filotas έγραψε:
Στο Γεροντικό του Αγίου Όρους αναφέρεται η ιστορία ενός μοναχού που ήταν αμελής στα πνευματικά του καθήκοντα και φυγόπονος στα διακονήματα. Έφυγε σε μικρή σχετικά ηλικία χωρίς να μεταβάλει τη συμπεριφορά του. Οι πατέρες της Μονής πίστεψαν ότι αυτή η ψυχή χάθηκε, όμως ο Πανάγαθος Θεός ευδόκησε να δει στον ύπνο του ένας Γέροντας, προχωρημένος στα πνευματικά, τον μοναχό να βρίσκεται στον Παράδεισο. Τον ρώτησε τότε γεμάτος απορία:
«Πες μου αδελφέ πως έγινε και βρίσκεσαι στον Παράδεισο, παρά τη μικρή προσπάθεια, που κατέβαλες στη ζωή σου;»
«Τι να σου πω αδελφέ, δεν γνωρίζω.
Ίσως ο Θεός με ελέησε, επειδή ποτέ δεν κατέκρινα κανένα στη ζωή μου,
αφού θεωρούσα τον εαυτό μου χειρότερο απ’ όλους.»
«Θεωρούσα τον εαυτό μου χειρότερο απ' όλους».
Πως να πάρω την θέση του κριτή για τον οποιονδήποτε και για οποιαδήποτε αμαρτία του;
Το ερώτημα:
Αφού η εντολή είναι σαφής «αν δεν κρίνετε δεν θα κριθείτε» και - όπως απ την ιστορία που παρέθεσες filotas φαίνεται - αποδεδειγμένα ότι ο μή κατακρίνων σώζεται χωρίς κάποια άλλα έργα πνευματικά γιατί οι άνθρωποι πέφτουμε τόσο συχνά στην κατάκριση;
Επειδή μάλλον δεν αντέχουμε το να είμαστε οι χειρότεροι, οι κατώτεροι, οι αμαρτωλοί, το απόλυτο «τίποτε» στα μάτια των ανθρώπων. Θέλουμε οι άνθρωποι να πιστεύουν για μάς ότι είμαστε σπουδαίοι, σημαντικοί, ανεκτίμητοι, ότι είμαστε «κάτι» τέλος πάντων. Και με την κατάκριση - που εμμέσως πλήν σαφώς υποδηλώνει ανωτερότητα έναντι αυτού που κρίνουμε και κατακρίνουμε - επιδιώκουμε να φανούμε στα μάτια των άλλων ανθρώπων ανώτεροι πνευματικά, ανώτεροι κοινωνικά, ανώτεροι στην μόρφωση, ανώτεροι σε όλα.
Νομίζω πως κατακρίνουμε επειδή δεν αντέχουμε να είμαστε ταπεινοί,
δεν αντέχουμε να είμαστε το απόλυτο «μηδέν», να είμαστε χώμα και στάχτη.
Δεν αντέχουμε να είμαστε αυτό που - σαν άνθρωποι - πραγματικά είμαστε. Ένα τίποτε.
Τα φύλλα του δέντρου που μόλις έρθει το φθινόπωρο θα κιτρινίσουμε και θα πέσουμε.
«Εγώ ειμί γή και σποδός».
Αυτό, αν και το λέμε συχνά με τα λόγια, δεν το αντέχουμε σαν πραγματικότητα.
Και δια της κρίσεως και της κατακρίσεως δηλώνουμε ανώτεροι απ' τους άλλους.
Σαν να λέμε κρυφίως και δημοσίως: «Δοξάστε με!» «Θαυμάστε με!» «Εγώ είμαι!»
Και με αυτά που γράφω μόλις επιβεβαίωσα για τον εαυτό μου την ορθότητα όσων έγραψα.
Γράφω για να φανώ «κάτι» στα μάτια των άλλων. Γιατί άλλο να γράφω; Για επίδειξη.