Ξέρω, είναι μεγάλο το κείμενο, αλλά αξίζει τον κόπο, τουλάχιστον εγώ το βρήκα παρα πολύ διαφωτιστικό ως προς την εξήγηση για τη μη δυνατοτητα ενωσης με τους παπικους αλλα και για οσα εξηγεί για την ενότητα των μελών της Εκκλησίας με το Χριστό και τελικά με τον Τριαδικό Θεό.
Οι τονισμοί είναι δικοί μου και έβαλα και παραγράφους προς διευκόλυνση της ανάγνωσης, ελπίζω να μην σας ενοχλούν οι τονισμοί
Αἱ ἐσφαλμέναι θεολογικαί προϋποθέσεις διά τό Πρωτεῖον τοῦ Πάπα (Μέρος Α΄)
Μέ ἀφορμήν τόν διάλογον εἰς τήν Βιέννην μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν.
Ὑπό τοῦ κ. Δημητρίου Τσελεγγίδη, Καθηγητοῦ τῆς Δογματικῆς τοῦ Α.Π.Θ
Διατί δέν δύναται νά ὑπάρξη τυπική καί οὐσιαστική ἑνότης μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν
Ἀπό τῆς 17ης ἕως καί τῆς 29ης Σεπτεμβρίου διεξάγεται εἰς τήν Βιέννην ὁ θεολογικός Διάλογος μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν διά τό Παπικόν Πρωτεῖον. Κατά τάς πρώτας ἡμέρας τοῦ διαλόγου τηρεῖται ἔνοχος σιωπή ὑπό τῶν Ὀρθοδόξων διά τήν πορείαν τοῦ Διαλόγου.
Ἡ προηγουμένη διάσκεψις εἶχε γίνει εἰς τήν Κύπρον, ἀλλά δέν ἐλήφθησαν ἀποφάσεις, ἐξ αἰτίας τῶν δυναμικῶν ἀντιδράσεων τοῦ πιστοῦ λαοῦ, τοῦ ἐντίμου κλήρου καί τῶν θεολόγων τῆς Πανεπιστημιακῆς ἐκπαιδεύσεως. Σημαντικώτατον ὅμως ρόλον εἰς τήν ματαίωσιν τῶν ἀποφάσεων εἶχεν ἡ δυναμική τῆς «Ὁμολογίας Πίστεως», ἡ ὁποία κατετρόμαξε καί τούς πλέον προωθημένους Οἰκουμενιστάς ὡς καί τόν Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, τό ὁποῖον ὑπεχρεώθη νά ἀπολογηθῆ δημοσίως, ἐνῶ φιλοπαπικοί Ἱεράρχαι ὑπεχρεώθησαν εἰς δηλώσεις συμφώνως πρός τάς ὁποίας δέν θά προδώσουν τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας.
Μέ ἀφορμήν τόν νέον κύκλον διαβουλεύσεων μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν εἰς τήν Βιέννην παραθέτομεν τήν εἰσήγησιν, τήν ὁποίαν ἔκαμνε εἰς τό πρόσφατον ἀντιπαπικόν συνέδριον τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς ὁ καθηγητής τῆς δογματικῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Δημ. Τσελεγγίδης.
Εἰς αὐτήν ἀναπτύσσει τάς ἐσφαλμένας θεολογικάς προϋποθέσεις τοῦ Παπικοῦ Πρωτείου καί ὑπογραμμίζει ὅτι δογματικῶς «δέν μπορεῖ νά ὑφίσταται οὔτε οὐσιαστικά, οὔτε τυπικά ἑνότης» μετά τῶν Παπικῶν.
Ἡ εἰσήγησις
Ἡ εἰσήγησις ἔχει ὡς ἀκολούθως:
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ Η ΕΝΟΤΗΤΑ τῆς Ἐκκλησίας σέ ὅλες τίς ἐκδοχές της -θεσμικές ἤ χαρισματικές- ἔχει σαφῶς ἁγιοπνευματική βάση. Παρέχεται μυστηριακῶς, συντηρεῖται ὅμως, καλλιεργεῖται καί ἐκφαίνεται κατεξοχήν εὐχαριστιακῶς.
Καταρχήν, ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς θεμελιώδης ἰδιότητά της, προκύπτει ἀπό τήν ἴδια τήν ὀντολογία της καί ἐκφράζει ἰδιαιτέρως τήν αὐτοσυνειδησία της, ἡ ὁποία διατυπώθηκε ἱστορικά κατά τόν πλέον ἐπίσημο καί ἀδιαμφισβήτητο τρόπο στόν Ὅρο τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (381), ὁ ὁποῖος ἀπετέλεσε καί τό Σύμβολο Πίστεως τῆς Ἐκκλησίας.
Στό ἑξῆς, ὁμολογοῦμε διά τοῦ Συμβόλου τῆς Πστεως μέ κάθε ἐπισημότητα, ὅτι πιστεύουμε «εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν». Ἄν ὅμως ἡ Ἐκκλησία εἶναι ΜΙΑ κατά τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, τότε μέ τήν συνεπῆ ἐκκλησιολογική ἔννοια καί κατά κυριολεξία δέν μποροῦν νά ὑπάρχουν ἑτερόδοξες ἐκκλησίες. Ἀπό τήν διατύπωση τοῦ Συμβόλου προκύπτει ὅτι ἡ ἑνότητα, ὡς θεμελιώδης ἰδιότητα τοῦ ἑνός, στήν προκειμένη περίπτωση ὡς ἡ ἰδιότητα τῆς ΜΙΑΣ Ἐκκλησίας, εἶναι τό ἀσφαλές δεδομένο τῆς πίστεώς μας.
Καί πραγματικά,
στή συνείδηση τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἑνότητά της εἶναι δεδομένο ὀντολογικό, ἀπολύτως καί ἀμετακλήτως διασφαλισμένο ἀπό τήν κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, τόν Χριστό, διά τῆς συνεχοῦς παρουσίας τοῦ Παρακλήτου Πνεύματός του σ' αὐτήν, ἤδη ἀπό τήν Πεντηκοστή. Παρά ταῦτα, ἡ ἑνότητα παραμένει γιά τά συγκεκριμένα καί ἐπώνυμα μέλη τῆς Ἐκκλησίας κάθε ἐποχῆς καί ζητούμενο
βιωματικό. Ὡς βιωματικό ζητούμενο ἡ ἑνότητα τῶν μελῶν της ἀποτελεῖ τό προσωπικό ἄθλημα τῆς συνεργίας τους γιά τή δόκιμη παραμονή καί τήν σίγουρη καρποφορία στό ζωντανό καί ζωοποιό, θεανθρώπινο σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία. Αὐτή ἀκριβῶς ἡ ἐν πάσῃ αἰσθήσει ἑνότητα μέ τό Χριστό καί δι' αὐτοῦ μέ τόν ὅλο Τριαδικό Θεό, ἀλλά καί μεταξύ μας, ὡς μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ὁ σκοπός τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ γιά μᾶς, ὥστε νά γίνουμε ὄχι μόνον ἕνα σῶμα μέ τό Χριστό, ἀλλά καί ἕνα Πνεῦμα μέ τόν Τριαδικό Θεό (Βλ. Ἐφ. 4, 4-5) «ἕν σῶμα καί ἕν Πνεῦμα, κα- θώς καί ἐκλήθητε ἐν μιᾷ ἐλπίδι τῆς κλήσεως ἡμῶν• εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα». Αὐτό ἐκφράστηκε ἀπερίφραστα στήν Ἀρχιερατική προσευχή τοῦ Χριστοῦ, πού θά ἐξηγήσουμε στή συνέχεια τῆς Εἰσηγήσεώς μας. Συγκεκριμένα, ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὑφίσταται καί ἐκφαίνεται θεσμικῶς στήν πίστη, τή λατρεία καί τή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας.
Σέ κάθε περίπτωση ἡ παραπάνω τριπλῆ ἑνότητα θεμελιώνεται καί ἀντλεῖται ἀπό τό τρισσό ἀξίωμα τοῦ Χριστοῦ: τό προφητικό, τό ἀρχιερατικό καί τό βασιλικό. Κατά συνέπεια, οἱ τρεῖς ἐκφάνσεις τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας θά πρέπει νά θεωροῦνται ὡς ἀλληλοεξαρτώμενες καί ἀδιάσπαστες συντεταγμένες τῆς μίας καί πλήρους ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καθεαυτήν, τόσο σέ θεσμικό ὅσο καί σέ βιωματικό-χαρισματικό ἐπίπεδο, χωρίς τήν ὀντολογικοῦ χαρακτήρα διάκριση ἀνάμεσα στήν ἄκτιστη οὐσία καί τίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, παραμένει στήν πράξη οὐσιαστικά ἀκατανόητη, ἀλλά καί θεολογικά ἀτεκμηρίωτη. Ἡ παραπάνω διάκριση, ἀποτέλεσμα τοῦ χαρισματικοῦ καί ἐμπειρικοῦ χαρακτήρα τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας, ἀποτελεῖ τό πνευματικό «κλειδί» κατανοήσεως τοῦ χαρακτήρα τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας. Γι' αὐτό καί ἡ διάκριση αὐτή θά προϋποτίθεται ὁπωσδήποτε σ' ὅλη τήν πραγμάτευση τοῦ θέματός μας, θά τό διαπερνᾶ ἀξονικά καί θά διέπει νοηματικά τά ἐπιμέρους λεγόμενά μας.
Α' Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΗ
Η ΕΝΟΤΗΤΑ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἤδη ὑπαινιχθήκαμε, δέν ἀποτελεῖ μιά αὐτονομημένη καί ἀφηρημένη δογματική ἀλήθεια ἀνεξάρτητη ἀπό τή ζωή της, ἀλλά ἐκφράζει τήν αὐτοσυνειδησία καί τήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία της. Τό μυστηριακό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία, γίνεται ὁ χαρισματικός χῶρος, ὅπου συγκροτεῖται, βιώνεται καί φανερώνεται ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν ὡς εἰκόνα τῆς ἑνότητας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
Ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν ἀποτελεῖ καρπό τῆς μεθέξεώς τους στήν ἄκτιστη Χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί συνιστᾶ ἔκφραση ζωῆς τῆς ΜΙΑΣ καί πάντοτε ἑνιαίας Ἐκκλησίας, ὡς ἀδιάσπαστης ἑνότητας καί τελείας κοινωνίας προσώπων. Κατά συνέπεια, οἱ θεολογικές-ὀντολογικές προϋποθέσεις γιά τήν ἀναφορά τῶν πιστῶν στήν Τριαδική ἑνότητα βρίσκονται στήν ἵδρυση καί σύσταση τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώματος τοῦ Χριστοῦ, στό ὁποῖο ἁρμόζονται οἱ πιστοί ὡς ὀργανικά μέλη του. Οἱ πιστοί ὡς κατοικητήριο τῶν θείων προσώπων, χαρισματικῶς, καλοῦνται νά ζοῦν κατά τό πρότυπο τῆς Τριαδικῆς ἑνότητας καί νά ἐκφράζουν μέ τόν τρόπο αὐτό τήν κοινωνία καί μετοχή τους στή ζωή τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἄλλωστε, κατά τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη, ἡ πραγμάτωση τῆς ἑνότητας τῶν πιστῶν κατά τό πρότυπο τῆς ἑνότητας τῶν θείων προσώπων ἀποτελεῖ καί τή μαρτυρία τους στόν κόσμο:
«ἵνα πάντες ἕν ὦσιν, καθώς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν σοί, ἵνα καί αὐτοί ἐν ἡμῖν ἕν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σύ με ἀπέστειλας» (Ἰω. 17,21).
Στήν παραπάνω Ἀρχιερατική προσευχή ὁ Χριστός, κατά τόν Μέγα Ἀθανάσιο, ζητεῖ ἀπό τόν Πατέρα του τήν ἑνότητα τῶν πιστῶν κατά τό ὑπόδειγμα τῆς δικῆς τους ἑνότητας. Βέβαια, ἐδῶ ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν δέν ἀναφέρεται στή φύση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, γιατί «μόνῃ τῇ φύσει πάντα μακράν ἐστιν αὐτοῦ» (Κατά Ἀρειανῶν 3,26, ΒΕΠ 30, σ. 269). Ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν ὡς μελῶν τῆς μίας καί μοναδικῆς Ἐκκλησίας θεμελιώνεται ὄχι στή φύση ἀλλά στήν ἄκτιστη θεοποιό ἐνέργεια καί δόξα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Εἶναι πέραν πάσης ἀμφιβολίας ἡ τεκμηρίωση τῆς θέσεως αὐτῆς, ἀφοῦ ἡ ἴδια ἡ ὑποστατική Ἀλήθεια, στήν ἄμεση συνέχεια τῆς Ἀρχιερατικῆς προσευχῆς, τό διατυπώνει ἀπερίφραστα:
«Κἀγώ τήν δόξαν ἥν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἕν καθώς ἡμεῖς ἕν ἐσμέν ἐγώ ἐν αὐτοῖς καί σύ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσιν τετελειωμένοι εἰς ἕν, ἵνα γινώσκει ὁ κόσμος ὅτι σύ με ἀπέστειλας καί ἠγάπησας αὐτούς καθώς ἐμέ ἠγάπησας» (Ἰω. 17, 22-23).
Στό χωρίο αὐτό βρίσκεται συμπυκνωμένα τό ἑρμηνευτικό «κλειδί» κατανοήσεως τῆς ἁγιοπνευματικῆς βάσεως τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας . Ἐκεῖνο πού ἑνοποιεῖ τούς πιστούς στήν Ἐκκλησία, ἤ ἐκεῖνο πού κάνει τήν Ἐκκλησία ἕνα καί ἀδιάσπαστο, ὀργανικό, θεανθρώπινο σῶμα, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἄκτιστη θεοποιός δόξα καί Χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἡ ἄκτιστη αὐτή θεότητα, πού συνέχει καί τελειοποιεῖ τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, οἰκειώνεται χαρισματικά καί παραμένει ἐσαεί λειτουργικά στήν Ἐκκλησία, μυστηριακῶς, χάριν τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι καί ἡ κεφαλή τοῦ ἑνός θεανθρωπίνου σώματος τῆς Ἐκκλησίας (βλ. Ἐφ. 1, 22-23). Στό σῶμα αὐτό πραγματώνεται ὀντολογικῶς καί χαρισματικῶς τό «ἐγώ ἐν αὐτοῖς» τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί τό ἑνιαῖο φρόνημα
Κατά συνέπεια, ὁ ἀναγκαῖος ὅρος τῆς ἑνότητάς μας μέ τόν Τριαδικό Θεό ἐν Χριστῷ εἶναι ἡ χαρι- σματική παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα μας ἐνεργῶς. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ ἑνότητά μας μέ τόν Τριαδικό Θεό δέν ὀφείλεται σέ προσόν τῆς φύσεώς μας, ἀλλά στό Ἅγιο Πνεῦμα. (Βλ. Μ. Ἀθανασίου, Kατά Ἀρειανῶν 3, 25, ΒΕΠ 30, 271: «Τό Πνεῦμά ἐστιν τό ἐν τῷ Θεῷ τυγχάνον, καί οὐχ ἡμεῖς καθ' ἑαυτούς»). Πρακτικῶς, ἡ χαρισματική αὐτή ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας φανερώνεται μέ τή συμφωνία τῆς γνώμης καί τήν ὕπαρξη ἑνιαίου φρονήματος σέ μᾶς (βλ. Κατά Ἀρειανῶν 3,23, ΒΕΠ 30, 269).
Ἄν ὅμως ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησιας ὡς μυστηριακοῦ καί Θεανθρωπίνου σώματος, ἀλλά καί ἡ ἑνότητα τῶν ἐπιμέρους πιστῶν ὡς μελῶν τῆς Ἐκκλησίας μεταξύ τους, κατά τό πρότυπο τῆς ἑνότητας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, πραγματοποιεῖται ἄμεσα καί προσωπικά ἀπό τόν ἴδιο τόν Τριαδικό Θεό διά τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τότε γίνεται εὔκολα κατανοητό ὅτι οἱ ἑτερόδοξοι -Ρωμαι- οκαθολικοί καί Προτεστάντες- πού σέ καμία περίπτωση δέν συνιστοῦν Ἐκκλησίες ἀλλά θρησκευτι- κές κοινότητες μέ ἐκκλησιαστικό ὄνομα, ἀλλοιώνοντας διά τοῦ Filioque τήν ἀποστολική πίστη τῆς Ἐκκλησίας στόν Τριαδικό Θεό καί πρακτικῶς μή κάνοντας τήν διάκριση ἀκτίστου οὐσίας καί ἀκτίστου ἐνεργείας στό Θεό, καθιστοῦν ἀνέφικτη τήν ὀντολογικοῦ καί χαρισματικοῦ χαρακτήρα ἑνότητά τους μέ τόν Τριαδικό Θεό καί μαζί μας ἐν Χριστῷ. Ἀλλά καί κάθε ἄλλη ἐπιδιωκόμενη μορφή ἑνότητας μέ τούς ἑτεροδόξους, πού παρακάμπτει τίς παραπάνω θεολογικές προϋποθέσεις γιά τήν «ἅπαξ παραδοθεῖσαν πίστιν», εἶναι στήν πραγματικότητα ἀνέφικτη.
Ὡστόσο ὅμως, οἱ ἐκπρόσωποι τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μέ τό συντονιστικό κέντρο, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἐμφανίζονται νά ἔχουν ἄλλη θεώρηση γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἐπ' αὐτοῦ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικό τό γεγονός, ὅτι στήν πρώτη παράγραφο τοῦ ὑποβληθέντος Προσχεδίου τῆς Μικτῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς γιά τόν Θεολογικό Διάλογο μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς στήν Κύπρο, τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2009, μνημονεύεται ὅτι στό συμφωνηθέν κοινό Κείμενο τῆς Ραβέννας (2007) Ρωμαιοκαθολικοί καί Ὀρθόδοξοι κάνουν λόγο γιά
«τήν ἐποχή τῆς ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας», (βλ. Κείμενο τῆς Ραβέννας παρ. 41).
Εἶναι σαφές ὅτι ἡ διατύπωση αὐτή προϋποθέτει γιά τά μέλη τῆς Μ.Δ.Ε. πώς σήμερα δέν ὑφίσταται ἡ ἀδιαίρετη Ἐκκλησία. Καί ἑπομένως, σήμερα ἡ Ἐκκλησία εἶναι διηρημένη, παρά τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, πού ὁμολογοῦμε λεκτικά στό Σύμβολο τῆς Πίστεώς μας. Αὐτό ὅμως σημαίνει ἔκπτωση ἀπό τήν Ἐκκλησία ὅλων ἐκείνων, πού συνειδητά ὑποστηρίζουν ὅσα τό Κείμενο τῆς Ραβέννας διαλαμβάνει γιά τήν ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἐπειδή ἔμμεσα πλήν σαφῶς δέν ἀποδέχονται μέρος τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἀλλά, ἤδη πολύ νωρίτερα, οἱ Ρωμαιοκαθολικοί διαφοροποιήθηκαν ἀπό τή δογματική διδασκαλία τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου μέ τήν προσθήκη τοῦ Filioque. Τό Filioque κυοφορήθηκε καί φανερώθηκε στή Δύση, ὅταν ὑποχώρησε ἡ βίωση τῆς χαρισματικῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στό ἐκκλησιαστικό πλήρωμα τῆς δικαιοδοσίας τοῦ πάπα.
Οὐσιαστικά τό Filioque ἀπετέλεσε τήν ἀποκρυστάλλωση τῆς ἀποξενώσεως ἀπό τήν βιωματική ἐμπειρία τῆς ἀκτίστου Χάριτος καί ἐνεργείας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, μέσω τῆς ὁποίας πραγματοποιεῖται ἡ ἄμεση καί ἀληθινή κοινωνία μέ τόν ἄνθρωπο στόν κατεξοχήν φορέα τῆς ἑνότητας Θεοῦ καί ἀνθρώ- που, δηλαδή στήν Ἐκκλησία.
Κατά συνέπεια, ἐξαιτίας τῆς δογματικῆς διαφοροποιήσεώς μας ἀπό τούς Ρωμαιοκαθολικούς δέν μπορεῖ νά ὑφίσταται οὔτε οὐσιαστικά οὔτε τυπικά ἑνότητα μαζί τους.
Ὡστόσο ὅμως, τό δογματικῶς καί ἐκκλησιολογικῶς παράδοξο εἶναι, ὅτι τό Κείμενο τῆς Ραβέννας -συνεπές πρός τά προηγούμενα κοινά Κείμενα τοῦ Μονάχου, τοῦ Bari, τοῦ Βάλαμο καί τοῦ Balamand- κάνει λόγο γιά κοινή ἀποστολική πίστη, κοινά μυστήρια καί ἐκκλησιακό χαρακτήρα τῶν ἑτεροδόξων.
Ἔτσι, δίνεται ἡ ἐσφαλμένη καί βλάσφημη ἐντύπωση ὅτι μέ τό κοινό αὐτό Κείμενο τῆς Ραβέννας διαψεύδεται ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος μᾶς διαβεβαίωσε ὅτι τά ἀποκομμένα ἀπό τήν ἄμπελο κλήματα δέν μποροῦν νά φέρουν καρπό. Τά μέλη τῆς Μ.Δ.Ε. δηλαδή διαβεβαιώνουν στά κοινά Κείμενά τους, ὅτι παρά τίς αἱρετικές ἀποκλίσεις τους οἱ Ρωμαιοκαθολικοί συνιστοῦν Ἐκκλησία καί ὅτι ἔχουν γνήσια μυστήρια. Εἶναι θεολογικῶς ἀλλά καί λογικῶς ὄντως παράδοξο, πῶς οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Ὀρθοδόξων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν δέν ἀντιλαμβάνονται τό κολοσσιαῖο δογματικό σφάλμα τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν γιά τόν κτιστό χαρακτήρα τῶν μυστηρίων τους, τό ὁποῖο σφάλμα ἀκυρώνει κυριολεκτικά τόν παραπάνω ἰσχυρισμό τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, πού προσυπογράφουν καί οἱ Ὀρθόδοξοι ἀντιπρόσωποι. Οἱ ἴδιοι οἱ Ρωμαιοκαθολικοί μᾶς πιστοποιοῦν μέ τή δογματική διδασκαλία τους γιά τήν κτιστή Χάρη, ὅτι εἶναι ἐμπειρικῶς ἄμοιροι τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Θεανθρώπινου χαρακτήρα τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἑνότητάς της. Κατά συνέπεια, μέ τίς ὑφιστάμενες προϋποθέσεις εἶναι θεολογικῶς τελείως ἄστοχο καί ἄσκοπο νά ἐπιχειρεῖται ἐκκλησιαστικοῦ χαρακτήρα ἑνότητα μαζί τους.
Εἶναι πρακτικῶς ἄλλωστε καί τελείως ἀνέφικτη αὐτή ἡ ἑνότητα, ἐπειδή ἀντίκειται στίς θεολογικές προϋποθέσεις τῆς Ἐκκλησίας καί στό ὀντολογικό περιεχόμενο τοῦ χαρακτήρα της.
Β΄ Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΛΑΤΡΕΙΑ
Η οποιαδήποτε μορφή ἑνότητας στήν Ἐκκλησία,
χωρίς τήν λειτουργική καί εὐχαριστιακή ἑνότητα, εἶναι σίγουρα μιά ἀτελής ἑνότητα. Ἡ ἴδια ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἑνιαίου σώματος, εἶναι κατεξοχήν μυστηριακό γεγονός. Μέ τά μυστήριά της ἡ Ἐκκλησία ἐντάσσει τούς ἀνθρώπους στό μυστηριακό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τούς συνέχει καί τούς ἑνοποιεῖ μέ τήν κεφαλή τοῦ σώματος ἀλλά καί μεταξύ τους.
Τέλος, τούς κάνει ἕνα Πνεῦμα μέ τόν Τριαδικό Θεό ἐν Χριστῷ διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, προσφέροντας σ᾽ αὐτούς τήν χαρισματική θέωσή τους ἀνάλογα μέ τό βαθμό δεκτικότητάς τους, μέ τρόπο δυναμικό, προοδευτικό καί ἀτελεύτητο στό πλαίσιο τῆς ἄκτιστης βασιλείας τοῦ Χριστοῦ, τῆς ἀνέσπερης καί ἀδιάδοχης ὀγδόης ἡμέρας τοῦ μέλλοντα ἀΐδιου αἰώνα.
Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς συνόλου καί ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν ὡς μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ἔχει τήν αἰσθητή, ὁρατή φανέρωσή της στήν Εὐχαριστιακή Σύναξη κατά τή Θεία Λατρεία, καί εἰδικώτερα καί κατεξοχήν κατά τή μετοχή τῶν πιστῶν στή Θεία Κοινωνία. Τότε ἀκριβῶς, στό μέτρο τῆς καθαρότητας καί δεκτικότητάς μας κοινωνοῦμε μέ τή μορφή ἀρραβῶνος στήν ἄκτιστη βασιλεία τοῦ Χριστοῦ. Τότε ἑνωνόμαστε πραγματικῶς, χαρισματικά, διά τῆς ἀκτίστου θεοποιοῦ Χάριτος καί ἐνεργείας, μέ τόν ὅλο Τριαδικό Θεό, μέ τή Μητέρα τοῦ Θεοῦ, μέ τούς ἀσώματους νοερούς νόες, μέ τούς ἀπό αἰώνων εὐαρεστήσαντες τόν Θεό κεκοιμημένους δικαίους καί ἁγίους, ἀλλά καί μέ ὅλους τούς ἀνά τήν οἰκουμένη πιστούς, πού εἶναι ὀργανικά μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ καί δεκτικά τῆς ἀκτίστου θεοποιοῦ Χάριτός Του. Εἶναι ἐπ᾽ αὐτοῦ χαρακτηριστική ἡ αἰσθητή -λεκτική καί ἀκουστική ἐμπειρία τῆς Εὐχαριστιακῆς Συνάξεως διά τῆς ἀναφορᾶς τοῦ προϊσταμένου τῆς Θείας Εὐχαριστίας ὄχι μόνο στούς προαπελθόντες ἁγίους, ἀλλά ὀνομαστί καί στήν ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας σήμερα, κατά τήν κορυφαία στιγμή τοῦ Καθαγιασμοῦ τῶν Τιμίων Δώρων.
Ἐδῶ ὅμως πρέπει νά δώσουμε κάποιες ἀπαραίτητες θεολογικές διευκρινίσεις, ἐπειδή
σήμερα κινδυνεύουμε ἀπό μία ὕποπτη, φιλτραρισμένη, μυστηριακή, θά ἔλεγα τολμηρά, εἰδωλολατρεία. Αὐτή προωθεῖται ἀπ' ὅσους -γιά λόγους σκοπιμότητας- τονίζουν μονομερῶς τή
θεσμική ἔκφραση τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἐάν αὐτά λει-τουργοῦν ἀπροϋπόθετα, μαγικῶς καί μηχανιστικῶς, ἀκόμη καί ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι ὅμως παραγνωρίζεται ἡ Πατερική θεώρηση τῶν μυστηρίων ὡς
ἐκφάνσεων τῆς Ἐκκλησίας.
Τά μυστήρια εἶναι τά κλαδιά τοῦ δέντρου τῆς Ἐκκλησίας, τά μέλη τῆς καρδιᾶς της, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας. Αὐτά παρέχουν τήν ἄκτιστη ἑνοποιό δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γιά τήν πραγμάτωση καί τή βίωση τῆς ὀντολογικοῦ χαρακτήρα ἑνότητας τῶν πιστῶν- μελῶν ὑπό σαφεῖς προϋποθέσεις.
Πῶς πραγματώνεται ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας
Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας λοιπόν πραγματώνεται διά τῆς ἀκτίστου θεοποιοῦ Χάριτος μυστηριακῶς καί ἰδιαίτερα διά τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ὄχι ὅμως μηχανιστικῶς καί ἀπροϋποθέτως. Ἀπεναντίας ἡ χαρισματική ἕνωση προϋποθέτει ἀπό τούς πιστούς τήν
καθαρότητα ἀπό τήν ἁμαρτία, τήν
ἐλεύθερη συνεργία τους καί τό
αὐτό φρόνημα ὡς πρός τήν πίστη. Ἄλλωστε, ὁ Θεός δοξάζεται ὀρθά στό πλαίσιο τῆς Θείας Λατρείας, μόνον ὅταν ἡ δοξολογία γίνεται «ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ». Τοῦτο ὅμως προϋποθέτει ὄχι μόνο μία πίστη, ἀλλά καί μία ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ ζωή. Αὐτό εἶναι θεολογικῶς εὐνόητο, γιατί ὁ Θεός ὡς αὐτοδόξαστος,
μπορεῖ πρακτικῶς νά δοξάζεται πραγματικά καί ἀπό ἐμᾶς, μόνον ὅταν ὁ ἴδιος ἐνεργεῖ ἐντός ἡμῶν διά τοῦ Πνεύματός Του.
Αὐτό ὅμως συμβαίνει, μόνον ὅταν ἔχουμε
ἐνεργό ἐντός ἡμῶν τό δικό Του Πνεῦμα, πού λάβαμε κατά τήν προσωπική μας Πεντηκοστή, στό ἅγιο Χρίσμα.
Ὅταν ὅμως συμβαίνει ἡ ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας νά ἔχει ἄλλο φρόνημα, καί μάλιστα ἀντίθετο μέ τή δογματική συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτή ἐκφράστηκε στίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τότε προφανῶς ἡ ἑνότητα τῆς ἡγεσίας μέ τό σῶμα καί τήν κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας ἐμφανίζεται λειτουργικῶς προβληματική. Ἰδιαίτερα προβληματική γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στή λατρεία ἐμφανίζεται ἡ κατάσταση ἐκείνη, κατά τήν ὁποία ἡ συγκεκριμένη ἡγεσία, πού μνημονεύεται στή θεία Εὐχαριστία, συμβαίνει νά φρονεῖ, νά ζεῖ καί νά συμπεριφέρεται κατά τρόπο ἀσύμβατο πρός τό γράμμα καί τό πνεῦμα τῶν ἱερῶν Κανόνων Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
Ὅταν συμβαίνει, ἡ ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας νά προβαίνει σέ
συμπροσευχές μέ τούς ἑτεροδόξους καί νά
ἀποδέχεται, ἔστω καί σιωπηρῶς, τά κοινά Κείμενα πού ὑπογράφουν οἱ ἀντιπρόσωποί της μέ τούς ἑτεροδόξους, ὅταν δηλαδή ἔμμεσα πλήν σαφῶς στήν πράξη θεωρεῖ ὅτι οἱ ἑτερόδοξοι συνιστοῦν
ἐκκλησίες, μέ τήν
ἐκκλησιολογική ἔννοια τοῦ ὅρου, καί ὅτι ἔχουν κατά συνέπεια
γνήσια μυστήρια, παρά τό γεγονός ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ ἑτερόδοξοι
ἀρνοῦνται δογματικῶς τόν
ἄκτιστο χαρακτήρα τῆς Χάριτος καί ἐνεργείας τῶν μυστηρίων,
ἀδειάζοντας ἔτσι κυριολεκτικά τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καί τόν θεανθρώπινο χαρακτήρα της καί
ὑποβιβάζοντάς το σέ καθαρά ἀνθρώπινο ὀργανισμό,
τότε ἀσφαλῶς φαλκιδεύεται σέ κάποιο βαθμό ἡ ἑνότητα τῆς συγκεκριμένης ἡγεσίας μέ τήν Ἐκκλησία καθεαυτήν.
Πρακτικῶς τότε, ἡ ἐπιδιωκόμενη ἑνότητα αὐτῆς τῆς ἡγεσίας ἐξαντλεῖται στό κτιστό καί ἀνθρώπινο ἐπίπεδο.
Τότε αὐτή ἡ ἑνότητα δέν συμπεριλαμβάνει στήν πραγματικότητα τόν Τριαδικό Θεό, ἀφοῦ οἱ πρός ἑνότητα Ρωμαιοκαθολικοί ἐξακολουθοῦν νά ἀρνοῦνται δογματικῶς τόν ἄκτιστο χαρακτήρα τῆς θείας Χάριτος, πού ὡς θεότητα γεφυρώνει ὀντολογικῶς τό χάσμα ἀνάμεσα στόν ἄκτιστο Τριαδικό Θεό καί τόν κτιστό ἄνθρωπο.
Ἔτσι ὅμως καταργεῖται στήν πράξη ἡ θεία κοινωνία τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ μέ τόν κτιστό ἄνθρωπο.
Ἀλλά καί ὅταν συμβαίνει ἡ ζωή ἡμῶν τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας νά μή εἶναι συμβατή μέ τό φρόνημα τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας, τότε ἡ ἐμφανιζόμενη κατά τήν θεία λατρεία θεσμική ἑνότητά μας εἶναι ἐξωτερική καί συμβατική. Σαφῶς δέν εἶναι ἐκείνη, πού ὁ Χριστός ζήτησε ἀπό τό Θεό Πατέρα στήν Ἀρχιερατική προσευχή Του, ἐπειδή δέν λαμβάνει σοβαρά ὑπόψη αὐτή ἡ ἑνότητα τίς θεολογικές καί ἁγιοπνευματικές προϋποθέσεις γιά τήν οἰκείωση καί τήν ἐν πάσῃ αἰσθήσει βίωσή της.
Ἀτυχῶς ἡ ἡμερολογιακή μεταρρύθμιση, σέ συνδυασμό μέ τά προβληματικά θεολογικῶς οἰκουμενιστικά ἀνοίγματα, στό πλαίσιο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἔγινε αἰτία γιά τή διασάλευση τῆς λατρευτικῆς καί διοικητικῆς ἑνότητας τῶν νεοημερολογιτῶν μέ τούς ὀρθόδοξους παλαιοημερολογίτες ζηλωτές. Ἔχουμε τή γνώμη, ὅτι τό πρόβλημα αὐτό θά πρέπει νά ἀπασχολήσει θεολογικά καί ἀγαπητικά τήν ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐφόσον συμβαίνει νά εἶναι κοινή μεταξύ μας ἡ ὀρθόδοξη πίστη. Ἡ καταγραμμένη μετά τό 1920 ἱστορία μας μπορεῖ νά βοηθήσει ἀμοιβαίως σέ αὐτοκριτική γύρω ἀπό τό πρόβλημα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μέ σκοπό τήν ἀποκατάσταση τῆς πλήρους ἑνότητας καί κοινωνίας μεταξύ μας.
Γ΄ Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ
Αὐτή ἀναφέρεται συγκεκριμένα στήν ἱεροκανονική καί ὀργανωτική ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί ἔχει τήν θεολογική θεμελίωσή της οὐσιαστικά στό βασιλικό-ποιμαντικό ἀξίωμα τοῦ Χριστοῦ.
Εἰδικώτερα, ἡ ἑνότητα στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας σχετίζεται ἄμεσα μέ τήν παραδοσιακή
δομή της, τήν ἐσχατολογικοῦ χαρακτήρα
ὀντολογία της, ἀλλά καί τήν χαρισματικοῦ χαρακτήρα
ταυτότητά της.
Ἐκτροπή ἀπό τήν θεσμική ἀποδοχή της συνιστοῦν οἱ παγιωμένες αἱρέσεις καί τά παγιωμένα ἐκκλησιαστικά σχίσματα.
Ἡ ὁρατή ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καθεαυτήν ἐκφράζεται, ὅπως εἴπαμε ἤδη, μυστηριακῶς κατά τήν Θεία Λατρεία καί πιό συγκεκριμένα καί κατεξοχήν στή Θεία Εὐχαριστία. Ὅμως, ἐξίσου ἡ ὁρατή ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας φανερώνεται διαχρονικά ἀδιαμφισβητήτως στήν κορυφαία διοικητική ἔκφραση τῆς Ἐκκλησίας, κατά τίς
Οἰκουμενικές Συνόδους. Σ᾽ αὐτές διατυπώνεται συνοδικῶς καί ἀλαθήτως -μέ κάθε δυνατή ἀκρίβεια- τό φρόνημα τῆς Θεανθρώπινης κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας, πού ἐκφράζει καί τόν ὅλο Τριαδικό Θεό, ἀφοῦ ἕνα εἶναι τό θέλημα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Αὐτός ἀκριβῶς ὁ χαρακτήρας τοῦ περιεχομένου τῆς συνοδικῆς ἐκφράσεως τῆς ὅλης Ἐκκλησίας διασώζεται στήν χαρακτηριστική δια τύπωση αὐτῶν τῶν Συνόδων, ὅπως εἶναι λ.χ. ἡ διατύπωση στήν Ἀποστολική Σύνοδο τῶν Ἱεροσολύμων:
«ἔδοξε τῷ πνεύματι τῷ ἁγίῳ καί ἡμῖν» (Πρξ. 15,28) ἤ ὅπως στίς Οἰκουμενικές Συνόδους:
«ἑπόμενοι τοίνυν τοῖς ἁγίοις πατράσι...».
Ἔτσι, τό ἕνα φρόνημα τῆς ἡγεσίας τῆς Ἐκκλησίας διασφαλίζεται ἀπό τό φρόνημα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού εἶναι ἐνεργό στά ἐπιμέρους μέλη τῆς ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας καί αὐτό πιστοποιεῖται ἀντικειμενικά, ἐφόσον οἱ ἱεράρχες ἐκφράζονται ταπεινά, ὡς «ἑπόμενοι, δηλαδή, τοῖς ἁγίοις Πατράσι». Τοῦτο σημαίνει, ὅτι κάθε σύνοδος τῶν ἐπισκόπων ὀφείλει νά εἶναι σύμφωνη καί «ἑπομένη τοῖς ἁγίοις Πατράσι». Διαφορετικά, ἡ ὁποιαδήποτε ἀπόφανσή της θά εἶναι ὄχι μόνον θεσμικά ἀλλά καί οὐσιαστικά μετέωρη.
Ἁγιοπνευματικαί προϋποθέσεις
«
Κλειδί» γιά τήν διαπίστωση τῆς γνησιότητας τοῦ φρονήματος τῆς Ἐκκλησίας, πού ἐκφράζει ἡ διοίκηση τῆς ἐπιμέρους τοπικῆς ἤ τῆς σύνολης Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ δογματική συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι, ἡ δογματική συνείδηση τῶν μελῶν τῆς ὅλης Ἐκκλησίας ἀναδεικνύεται σέ ὑπέρτατο κριτήριο τῆς ἀληθείας. Σέ τελευταία δηλαδή ἀνάλυση καί αὐτή
ἡ Οἰκουμενικότητα μιᾶς Πανορθοδόξου Συνόδου κρίνεται ἀλαθήτως ἀπό τό πλήρωμα τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, καί εἰδικώτερα ἀπό τή δογματική συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Τό τελευταῖο τοῦτο παρέχει προσδιοριστική σημασία στήν ἑνότητα τοῦ μυστηριακοῦ σώματος, τό ὁποῖο ἐκφράζεται ἀδιαμφισβήτως θεσμικά ἀπό τήν ἀνώτατη ἡγεσία τῆς ὅλης Ἐκκλησίας στό πλαίσιο μιᾶς Πανορθοδόξου ἤ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἀπό τά παραπάνω γίνεται σαφές, ὅτι
ἡ ἑνότητα στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας διασφαλίζεται θεσμικά μέν, ἀλλά ὄχι μηχανιστικά καί δημοκρατικά. Διασφαλίζεται μόνον ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Τοῦτο πρακτικῶς σημαίνει, ὅτι ἡ ἑνότητα στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας ἔχει ὀντολογικές καί εἰδικώτερα ἁγιοπνευματικές προϋποθέσεις.
Προϋποθέτει δηλαδή τήν ὀντολογική ἑνότητα τῶν πιστῶν στό μυστηριακό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἐν πάσῃ αἰσθήσει βίωση τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ὡς ἄκτιστη θεοποιός Χάρη συνέχει τό μυστηριακό σῶμα καί γεφυρώνει χαρισματικῶς καί ὑπαρξιακῶς (ὀντολογικῶς) τά κτιστά μέλη μέ τήν ἄκτιστη θεότητα τῆς Θεανθρώπινης Κεφαλῆς τοῦ μυστηριακοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας.
Αὐτό σημαίνει, ὅτι εἶναι θεολογικῶς θεμιτό καί πνευματικῶς ἐπιβεβλημένο ὁ ὁποιοσδήποτε πιστός νά μπορεῖ νά ἀμφισβητεῖ τήν θεσμικῶς ἐκφρασθεῖσα συνοδική ἀπόφανση τῆς ἀνωτάτης διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἐφόσον μέ βεβαιότητα διαπιστώνει ὅτι αὐτή ἡ συγκεκριμένη ἀπόφανση δέν εἶναι «ἑπομένη τοῖς ἁγίοις Πατράσι».
Σημειωτέον, ὅτι μέ τή στάση του αὐτή παραμένει ἑνωμένος μέ τήν Κεφαλή τοῦ μυστηριακοῦ σώματος, ἀλλά καί μέ τήν ὅλη Ἐκκλησία. Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στή διοίκησή της
δέ διασφαλίζεται μηχανιστικῶς μέ τόν ἁγιοπνευματικό πράγματι θεσμό τῆς Συνοδικότητας.
Προϋποθέτει ὁπωσδήποτε καί τό αὐτό ἁγιοπνευματικό φρόνημα τῶν συνοδικῶν ἀρχιερέων.
Ἄλλωστε, ἀληθινά συνοδικός κατά τό γράμμα καί κυρίως κατά τό πνεῦμα τῆς λέξεως εἶναι αὐτός πού βρίσκεται μαζί στήν Ὁδό, ἡ ὁποία Ὁδός στήν περίπτωση αὐτή εἶναι ἡ ὑποστατική Ὁδός, ὁ Χριστός. Εἶναι δέ μαζί Του ὁ συνοδικός ὄχι ἁπλῶς τυπικῶς καί θεσμικῶς, ἀλλά κυρίως οὐσιαστικῶς καί ἐνεργῶς μόνον ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, μόνον ὅταν ἔχει ὄντως «νοῦν Χριστοῦ». Πρακτικῶς, αὐτό συμβαίνει μόνον ὅταν ἔχει προηγουμένως ὁ νοῦς του καθαρότητα μέ τό θεῖο καί θεοπτικό φῶς.
Δέν διασφαλίζεται ἀπό τό Πρωτεῖον
Ἀπό τά παραπάνω εἶναι προφανές, ὅτι
ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας γενικώτερα -ἀλλά καί εἰδικά στή διοίκησή της- δέ διασφαλίζεται ἀπό τόν Πρῶτο καί Πρόεδρο τῆς ὁποιασδήποτε συνόδου, ἀλλά οὔτε καί ἀπό τό πλῆθος τῶν ἐπισκόπων, ὅταν συμβαίνει αὐτοί νά ὑπηρετοῦν πρόσωπα «ἡγουμένων» τῆς Ἐκκλησίας, προκειμένου νά εἶναι ἀρεστοί σ’ αὐτούς. Ἄν ὅμως θεωρήσουμε τόν ἑκάστοτε Πρῶτο στή διοικητική ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἐκφραστή καί ἐγγυητή τῆς ἑνότητάς της –τόσο κατά τήν πρώτη χιλιετία, λ.χ. τόν πάπα, ὅπως θέλουν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, ὅσο καί κατά τήν δεύτερη χιλιετία, στό πλαίσιο τῆς Ὀρθοδοξίας, τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, ὅπως φαίνεται νά εἰσηγοῦνται κάποια ἐπώνυμα κείμενα τελευταίως-
τότε ἀναπόφευκτα θά πρέπει νά δεχθοῦμε, ὅτι καί κάποιοι Πρῶτοι καταδικασθέντες ὡς αἱρετικοί, τόσο στή Δύση ὅσο καί στήν Ἀνατολή, διασφάλιζαν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν αἵρεσή τους, ἐνόσω βρίσκονταν στήν διοικητική θεσμικά θέση τους.
Τοῦτο ὅμως θά σήμαινε ὅτι ἡ ἑνότητα διασφαλίζονταν
μηχανιστικά, ἐρήμην τῆς ἐσφαλμένης προσωπικῆς πίστεως τῶν Πρώτων.
Ἀλλά θά σήμαινε ἀκόμη ὅτι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας δέν ἔχει ὀντολογικό καί ἁγιοπνευματικό χαρακτήρα, ἤ ὅτι ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νά ὑφίσταται εἴτε διηρημένη εἴτε ἐν αἱρέσει. Κάτι τέτοιο ὅμως ἔρχεται σέ πλήρη ἀντίφαση μέ τήν δογματικῶς ὁριοθετηθεῖσα πίστη, πού ἐκφράζουμε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως γιά τή ΜΙΑ Ἐκκλησία.
Τό κοινό Κείμενο τῆς Ραβέννας (2007, &41) φαίνεται νά ὑποστηρίζει ἔμμεσα πλήν σαφῶς τό θεσμό τοῦ Πρωτείου μέ ἰσχύ ἐφόλης τῆς Ἐκκλησίας, παρά τή διαφορετική κατανόησή του σ’ Ἀνατολή καί Δύση κατά τήν πρώτη χιλιετία. Ἀπ’ ὅσο γνωρίζουμε, στούς σχετικούς Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων γίνεται λόγος γιά «
Πρεσβεία τιμῆς» καί ὄχι γιά Πρωτεῖο διοικητικῆς ἐξουσίας σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο. Ἡ ὅποια ἀναφορά σέ «Πρῶτο» περιορίζει τίς διοικητικές ἁρμοδιότητές του σέ αὐστηρά τοπικό-ἐπαρχιακό ἐπίπεδο.
Ἔχουμε τή γνώμη, ὅτι δέν εἶναι θεολογικῶς καί πατερικῶς ἐπιτρεπτό νά κάνουμε θεολογικό διάλογο μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς γιά Πρωτεῖο τοῦ πάπα ἐφόλης τῆς Ἐκκλησίας, ἔστω καί κατά τήν πρώτη χιλιετία, ἐνόσῳ οἱ Ρωμαιοκαθολικοί δέν ἀποτελοῦν μέλη τῆς Ἐκκλησίας παραμένοντας ἕως σήμερα σταθερά στίς αἱρετικές θέσεις τους γιά τό Filioque καί τήν κτιστή θεία Χάρη, σέ συνδυασμό μέ τό Πρωτεῖο καί τό Ἀλάθητο τοῦ πάπα.
Ορθόδοξος Τύπος 1 Οκτωβρίου ΄10
http://www.orthodoxostypos.gr/Photos/Pages/1847.pdf
ΠΗΓΗ:
http://anavaseis.blogspot.com/