχου Μαρίνου Σκλάβου εις την Οδησσόν της Ρωσίας. Εκεί άσηπτον και άοσμον διατηρούμενον, ως βεβαιούσι τα υπό των ρωσικών αρχών καταρτισθέντα πρωτόκολλα, ενεταφιάσθη μετ’ αυτοκρατορικής μεγαλοπρεπείας εις την Ελληνικήν Εκκλησίαν της Αγίας Τριάδος εν βαθυτάτη συγκινήσει απάσης της Ορθοδόξου Ρωσίας. Κατά δε το έτος αωοα΄ (1871), επί τη εορτή της πεντηκονταετηρίδος τού υπέρ της απελευθερώσεως της Ελλάδος Αγώνος, ανεκομίσθη το ιερόν τού Αγίου τούτου Πατριάρχου Γρηγορίου Ε΄ Λείψανον εξ Οδησσού εις Αθήνας μετά βασιλικής πομπής και μεγαλοπρεπούς παρατάξεως και κατετέθη εν τω Ιερώ Ναώ της Μητροπόλεως των Αθηνών. Αυτού αγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός ημών, ο εύσπλαγχνος και ελεήμων, σκέπαζε εσαεί εν ειρήνη και ευσεβεία την Αγίαν Σου Εκκλησίαν και σώζε τας ψυχάς ημών. Αμήν. Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 3145
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΑ΄ (11η) Απριλίου μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΑΝΤΙΠΑ Επισκόπου Περγάμου.

Δημοσίευση από silver »

Αντίπας ο Άγιος Ιερομάρτυς έζησε κατά τους χρόνους του βασιλέως Δομετιανού, του κατά τα έτη 81 – 96 βασιλεύσαντος, σύγχρονος ων των Αγίων Αποστόλων. Υπήρχε δηλαδή κατά την εποχήν εκείνην κατά την οποίαν ο θείος Απόστολος και Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος ήτο εξόριστος εις την Πάτμον, καθώς περί τούτου ο ίδιος ο Θεολόγος γράφει εις την Αποκάλυψιν, μάρτυρα πιστόν ονομάζων τον Αντίπαν. Διότι ούτω γράφει, ως εκ προσώπου του Χριστού λέγοντος προς τον Άγγελον της εν Περγάμω Εκκλησίας· «Και εν ταις ημέραις αις Αντίπας ο μάρτυς μου ο πιστός, ος απεκτάνθη παρ’ υμίν, όπου ο σατανάς κατοικεί» (Αποκάλ. β:13). Ούτος λοιπόν ο μακάριος εχειροτονήθη υπό των Αγίων Αποστόλων Επίσκοπος Περγάμου, πολύ δε πρεσβύτης κατά την ηλικίαν συνελήφθη υπό των εν Περγάμω αθέων ειδωλολατρών, διότι φανέντες προς αυτούς οι παρ’ αυτών λατρευόμενοι δαίμονες, τους είπον, ότι δεν δύνανται να κατοικώσιν εις τον τόπον εκείνον, ούτε να δέχωνται τας προσφερομένας προς αυτούς θυσίας, επειδή τους διώκει εκείθεν ο Αντίπας. Ωδηγήθη λοιπόν ο Άγιος εις τον ηγεμόνα, ούτος δε προσεπάθει να πείση αυτόν να αρνηθή τον Χριστόν λέγων, ότι τα αρχαιότερα είναι και τιμιώτερα και ότι κατά συνέπειαν, η μεν των ειδωλολατρών θρησκεία, ως παλαιά και ως αυξηθείσα δια μέσου των αιώνων, είναι τιμιωτέρα, η δε των Χριστιανών Πίστις, ως λαβούσα την αρχήν της κατά τα τελευταία έτη και γενομένη αποδεκτή παρ’ ολίγων τινών, είναι και ατιμοτέρα. Εις τούτον δε τον λόγον απεκρίθη ο Άγιος προσφυέστατα, φέρων προς απόδειξιν την ιστορίαν του Κάϊν. Διότι, είπε, καθώς ο αδελφοκτόνος Κάϊν εμισήθη από όλους τους μετά ταύτα ανθρώπους και πάντες τον αποστρέφονται αν και αυτός είναι αρχαιότερος κατά τους χρόνους από όλους τους μεταγενεστέρους, τοιουτοτρόπως και η ασέβεια των ειδωλολατρών είναι μισητή εις τους μεταγενεστέρους Χριστιανούς, αν και είναι κατά τους χρόνους αρχαιοτέρα. Τούτον τον λόγον ακούσας ο ηγεμών και οι ειδωλολάτραι ωργίσθησαν σφόδρα και έρριψαν τον Άγιον εντός χαλκίνου πεπυρακτωμένου βοός, εν αυτώ δε ευρισκόμενος ο Άγιος προσηύχετο προς τον Θεόν και εδοξολόγει την μεγάλην Αυτού δύναμιν, ευχαριστών, διότι ηξιώθη να πάθη δια την αγάπην Του. Μεταξύ δε των άλλων τα οποία προσηύχετο, εζήτησε και από τον Θεόν την χάριν, όπως πας ο ενθυμούμενος και επικαλούμενος το όνομά του ελευθερούται εκ των συνεχόντων αυτόν ασθενειών και παθών, μάλιστα δε εκ του ανυποφόρου πόνου των οδόντων· ηυχήθη ακόμη να λάβωσιν ούτοι συγχώρησιν από των αμαρτιών των, έτι δε να εύρωσιν εξιλασμόν παρά Θεού εν τη ημέρα της Κρίσεως όσοι εορτάζουν την μνήμην του. Επιτυχών λοιπόν της αιτήσεως ταύτης παρά Κυρίου, εξεδήμησε προς Αυτόν· το δε Άγιον αυτού Λείψανον ενεταφιάσθη εντός της Εκκλησίας της Περγάμου, όπου και αναβλύζει μύρα και ιατρείας πάντοτε. Τελείται δε η αυτού Σύναξις εις τον σεπτόν Ναόν του Αγίου και πανευφήμου Αποστόλου και Ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου, παρά τη αγιωτάτη Μεγάλη Εκκλησία.
Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”