Ψυχοφελή μηνύματα...
Συντονιστής: Συντονιστές
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 54715
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
ΑΓΆΠΗ ΧΩΡΊΣ ΠΌΝΟ ΕΊΝΑΙ
ΧΡΥΣΌΣ ΧΩΡΊΣ ΛΆΜΨΗ !!
Η αγάπη δεν ανθεί στα γλέντια και στις χαρές αλλά ανθίζει με τις πηγές των δακρύων από τις δοκιμασίες του πόνου.
Ο πόνος είναι ευκαιρία για να δούμε ποια είναι τελικά η μεταξύ μας αγάπη, στους εχθρούς και στους πειρασμούς θα φανούν αν τα οχυρά είναι δυνατά και εξοπλισμένα....
ΑΝ ΑΓΑΠΆΣ ΑΛΗΘΙΝΆ ΚΑΙ ΈΧΕΙΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΌ ΣΤΗ ΖΩΉ ΣΟΥ ΜΗΝ ΦΟΒΆΣΑΙ ΤΟΝ ΠΌΝΟ, ΈΧΕΙΣ ΉΔΗ ΤΟΝ ΚΑΤΆΛΛΗΛΟ ΕΞΟΠΛΙΣΜΌ ΓΙΑ ΝΑ ΝΙΚΗΘΕΊ Ο ΕΧΘΡΌΣ ΚΑΤΆ ΚΡΆΤΟΣ..
ΧΡΥΣΌΣ ΧΩΡΊΣ ΛΆΜΨΗ !!
Η αγάπη δεν ανθεί στα γλέντια και στις χαρές αλλά ανθίζει με τις πηγές των δακρύων από τις δοκιμασίες του πόνου.
Ο πόνος είναι ευκαιρία για να δούμε ποια είναι τελικά η μεταξύ μας αγάπη, στους εχθρούς και στους πειρασμούς θα φανούν αν τα οχυρά είναι δυνατά και εξοπλισμένα....
ΑΝ ΑΓΑΠΆΣ ΑΛΗΘΙΝΆ ΚΑΙ ΈΧΕΙΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΌ ΣΤΗ ΖΩΉ ΣΟΥ ΜΗΝ ΦΟΒΆΣΑΙ ΤΟΝ ΠΌΝΟ, ΈΧΕΙΣ ΉΔΗ ΤΟΝ ΚΑΤΆΛΛΗΛΟ ΕΞΟΠΛΙΣΜΌ ΓΙΑ ΝΑ ΝΙΚΗΘΕΊ Ο ΕΧΘΡΌΣ ΚΑΤΆ ΚΡΆΤΟΣ..
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 54715
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
«Με δάκρυα και συντριβή καρδίας»!
Ο Μεγάλος πατέρας και διδάσκαλος της Εκκλησίας μας, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αρκετές φορές που αναφέρεται στον Απόστολο Παύλο, γεμάτος ιερό δέος, κηρύσσει ότι η αποστολική του καρδιά ήταν ένα ηφαίστειο που φλεγόταν από την αγάπη του Θεού και τον πόθο για τον καταρτισμό των πνευματικών του τέκνων.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόδειξη αυτής της πραγματικότητας η οποία και φαίνεται στο κλείσιμο της Αποστολικής περικοπής που θα αναγνωσθεί την Κυριακή στη λατρευτική μας σύναξη.
«Εκ γαρ πολλής θλίψεως και συνοχής καρδίας έγραψα υμίν δια πολλών δακρύων, ουχ ίνα λυπήσθε, αλλά την αγάπην ίνα γνώτε, ήν έχω περισσότέρως προς υμάς» (Β’ Κορ. Β’ 4).
Μη νομίσετε δηλ. ότι για τους ελέγχους που σας έγραψα στην επιστολή μου εκείνη εγώ δεν δοκίμασα τίποτε. Διότι σας έγραψα από πολλή θλίψη και στενοχώρια της καρδιάς. Με δάκρυα πολλά, όχι για να λυπηθείτε, αλλά για να γνωρίσετε την αγάπη, την οποία υπερβολικά έχω προς εσάς.
Χρειάζεται άραγε, μετά το ξέσπασμα αυτό, μετά την πλήμμυρα των δακρύων και την έκφραση αυτής της πατρικής στοργής για τα εν Κυρίω τέκνα του, να προσθέσουμε κάτι άλλο;
Τούτο μόνο πρέπει να τονισθεί στο σημείο αυτό. Τόσο για τους πνευματικούς, όσο και για τους κατά σάρκα πατέρες.
Μόνο όποιος έχει πρώτα θυσιασθεί για τα τέκνα του, μπορεί στη συνέχεια δικριτικά να τα ελέγχει και να τους κάνει λόγο «περί πολλών δακρύων». Και όπως έγραφε μια μεγάλη μορφή που είχε γευθεί, τόσο τον πόνο, όσο και την αγάπη: «μόνο αυτός που αγαπά έχει δικαίωμα να ¨πονέσει¨ αυτόν που αγαπά»!
Τους γράφει λοιπόν με πόνο και αγάπη. Άλλωστε, όπως τους τονίζει, γι’ αυτό και τους είχε αποστείλει την προηγούμενη αυστηρή του επιστολή, για να διορθωθούν. «Και όταν θα έλθω, να μη βρεθώ στην ανάγκη να λυπηθώ από σας, από τους οποίους θα έπρεπε μόνο χαρά να δέχομαι. Και ασφαλώς, για να μη λυπηθείτε κι εσείς, διότι είμαι απολύτως βέβαιος, ότι η δική μου χαρά είναι χαρά όλων σας».
Ακριβώς δε επάνω στη βάση αυτή, η «χρυσή σάλπιγγα της» μας, ο ιερός Χρυσόστομος, ερμηνεύει: «Τι υπάρχει πιο φιλόστοργο από την ψυχή αυτή; Γιατί δείχνει ότι πόνεσε όχι λιγότερο από κείνους που αμάρτησαν, αλλά πολύ περισσότερο μάλιστα. Γιατί λέγει, όχι μόνο ‘με θλίψη’, αλλά, ‘με μεγάλη’». «Με δάκρυα και συντριβή καρδίας»!
Αλλά αυτό που αποτυπώνει στις θεόπνευστες επιστολές του ο κήρυκας της οικουμένης, βλέπουμε να επιβεβαιώνεται και στη ζωή των αγίων, αλλά και γενικώς όλων των πιστών.
Είναι δε νόμος απαράβατος, ότι στη ζωή μας, θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι για να γευθούμε και από τα δύο ποτήρια. Και αυτό της χαράς και ευτυχίας, αλλά και αυτό του πόνου και της πικρίας, και μάλιστα αρκετές φορές.
Είναι όντως, πολύ χαρακτηριστικό αυτό το οποίο αναφέρεται στο βίο του Αγίου Ανδρέου, του δια Χριστόν Σαλού. Αναφέρεται ότι ο ίδιος ο Κύριος του έδωσε να γευθεί ποτήριο γεμάτο πικρία και αποστροφή, και στη συνέχεια, για να αντέξει και να συνεχίσει τον αγώνα, ποτήριο γεμάτο χαράς και ευτυχίας. Έτσι δια του τρόπου αυτού του έδωσε να καταλάβει το ποια θα ήταν η ζωή του. Μια ζωή με αβάσταχτους κατ’ άνθρωπο πειρασμούς, θλίψεις, ταλαιπωρίες και ταπεινώσεις, και στη συνέχεια χαρά και ηδονή πνευματική ανέκφραστη.
Φυσικά ο κόσμος είναι άγευστος, τόσο του ενός, όσο και του άλλου. Οι θλίψεις και οι χαρές του κόσμου, έχουν υπερβολικά μικρή έκταση.
Και όχι μόνο οι άγιοι, οι φίλοι του Θεού που είναι οι μεγάλοι μας αδερφοί και προστάτες, αλλά και Αυτός ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, γεύθηκε το πικρό ποτήριο των θλίψεων και τέλος την οδύνη του Σταυρού. Και ολόκληρη η ζωή της Παναγίας μας, ως μητέρας του Θεανθρώπου, τι ήταν; Δικαίως αποκαλείται μεταξύ των άλλων η Θεοτόκος και «Βασίλισσα του πόνου»!
Μια ισόβια εναλλαγή χαράς και θλίψεως, πόνου και ευτυχίας ήταν η ζωή της Μητέρας του Κυρίου μας, την οποία στεφάνωσε στο τέλος η άληκτος μακαριότης της Βασιλείας του Θεού.
Πόση, αλήθεια, ωφέλεια και ευλογία θα λάβουμε στις καρδιές μας, εάν μελετήσουμε αυτές τις εναλλαγές της χαράς και των θλίψεων που φέρει στη ζωή της η Παρθενομήτωρ, όπως καταγράφονται στο λόγο του Θεού και όπως μας τα διασφαλίζει η Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας!
Ήταν δυνατόν να μη πονέσει, όταν άκουε τους εχθρούς του Υιού της να φωνάζουν ότι «εν τω ονόματι του Βεελζεβούλ» ενεργεί τα έργα τα πρωτάκουστα και θαυμαστά;
Και η οδύνη της έφθασε στο κατακόρυφο, όταν είδε στον Γολγοθά τον αγαπημένο της Υιό, καρφωμένο επί του Σταυρού. Τότε ήταν που αισθάνθηκε τον απέραντο πόνο του χωρισμού. Και, αλήθεια, υπάρχει κανένας που να αγνοεί, ότι οι θλίψεις των παιδιών είναι και θλίψεις μεγάλες των μητέρων;
Δεν είναι λοιπόν καθόλου υπερβολικό αυτό που ελέχθη, ότι ο Σταυρός του Χριστού, δεν στήθηκε μόνο στον Γολγοθά, αλλά και στην καρδιά της Παναγίας, την οποία διαπέρασε ο πόνος ως αληθινή ρομφαία.
Εάν λοιπόν, ο Κύριος και Θεός μας, εάν η Πανάχραντος Μητέρα Του, εάν οι Απόστολοι και όλοι οι Άγιοι, γεύθηκαν τον πόνο και τις περισσότερες φορές ήπιαν και την τελευταία ρανίδα του πικρού ποτηρίου, είναι δυνατόν να περιμένουμε εμείς ότι η ζωή μας θα κυλήσει μόνο μέσα σε χαρές και ανθρώπινη ευτυχία;
Τούτο φίλοι μου είναι εντελώς αδύνατον.
Και αν κάποιες ψυχές, ακόμα δεν έχουν αισθανθεί τι θα πει πόνος και δάκρυ, ας έχουν κατά νου τον ψαλμωδό, ο οποίος γεμάτος από την εμπειρία της εναλλαγής πόνου και χαράς – χαράς και πόνου, χαράσσει την φράση που καταρτίζει τους πιστούς: «Ητοιμάσθην και ουκ εταράχθην» (Ψαλμ. ΡΙΗ΄60).
Όμως, προσοχή, διότι όπως συμβαίνει με όλα τα πράγματα του κόσμου αυτού, έτσι και η θλίψις αρχίζει, μεγαλώνει, φθάνει στην οξύτητα και θα λέγαμε στο απροχώρητο, και έπειτα υποχωρεί και φεύγει.
Για τους πιστούς όμως, για τους οπαδούς του Χριστού και τα μέλη της Εκκλησίας, συμβαίνει και κάτι άλλο παράδοξο. Συμβαίνει κάτι το αξιοθαύμαστο, που αλλάζει την πορεία της επιγείου ζωής και διαμορφώνει νέες καταστάσεις της χάριτος. Η θλίψη μετατρέπεται σε χαρά, ευφροσύνη και αγαλλίαση. Και όπως διακηρύσσει και πάλι ο Απόστολος Παύλος: « αιώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται ημίν» (Β΄ Κορ. Δ΄17). Αρκεί να την δέχονται οι πιστοί όπως θέλει ο Κύριος και όπως βίωναν τη θλίψη οι Άγιοι της Εκκλησίας μας. Δηλ. με υπομονή και εγκαρτέρηση, με ασάλευτη πίστη και ελπίδα στον Θεό και στο Πανάγιο θέλημά του.
Όσο δε για τους ποιμένες και διδασκάλους, τους πνευματικούς πατέρες, ας διδάσκονται και ας εστιάζουν την προσοχή τους στα «ποιμαντικά δάκρυα» του Αποστόλου.
Όχι μόνο δεν ντρέπεται να το γράφει και να το επισημαίνει, αλλά γνωρίζει ότι με τις φράσεις αυτές, τους μεταδίδει ό,τι πολυτιμότερο θα μπορούσε. Και αυτοί οι Κορίνθιοι, αλλά και όλοι οι πιστοί, συγκινούνται και συγκλονίζονται όταν γνωρίζουν ότι κάποιος πνευματικός πατέρας, σε κάποια γωνιά της γης, ποτίζει την «γην την αγαθήν» με τους «όμβρους» των δικών του δακρύων.
Αγαπητοί μου. Ήδη τονίσαμε ότι όλη μας η ζωή είναι συνυφασμένη, τόσο με τον πόνο, όσο και με τη χαρά. Το ένα τρέφει το άλλο και το ένα αναπαύει το έτερον, μέσα βεβαίως στο πλαίσιο της Ορθοδόξου πνευματικότητας.
Επομένως, τα δάκρυα και στην περίπτωση του πόνου αλλά και της πνευματικής εν Κυρίω χαράς, δεν είναι, παρά η βροχούλα, όπως σημειώνει και ο Νικήτας ο Στηθάτος, που πέφτει απαλά επάνω στο χορτάρι και τρέφει τα στάχυα των αρετών.
Είθε ο «υετός» των πνευματικών μας πατέρων και καθοδηγητών, αλλά και οι «δροσοσταλίδες» της δικής μας μετάνοιας, να επιφέρουν στις καρδιές μας τον «θείον αμητόν»
Αμήν
Αρχιμανδρίτης Ιωήλ Κωνστάνταρος
Ο Μεγάλος πατέρας και διδάσκαλος της Εκκλησίας μας, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αρκετές φορές που αναφέρεται στον Απόστολο Παύλο, γεμάτος ιερό δέος, κηρύσσει ότι η αποστολική του καρδιά ήταν ένα ηφαίστειο που φλεγόταν από την αγάπη του Θεού και τον πόθο για τον καταρτισμό των πνευματικών του τέκνων.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόδειξη αυτής της πραγματικότητας η οποία και φαίνεται στο κλείσιμο της Αποστολικής περικοπής που θα αναγνωσθεί την Κυριακή στη λατρευτική μας σύναξη.
«Εκ γαρ πολλής θλίψεως και συνοχής καρδίας έγραψα υμίν δια πολλών δακρύων, ουχ ίνα λυπήσθε, αλλά την αγάπην ίνα γνώτε, ήν έχω περισσότέρως προς υμάς» (Β’ Κορ. Β’ 4).
Μη νομίσετε δηλ. ότι για τους ελέγχους που σας έγραψα στην επιστολή μου εκείνη εγώ δεν δοκίμασα τίποτε. Διότι σας έγραψα από πολλή θλίψη και στενοχώρια της καρδιάς. Με δάκρυα πολλά, όχι για να λυπηθείτε, αλλά για να γνωρίσετε την αγάπη, την οποία υπερβολικά έχω προς εσάς.
Χρειάζεται άραγε, μετά το ξέσπασμα αυτό, μετά την πλήμμυρα των δακρύων και την έκφραση αυτής της πατρικής στοργής για τα εν Κυρίω τέκνα του, να προσθέσουμε κάτι άλλο;
Τούτο μόνο πρέπει να τονισθεί στο σημείο αυτό. Τόσο για τους πνευματικούς, όσο και για τους κατά σάρκα πατέρες.
Μόνο όποιος έχει πρώτα θυσιασθεί για τα τέκνα του, μπορεί στη συνέχεια δικριτικά να τα ελέγχει και να τους κάνει λόγο «περί πολλών δακρύων». Και όπως έγραφε μια μεγάλη μορφή που είχε γευθεί, τόσο τον πόνο, όσο και την αγάπη: «μόνο αυτός που αγαπά έχει δικαίωμα να ¨πονέσει¨ αυτόν που αγαπά»!
Τους γράφει λοιπόν με πόνο και αγάπη. Άλλωστε, όπως τους τονίζει, γι’ αυτό και τους είχε αποστείλει την προηγούμενη αυστηρή του επιστολή, για να διορθωθούν. «Και όταν θα έλθω, να μη βρεθώ στην ανάγκη να λυπηθώ από σας, από τους οποίους θα έπρεπε μόνο χαρά να δέχομαι. Και ασφαλώς, για να μη λυπηθείτε κι εσείς, διότι είμαι απολύτως βέβαιος, ότι η δική μου χαρά είναι χαρά όλων σας».
Ακριβώς δε επάνω στη βάση αυτή, η «χρυσή σάλπιγγα της» μας, ο ιερός Χρυσόστομος, ερμηνεύει: «Τι υπάρχει πιο φιλόστοργο από την ψυχή αυτή; Γιατί δείχνει ότι πόνεσε όχι λιγότερο από κείνους που αμάρτησαν, αλλά πολύ περισσότερο μάλιστα. Γιατί λέγει, όχι μόνο ‘με θλίψη’, αλλά, ‘με μεγάλη’». «Με δάκρυα και συντριβή καρδίας»!
Αλλά αυτό που αποτυπώνει στις θεόπνευστες επιστολές του ο κήρυκας της οικουμένης, βλέπουμε να επιβεβαιώνεται και στη ζωή των αγίων, αλλά και γενικώς όλων των πιστών.
Είναι δε νόμος απαράβατος, ότι στη ζωή μας, θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι για να γευθούμε και από τα δύο ποτήρια. Και αυτό της χαράς και ευτυχίας, αλλά και αυτό του πόνου και της πικρίας, και μάλιστα αρκετές φορές.
Είναι όντως, πολύ χαρακτηριστικό αυτό το οποίο αναφέρεται στο βίο του Αγίου Ανδρέου, του δια Χριστόν Σαλού. Αναφέρεται ότι ο ίδιος ο Κύριος του έδωσε να γευθεί ποτήριο γεμάτο πικρία και αποστροφή, και στη συνέχεια, για να αντέξει και να συνεχίσει τον αγώνα, ποτήριο γεμάτο χαράς και ευτυχίας. Έτσι δια του τρόπου αυτού του έδωσε να καταλάβει το ποια θα ήταν η ζωή του. Μια ζωή με αβάσταχτους κατ’ άνθρωπο πειρασμούς, θλίψεις, ταλαιπωρίες και ταπεινώσεις, και στη συνέχεια χαρά και ηδονή πνευματική ανέκφραστη.
Φυσικά ο κόσμος είναι άγευστος, τόσο του ενός, όσο και του άλλου. Οι θλίψεις και οι χαρές του κόσμου, έχουν υπερβολικά μικρή έκταση.
Και όχι μόνο οι άγιοι, οι φίλοι του Θεού που είναι οι μεγάλοι μας αδερφοί και προστάτες, αλλά και Αυτός ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, γεύθηκε το πικρό ποτήριο των θλίψεων και τέλος την οδύνη του Σταυρού. Και ολόκληρη η ζωή της Παναγίας μας, ως μητέρας του Θεανθρώπου, τι ήταν; Δικαίως αποκαλείται μεταξύ των άλλων η Θεοτόκος και «Βασίλισσα του πόνου»!
Μια ισόβια εναλλαγή χαράς και θλίψεως, πόνου και ευτυχίας ήταν η ζωή της Μητέρας του Κυρίου μας, την οποία στεφάνωσε στο τέλος η άληκτος μακαριότης της Βασιλείας του Θεού.
Πόση, αλήθεια, ωφέλεια και ευλογία θα λάβουμε στις καρδιές μας, εάν μελετήσουμε αυτές τις εναλλαγές της χαράς και των θλίψεων που φέρει στη ζωή της η Παρθενομήτωρ, όπως καταγράφονται στο λόγο του Θεού και όπως μας τα διασφαλίζει η Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας!
Ήταν δυνατόν να μη πονέσει, όταν άκουε τους εχθρούς του Υιού της να φωνάζουν ότι «εν τω ονόματι του Βεελζεβούλ» ενεργεί τα έργα τα πρωτάκουστα και θαυμαστά;
Και η οδύνη της έφθασε στο κατακόρυφο, όταν είδε στον Γολγοθά τον αγαπημένο της Υιό, καρφωμένο επί του Σταυρού. Τότε ήταν που αισθάνθηκε τον απέραντο πόνο του χωρισμού. Και, αλήθεια, υπάρχει κανένας που να αγνοεί, ότι οι θλίψεις των παιδιών είναι και θλίψεις μεγάλες των μητέρων;
Δεν είναι λοιπόν καθόλου υπερβολικό αυτό που ελέχθη, ότι ο Σταυρός του Χριστού, δεν στήθηκε μόνο στον Γολγοθά, αλλά και στην καρδιά της Παναγίας, την οποία διαπέρασε ο πόνος ως αληθινή ρομφαία.
Εάν λοιπόν, ο Κύριος και Θεός μας, εάν η Πανάχραντος Μητέρα Του, εάν οι Απόστολοι και όλοι οι Άγιοι, γεύθηκαν τον πόνο και τις περισσότερες φορές ήπιαν και την τελευταία ρανίδα του πικρού ποτηρίου, είναι δυνατόν να περιμένουμε εμείς ότι η ζωή μας θα κυλήσει μόνο μέσα σε χαρές και ανθρώπινη ευτυχία;
Τούτο φίλοι μου είναι εντελώς αδύνατον.
Και αν κάποιες ψυχές, ακόμα δεν έχουν αισθανθεί τι θα πει πόνος και δάκρυ, ας έχουν κατά νου τον ψαλμωδό, ο οποίος γεμάτος από την εμπειρία της εναλλαγής πόνου και χαράς – χαράς και πόνου, χαράσσει την φράση που καταρτίζει τους πιστούς: «Ητοιμάσθην και ουκ εταράχθην» (Ψαλμ. ΡΙΗ΄60).
Όμως, προσοχή, διότι όπως συμβαίνει με όλα τα πράγματα του κόσμου αυτού, έτσι και η θλίψις αρχίζει, μεγαλώνει, φθάνει στην οξύτητα και θα λέγαμε στο απροχώρητο, και έπειτα υποχωρεί και φεύγει.
Για τους πιστούς όμως, για τους οπαδούς του Χριστού και τα μέλη της Εκκλησίας, συμβαίνει και κάτι άλλο παράδοξο. Συμβαίνει κάτι το αξιοθαύμαστο, που αλλάζει την πορεία της επιγείου ζωής και διαμορφώνει νέες καταστάσεις της χάριτος. Η θλίψη μετατρέπεται σε χαρά, ευφροσύνη και αγαλλίαση. Και όπως διακηρύσσει και πάλι ο Απόστολος Παύλος: « αιώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται ημίν» (Β΄ Κορ. Δ΄17). Αρκεί να την δέχονται οι πιστοί όπως θέλει ο Κύριος και όπως βίωναν τη θλίψη οι Άγιοι της Εκκλησίας μας. Δηλ. με υπομονή και εγκαρτέρηση, με ασάλευτη πίστη και ελπίδα στον Θεό και στο Πανάγιο θέλημά του.
Όσο δε για τους ποιμένες και διδασκάλους, τους πνευματικούς πατέρες, ας διδάσκονται και ας εστιάζουν την προσοχή τους στα «ποιμαντικά δάκρυα» του Αποστόλου.
Όχι μόνο δεν ντρέπεται να το γράφει και να το επισημαίνει, αλλά γνωρίζει ότι με τις φράσεις αυτές, τους μεταδίδει ό,τι πολυτιμότερο θα μπορούσε. Και αυτοί οι Κορίνθιοι, αλλά και όλοι οι πιστοί, συγκινούνται και συγκλονίζονται όταν γνωρίζουν ότι κάποιος πνευματικός πατέρας, σε κάποια γωνιά της γης, ποτίζει την «γην την αγαθήν» με τους «όμβρους» των δικών του δακρύων.
Αγαπητοί μου. Ήδη τονίσαμε ότι όλη μας η ζωή είναι συνυφασμένη, τόσο με τον πόνο, όσο και με τη χαρά. Το ένα τρέφει το άλλο και το ένα αναπαύει το έτερον, μέσα βεβαίως στο πλαίσιο της Ορθοδόξου πνευματικότητας.
Επομένως, τα δάκρυα και στην περίπτωση του πόνου αλλά και της πνευματικής εν Κυρίω χαράς, δεν είναι, παρά η βροχούλα, όπως σημειώνει και ο Νικήτας ο Στηθάτος, που πέφτει απαλά επάνω στο χορτάρι και τρέφει τα στάχυα των αρετών.
Είθε ο «υετός» των πνευματικών μας πατέρων και καθοδηγητών, αλλά και οι «δροσοσταλίδες» της δικής μας μετάνοιας, να επιφέρουν στις καρδιές μας τον «θείον αμητόν»
Αμήν
Αρχιμανδρίτης Ιωήλ Κωνστάνταρος
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 54715
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Μεγάλο ἀγαθὸ στὴν ζωὴ μας εἶναι ἡ ὁμόνοια κι ἡ ἀγάπη. Μεγάλο πάλι κακὸ εἶναι ἡ διχόνοια κι ἡ ἔχθρα.
Μὲ τὴν ὁμόνοια καὶ μὲ τὴν ἀγάπη χτίζουμε τὴ ζωή, μὲ τὴ διχόνοια καὶ τὴν ἔχθρα τὴ γκρεμίζουμε. Γιατί σὰν μία οἰκοδομὴ εἶναι ἡ ζωή μας κι ἐμεῖς εἴμαστε οἱ τεχνίτες ποὺ χτίζουμε τὴν οἰκοδομή. Ἤ ποὺ τὴ χτίζουμε λοιπὸν ἤ ποὺ τὴ γκρεμίζουμε, κι αὐτὸ ἐξαρτᾶται πάντα ἀπὸ τὴ διαγωγὴ καὶ τὴ συμπεριφορὰ ποὺ ἔχουμε ἀνάμεσά μας. Γιὰ τούτη τὴ διαγωγὴ καὶ τὴ συμπεριφορὰ ποὺ χτίζει καὶ οἰκοδομεῖ μᾶς εἶπε σήμερα ὁ μεγάλος οἰκοδόμος τῆς ζωῆς καὶ τῆς σωτηρίας μας, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, κι ἂς ἀκούσουμε τὰ θεϊκά του λόγια στὴ δική μας ἁπλὴ γλώσσα.
Εἶπε ὁ Κύριος· κατὰ ποὺ θέλετε νὰ σᾶς φέρνωνται οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι νὰ τοὺς φέρνεσθε καὶ σεῖς. Κι ἂν ἀγαπᾶτε ἐκείνους ποὺ σᾶς ἀγαποῦν, ποιὰ χάρη σᾶς πρέπει; Κι οἱ ἁμαρτωλοὶ βέβαια γιὰ κείνους ποὺ τοὺς ἀγαποῦν ἔχουν ἀγάπη. Κι ἂν κάνετε καλὸ σ’ ἐκείνους ποὺ σᾶς κάνουν καλό, ποιὰ χάρη σᾶς πρέπει; Κι οἱ ἁμαρτωλοὶ βέβαια τὸ ἴδιο κάνουν. Κι ἂν δανείζετε σ’ ἐκείνους ἀπ’ τοὺς ὁποίους ἐλπίζετε πὼς θὰ τὰ πάρετε πίσω, ποιὰ χάρη σᾶς πρέπει; Κι οἱ ἁμαρτωλοὶ βέβαια δανείζουν τοὺς ἁμαρτωλούς, γιὰ νὰ τοὺς δανείσουν κι ἐκεῖνοι. Ἀντίθετα, ἐσεῖς ν’ ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας καὶ νὰ κάνετε τὸ καλὸ καὶ νὰ δανείζετε χωρὶς τίποτα νὰ ἐλπίζετε· καὶ θὰ ‘ναι ἡ ἀμοιβὴ σας μεγάλη, καὶ θὰ εἴσαστε παιδιὰ τοῦ Ὑψίστου· γιατί αὐτὸς εἶναι καλὸς στοὺς ἀχάριστους καὶ πονηρούς. Νὰ εἴσαστε λοιπὸν μεταξὺ σας πονετικοί, καθὼς κι ὁ πατέρας σας εἶναι πονετικός.
Θὰ ἦταν καλά, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νὰ μέναμε σὲ τοῦτα τὰ θεϊκὰ λόγια καὶ νὰ μὴν προσθέταμε τίποτα δικό μας. Ὄχι μόνο γιατί εἶναι λόγια πολὺ ἁπλὰ καὶ τὰ καταλαβαίνουμε ὅλοι, μὰ καὶ γιατί εἶναι λόγια τοῦ Θεοῦ ἐπάνω σ’ ἕνα ζήτημα, ποὺ ἐμεῖς δὲ θέλουμε νὰ τὸ ἀκούσουμε. Τὰ λόγια εἶναι ἁπλὰ γιὰ νὰ τὰ καταλάβη τὸ μυαλό μας, μὰ δὲν εἶν’ εὐχάριστα γιὰ νὰ τ’ ἀγαπήση ἡ καρδιά μας. Ὁλωσδιόλου τ’ ἀντίθετα ἀπὸ κεῖνα ποὺ λέει ὁ Χριστὸς ἐμεῖς ἐπιθυμοῦμε· ἐκεῖνος μᾶς λέει γιὰ καλωσύνη κι ἐμεῖς ἐπιθυμοῦμε τὴν κακία· ἐκεῖνος μᾶς λέει γι’ ἀγάπη κι ἐμεῖς ἀκονίζουμε τὰ μαχαίρια μας γιὰ σκοτωμούς. Τὸ ξέρει αὐτὸ καλὰ ὁ Χριστός, γι’ αὐτὸ ἀρχίζει νὰ μᾶς μιλάη μὲ τέτοια λόγια, ποὺ νὰ μὴ μποροῦμε νὰ τοῦ ποῦμε πὼς δὲν ἔχει δίκηο. Μᾶς βάζει νὰ διαβάσουμε μέσα στὴν ψυχή μας, νὰ δοῦμε τί θέλουμε ἐμεῖς νὰ κάνουν οἱ ἄλλοι γιὰ μᾶς· τὸ ἴδιο νὰ κάνουμε κι ἐμεῖς γιὰ κείνους. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀλάθευτο μέτρο, ὁ χρυσὸς κανόνας, ὅπως λένε, τῆς κοινωνικῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων· τῶν ἀνθρώπων ποὺ ζοῦνε μαζί, γιατί δὲ μποροῦν νὰ ζήσουν σὰν τ’ ἀγρίμια στὸ βουνό· τῶν ἀνθρώπων ποὺ αἰσθάνονται πὼς κάθε ὥρα καὶ στιγμὴ ὁ καθένας ἔχει τὴν ἀνάγκη τοῦ διπλανοῦ του.
Κι εἶναι ἀλήθεια, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, πὼς ταιριάζουν καὶ μονοιάζουν οἱ ἄνθρωποι, μὰ ὄχι πάντα στὸ καλό. Εὐκολώτερα ταιριάζουν καὶ μονοιάζουν, ὅταν εἶναι γιὰ τὰ συμφέροντά τους κι ὅταν εἶναι γιὰ νὰ κάμουν τὸ κακό. Ἐσὺ ἀγαπᾶς ἐκείνους ποὺ σ’ ἀγαποῦνε καὶ θαρρεῖς πὼς κάτι μεγάλο κάνεις. Αἴ, βέβαια· εἶναι καὶ κάποιοι ποὺ μισοῦν ἐκείνους ποὺ τοὺς ἀγαποῦν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀχάριστοι καὶ πονηροί. Ἐσὺ ὅμως βάζεις ὅρια στὴν καλωσύνη σου, γιατί σοῦ ἀρέσει, λές, ἡ δικαιοσύνη· κάνεις καλὸ σ’ ἐκεῖνον πού σοῦ κάνει καλό, δανείζεις ἐκεῖνον ποὺ θὰ στὸ γυρίση καὶ μάλιστα μὲ τόκο, καὶ βοηθᾶς στὴν ἀνάγκη του ἐκεῖνον ποὺ περιμένεις πὼς θὰ σοῦ τὸ πληρώση. Τάχα ποιὰ εἶν’ ἡ καλωσύνη σου καὶ τί περιμένεις ἀπὸ τὸ Θεό; Ἐσὺ φροντίζεις νὰ ξοφλήσης καλά τοὺς λογαριασμούς σου ἐδῶ στὴ γῆ καὶ δὲ μένει νὰ σοῦ χρωστάη τίποτα ὁ Θεός. Κι ἂν εἶναι μόνο ἔτσι, πάει καλά. Μὰ εἶναι πολλοὶ ποὺ βρίσκονται χωμένοι στὸ χρέος ἀπέναντι στὸ Θεό, ἐξαιτίας τῆς διαγωγῆς τους ἀπέναντι στὸ συνάνθρωπό τους. Κάνουν τάχα τὸ καλὸ καὶ δανείζουν, ὄχι περιμένοντας τὸ ἴδιο, μὰ γιατί βρίσκουνε τὴν εὐκαιρία νὰ βγάλουνε τὸν ἀδελφό τους στὸ δρόμο, νὰ τοῦ πάρουνε τὸ σπίτι, νὰ τοῦ πιοῦνε τὸ αἷμα. Μὰ ἐδῶ δὲν εἶναι τρόπος μὲ τὸ νοῦ καὶ μὲ τὴ γνώση νὰ μεταπείσουμε κανένα, γιατί οἱ φιλάργυροι κι οἱ τοκογλύφοι κι ὅλοι ποὺ κάνουν τὸ κακὸ εἶν’ ἄρρωστοι βαρειὰ καὶ δὲν τοὺς πιάνει κανέν’ ἀνθρώπινο φάρμακο. Θὰ τοὺς ξαναφωνάξουμε μόνο τὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ καὶ πιστεύουμε πὼς θὰ τὸν ἀκούσουν, ἂν δὲν ἔγινε ἡ καρδιὰ τους πέτρα. «Κατὰ ποὺ θέλετε νὰ σᾶς φέρνωνται οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι νὰ τοὺς φέρνεσθε καὶ σεῖς».
Ἂς ποῦμε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, πὼς ἔχουμε κι ἐχθρούς. Εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴν ἔχουμε, ἀφοῦ κι ὁ Χριστὸς εἶχε ἐχθρούς· ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἤθελαν μὲ κανέναν τρόπο νὰ τὸν ἀγαπήσουν. Κι ἂν ἐμεῖς εἴμαστε ἄμεμπτοι, ποὺ δὲ μποροῦμε, σὰν τὸ Χριστό, θὰ βρεθοῦν καὶ κάποιοι ποὺ νὰ μὴ θέλουν τὸ καλό μας. Δὲ μιλοῦμε τώρα στοὺς ἐχθρούς μας καὶ δὲ λέμε γιατί νὰ μᾶς μισοῦν, μιλοῦμε στὸν ἑαυτό μας καὶ λέμε πὼς ἐμεῖς πρέπει ν’ ἀγαποῦμε τοὺς ἐχθρούς μας. Καὶ δὲν τὸ λέμε ἐμεῖς, τὸ λέει ὁ Χριστός. Ὁ Χριστὸς τὸ καλὸ τὸ θέλει χωρὶς ὅρια καὶ τὴν ἀγάπη τὴν ἁπλώνει τόσο, ποὺ ν’ ἀγκαλιάζη καὶ τοὺς ἐχθρούς. Σκληρός, θὰ πῆς, αὐτὸς ὁ λόγος, ὅπως τὸ εἶπαν κάποιοι στὰ χρόνια ἐκεῖνα τοῦ Χριστοῦ. Τὸ πρῶτο, νὰ κάνω στοὺς ἄλλους ὅ,τι θέλω νὰ μοῦ κάνουν, τὸ καταλαβαίνω· μὰ ἐτοῦτο δῶ, ν’ ἀγαπῶ καὶ τοὺς ἐχθρούς μου, δὲν τὸ χωράει τὸ μυαλό μου, δὲν τὸ βαστᾶ ἡ καρδιά μου. Κι ὅμως δὲν εἶναι παρὰ ὁ ἴδιος λόγος, γιατί ν’ ἀγαπᾶς τὸν ἐχθρό σου θὰ πῆ νὰ κάνης ὅ,τι θέλεις νὰ κάνη κι ἐκεῖνος γιὰ σένα ποὺ εἶσαι ἐχθρός του. Μὰ δὲ θὰ μπορέσω, χριστιανέ μου, νὰ σὲ πείσω, ἂν δὲν καταλάβης πρῶτα πὼς αὐτὸ τὸ λέει ὁ Χριστός. Ὅταν λοιπὸν μιλάη ὁ Θεός, ποιὸς μᾶς βάζει ἐμᾶς νὰ συζητοῦμε καὶ νὰ κρίνουμε τὸ λόγο του; Ἕνα μόνο νὰ σκεφθοῦμε πὼς ἐκεῖνος κι ἀπὸ τὸ Σταυρὸ γιὰ τοὺς ἐχθρούς του προσευχότανε καὶ μέχρι τώρα στὸν οὐρανὸ γιὰ μᾶς προσεύχεται κι ἂς εἴμαστε ἁμαρτωλοὶ καὶ κριματισμένοι.
Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,
Τὸν κόσμο δὲν τὸν κρατᾶ ἡ ἁγιωσύνη μας, τὸν κρατᾶ ἡ καλωσύνη τοῦ Θεοῦ. Κι ὁ Χριστὸς μᾶς λέει νὰ μοιάζουμε τοῦ Θεοῦ. Οὔτε στὴ δύναμη οὔτε στὴ σοφία νὰ τοῦ μοιάζουμε παρὰ μόνο στὴν καλωσύνη. Ἐκεῖνος εἶναι καλὸς καὶ πονετικὸς γιὰ ὅλους κι ἔτσι στέκει ὁ κόσμος. Καλοὶ καὶ πονετικοὶ νὰ ‘μαστε κι ἐμεῖς μεταξὺ μας γιὰ νὰ στέκη καὶ νὰ οἰκοδομῆται ἡ ζωή μας. Ἡ καλωσύνη χτίζει, ἡ ἀγάπη οἰκοδομεῖ. Ἂς ἔχουμε τὸ λοιπὸν καλωσύνη κι ἀγάπη γιὰ νὰ ‘χουμε ζωὴ καὶ σωτηρία. Ἀμήν.
Μὲ τὴν ὁμόνοια καὶ μὲ τὴν ἀγάπη χτίζουμε τὴ ζωή, μὲ τὴ διχόνοια καὶ τὴν ἔχθρα τὴ γκρεμίζουμε. Γιατί σὰν μία οἰκοδομὴ εἶναι ἡ ζωή μας κι ἐμεῖς εἴμαστε οἱ τεχνίτες ποὺ χτίζουμε τὴν οἰκοδομή. Ἤ ποὺ τὴ χτίζουμε λοιπὸν ἤ ποὺ τὴ γκρεμίζουμε, κι αὐτὸ ἐξαρτᾶται πάντα ἀπὸ τὴ διαγωγὴ καὶ τὴ συμπεριφορὰ ποὺ ἔχουμε ἀνάμεσά μας. Γιὰ τούτη τὴ διαγωγὴ καὶ τὴ συμπεριφορὰ ποὺ χτίζει καὶ οἰκοδομεῖ μᾶς εἶπε σήμερα ὁ μεγάλος οἰκοδόμος τῆς ζωῆς καὶ τῆς σωτηρίας μας, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, κι ἂς ἀκούσουμε τὰ θεϊκά του λόγια στὴ δική μας ἁπλὴ γλώσσα.
Εἶπε ὁ Κύριος· κατὰ ποὺ θέλετε νὰ σᾶς φέρνωνται οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι νὰ τοὺς φέρνεσθε καὶ σεῖς. Κι ἂν ἀγαπᾶτε ἐκείνους ποὺ σᾶς ἀγαποῦν, ποιὰ χάρη σᾶς πρέπει; Κι οἱ ἁμαρτωλοὶ βέβαια γιὰ κείνους ποὺ τοὺς ἀγαποῦν ἔχουν ἀγάπη. Κι ἂν κάνετε καλὸ σ’ ἐκείνους ποὺ σᾶς κάνουν καλό, ποιὰ χάρη σᾶς πρέπει; Κι οἱ ἁμαρτωλοὶ βέβαια τὸ ἴδιο κάνουν. Κι ἂν δανείζετε σ’ ἐκείνους ἀπ’ τοὺς ὁποίους ἐλπίζετε πὼς θὰ τὰ πάρετε πίσω, ποιὰ χάρη σᾶς πρέπει; Κι οἱ ἁμαρτωλοὶ βέβαια δανείζουν τοὺς ἁμαρτωλούς, γιὰ νὰ τοὺς δανείσουν κι ἐκεῖνοι. Ἀντίθετα, ἐσεῖς ν’ ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας καὶ νὰ κάνετε τὸ καλὸ καὶ νὰ δανείζετε χωρὶς τίποτα νὰ ἐλπίζετε· καὶ θὰ ‘ναι ἡ ἀμοιβὴ σας μεγάλη, καὶ θὰ εἴσαστε παιδιὰ τοῦ Ὑψίστου· γιατί αὐτὸς εἶναι καλὸς στοὺς ἀχάριστους καὶ πονηρούς. Νὰ εἴσαστε λοιπὸν μεταξὺ σας πονετικοί, καθὼς κι ὁ πατέρας σας εἶναι πονετικός.
Θὰ ἦταν καλά, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νὰ μέναμε σὲ τοῦτα τὰ θεϊκὰ λόγια καὶ νὰ μὴν προσθέταμε τίποτα δικό μας. Ὄχι μόνο γιατί εἶναι λόγια πολὺ ἁπλὰ καὶ τὰ καταλαβαίνουμε ὅλοι, μὰ καὶ γιατί εἶναι λόγια τοῦ Θεοῦ ἐπάνω σ’ ἕνα ζήτημα, ποὺ ἐμεῖς δὲ θέλουμε νὰ τὸ ἀκούσουμε. Τὰ λόγια εἶναι ἁπλὰ γιὰ νὰ τὰ καταλάβη τὸ μυαλό μας, μὰ δὲν εἶν’ εὐχάριστα γιὰ νὰ τ’ ἀγαπήση ἡ καρδιά μας. Ὁλωσδιόλου τ’ ἀντίθετα ἀπὸ κεῖνα ποὺ λέει ὁ Χριστὸς ἐμεῖς ἐπιθυμοῦμε· ἐκεῖνος μᾶς λέει γιὰ καλωσύνη κι ἐμεῖς ἐπιθυμοῦμε τὴν κακία· ἐκεῖνος μᾶς λέει γι’ ἀγάπη κι ἐμεῖς ἀκονίζουμε τὰ μαχαίρια μας γιὰ σκοτωμούς. Τὸ ξέρει αὐτὸ καλὰ ὁ Χριστός, γι’ αὐτὸ ἀρχίζει νὰ μᾶς μιλάη μὲ τέτοια λόγια, ποὺ νὰ μὴ μποροῦμε νὰ τοῦ ποῦμε πὼς δὲν ἔχει δίκηο. Μᾶς βάζει νὰ διαβάσουμε μέσα στὴν ψυχή μας, νὰ δοῦμε τί θέλουμε ἐμεῖς νὰ κάνουν οἱ ἄλλοι γιὰ μᾶς· τὸ ἴδιο νὰ κάνουμε κι ἐμεῖς γιὰ κείνους. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀλάθευτο μέτρο, ὁ χρυσὸς κανόνας, ὅπως λένε, τῆς κοινωνικῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων· τῶν ἀνθρώπων ποὺ ζοῦνε μαζί, γιατί δὲ μποροῦν νὰ ζήσουν σὰν τ’ ἀγρίμια στὸ βουνό· τῶν ἀνθρώπων ποὺ αἰσθάνονται πὼς κάθε ὥρα καὶ στιγμὴ ὁ καθένας ἔχει τὴν ἀνάγκη τοῦ διπλανοῦ του.
Κι εἶναι ἀλήθεια, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, πὼς ταιριάζουν καὶ μονοιάζουν οἱ ἄνθρωποι, μὰ ὄχι πάντα στὸ καλό. Εὐκολώτερα ταιριάζουν καὶ μονοιάζουν, ὅταν εἶναι γιὰ τὰ συμφέροντά τους κι ὅταν εἶναι γιὰ νὰ κάμουν τὸ κακό. Ἐσὺ ἀγαπᾶς ἐκείνους ποὺ σ’ ἀγαποῦνε καὶ θαρρεῖς πὼς κάτι μεγάλο κάνεις. Αἴ, βέβαια· εἶναι καὶ κάποιοι ποὺ μισοῦν ἐκείνους ποὺ τοὺς ἀγαποῦν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀχάριστοι καὶ πονηροί. Ἐσὺ ὅμως βάζεις ὅρια στὴν καλωσύνη σου, γιατί σοῦ ἀρέσει, λές, ἡ δικαιοσύνη· κάνεις καλὸ σ’ ἐκεῖνον πού σοῦ κάνει καλό, δανείζεις ἐκεῖνον ποὺ θὰ στὸ γυρίση καὶ μάλιστα μὲ τόκο, καὶ βοηθᾶς στὴν ἀνάγκη του ἐκεῖνον ποὺ περιμένεις πὼς θὰ σοῦ τὸ πληρώση. Τάχα ποιὰ εἶν’ ἡ καλωσύνη σου καὶ τί περιμένεις ἀπὸ τὸ Θεό; Ἐσὺ φροντίζεις νὰ ξοφλήσης καλά τοὺς λογαριασμούς σου ἐδῶ στὴ γῆ καὶ δὲ μένει νὰ σοῦ χρωστάη τίποτα ὁ Θεός. Κι ἂν εἶναι μόνο ἔτσι, πάει καλά. Μὰ εἶναι πολλοὶ ποὺ βρίσκονται χωμένοι στὸ χρέος ἀπέναντι στὸ Θεό, ἐξαιτίας τῆς διαγωγῆς τους ἀπέναντι στὸ συνάνθρωπό τους. Κάνουν τάχα τὸ καλὸ καὶ δανείζουν, ὄχι περιμένοντας τὸ ἴδιο, μὰ γιατί βρίσκουνε τὴν εὐκαιρία νὰ βγάλουνε τὸν ἀδελφό τους στὸ δρόμο, νὰ τοῦ πάρουνε τὸ σπίτι, νὰ τοῦ πιοῦνε τὸ αἷμα. Μὰ ἐδῶ δὲν εἶναι τρόπος μὲ τὸ νοῦ καὶ μὲ τὴ γνώση νὰ μεταπείσουμε κανένα, γιατί οἱ φιλάργυροι κι οἱ τοκογλύφοι κι ὅλοι ποὺ κάνουν τὸ κακὸ εἶν’ ἄρρωστοι βαρειὰ καὶ δὲν τοὺς πιάνει κανέν’ ἀνθρώπινο φάρμακο. Θὰ τοὺς ξαναφωνάξουμε μόνο τὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ καὶ πιστεύουμε πὼς θὰ τὸν ἀκούσουν, ἂν δὲν ἔγινε ἡ καρδιὰ τους πέτρα. «Κατὰ ποὺ θέλετε νὰ σᾶς φέρνωνται οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι νὰ τοὺς φέρνεσθε καὶ σεῖς».
Ἂς ποῦμε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, πὼς ἔχουμε κι ἐχθρούς. Εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴν ἔχουμε, ἀφοῦ κι ὁ Χριστὸς εἶχε ἐχθρούς· ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἤθελαν μὲ κανέναν τρόπο νὰ τὸν ἀγαπήσουν. Κι ἂν ἐμεῖς εἴμαστε ἄμεμπτοι, ποὺ δὲ μποροῦμε, σὰν τὸ Χριστό, θὰ βρεθοῦν καὶ κάποιοι ποὺ νὰ μὴ θέλουν τὸ καλό μας. Δὲ μιλοῦμε τώρα στοὺς ἐχθρούς μας καὶ δὲ λέμε γιατί νὰ μᾶς μισοῦν, μιλοῦμε στὸν ἑαυτό μας καὶ λέμε πὼς ἐμεῖς πρέπει ν’ ἀγαποῦμε τοὺς ἐχθρούς μας. Καὶ δὲν τὸ λέμε ἐμεῖς, τὸ λέει ὁ Χριστός. Ὁ Χριστὸς τὸ καλὸ τὸ θέλει χωρὶς ὅρια καὶ τὴν ἀγάπη τὴν ἁπλώνει τόσο, ποὺ ν’ ἀγκαλιάζη καὶ τοὺς ἐχθρούς. Σκληρός, θὰ πῆς, αὐτὸς ὁ λόγος, ὅπως τὸ εἶπαν κάποιοι στὰ χρόνια ἐκεῖνα τοῦ Χριστοῦ. Τὸ πρῶτο, νὰ κάνω στοὺς ἄλλους ὅ,τι θέλω νὰ μοῦ κάνουν, τὸ καταλαβαίνω· μὰ ἐτοῦτο δῶ, ν’ ἀγαπῶ καὶ τοὺς ἐχθρούς μου, δὲν τὸ χωράει τὸ μυαλό μου, δὲν τὸ βαστᾶ ἡ καρδιά μου. Κι ὅμως δὲν εἶναι παρὰ ὁ ἴδιος λόγος, γιατί ν’ ἀγαπᾶς τὸν ἐχθρό σου θὰ πῆ νὰ κάνης ὅ,τι θέλεις νὰ κάνη κι ἐκεῖνος γιὰ σένα ποὺ εἶσαι ἐχθρός του. Μὰ δὲ θὰ μπορέσω, χριστιανέ μου, νὰ σὲ πείσω, ἂν δὲν καταλάβης πρῶτα πὼς αὐτὸ τὸ λέει ὁ Χριστός. Ὅταν λοιπὸν μιλάη ὁ Θεός, ποιὸς μᾶς βάζει ἐμᾶς νὰ συζητοῦμε καὶ νὰ κρίνουμε τὸ λόγο του; Ἕνα μόνο νὰ σκεφθοῦμε πὼς ἐκεῖνος κι ἀπὸ τὸ Σταυρὸ γιὰ τοὺς ἐχθρούς του προσευχότανε καὶ μέχρι τώρα στὸν οὐρανὸ γιὰ μᾶς προσεύχεται κι ἂς εἴμαστε ἁμαρτωλοὶ καὶ κριματισμένοι.
Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,
Τὸν κόσμο δὲν τὸν κρατᾶ ἡ ἁγιωσύνη μας, τὸν κρατᾶ ἡ καλωσύνη τοῦ Θεοῦ. Κι ὁ Χριστὸς μᾶς λέει νὰ μοιάζουμε τοῦ Θεοῦ. Οὔτε στὴ δύναμη οὔτε στὴ σοφία νὰ τοῦ μοιάζουμε παρὰ μόνο στὴν καλωσύνη. Ἐκεῖνος εἶναι καλὸς καὶ πονετικὸς γιὰ ὅλους κι ἔτσι στέκει ὁ κόσμος. Καλοὶ καὶ πονετικοὶ νὰ ‘μαστε κι ἐμεῖς μεταξὺ μας γιὰ νὰ στέκη καὶ νὰ οἰκοδομῆται ἡ ζωή μας. Ἡ καλωσύνη χτίζει, ἡ ἀγάπη οἰκοδομεῖ. Ἂς ἔχουμε τὸ λοιπὸν καλωσύνη κι ἀγάπη γιὰ νὰ ‘χουμε ζωὴ καὶ σωτηρία. Ἀμήν.
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 54715
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
ΑΛΛΑΖΕΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ Η ΧΑΡΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ; «Παρακαλούμεν μή εις κενόν την χάριν του Θεού δέξασθαι υμάς».
Το ερώτημα αυτό δεν θα είχε καμιά θέση, γιατί είναι γεγονός ότι ή χάρη του Θεού αλλάζει τον άνθρωπο. Εν τούτοις το ερώτημα τίθεται από πολλούς, γιατί βλέπουν αρκετούς Χριστιανούς, τους οποίους ή χάρη του Θεού, δεν τους μεταβάλλει.
Και όμως ή αλλαγή είναι δυνατή. Ό κάθε άνθρωπος, ό κάθε Χριστιανός μπορεί με την χάρη του Θεού να επιτύχει την αλλαγή και ανακαίνιση του. Ο απόστολος Παύλος στην σημερινή αποστολική περικοπή ασχολείται με το βασικό αυτό θέμα.
Η ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ
Ό Απόστολος ξεκινάει από το γεγονός, ότι ό Θεός δίνει κάθε μέρα ευκαιρίες αλλαγής σε κάθε άνθρωπο. Και γι’ αυτό τονίζει: «Ιδού νύν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νύν ήμερα σωτηρίας». Ή κάθε μέρα, ή κάθε ώρα, ή κάθε στιγμή είναι μια ευκαιρία αλλαγής και σωτηρίας, πού του προσφέρει ή χάρη τού Θεού. Εκείνος, πού θα αξιοποιήσει την ευκαιρία αύτη, θα μπορέσει να επιτύχει την αλλαγή τού χαρακτήρα του και την ανακαίνιση της ζωής του. Εάν δεν το κάνει, εάν αδιαφορήσει, εάν αναβάλει, θα χάσει την ευκαιρία της ηθικής αναγεννήσεως. Γι’ αυτό και όσοι δεν αλλάζουν ζωή είναι άνθρωποι, πού αφήνουν ανεκμετάλλευτες τις πνευματικές ευκαιρίες πού τούς στέλνει κάθε μέρα ό Θεός.
Θέλεις, λοιπόν, την αλλαγή σου; Κυνήγησε τις ευκαιρίες πού σου παρουσιάζει ό Θεός. Αύτη την στιγμή ακούς ένα κήρυγμα. Είναι αυτό μια ευκαιρία αλλαγής. Βάλε βαθιά στην καρδιά σου τα λόγια τού Θεού. Έχουν την δύναμη να σε γαληνέψουν, να σε φωτίσουν, να σε καθοδηγήσουν. Πάλι θύμωσες σήμερα, πάλι φάνηκες σκληρός, άδικος, ενοχλητικός. Τώρα όμως νιώθεις κάτι μέσα σου. Κάτι σου λέει μέσα σου ότι έσφαλες, ότι αμάρτησες. Τί είναι αυτό; Είναι ή ευκαιρία, πού σου στέλνει ή χάρη τού Θεού για να διορθωθείς, να αλλάξεις. Πρόσεξε την, λοιπόν, άν θέλεις να καλυτέρευσης τον χαρακτήρα σου. Και ό Θεός πού θέλει την διόρθωση και την αλλαγή σου, θα σου παρουσίαση αναρίθμητες παρόμοιες ευκαιρίες. Έχε μόνο ανοικτά τα μάτια της ψυχής σου για να τις βλέπεις. Και άπλωνε τα χέρια σου να τις αρπάζεις. Έτσι ή χάρη τού Θεού θα μπορέσει να εργαστεί το θαύμα της αναγεννήσεως σου.
ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΑΛΛΑΓΗΣ
Ό απόστολος Παύλος, για να εξαλείψει κάθε αμφιβολία για την δυνατότητα αλλαγής τού άνθρωπου από την χάρη τού Θεού, χρησιμοποιεί ένα δυνατό επιχείρημα. Προβάλλει τούς Αποστόλους ως παραδείγματα ανακαινισμένων ανθρώπων. Ήταν και αυτοί άνθρωποι αδύνατοι. Ή χάρη όμως του Θεού τούς μεταμόρφωσε, τούς έκαμε αγίους. Το παράδειγμα τους ήταν φωτεινό. Κανείς δεν μπορούσε να τούς κατηγορήσει για το παραμικρό. «Μηδεμίαν έν μηδένί δίδοντες προσκοπήν (άφορμήν σκανδάλου), ίνα μή μωμηθή) (κατηγορηθεί) ή διακονία». Ήταν «έν παντί… Θεού διάκονοι». Και ή ζωή τους ήταν μία συνεχής έκδαπάνηση και θυσία για την διάδοση τού Ευαγγελίου τού Χριστού* ένα συνεχές μαρτύριο. «Εν υπομονή πολλή, έν θλίψεσιν, έν άνάγκαις, έν στενοχωρίαις, έν πληγαΐς, έν φυλακαΐς»! Έτσι όμως οι άγιοι Απόστολοι έδωσαν και δίδουν μια υπέροχη μαρτυρία για την δυνατότητα ηθικής αλλαγής και ανακαινίσεως του άνθρωπου.
Δεν υπάρχει πια καμιά αμφιβολία. Μπορούμε, εάν θέλουμε, με την ανακαινιστική δύναμη της χάριτος του Θεού να αλλάξουμε την ζωή μας. Έχουμε ίσως αδυναμίες. Μας τυραννούν ίσως κακές συνήθειες, φοβερά πάθη. Ή αμαρτία μας έχει ανοίξει βαθιές πληγές. Όμως ή χάρη τού Θεού μας φωνάζει: Ή κατάσταση σας δεν είναι απελπιστική! Μπορείτε άν θέλετε, να αλλάξετε, να μεταμορφωθείτε. Τόσοι και τόσοι το πέτυχαν. Και σεις επομένως μπορείτε. Δεν υπάρχει καμιά αδύνατη περίπτωση στην χάρη μου, μας ψιθυρίζει ό Θεός. Είναι παντοδύναμη. Θυμηθείτε τα τόσα θαύματα αλλαγής, πού έκανε ή χάρη μου. Θυμηθείτε το θαύμα της αλλαγής του Παύλου, πού ήταν ένας τρομερός και αδίστακτος διώκτης. Θυμηθείτε… Και δώστε μου την ψυχή σας, όπως είναι. Παραδώστε μου την ζωή σας, όποια κι άν είναι, για να την αλλάξω, να την μεταμορφώσω με την χάρη μου..
Το ερώτημα αυτό δεν θα είχε καμιά θέση, γιατί είναι γεγονός ότι ή χάρη του Θεού αλλάζει τον άνθρωπο. Εν τούτοις το ερώτημα τίθεται από πολλούς, γιατί βλέπουν αρκετούς Χριστιανούς, τους οποίους ή χάρη του Θεού, δεν τους μεταβάλλει.
Και όμως ή αλλαγή είναι δυνατή. Ό κάθε άνθρωπος, ό κάθε Χριστιανός μπορεί με την χάρη του Θεού να επιτύχει την αλλαγή και ανακαίνιση του. Ο απόστολος Παύλος στην σημερινή αποστολική περικοπή ασχολείται με το βασικό αυτό θέμα.
Η ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ
Ό Απόστολος ξεκινάει από το γεγονός, ότι ό Θεός δίνει κάθε μέρα ευκαιρίες αλλαγής σε κάθε άνθρωπο. Και γι’ αυτό τονίζει: «Ιδού νύν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νύν ήμερα σωτηρίας». Ή κάθε μέρα, ή κάθε ώρα, ή κάθε στιγμή είναι μια ευκαιρία αλλαγής και σωτηρίας, πού του προσφέρει ή χάρη τού Θεού. Εκείνος, πού θα αξιοποιήσει την ευκαιρία αύτη, θα μπορέσει να επιτύχει την αλλαγή τού χαρακτήρα του και την ανακαίνιση της ζωής του. Εάν δεν το κάνει, εάν αδιαφορήσει, εάν αναβάλει, θα χάσει την ευκαιρία της ηθικής αναγεννήσεως. Γι’ αυτό και όσοι δεν αλλάζουν ζωή είναι άνθρωποι, πού αφήνουν ανεκμετάλλευτες τις πνευματικές ευκαιρίες πού τούς στέλνει κάθε μέρα ό Θεός.
Θέλεις, λοιπόν, την αλλαγή σου; Κυνήγησε τις ευκαιρίες πού σου παρουσιάζει ό Θεός. Αύτη την στιγμή ακούς ένα κήρυγμα. Είναι αυτό μια ευκαιρία αλλαγής. Βάλε βαθιά στην καρδιά σου τα λόγια τού Θεού. Έχουν την δύναμη να σε γαληνέψουν, να σε φωτίσουν, να σε καθοδηγήσουν. Πάλι θύμωσες σήμερα, πάλι φάνηκες σκληρός, άδικος, ενοχλητικός. Τώρα όμως νιώθεις κάτι μέσα σου. Κάτι σου λέει μέσα σου ότι έσφαλες, ότι αμάρτησες. Τί είναι αυτό; Είναι ή ευκαιρία, πού σου στέλνει ή χάρη τού Θεού για να διορθωθείς, να αλλάξεις. Πρόσεξε την, λοιπόν, άν θέλεις να καλυτέρευσης τον χαρακτήρα σου. Και ό Θεός πού θέλει την διόρθωση και την αλλαγή σου, θα σου παρουσίαση αναρίθμητες παρόμοιες ευκαιρίες. Έχε μόνο ανοικτά τα μάτια της ψυχής σου για να τις βλέπεις. Και άπλωνε τα χέρια σου να τις αρπάζεις. Έτσι ή χάρη τού Θεού θα μπορέσει να εργαστεί το θαύμα της αναγεννήσεως σου.
ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΑΛΛΑΓΗΣ
Ό απόστολος Παύλος, για να εξαλείψει κάθε αμφιβολία για την δυνατότητα αλλαγής τού άνθρωπου από την χάρη τού Θεού, χρησιμοποιεί ένα δυνατό επιχείρημα. Προβάλλει τούς Αποστόλους ως παραδείγματα ανακαινισμένων ανθρώπων. Ήταν και αυτοί άνθρωποι αδύνατοι. Ή χάρη όμως του Θεού τούς μεταμόρφωσε, τούς έκαμε αγίους. Το παράδειγμα τους ήταν φωτεινό. Κανείς δεν μπορούσε να τούς κατηγορήσει για το παραμικρό. «Μηδεμίαν έν μηδένί δίδοντες προσκοπήν (άφορμήν σκανδάλου), ίνα μή μωμηθή) (κατηγορηθεί) ή διακονία». Ήταν «έν παντί… Θεού διάκονοι». Και ή ζωή τους ήταν μία συνεχής έκδαπάνηση και θυσία για την διάδοση τού Ευαγγελίου τού Χριστού* ένα συνεχές μαρτύριο. «Εν υπομονή πολλή, έν θλίψεσιν, έν άνάγκαις, έν στενοχωρίαις, έν πληγαΐς, έν φυλακαΐς»! Έτσι όμως οι άγιοι Απόστολοι έδωσαν και δίδουν μια υπέροχη μαρτυρία για την δυνατότητα ηθικής αλλαγής και ανακαινίσεως του άνθρωπου.
Δεν υπάρχει πια καμιά αμφιβολία. Μπορούμε, εάν θέλουμε, με την ανακαινιστική δύναμη της χάριτος του Θεού να αλλάξουμε την ζωή μας. Έχουμε ίσως αδυναμίες. Μας τυραννούν ίσως κακές συνήθειες, φοβερά πάθη. Ή αμαρτία μας έχει ανοίξει βαθιές πληγές. Όμως ή χάρη τού Θεού μας φωνάζει: Ή κατάσταση σας δεν είναι απελπιστική! Μπορείτε άν θέλετε, να αλλάξετε, να μεταμορφωθείτε. Τόσοι και τόσοι το πέτυχαν. Και σεις επομένως μπορείτε. Δεν υπάρχει καμιά αδύνατη περίπτωση στην χάρη μου, μας ψιθυρίζει ό Θεός. Είναι παντοδύναμη. Θυμηθείτε τα τόσα θαύματα αλλαγής, πού έκανε ή χάρη μου. Θυμηθείτε το θαύμα της αλλαγής του Παύλου, πού ήταν ένας τρομερός και αδίστακτος διώκτης. Θυμηθείτε… Και δώστε μου την ψυχή σας, όπως είναι. Παραδώστε μου την ζωή σας, όποια κι άν είναι, για να την αλλάξω, να την μεταμορφώσω με την χάρη μου..
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 54715
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
«Ἀλλ’ ἐν παντί συνιστῶντες ἑαυτούς ὡς Θεοῦ διάκονοι, ἐν ὑπομονῇ πολλῇ, ἐν θλίψεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν στενοχωρίαις»
Ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, στήν πορεία τῆς ζωῆς του ἔχει νά ἀντιμετωπίσει προβλήματα, δοκιμασίες, θλίψεις, ἀσθένειες, πειρασμούς καί ἀπογοητεύσεις. Ὅλη αὐτή ἡ φθορά, ψυχική καί σωματική, εἶναι συνηφασμένη πλέον μέ τήν φύση μας καί εἶναι τό ἀποτέλεσμα τῆς πτώσεως τῶν Πρωτοπλάστων καί τῆς ἀρνήσεώς του νά κοινωνήσουν μέ τήν πηγή τῆς ζωῆς καί τῆς ἀθανασίας πού εἶναι ὁ Δημιουργός Τριαδικός Θεός. Ὡς ἁρρώστια μεταδοτική ἡ κατάσταση αὐτή τῆς φθορᾶς μεταδόθηκε στό γένος τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Θεός ὅμως δέν ἄφησε τό πλάσμα Του ἀπαρηγόρητο, διότι ἔστειλε τόν Μονογενή Του Υἱό, τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος σαρκώθηκε ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου, δίδαξε, θεράπευσε, ἔπαθε καί ἀναστήθηκε γιά τήν δική μας σωτηρία. Ἔτσι μᾶς δόθηκε γιά δεύτερη φορά ἡ δυνατότητα νά ἐπανεύρουμε τόν χαμένο Παράδεισο.
Λοιπόν, ὁ κάθε πιστός ἄνθρωπος πού ἀποδέχεται τόν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό ὡς τόν μοναδικό Σωτῆρα καί Λυτρωτή τοῦ κόσμου καί ἀγωνίζεται καθημερινῶς μέ τήν Χάρη Του τόν ἀγῶνα τόν καλό γίνεται παράλληλα συνεργός τοῦ Θεοῦ στήν σωτηρία τῶν συνανθρώπων του. Τήν μεγάλη αὐτή ἀλήθεια μᾶς ἀποκαλύπτει σήμερα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Ὅλα ὅσα ἡ ἁμαρτία καί ὁ διάβολος μέ τήν συνεργασία τήν δική μας συσσώρευσαν στήν ζωή μας, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ μποροῦν νά γίνουν ἀφορμές σωτηρίας. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μᾶς λέγει ὅτι τό θεμέλιο τῶν ἀγαθῶν εἶναι ἡ ὑπομονή. Καί σήμερα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς λέγει ὅτι εἶναι συνεργός τοῦ Θεοῦ στό ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων «ἐν ὑπομονῇ πολλῇ», μέ ὑπομονή πολλή. Ὄχι προσωρινή, ὄχι για λίγο, ἀλλά πάντοτε.
Ἡ ὑπομονή, ἀδελφοί μου, στόν πνευματικό ἀγῶνα εἶναι θεμέλιο καί τρόπος ζωῆς. Ἀπορρέει ἀπό τήν ἀκλόνητη πίστη στό πρόσωπο τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Πηγάζει ἀπό τόν Σταυρό τοῦ Κυρίου πού ἀναγγέλει τήν προσωπική μας ἀνάσταση. Ὁ τρόπος πού ὁ χριστιανός ἀντιμετωπίζει τίς θλίψεις, τούς πειρασμούς καί τίς ἀσθένειες πού εἶτε τά προκάλεσε ὁ ἴδιος μέ τόν ἁμαρτωλό βίο του, εἶτε εἶναι ἀποτέλέσμα τῆς κακίας τοῦ διαβόλου, εἴτε τίς ἐπέτρεψε ὁ Θεός γιά νά μήν περιπέσουμε σέ ὑπηρηφάνεια καί ἀλαζονεία, ἀποδεικνύει καί τήν πνευματική του πρόοδο. Τότε μέ τήν κεχαριτωμένη αὐτή ὑπομονή γίνεται ἱεραπόστολος τῶν συνανθρώπων του καί μέ τό σιωπηλό κήρυγμά του ὁδηγεῖ τόν πλησίον του στό δρόμο τῆς σωτηρίας. Διαφωτιστικός στό σημεῖο αὐτό γίνεται ὁ ὅσιος γέροντας Παῒσιος ὁ Ἁγιορείτης ὁ ὁποῖος λέγει: «Μέ λίγη ὑπομονή πού θά κάνη ὁ ἄνθρωπος στίς δύσκολες στιγμές, μπορεῖ νά ἀποκτήσῃ τήν Θεία Χάρη. Ὁ Χριστός δέν μᾶς ἔδειξε ἄλλον τρόπο σωτηρίας, παρά τήν ὑπομονή. Τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων τήν κρέμασε στήν ὑπομονή. Βλέπεις τί εἶπε; «Ὁ ὑπομεῖνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται». Δέν εἶπε «ὁ ὑπομεῖνας εἰς….θέρος!». Μέχρι τό καλοκαίρι εἶναι εὔκολο νά ὑπομείνης, ἀλλά μέχρι τέλους;… Νά προσέχουμε νά μήν χάνουμε τήν ὑπομονή μας, γιά νά μήν χάσουμε τελικά τήν ψυχή μας. «Ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τάς ψυχάς ὑμῶν», λέγει τό Εὐαγγέλιο. Ἀλλά ἄν ἀνατρέξουμε, ἀδελφοί μου, καί στήν ἱστορία τοῦ Γένους μας θά διαπιστώσουμε ὅτι οἱ πρόγονοί μας δημιούργησαν αὐτόν τόν ἀξεπέραστο ἑλληνορθόδοξο πολιτισμό, πού ἄντεξε στούς ἐξωτερικούς ἐχθρούς καί στούς ἐσωτερικούς προδότες, ἐπειδή βασίστηκε στήν ὑπομονή τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ μας.
Σέ τούτες λοιπόν τίς σκοτεινές ἡμέρες πού διερχόμαστε ὁ λόγος τοῦ Μεγάλου Παύλου καθίσταται ἄκρως ἐπίκαιρος. Μέ ὑπομονή λοιπόν θά διέλθουμε καί αὐτήν τήν δοκιμασία. Ὄχι κοσμική ὑπομονή. Ὄχι μέ τήν ἐλπίδα νά ἐπανέλθουμε στίς ἡμέρες τῆς ὑλικῆς ἀφθονίας καί τῆς πνευματικῆς πτωχείας. Ὄχι μέ τήν προοπτική νά ἐπιστρέψουμε στόν ἐγωκεντρικό τρόπο ζωῆς πού μᾶς ὁδηγεῖ σέ ἀδιέξοδο, ὑλικό καί πνευματικό. Ὄχι στήν ἀπομόνωση ἀπό τίς ἀνάγκες καί τά προβλήματα τῶν συνανθρώπων μας. Ἡ προσευχή μας πρός τόν Σταυρωθέντα καί Ἀναστάντα Κύριο πρέπει νά γίνει ἐντονότερη τώρα και μόνον ἀπό ἐκεῖ θά ἀντλήσουμε ὑπομονή ἀνεξάντλητη πού θά φέρει πνευματικούς καρπούς ὄχι μόνον γιά ἐμᾶς, ἀλλά καί γιά τούς πονεμένους συνανθρώπους μας. Ὅλα τά ὑπόλοιπα πού προτείνει ὁ ἐμπαθής κόσμος εἶναι ἡμίμετρα καί κατασταλτικά, τά ὁποῖα δέν λύνουν τό πρόβλημα, ἀλλά τό παρατεῖνουν μέ τήν ψευδαίσθηση τῆς λύσης. Ἡ κοσμική ὑπομονή πού ἔχει ἐγωισμό καί ἐμπάθεια φέρνει νευρώσεις καί ἀδιέξοδα. Ἡ κατά Χριστόν ὑπομονή πού ἔχει ἀγάπη καί ταπείνωση, φέρνει χαρά, ἐλπίδα καί δημιουργικότητα. Αὐτήν, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἄς ἐπιδιώξουμε γιά νά ἐπανέλθει καί πάλι ἡ ἐλπίδα στίς καρδιές μας καί στόν τόπο μας.
Αρχιμανδρίτης Ιερεμίας Γεωργαλής
Ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, στήν πορεία τῆς ζωῆς του ἔχει νά ἀντιμετωπίσει προβλήματα, δοκιμασίες, θλίψεις, ἀσθένειες, πειρασμούς καί ἀπογοητεύσεις. Ὅλη αὐτή ἡ φθορά, ψυχική καί σωματική, εἶναι συνηφασμένη πλέον μέ τήν φύση μας καί εἶναι τό ἀποτέλεσμα τῆς πτώσεως τῶν Πρωτοπλάστων καί τῆς ἀρνήσεώς του νά κοινωνήσουν μέ τήν πηγή τῆς ζωῆς καί τῆς ἀθανασίας πού εἶναι ὁ Δημιουργός Τριαδικός Θεός. Ὡς ἁρρώστια μεταδοτική ἡ κατάσταση αὐτή τῆς φθορᾶς μεταδόθηκε στό γένος τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Θεός ὅμως δέν ἄφησε τό πλάσμα Του ἀπαρηγόρητο, διότι ἔστειλε τόν Μονογενή Του Υἱό, τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος σαρκώθηκε ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου, δίδαξε, θεράπευσε, ἔπαθε καί ἀναστήθηκε γιά τήν δική μας σωτηρία. Ἔτσι μᾶς δόθηκε γιά δεύτερη φορά ἡ δυνατότητα νά ἐπανεύρουμε τόν χαμένο Παράδεισο.
Λοιπόν, ὁ κάθε πιστός ἄνθρωπος πού ἀποδέχεται τόν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό ὡς τόν μοναδικό Σωτῆρα καί Λυτρωτή τοῦ κόσμου καί ἀγωνίζεται καθημερινῶς μέ τήν Χάρη Του τόν ἀγῶνα τόν καλό γίνεται παράλληλα συνεργός τοῦ Θεοῦ στήν σωτηρία τῶν συνανθρώπων του. Τήν μεγάλη αὐτή ἀλήθεια μᾶς ἀποκαλύπτει σήμερα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Ὅλα ὅσα ἡ ἁμαρτία καί ὁ διάβολος μέ τήν συνεργασία τήν δική μας συσσώρευσαν στήν ζωή μας, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ μποροῦν νά γίνουν ἀφορμές σωτηρίας. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μᾶς λέγει ὅτι τό θεμέλιο τῶν ἀγαθῶν εἶναι ἡ ὑπομονή. Καί σήμερα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς λέγει ὅτι εἶναι συνεργός τοῦ Θεοῦ στό ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων «ἐν ὑπομονῇ πολλῇ», μέ ὑπομονή πολλή. Ὄχι προσωρινή, ὄχι για λίγο, ἀλλά πάντοτε.
Ἡ ὑπομονή, ἀδελφοί μου, στόν πνευματικό ἀγῶνα εἶναι θεμέλιο καί τρόπος ζωῆς. Ἀπορρέει ἀπό τήν ἀκλόνητη πίστη στό πρόσωπο τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Πηγάζει ἀπό τόν Σταυρό τοῦ Κυρίου πού ἀναγγέλει τήν προσωπική μας ἀνάσταση. Ὁ τρόπος πού ὁ χριστιανός ἀντιμετωπίζει τίς θλίψεις, τούς πειρασμούς καί τίς ἀσθένειες πού εἶτε τά προκάλεσε ὁ ἴδιος μέ τόν ἁμαρτωλό βίο του, εἶτε εἶναι ἀποτέλέσμα τῆς κακίας τοῦ διαβόλου, εἴτε τίς ἐπέτρεψε ὁ Θεός γιά νά μήν περιπέσουμε σέ ὑπηρηφάνεια καί ἀλαζονεία, ἀποδεικνύει καί τήν πνευματική του πρόοδο. Τότε μέ τήν κεχαριτωμένη αὐτή ὑπομονή γίνεται ἱεραπόστολος τῶν συνανθρώπων του καί μέ τό σιωπηλό κήρυγμά του ὁδηγεῖ τόν πλησίον του στό δρόμο τῆς σωτηρίας. Διαφωτιστικός στό σημεῖο αὐτό γίνεται ὁ ὅσιος γέροντας Παῒσιος ὁ Ἁγιορείτης ὁ ὁποῖος λέγει: «Μέ λίγη ὑπομονή πού θά κάνη ὁ ἄνθρωπος στίς δύσκολες στιγμές, μπορεῖ νά ἀποκτήσῃ τήν Θεία Χάρη. Ὁ Χριστός δέν μᾶς ἔδειξε ἄλλον τρόπο σωτηρίας, παρά τήν ὑπομονή. Τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων τήν κρέμασε στήν ὑπομονή. Βλέπεις τί εἶπε; «Ὁ ὑπομεῖνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται». Δέν εἶπε «ὁ ὑπομεῖνας εἰς….θέρος!». Μέχρι τό καλοκαίρι εἶναι εὔκολο νά ὑπομείνης, ἀλλά μέχρι τέλους;… Νά προσέχουμε νά μήν χάνουμε τήν ὑπομονή μας, γιά νά μήν χάσουμε τελικά τήν ψυχή μας. «Ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τάς ψυχάς ὑμῶν», λέγει τό Εὐαγγέλιο. Ἀλλά ἄν ἀνατρέξουμε, ἀδελφοί μου, καί στήν ἱστορία τοῦ Γένους μας θά διαπιστώσουμε ὅτι οἱ πρόγονοί μας δημιούργησαν αὐτόν τόν ἀξεπέραστο ἑλληνορθόδοξο πολιτισμό, πού ἄντεξε στούς ἐξωτερικούς ἐχθρούς καί στούς ἐσωτερικούς προδότες, ἐπειδή βασίστηκε στήν ὑπομονή τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ μας.
Σέ τούτες λοιπόν τίς σκοτεινές ἡμέρες πού διερχόμαστε ὁ λόγος τοῦ Μεγάλου Παύλου καθίσταται ἄκρως ἐπίκαιρος. Μέ ὑπομονή λοιπόν θά διέλθουμε καί αὐτήν τήν δοκιμασία. Ὄχι κοσμική ὑπομονή. Ὄχι μέ τήν ἐλπίδα νά ἐπανέλθουμε στίς ἡμέρες τῆς ὑλικῆς ἀφθονίας καί τῆς πνευματικῆς πτωχείας. Ὄχι μέ τήν προοπτική νά ἐπιστρέψουμε στόν ἐγωκεντρικό τρόπο ζωῆς πού μᾶς ὁδηγεῖ σέ ἀδιέξοδο, ὑλικό καί πνευματικό. Ὄχι στήν ἀπομόνωση ἀπό τίς ἀνάγκες καί τά προβλήματα τῶν συνανθρώπων μας. Ἡ προσευχή μας πρός τόν Σταυρωθέντα καί Ἀναστάντα Κύριο πρέπει νά γίνει ἐντονότερη τώρα και μόνον ἀπό ἐκεῖ θά ἀντλήσουμε ὑπομονή ἀνεξάντλητη πού θά φέρει πνευματικούς καρπούς ὄχι μόνον γιά ἐμᾶς, ἀλλά καί γιά τούς πονεμένους συνανθρώπους μας. Ὅλα τά ὑπόλοιπα πού προτείνει ὁ ἐμπαθής κόσμος εἶναι ἡμίμετρα καί κατασταλτικά, τά ὁποῖα δέν λύνουν τό πρόβλημα, ἀλλά τό παρατεῖνουν μέ τήν ψευδαίσθηση τῆς λύσης. Ἡ κοσμική ὑπομονή πού ἔχει ἐγωισμό καί ἐμπάθεια φέρνει νευρώσεις καί ἀδιέξοδα. Ἡ κατά Χριστόν ὑπομονή πού ἔχει ἀγάπη καί ταπείνωση, φέρνει χαρά, ἐλπίδα καί δημιουργικότητα. Αὐτήν, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἄς ἐπιδιώξουμε γιά νά ἐπανέλθει καί πάλι ἡ ἐλπίδα στίς καρδιές μας καί στόν τόπο μας.
Αρχιμανδρίτης Ιερεμίας Γεωργαλής
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 54715
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Ἀγάπη στοὺς ἐχθρούς, πρόκληση ζωῆς
Μπροστὰ σ’ ἕναν καθρέπτη μᾶς τοποθετεῖ σήμερα ὁ Χριστός, γιὰ νὰ βλέπουμε τὴν ἀδυναμία μας καὶ νὰ ἐλέγχουμε τὸν ἑαυτὸ μας: «Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως», δηλ. αὐτὸ ποὺ θέλετε νὰ κάνουν οἱ ἄλλοι γιὰ σᾶς, αὐτὸ νὰ κάνετε καὶ ἐσεῖς σ’ ἐκείνους.
Μιὰ τέτοια στάση οὐσιαστικὰ ἀποτελεῖ τὸ πρῶτο ἀποφασιστικὸ βῆμα, γιὰ νὰ προχωρήσουμε στὴ χριστιανικὴ ζωή. Μιὰ τέτοια στάση δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνας κανόνας καλῆς ἐξωτερικῆς καὶ τυπικῆς συμπεριφορᾶς, δὲν εἶναι ἀπλῶς ἕνα πλαίσιο, ὥστε νὰ οἰκοδομηθοῦν οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις μας πάνω στὴν ἀμοιβαιότητα καὶ τὴ δικαιοσύνη. Ἡ ἀμοιβαιότητα τοῦ χρυσοῦ κανόνα (νὰ φέρεσθε πρὸς τοὺς ἀλλοὺς ὅπως θὰ θέλατε νὰ φερθοῦν σὲ ἐσᾶς ὑπαινίσσεται, ἀσφαλῶς, τὴ δικαιοσύνη, δὲν περιορίζεται, ὅμως, σὲ αὐτή. Καὶ ἐδῶ γεννιέται τὸ ἐρώτημα, πῶς συνυπάρχει στὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ ἡ ἐντολὴ τῆς ἀγάπης, ἡ ὁποία στὸ ἔσχατο ὅριό της φτάνει στὴν ἀγάπη γιὰ τοὺς ἐχθροὺς, μὲ τὴ δικαιοσύνη.
Ἡ περιχώρηση τῆς ἀγάπηs καὶ τῆs δικαιοσύνηs δὲν αἴρει τὴ μεταξὺ τουs ἔνταση. Χωρὶς δικαιοσύνη, οἱ ἀνθρώπινεs σχέσεις γίνονται σκληρὲs καὶ ἀδιάφορες καὶ χωρὶs ἀγάπη, γίνονται ἀποπνικτικὲς καὶ βάρβαρες. Ἡ ἀγάπη δὲν καταργεῖ τὴ δικαιοσύνη οὔτε τὴν ὑποκαθιστᾶ, ἀλλὰ τὴ διορθώνει καὶ ὑποδεικνύει τὴ σωστή της κατεύθυνση. Εἶναι ἡ ἀκατάλυτη δύναμη ποὺ ἔχει τὴ ρίζα της στὸν Θεό. Ὅταν ζητᾶμε, λοιπόν, ἀπὸ τὸν ἄλλο καλωσύνη, κατανόηση καὶ ἀγάπη, αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὸν βλέπουμε στὸ βάθοs τῆς ὑπαρξήs του. Ἐδῶ ἀκpιβῶs φαίνεται ὅτι ὅ καθένας μαs εἶναι ζωντανὴ εἰκόνα θεοῦ, ποὺ, ὅσο ἀμαυρωμένη, ὅσο σπιλωμένη καὶ ἂν εἶναι, ἔχει ὑπέρτατη ἀξία. Ἔτσι ὁδηγούμαστε φυσικὰ καὶ ἀβίαστα στὴν ἀγάπη.
Ἡ ἀγάπη στοὺς ἐχθροὺς
Ἡ ἀγάπη εἶναι γιὰ μᾶs γιὰ τοὺς πιστοὺς τὸ πλήρωμα τοῦ νόμου, ἡ πεμπτουσία τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ ζωῆς, ὁ πυρήνας τῆς χριστιανικῆς ἀποκάλυψης. Ἡ ἀγάπη εἶναι καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι τὸ ἀπόθεμα καὶ ἡ ποιότητα τῆς πίστης μας. Μία ἀγάπη ποὺ ἀπευθύνεται καὶ ἀγκαλιάζει ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς ἀνθρώπους. Ὅταν ἀγαποῦμε μόνο ὅσους μᾶς ἀγαποῦν, ὅταν εὐεργετοῦμε μόνο ὅσους μᾶς εὐεργετοῦν, ὅταν βοηθᾶμε μόνο ὅσους μᾶς βοηθοῦν, τότε ἡ ἀγάπη μας γίνεται ψευδώνυμη, κίβδηλη καὶ ἰδιοτελής. Ὑποτάσεται στὸ καθημερινὸ παιχνίδι τῆς συναλλαγῆς- δίνω καὶ παίρνω-, ἐνῶ οἱ σχέσεις ποὺ διαμορφώνονται μέσα σ’ αὐτὸ τὸ πλαίσιο στηρίζονατι πάνω στὸ πλέγμα τῆς ἀνταπόδωσης. Μία τέτοια συμπεριφορά, ὅμως, εἶναι ἐπιλήψιμη ἀπὸ τὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ γιατί ἔχει ὡς κίνητρό της τὸν ὑπολογισμὸ καὶ τὸ συμφέρον. Ἔτσι, μέτρο μὲ τὸ ὁποῖο ζυγίζουμε καὶ κάνουμε τὰ πάντα γύρω μας γίνεται τὸ ἐγώ μας, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ βυθιζόμαστε στὴν ἀπομόνωση καὶ τὴ μοναξιά.
Ὁ ἄλλος εἶναι ἢ γίνεται ἐχθρός μας, τὸν ἀρνούμαστε, τὸν περιφρονοῦμε, τὸν ἀποφεύγουμε καί, κάποτε, στρεφόμαστε ἐναντίον του καὶ συγκρουόμαστε μαζί του μὲ μία ἀπίστευτη σκληρότητα. Κι ὅμως, ὁ ἀπέναντί μας δὲν εἶναι ἡ κόλασή μας, ἀλλὰ ὁ παράδεισός μας. Γίνεται ἡ κόλασή μας, ὅταν ἐμεῖς δὲν γινόμαστε γι’ αὐτὸν ὁ παράδεισός του. Ἂν ὁ ἐγωισμὸς εἶναι ἡ καταστροφὴ τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ μέσα μας, τότε ἡ στροφή μας πρὸς τὸν ἄλλον εἶναι αὐτὸ ποὺ συντρίβει τὸν ἐγωισμό μας καὶ μᾶς ἀποκαθιστᾶ ὑγιεῖς μπροστὰ στὸν Θεό. Ὅσο πιὸ κακοὶ καὶ ἀπεχθεῖς μᾶς φαίνονται οἱ ἄλλοι, τόσο μὲ τὸ ἄνοιγμα τῆς καρδιὰ μας σ’ αὐτοὺς θεραπεύεται ἡ ἀρρώστια μας.
Γράφει ἕνας λόγιος Μητροπολίτης: “Καμιὰ μορφὴ ἀγάπης δὲν εἶναι πιὸ ἐλεύθερη ἀπὸ αὐτήν, καὶ καμιὰ μορφὴ ἐλευθερίας δὲν ταυτίζεται πιὸ πολὺ μὲ τὴν ἀγάπη τῶν ἐχθρῶν (…) ἡ ἀγάπη ποὺ δὲν περιμένει ἀνταπόδοση (…) εἶναι ἀληθινὰ χάρις, δηλαδὴ ἐλευθερία (…). Μόνο ὅταν συμπίπτει ἡ ἀγάπη μὲ τὴν ἐλευθερία, ἔχουμε θεραπεία”.
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος σχολιάζει τὴν σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ λέγοντας: “Οὐ γὰρ εἶπε, μὴ μισήσῃs, ἀλλά, ἀγάπησον”· καὶ συνεχίζει: «Πρόσεξε τώρα καὶ ἐσύ, καθὼς ἀνεβαίνεις πρὸs τὰ πάνω. Ὅταν σὲ ἀδικήσουν, νὰ μὴν ἀνταποδώσεις. Ἐπίσης, νὰ μὴν μισήσεις αὐτὸν ποὺ σὲ ἔβλαψε, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν ἀγαπήσεις. Ἀκόμη περισσότερο, νὰ τὸν εὐεργετήσεις καὶ νὰ παρακαλεῖς γι’ αὐτὸν τὸν Θεό». Σ’ αὐτὴ τὴν πνευματικὴ σκάλα ἔχουμε μόχθο καὶ πολὺ ἀγώνα μπροστά μας, ἀλλὰ ἡ συνείδησή μας δὲν θὰ μᾶς ἀφήσει νὰ ἡσυχάσουμε, ὥσπου νὰ βιώσουμε τὴν ἀγάπη ὡς δῶρο καὶ θαῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.
Ἀρχιμανδρίτης Νικάνωρ Καραγιάννης
Μπροστὰ σ’ ἕναν καθρέπτη μᾶς τοποθετεῖ σήμερα ὁ Χριστός, γιὰ νὰ βλέπουμε τὴν ἀδυναμία μας καὶ νὰ ἐλέγχουμε τὸν ἑαυτὸ μας: «Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως», δηλ. αὐτὸ ποὺ θέλετε νὰ κάνουν οἱ ἄλλοι γιὰ σᾶς, αὐτὸ νὰ κάνετε καὶ ἐσεῖς σ’ ἐκείνους.
Μιὰ τέτοια στάση οὐσιαστικὰ ἀποτελεῖ τὸ πρῶτο ἀποφασιστικὸ βῆμα, γιὰ νὰ προχωρήσουμε στὴ χριστιανικὴ ζωή. Μιὰ τέτοια στάση δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνας κανόνας καλῆς ἐξωτερικῆς καὶ τυπικῆς συμπεριφορᾶς, δὲν εἶναι ἀπλῶς ἕνα πλαίσιο, ὥστε νὰ οἰκοδομηθοῦν οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις μας πάνω στὴν ἀμοιβαιότητα καὶ τὴ δικαιοσύνη. Ἡ ἀμοιβαιότητα τοῦ χρυσοῦ κανόνα (νὰ φέρεσθε πρὸς τοὺς ἀλλοὺς ὅπως θὰ θέλατε νὰ φερθοῦν σὲ ἐσᾶς ὑπαινίσσεται, ἀσφαλῶς, τὴ δικαιοσύνη, δὲν περιορίζεται, ὅμως, σὲ αὐτή. Καὶ ἐδῶ γεννιέται τὸ ἐρώτημα, πῶς συνυπάρχει στὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ ἡ ἐντολὴ τῆς ἀγάπης, ἡ ὁποία στὸ ἔσχατο ὅριό της φτάνει στὴν ἀγάπη γιὰ τοὺς ἐχθροὺς, μὲ τὴ δικαιοσύνη.
Ἡ περιχώρηση τῆς ἀγάπηs καὶ τῆs δικαιοσύνηs δὲν αἴρει τὴ μεταξὺ τουs ἔνταση. Χωρὶς δικαιοσύνη, οἱ ἀνθρώπινεs σχέσεις γίνονται σκληρὲs καὶ ἀδιάφορες καὶ χωρὶs ἀγάπη, γίνονται ἀποπνικτικὲς καὶ βάρβαρες. Ἡ ἀγάπη δὲν καταργεῖ τὴ δικαιοσύνη οὔτε τὴν ὑποκαθιστᾶ, ἀλλὰ τὴ διορθώνει καὶ ὑποδεικνύει τὴ σωστή της κατεύθυνση. Εἶναι ἡ ἀκατάλυτη δύναμη ποὺ ἔχει τὴ ρίζα της στὸν Θεό. Ὅταν ζητᾶμε, λοιπόν, ἀπὸ τὸν ἄλλο καλωσύνη, κατανόηση καὶ ἀγάπη, αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὸν βλέπουμε στὸ βάθοs τῆς ὑπαρξήs του. Ἐδῶ ἀκpιβῶs φαίνεται ὅτι ὅ καθένας μαs εἶναι ζωντανὴ εἰκόνα θεοῦ, ποὺ, ὅσο ἀμαυρωμένη, ὅσο σπιλωμένη καὶ ἂν εἶναι, ἔχει ὑπέρτατη ἀξία. Ἔτσι ὁδηγούμαστε φυσικὰ καὶ ἀβίαστα στὴν ἀγάπη.
Ἡ ἀγάπη στοὺς ἐχθροὺς
Ἡ ἀγάπη εἶναι γιὰ μᾶs γιὰ τοὺς πιστοὺς τὸ πλήρωμα τοῦ νόμου, ἡ πεμπτουσία τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ ζωῆς, ὁ πυρήνας τῆς χριστιανικῆς ἀποκάλυψης. Ἡ ἀγάπη εἶναι καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι τὸ ἀπόθεμα καὶ ἡ ποιότητα τῆς πίστης μας. Μία ἀγάπη ποὺ ἀπευθύνεται καὶ ἀγκαλιάζει ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς ἀνθρώπους. Ὅταν ἀγαποῦμε μόνο ὅσους μᾶς ἀγαποῦν, ὅταν εὐεργετοῦμε μόνο ὅσους μᾶς εὐεργετοῦν, ὅταν βοηθᾶμε μόνο ὅσους μᾶς βοηθοῦν, τότε ἡ ἀγάπη μας γίνεται ψευδώνυμη, κίβδηλη καὶ ἰδιοτελής. Ὑποτάσεται στὸ καθημερινὸ παιχνίδι τῆς συναλλαγῆς- δίνω καὶ παίρνω-, ἐνῶ οἱ σχέσεις ποὺ διαμορφώνονται μέσα σ’ αὐτὸ τὸ πλαίσιο στηρίζονατι πάνω στὸ πλέγμα τῆς ἀνταπόδωσης. Μία τέτοια συμπεριφορά, ὅμως, εἶναι ἐπιλήψιμη ἀπὸ τὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ γιατί ἔχει ὡς κίνητρό της τὸν ὑπολογισμὸ καὶ τὸ συμφέρον. Ἔτσι, μέτρο μὲ τὸ ὁποῖο ζυγίζουμε καὶ κάνουμε τὰ πάντα γύρω μας γίνεται τὸ ἐγώ μας, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ βυθιζόμαστε στὴν ἀπομόνωση καὶ τὴ μοναξιά.
Ὁ ἄλλος εἶναι ἢ γίνεται ἐχθρός μας, τὸν ἀρνούμαστε, τὸν περιφρονοῦμε, τὸν ἀποφεύγουμε καί, κάποτε, στρεφόμαστε ἐναντίον του καὶ συγκρουόμαστε μαζί του μὲ μία ἀπίστευτη σκληρότητα. Κι ὅμως, ὁ ἀπέναντί μας δὲν εἶναι ἡ κόλασή μας, ἀλλὰ ὁ παράδεισός μας. Γίνεται ἡ κόλασή μας, ὅταν ἐμεῖς δὲν γινόμαστε γι’ αὐτὸν ὁ παράδεισός του. Ἂν ὁ ἐγωισμὸς εἶναι ἡ καταστροφὴ τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ μέσα μας, τότε ἡ στροφή μας πρὸς τὸν ἄλλον εἶναι αὐτὸ ποὺ συντρίβει τὸν ἐγωισμό μας καὶ μᾶς ἀποκαθιστᾶ ὑγιεῖς μπροστὰ στὸν Θεό. Ὅσο πιὸ κακοὶ καὶ ἀπεχθεῖς μᾶς φαίνονται οἱ ἄλλοι, τόσο μὲ τὸ ἄνοιγμα τῆς καρδιὰ μας σ’ αὐτοὺς θεραπεύεται ἡ ἀρρώστια μας.
Γράφει ἕνας λόγιος Μητροπολίτης: “Καμιὰ μορφὴ ἀγάπης δὲν εἶναι πιὸ ἐλεύθερη ἀπὸ αὐτήν, καὶ καμιὰ μορφὴ ἐλευθερίας δὲν ταυτίζεται πιὸ πολὺ μὲ τὴν ἀγάπη τῶν ἐχθρῶν (…) ἡ ἀγάπη ποὺ δὲν περιμένει ἀνταπόδοση (…) εἶναι ἀληθινὰ χάρις, δηλαδὴ ἐλευθερία (…). Μόνο ὅταν συμπίπτει ἡ ἀγάπη μὲ τὴν ἐλευθερία, ἔχουμε θεραπεία”.
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος σχολιάζει τὴν σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ λέγοντας: “Οὐ γὰρ εἶπε, μὴ μισήσῃs, ἀλλά, ἀγάπησον”· καὶ συνεχίζει: «Πρόσεξε τώρα καὶ ἐσύ, καθὼς ἀνεβαίνεις πρὸs τὰ πάνω. Ὅταν σὲ ἀδικήσουν, νὰ μὴν ἀνταποδώσεις. Ἐπίσης, νὰ μὴν μισήσεις αὐτὸν ποὺ σὲ ἔβλαψε, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν ἀγαπήσεις. Ἀκόμη περισσότερο, νὰ τὸν εὐεργετήσεις καὶ νὰ παρακαλεῖς γι’ αὐτὸν τὸν Θεό». Σ’ αὐτὴ τὴν πνευματικὴ σκάλα ἔχουμε μόχθο καὶ πολὺ ἀγώνα μπροστά μας, ἀλλὰ ἡ συνείδησή μας δὲν θὰ μᾶς ἀφήσει νὰ ἡσυχάσουμε, ὥσπου νὰ βιώσουμε τὴν ἀγάπη ὡς δῶρο καὶ θαῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.
Ἀρχιμανδρίτης Νικάνωρ Καραγιάννης
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 54715
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
«Εἶπεν ὁ Κύριος· καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως… Πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν».
α. Τμῆμα τῆς ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλίας τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ (Ματθ. 5-7) ἀποτελεῖ τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς Β΄ Λουκᾶ, ἡ ὁποία κατὰ τὸν εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ ἔγινε ἐπὶ τόπου πεδινοῦ. Μᾶλλον πρόκειται, ὅπως σημειώνουν πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἑρμηνευτὲς τῆς Καινῆς Διαθήκης, περὶ δύο ὁμιλιῶν ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος, δηλαδὴ τὴν ἴδια ὁμιλία ποὺ ἔκανε ἀρχικὰ σὲ πιὸ ἐκτεταμένη μορφὴ πάνω σὲ βουνό, τὴν ἴδια πιὸ περιληπτικὰ ἔκανε γιὰ δεύτερη φορὰ ἐπὶ τόπου πεδινοῦ, καὶ αὐτὴν κατέγραψε ὁ Λουκᾶς. Ἡ πρώτη φράση τοῦ ἀναγνώσματος μάλιστα «καθὼς θέλετε ἴνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως» χαρακτηρίστηκε ὡς «ὁ χρυσὸς κανόνας τῆς χριστιανικῆς ἠθικῆς», ποὺ σημαίνει ὅτι μὲ αὐτὸν ρυθμίζονται ἔτσι οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ φανερώνεται ὁ Θεὸς στὴ ζωή τους.
β. 1. Θὰ πρέπει καταρχὰς βεβαίως νὰ θυμίσουμε ὅτι ὁ κανόνας αὐτὸς στὴν ἀρνητική του διατύπωση ἦταν κάτι ποὺ πρότεινε ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, ἀπαντώμενος γιὰ πρώτη φορὰ στὸ βιβλίο τοῦ Τωβὶτ μὲ τὴ φράση «ὅ σὺ μισεῖς, μηδενὶ ποιήσῃς», αὐτὸ ποὺ ἐσὺ μισεῖς, μὴν τὸ κάνεις σὲ κανέναν ἄλλον. Ἐννοιολογικὰ καὶ μορφολογικὰ συναντᾶμε τὸν ἀρνητικὸ κανόνα αὐτὸ καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν ἰουδαιοχριστιανικὴ ἀποκάλυψη, σὲ διαφόρους φιλοσόφους καὶ σὲ ἄλλες θρησκεῖες, ὅπως γιὰ παράδειγμα στὸν Κλεόβουλο τὸν Ρόδιο ἢ καὶ τὸν Κομφούκιο. Πρόκειται λοιπὸν γιὰ ἕναν κανόνα ποὺ ρυθμίζει θετικὰ τὶς κοινωνικὲς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων καὶ ποὺ βασίζεται στὰ καλὰ στοιχεῖα ποὺ ὑπάρχουν παγκόσμια καὶ πανθρησκειακὰ στὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ἡ πτώση στὴν ἁμαρτία δὲν ἐπέφερε τὴν καταστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ τὴ ζόφωση τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ μέσα του, ὅπως βεβαίως ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἄσαρκος μέχρι τὴν ἐνανθρώπησή Του, φώτιζε τὸν ἄνθρωπο (π.χ. μὲ τὸν σπερματικὸ λόγο ποὺ εἶπαν ὁρισμένοι Πατέρες), μὲ σκοπὸ τὴ διαπαιδαγώγησή του πρὸς μελλοντικὴ ἀποδοχὴ Ἐκείνου.
2. Ὁ Κύριος δὲν ἀρνεῖται τὸν κανόνα αὐτό. Ἀντιθέτως. Τὸν ἀποδέχεται καὶ τὸν ἐπεκτείνει, ἀνάγοντάς τον ὅμως σὲ ἐπίπεδο χαρισματικό, δηλαδὴ ἀντανάκλασης στὸν ἄνθρωπο τοῦ τρόπου ὑπάρξεως τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Θέλουμε νὰ ποῦμε ὅτι σὲ πρώτη φάση ὁ Κύριος διατυπώνει τὸν ρυθμιστικὸ αὐτὸν κανόνα τῆς μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων συμπεριφορᾶς κατὰ τρόπο θετικό: «καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως». Καὶ θέλει προσοχή. Ὁ Κύριος δὲν λέει «ὅ,τι σᾶς κάνουν οἱ ἄλλοι, αὐτὸ νὰ κάνετε κι ἐσεῖς σ’ αὐτούς», διότι τοῦτο ἴσχυε ὡς ὁ πυρήνας τῆς ἰουδαϊκῆς ἠθικῆς, μὲ τὸ «ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ καὶ ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος». Μπορεῖ γιὰ τὴν ἐποχὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης νὰ ἦταν κανόνας ὑπέρβασης τῆς ἄκρατης ἐκδίκησης, περιορίζοντάς την στὴν ἴση ἀνταπόδοση, γιὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ ἔφερε ὅμως ὁ Ἴδιος λειτουργοῦσε ὡς ἁμαρτία.
Ὁ Κύριος λοιπὸν λέει «καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν οἱ ἄνθρωποι», ὅ,τι θὰ ἐπιθυμούσαμε νὰ μᾶς κάνουν οἱ ἄλλοι νὰ κάνουμε κι ἐμεῖς, ὅποια συμπεριφορὰ τῶν ἄλλων ἀπέναντί μας θὰ θέλαμε, τὴν ἴδια συμπεριφορὰ πρὸς αὐτοὺς πρέπει καὶ νὰ ἐπιδεικνύουμε· μὲ ἄλλα λόγια: μὴν κοιτᾶμε, κατὰ τρόπο ἰουδαϊκό, ὅπως εἴπαμε, τὸ τί κάνει ὁ ἄλλος, ὥστε ἡ δράση μας νὰ εἶναι ἀντίδραση, δηλαδὴ μία ἀνώριμη συμπεριφορά, ἀλλὰ νὰ κοιτᾶμε τὸν βαθύτερο ἑαυτό μας, ἄρα μέτρο τῆς ἀγάπης μας πρὸς τοὺς ἄλλους νὰ εἶναι ἡ ἀγάπη μας στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μας. Ἔτσι, ὁ κανόνας αὐτός, θὰ λέγαμε, ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν», κάτι ποὺ φανερώνει τελικῶς ἀφενὸς ὅτι ὁ ἐαυτὸς μας εἶναι «ἀξεπέραστος» ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους – ὁ ἄνθρωπος κρίνει τὰ πάντα μὲ βάση τὸν ἑαυτὸ του – ἀφετέρου ὅτι οἱ ἄνθρωποι μεταξὺ μας εἴμαστε ἴδιοι. Ὁ χρυσὸς αὐτὸς κανόνας ἀνάγλυφα μᾶς δείχνει τὴν κοινότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσης, τὸ πόσο ἡ αὐτογνωσία λειτουργεῖ ταυτόχρονα σ’ ἕνα μεγάλο ποσοστὸ καὶ ὡς ἐτερογνωσία.
3. Τί συνήθως λοιπὸν θέλουμε ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ὥστε αὐτὸ νὰ προσφέρουμε καὶ σ’ αὐτούς; Ἔχουμε τὴν ἐντύπωση ὅτι οἱ πιὸ καίριες ἐπιθυμίες μας ἀπὸ πλευρᾶς τῶν ἄλλων, εἶναι ἡ ἀποδοχὴ τοῦ προσώπου μας, ὁ σεβασμὸς τῆς ἐλευθερίας μας, τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου μας, ἡ ἀπονήρευτη καὶ ἄδολη συμπεριφορά τους, ἡ διακριτικότητά τους, μ’ ἕνα λόγο ἡ ἀγάπη τους. Αὐτὸ λοιπὸν συνιστᾶ, κατὰ τὸν κανόνα, καὶ τὸ μέτρο τῆς ἀντίστοιχης δικῆς μας συμπεριφορᾶς: κι ἐμεῖς νὰ ἀγαποῦμε τὸν ἄλλον, νὰ τὸν σεβόμαστε, νὰ εἴμαστε διακριτικοὶ ἀπέναντί του, νὰ μὴν κάνουμε ὑπερβάσεις μὲ καταστρατήγηση κυρίως τῆς ἐλευθερίας τους. Πράγματι, χρυσὸς κανόνας, ποὺ στὴν ἐφαρμογή του ἡ κοινωνία μας θὰ λειτουργοῦσε ὡς παράδεισος. Ἀλλ’ εἴπαμε: πρόκειται γιὰ κανόνα, ποὺ ἐκφράζει ὅ,τι καλύτερο εἶχε νὰ πεῖ τὸ ἀνθρώπινο γένος, στηριγμένο στὰ καλὰ στοιχεῖα τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Τὸ ἐρώτημα ποὺ τίθεται ὅμως εἶναι: μὲ ποιὰ δύναμη ὁ ἄνθρωπος θὰ μπορέσει νὰ τὸν πραγματοποιήσει; Πῶς αὐτὸ ποὺ συνιστᾶ ὀρθὴ νοητικὴ σύλληψη, καλὴ κοινωνικὴ διδασκαλία, μπορεῖ νὰ γίνει πράξη; Μὲ ἄλλα λόγια πῶς θὰ ξεπεραστοῦν οἱ δεσμεύσεις τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἁμαρτία καὶ τὰ πάθη της, στὸν διάβολο καὶ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου τούτου;
4. Ὁ Κύριος λοιπὸν δίνει τὴν ἀπάντηση καὶ εἶναι σαφής: ἡ ὑπέρβαση τῶν δεσμεύσεων τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ τοποθετεῖται ὀρθὰ ἀπέναντι στὸν συνάνθρωπό του εἶναι χαρισματικὴ κατάσταση. «Καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστίν; Καὶ ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστίν;» Δὲν μπορεῖ μὲ ἄλλα λόγια ὁ ἄνθρωπος νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὸν ἐγωισμὸ τῶν σχέσεών του, ἀπὸ ἕνα «δοῦναι καὶ λαβεῖν»: δίνω γιατί παίρνω – ὅ,τι συνιστᾶ, εἴπαμε, τὴν ἰουδαϊκὴ καὶ τὴν κατὰ κόσμον γενικῶς ἠθικὴ – ἂν δὲν ἐνισχυθεῖ ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Τὸ νὰ μπορῶ νὰ ἀγαπῶ τὸν ἄλλον, χωρὶς νὰ περιμένω ἀνταπόδοση, νὰ τοῦ συμπεριφέρομαι καλά, χωρὶς ἡ δράση μου αὐτὴ νὰ εἶναι ἀντίδραση, συνιστᾶ ὑπὲρ φύσιν κατάσταση, ποὺ προϋποθέτει τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς χάρης Του στὸν κόσμο τοῦτο.
Συνεπῶς ὁ Κύριος τονίζει τὴν ἀξία τοῦ χρυσοῦ κανόνα τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων, ἀλλὰ μᾶς προσανατολίζει στὴν ὀρθὴ καὶ πραγματικὴ ἐφαρμογή του: μόνον ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος, ὁ ἐνταγμένος στὸ Σῶμα Του, τὴν ἁγία Ἐκκλησία, ποὺ ἔχει γίνει μέλος Του καὶ λειτουργεῖ σ’ αὐτὸν ἡ χάρη καὶ ἡ δύναμή Του, αὐτὸς καὶ μόνον μπορεῖ νὰ στέκεται μὲ τρόπο ἀγαπητικὸ καὶ διακριτικὸ ἀπέναντι στὸν κάθε συνάνθρωπό του, προεκτείνοντας ἔτσι τὴ στάση τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Θεοῦ Πατέρα σὲ ὅλον τὸν κόσμο. «Γίνεσθε οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ Πατὴρ ἡμῶν ὁ οὐράνιος οἰκτίρμων ἐστίν». Κι ἐπειδὴ ὁ Θεὸς Πατέρας καὶ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἀγαπᾶ τὸν κόσμο χωρὶς διακρίσεις – «Αὐτὸς (ὁ Θεὸς) χρηστὸς ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηροὺς» – γι’ αὐτὸ καὶ ὁ χριστιανὸς ἀντιστοίχως μπορεῖ πιὰ νὰ ἀγαπᾶ τοὺς πάντες, ἀκόμη καὶ τοὺς ἐχθρούς του, χωρὶς νὰ προβληματίζεται γιὰ τὸ ἂν ἐκεῖνοι θὰ τοῦ ἀνταποδώσουν τὰ ἴσα. «Πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε, μηδὲν ἀπελπίζοντες». Ὁ χριστιανὸς δηλαδὴ ζεῖ καὶ κινεῖται σὲ ὑπὲρ τὰ κοσμικὰ καὶ πεσμένα στὴν ἁμαρτία ἀνθρώπινα ἐπίπεδα. Ἡ ἔγνοια καὶ ἡ μέριμνά του εἶναι νὰ ἀρέσει στὸν Θεό, Ἐκείνου τὸ ἅγιο θέλημα νὰ διακρατεῖ, προκειμένου νὰ Τὸν ἔχει ζωντανὸ μέσα στὴν ὕπαρξή του. Κι ἕνας τρόπος ὑπάρχει, ὅπως εἴπαμε, γι’ αὐτό: νὰ ζεῖ σὰν τὸν Θεό, ἔχοντας καὶ αὐξάνοντας τὴ δύναμη Ἐκείνου.
γ. Τὸ πρόβλημα στὴν ἀνθρωπότητα ἀπὸ ὅ,τι φαίνεται δὲν εἶναι ἡ ἔλλειψη καλῶν λόγων, σπουδαίων κοινωνικῶν ἰδεῶν, «παραδείσιων» ὁραματισμῶν. Αὐτὰ πράγματι ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουν καὶ θὰ ὑπάρχουν στὸν κόσμο μας. Καὶ οἱ φιλοσοφίες καὶ οἱ θρησκεῖες, ὡραῖα πράγματα εἶπαν καὶ λένε. Μὲ πολλὴ πλάνη καὶ ψεῦδος ἀναμειγμένα τὰ ὡραῖα τους αὐτά, ὅμως καὶ πράγματι ὡραῖα. Τὸ πρόβλημα ὅμως εἶναι τὸ πῶς θὰ ἐφαρμοστοῦν τὰ ὡραῖα αὐτά. Γιὰ τὴ χριστιανικὴ πίστη μας, ἡ λύση εἶναι μόνον ὁ Κύριος. Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν Τὸν ἀποδεχτεῖ ὅπως ἀποκαλύφθηκε, ἂν δὲν γίνει μέλος Του μὲ ἄλλα λόγια, προκειμένου νὰ ἐνισχύεται ἀπὸ τὴν ἁγία χάρη Του, πάντοτε θὰ πελαγοδρομεῖ στὴν ἀντίφαση μεταξὺ ἴσως καλῶν λόγων καὶ δαιμονικοῦ τρόπου ζωῆς. Διότι «οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία».
Ἂς παρακαλοῦμε τὸν Κύριο ἀφενὸς νὰ φωτίζει τοὺς ἀνθρώπους ποὺ Τὸν ἀγνοοῦν, προκειμένου νὰ Τὸν γνωρίσουν, ἀφετέρου νὰ ἐνισχύει τὴ θέληση ἡμῶν τῶν θεωρουμένων χριστιανῶν, ὥστε νὰ κάνουμε πράξη αὐτὰ ποὺ ἤδη μᾶς ἔχει δώσει καὶ ποὺ τὶς περισσότερες φορὲς τὰ ἀφήνουμε γιὰ ἀργότερα. Δηλαδὴ νὰ ἀγαπᾶμε τὸν συνάνθρωπό μας, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴ στάση ἐκείνων. Ἀλλὰ τὸ ἀργότερα σημαίνει συνήθως ποτέ.
π. Γεώργιος Δορμπαράκης
α. Τμῆμα τῆς ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλίας τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ (Ματθ. 5-7) ἀποτελεῖ τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς Β΄ Λουκᾶ, ἡ ὁποία κατὰ τὸν εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ ἔγινε ἐπὶ τόπου πεδινοῦ. Μᾶλλον πρόκειται, ὅπως σημειώνουν πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἑρμηνευτὲς τῆς Καινῆς Διαθήκης, περὶ δύο ὁμιλιῶν ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος, δηλαδὴ τὴν ἴδια ὁμιλία ποὺ ἔκανε ἀρχικὰ σὲ πιὸ ἐκτεταμένη μορφὴ πάνω σὲ βουνό, τὴν ἴδια πιὸ περιληπτικὰ ἔκανε γιὰ δεύτερη φορὰ ἐπὶ τόπου πεδινοῦ, καὶ αὐτὴν κατέγραψε ὁ Λουκᾶς. Ἡ πρώτη φράση τοῦ ἀναγνώσματος μάλιστα «καθὼς θέλετε ἴνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως» χαρακτηρίστηκε ὡς «ὁ χρυσὸς κανόνας τῆς χριστιανικῆς ἠθικῆς», ποὺ σημαίνει ὅτι μὲ αὐτὸν ρυθμίζονται ἔτσι οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ φανερώνεται ὁ Θεὸς στὴ ζωή τους.
β. 1. Θὰ πρέπει καταρχὰς βεβαίως νὰ θυμίσουμε ὅτι ὁ κανόνας αὐτὸς στὴν ἀρνητική του διατύπωση ἦταν κάτι ποὺ πρότεινε ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, ἀπαντώμενος γιὰ πρώτη φορὰ στὸ βιβλίο τοῦ Τωβὶτ μὲ τὴ φράση «ὅ σὺ μισεῖς, μηδενὶ ποιήσῃς», αὐτὸ ποὺ ἐσὺ μισεῖς, μὴν τὸ κάνεις σὲ κανέναν ἄλλον. Ἐννοιολογικὰ καὶ μορφολογικὰ συναντᾶμε τὸν ἀρνητικὸ κανόνα αὐτὸ καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν ἰουδαιοχριστιανικὴ ἀποκάλυψη, σὲ διαφόρους φιλοσόφους καὶ σὲ ἄλλες θρησκεῖες, ὅπως γιὰ παράδειγμα στὸν Κλεόβουλο τὸν Ρόδιο ἢ καὶ τὸν Κομφούκιο. Πρόκειται λοιπὸν γιὰ ἕναν κανόνα ποὺ ρυθμίζει θετικὰ τὶς κοινωνικὲς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων καὶ ποὺ βασίζεται στὰ καλὰ στοιχεῖα ποὺ ὑπάρχουν παγκόσμια καὶ πανθρησκειακὰ στὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ἡ πτώση στὴν ἁμαρτία δὲν ἐπέφερε τὴν καταστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ τὴ ζόφωση τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ μέσα του, ὅπως βεβαίως ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἄσαρκος μέχρι τὴν ἐνανθρώπησή Του, φώτιζε τὸν ἄνθρωπο (π.χ. μὲ τὸν σπερματικὸ λόγο ποὺ εἶπαν ὁρισμένοι Πατέρες), μὲ σκοπὸ τὴ διαπαιδαγώγησή του πρὸς μελλοντικὴ ἀποδοχὴ Ἐκείνου.
2. Ὁ Κύριος δὲν ἀρνεῖται τὸν κανόνα αὐτό. Ἀντιθέτως. Τὸν ἀποδέχεται καὶ τὸν ἐπεκτείνει, ἀνάγοντάς τον ὅμως σὲ ἐπίπεδο χαρισματικό, δηλαδὴ ἀντανάκλασης στὸν ἄνθρωπο τοῦ τρόπου ὑπάρξεως τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Θέλουμε νὰ ποῦμε ὅτι σὲ πρώτη φάση ὁ Κύριος διατυπώνει τὸν ρυθμιστικὸ αὐτὸν κανόνα τῆς μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων συμπεριφορᾶς κατὰ τρόπο θετικό: «καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως». Καὶ θέλει προσοχή. Ὁ Κύριος δὲν λέει «ὅ,τι σᾶς κάνουν οἱ ἄλλοι, αὐτὸ νὰ κάνετε κι ἐσεῖς σ’ αὐτούς», διότι τοῦτο ἴσχυε ὡς ὁ πυρήνας τῆς ἰουδαϊκῆς ἠθικῆς, μὲ τὸ «ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ καὶ ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος». Μπορεῖ γιὰ τὴν ἐποχὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης νὰ ἦταν κανόνας ὑπέρβασης τῆς ἄκρατης ἐκδίκησης, περιορίζοντάς την στὴν ἴση ἀνταπόδοση, γιὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ ἔφερε ὅμως ὁ Ἴδιος λειτουργοῦσε ὡς ἁμαρτία.
Ὁ Κύριος λοιπὸν λέει «καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν οἱ ἄνθρωποι», ὅ,τι θὰ ἐπιθυμούσαμε νὰ μᾶς κάνουν οἱ ἄλλοι νὰ κάνουμε κι ἐμεῖς, ὅποια συμπεριφορὰ τῶν ἄλλων ἀπέναντί μας θὰ θέλαμε, τὴν ἴδια συμπεριφορὰ πρὸς αὐτοὺς πρέπει καὶ νὰ ἐπιδεικνύουμε· μὲ ἄλλα λόγια: μὴν κοιτᾶμε, κατὰ τρόπο ἰουδαϊκό, ὅπως εἴπαμε, τὸ τί κάνει ὁ ἄλλος, ὥστε ἡ δράση μας νὰ εἶναι ἀντίδραση, δηλαδὴ μία ἀνώριμη συμπεριφορά, ἀλλὰ νὰ κοιτᾶμε τὸν βαθύτερο ἑαυτό μας, ἄρα μέτρο τῆς ἀγάπης μας πρὸς τοὺς ἄλλους νὰ εἶναι ἡ ἀγάπη μας στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μας. Ἔτσι, ὁ κανόνας αὐτός, θὰ λέγαμε, ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν», κάτι ποὺ φανερώνει τελικῶς ἀφενὸς ὅτι ὁ ἐαυτὸς μας εἶναι «ἀξεπέραστος» ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους – ὁ ἄνθρωπος κρίνει τὰ πάντα μὲ βάση τὸν ἑαυτὸ του – ἀφετέρου ὅτι οἱ ἄνθρωποι μεταξὺ μας εἴμαστε ἴδιοι. Ὁ χρυσὸς αὐτὸς κανόνας ἀνάγλυφα μᾶς δείχνει τὴν κοινότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσης, τὸ πόσο ἡ αὐτογνωσία λειτουργεῖ ταυτόχρονα σ’ ἕνα μεγάλο ποσοστὸ καὶ ὡς ἐτερογνωσία.
3. Τί συνήθως λοιπὸν θέλουμε ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ὥστε αὐτὸ νὰ προσφέρουμε καὶ σ’ αὐτούς; Ἔχουμε τὴν ἐντύπωση ὅτι οἱ πιὸ καίριες ἐπιθυμίες μας ἀπὸ πλευρᾶς τῶν ἄλλων, εἶναι ἡ ἀποδοχὴ τοῦ προσώπου μας, ὁ σεβασμὸς τῆς ἐλευθερίας μας, τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου μας, ἡ ἀπονήρευτη καὶ ἄδολη συμπεριφορά τους, ἡ διακριτικότητά τους, μ’ ἕνα λόγο ἡ ἀγάπη τους. Αὐτὸ λοιπὸν συνιστᾶ, κατὰ τὸν κανόνα, καὶ τὸ μέτρο τῆς ἀντίστοιχης δικῆς μας συμπεριφορᾶς: κι ἐμεῖς νὰ ἀγαποῦμε τὸν ἄλλον, νὰ τὸν σεβόμαστε, νὰ εἴμαστε διακριτικοὶ ἀπέναντί του, νὰ μὴν κάνουμε ὑπερβάσεις μὲ καταστρατήγηση κυρίως τῆς ἐλευθερίας τους. Πράγματι, χρυσὸς κανόνας, ποὺ στὴν ἐφαρμογή του ἡ κοινωνία μας θὰ λειτουργοῦσε ὡς παράδεισος. Ἀλλ’ εἴπαμε: πρόκειται γιὰ κανόνα, ποὺ ἐκφράζει ὅ,τι καλύτερο εἶχε νὰ πεῖ τὸ ἀνθρώπινο γένος, στηριγμένο στὰ καλὰ στοιχεῖα τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Τὸ ἐρώτημα ποὺ τίθεται ὅμως εἶναι: μὲ ποιὰ δύναμη ὁ ἄνθρωπος θὰ μπορέσει νὰ τὸν πραγματοποιήσει; Πῶς αὐτὸ ποὺ συνιστᾶ ὀρθὴ νοητικὴ σύλληψη, καλὴ κοινωνικὴ διδασκαλία, μπορεῖ νὰ γίνει πράξη; Μὲ ἄλλα λόγια πῶς θὰ ξεπεραστοῦν οἱ δεσμεύσεις τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἁμαρτία καὶ τὰ πάθη της, στὸν διάβολο καὶ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου τούτου;
4. Ὁ Κύριος λοιπὸν δίνει τὴν ἀπάντηση καὶ εἶναι σαφής: ἡ ὑπέρβαση τῶν δεσμεύσεων τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ τοποθετεῖται ὀρθὰ ἀπέναντι στὸν συνάνθρωπό του εἶναι χαρισματικὴ κατάσταση. «Καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστίν; Καὶ ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστίν;» Δὲν μπορεῖ μὲ ἄλλα λόγια ὁ ἄνθρωπος νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὸν ἐγωισμὸ τῶν σχέσεών του, ἀπὸ ἕνα «δοῦναι καὶ λαβεῖν»: δίνω γιατί παίρνω – ὅ,τι συνιστᾶ, εἴπαμε, τὴν ἰουδαϊκὴ καὶ τὴν κατὰ κόσμον γενικῶς ἠθικὴ – ἂν δὲν ἐνισχυθεῖ ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Τὸ νὰ μπορῶ νὰ ἀγαπῶ τὸν ἄλλον, χωρὶς νὰ περιμένω ἀνταπόδοση, νὰ τοῦ συμπεριφέρομαι καλά, χωρὶς ἡ δράση μου αὐτὴ νὰ εἶναι ἀντίδραση, συνιστᾶ ὑπὲρ φύσιν κατάσταση, ποὺ προϋποθέτει τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς χάρης Του στὸν κόσμο τοῦτο.
Συνεπῶς ὁ Κύριος τονίζει τὴν ἀξία τοῦ χρυσοῦ κανόνα τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων, ἀλλὰ μᾶς προσανατολίζει στὴν ὀρθὴ καὶ πραγματικὴ ἐφαρμογή του: μόνον ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος, ὁ ἐνταγμένος στὸ Σῶμα Του, τὴν ἁγία Ἐκκλησία, ποὺ ἔχει γίνει μέλος Του καὶ λειτουργεῖ σ’ αὐτὸν ἡ χάρη καὶ ἡ δύναμή Του, αὐτὸς καὶ μόνον μπορεῖ νὰ στέκεται μὲ τρόπο ἀγαπητικὸ καὶ διακριτικὸ ἀπέναντι στὸν κάθε συνάνθρωπό του, προεκτείνοντας ἔτσι τὴ στάση τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Θεοῦ Πατέρα σὲ ὅλον τὸν κόσμο. «Γίνεσθε οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ Πατὴρ ἡμῶν ὁ οὐράνιος οἰκτίρμων ἐστίν». Κι ἐπειδὴ ὁ Θεὸς Πατέρας καὶ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἀγαπᾶ τὸν κόσμο χωρὶς διακρίσεις – «Αὐτὸς (ὁ Θεὸς) χρηστὸς ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηροὺς» – γι’ αὐτὸ καὶ ὁ χριστιανὸς ἀντιστοίχως μπορεῖ πιὰ νὰ ἀγαπᾶ τοὺς πάντες, ἀκόμη καὶ τοὺς ἐχθρούς του, χωρὶς νὰ προβληματίζεται γιὰ τὸ ἂν ἐκεῖνοι θὰ τοῦ ἀνταποδώσουν τὰ ἴσα. «Πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε, μηδὲν ἀπελπίζοντες». Ὁ χριστιανὸς δηλαδὴ ζεῖ καὶ κινεῖται σὲ ὑπὲρ τὰ κοσμικὰ καὶ πεσμένα στὴν ἁμαρτία ἀνθρώπινα ἐπίπεδα. Ἡ ἔγνοια καὶ ἡ μέριμνά του εἶναι νὰ ἀρέσει στὸν Θεό, Ἐκείνου τὸ ἅγιο θέλημα νὰ διακρατεῖ, προκειμένου νὰ Τὸν ἔχει ζωντανὸ μέσα στὴν ὕπαρξή του. Κι ἕνας τρόπος ὑπάρχει, ὅπως εἴπαμε, γι’ αὐτό: νὰ ζεῖ σὰν τὸν Θεό, ἔχοντας καὶ αὐξάνοντας τὴ δύναμη Ἐκείνου.
γ. Τὸ πρόβλημα στὴν ἀνθρωπότητα ἀπὸ ὅ,τι φαίνεται δὲν εἶναι ἡ ἔλλειψη καλῶν λόγων, σπουδαίων κοινωνικῶν ἰδεῶν, «παραδείσιων» ὁραματισμῶν. Αὐτὰ πράγματι ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουν καὶ θὰ ὑπάρχουν στὸν κόσμο μας. Καὶ οἱ φιλοσοφίες καὶ οἱ θρησκεῖες, ὡραῖα πράγματα εἶπαν καὶ λένε. Μὲ πολλὴ πλάνη καὶ ψεῦδος ἀναμειγμένα τὰ ὡραῖα τους αὐτά, ὅμως καὶ πράγματι ὡραῖα. Τὸ πρόβλημα ὅμως εἶναι τὸ πῶς θὰ ἐφαρμοστοῦν τὰ ὡραῖα αὐτά. Γιὰ τὴ χριστιανικὴ πίστη μας, ἡ λύση εἶναι μόνον ὁ Κύριος. Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν Τὸν ἀποδεχτεῖ ὅπως ἀποκαλύφθηκε, ἂν δὲν γίνει μέλος Του μὲ ἄλλα λόγια, προκειμένου νὰ ἐνισχύεται ἀπὸ τὴν ἁγία χάρη Του, πάντοτε θὰ πελαγοδρομεῖ στὴν ἀντίφαση μεταξὺ ἴσως καλῶν λόγων καὶ δαιμονικοῦ τρόπου ζωῆς. Διότι «οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία».
Ἂς παρακαλοῦμε τὸν Κύριο ἀφενὸς νὰ φωτίζει τοὺς ἀνθρώπους ποὺ Τὸν ἀγνοοῦν, προκειμένου νὰ Τὸν γνωρίσουν, ἀφετέρου νὰ ἐνισχύει τὴ θέληση ἡμῶν τῶν θεωρουμένων χριστιανῶν, ὥστε νὰ κάνουμε πράξη αὐτὰ ποὺ ἤδη μᾶς ἔχει δώσει καὶ ποὺ τὶς περισσότερες φορὲς τὰ ἀφήνουμε γιὰ ἀργότερα. Δηλαδὴ νὰ ἀγαπᾶμε τὸν συνάνθρωπό μας, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴ στάση ἐκείνων. Ἀλλὰ τὸ ἀργότερα σημαίνει συνήθως ποτέ.
π. Γεώργιος Δορμπαράκης
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 54715
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,
Μεγάλο ἀγαθὸ στὴν ζωὴ μας εἶναι ἡ ὁμόνοια κι ἡ ἀγάπη. Μεγάλο πάλι κακὸ εἶναι ἡ διχόνοια κι ἡ ἔχθρα. Μὲ τὴν ὁμόνοια καὶ μὲ τὴν ἀγάπη χτίζουμε τὴ ζωή, μὲ τὴ διχόνοια καὶ τὴν ἔχθρα τὴ γκρεμίζουμε. Γιατί σὰν μία οἰκοδομὴ εἶναι ἡ ζωή μας κι ἐμεῖς εἴμαστε οἱ τεχνίτες ποὺ χτίζουμε τὴν οἰκοδομή. Ἤ ποὺ τὴ χτίζουμε λοιπὸν ἤ ποὺ τὴ γκρεμίζουμε, κι αὐτὸ ἐξαρτᾶται πάντα ἀπὸ τὴ διαγωγὴ καὶ τὴ συμπεριφορὰ ποὺ ἔχουμε ἀνάμεσά μας. Γιὰ τούτη τὴ διαγωγὴ καὶ τὴ συμπεριφορὰ ποὺ χτίζει καὶ οἰκοδομεῖ μᾶς εἶπε σήμερα ὁ μεγάλος οἰκοδόμος τῆς ζωῆς καὶ τῆς σωτηρίας μας, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, κι ἂς ἀκούσουμε τὰ θεϊκά του λόγια στὴ δική μας ἁπλὴ γλώσσα.
Εἶπε ὁ Κύριος· κατὰ ποὺ θέλετε νὰ σᾶς φέρνωνται οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι νὰ τοὺς φέρνεσθε καὶ σεῖς. Κι ἂν ἀγαπᾶτε ἐκείνους ποὺ σᾶς ἀγαποῦν, ποιὰ χάρη σᾶς πρέπει; Κι οἱ ἁμαρτωλοὶ βέβαια γιὰ κείνους ποὺ τοὺς ἀγαποῦν ἔχουν ἀγάπη. Κι ἂν κάνετε καλὸ σ’ ἐκείνους ποὺ σᾶς κάνουν καλό, ποιὰ χάρη σᾶς πρέπει; Κι οἱ ἁμαρτωλοὶ βέβαια τὸ ἴδιο κάνουν. Κι ἂν δανείζετε σ’ ἐκείνους ἀπ’ τοὺς ὁποίους ἐλπίζετε πὼς θὰ τὰ πάρετε πίσω, ποιὰ χάρη σᾶς πρέπει; Κι οἱ ἁμαρτωλοὶ βέβαια δανείζουν τοὺς ἁμαρτωλούς, γιὰ νὰ τοὺς δανείσουν κι ἐκεῖνοι. Ἀντίθετα, ἐσεῖς ν’ ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας καὶ νὰ κάνετε τὸ καλὸ καὶ νὰ δανείζετε χωρὶς τίποτα νὰ ἐλπίζετε· καὶ θὰ ‘ναι ἡ ἀμοιβὴ σας μεγάλη, καὶ θὰ εἴσαστε παιδιὰ τοῦ Ὑψίστου· γιατί αὐτὸς εἶναι καλὸς στοὺς ἀχάριστους καὶ πονηρούς. Νὰ εἴσαστε λοιπὸν μεταξὺ σας πονετικοί, καθὼς κι ὁ πατέρας σας εἶναι πονετικός.
Θὰ ἦταν καλά, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νὰ μέναμε σὲ τοῦτα τὰ θεϊκὰ λόγια καὶ νὰ μὴν προσθέταμε τίποτα δικό μας. Ὄχι μόνο γιατί εἶναι λόγια πολὺ ἁπλὰ καὶ τὰ καταλαβαίνουμε ὅλοι, μὰ καὶ γιατί εἶναι λόγια τοῦ Θεοῦ ἐπάνω σ’ ἕνα ζήτημα, ποὺ ἐμεῖς δὲ θέλουμε νὰ τὸ ἀκούσουμε. Τὰ λόγια εἶναι ἁπλὰ γιὰ νὰ τὰ καταλάβη τὸ μυαλό μας, μὰ δὲν εἶν’ εὐχάριστα γιὰ νὰ τ’ ἀγαπήση ἡ καρδιά μας. Ὁλωσδιόλου τ’ ἀντίθετα ἀπὸ κεῖνα ποὺ λέει ὁ Χριστὸς ἐμεῖς ἐπιθυμοῦμε· ἐκεῖνος μᾶς λέει γιὰ καλωσύνη κι ἐμεῖς ἐπιθυμοῦμε τὴν κακία· ἐκεῖνος μᾶς λέει γι’ ἀγάπη κι ἐμεῖς ἀκονίζουμε τὰ μαχαίρια μας γιὰ σκοτωμούς. Τὸ ξέρει αὐτὸ καλὰ ὁ Χριστός, γι’ αὐτὸ ἀρχίζει νὰ μᾶς μιλάη μὲ τέτοια λόγια, ποὺ νὰ μὴ μποροῦμε νὰ τοῦ ποῦμε πὼς δὲν ἔχει δίκηο. Μᾶς βάζει νὰ διαβάσουμε μέσα στὴν ψυχή μας, νὰ δοῦμε τί θέλουμε ἐμεῖς νὰ κάνουν οἱ ἄλλοι γιὰ μᾶς· τὸ ἴδιο νὰ κάνουμε κι ἐμεῖς γιὰ κείνους. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀλάθευτο μέτρο, ὁ χρυσὸς κανόνας, ὅπως λένε, τῆς κοινωνικῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων· τῶν ἀνθρώπων ποὺ ζοῦνε μαζί, γιατί δὲ μποροῦν νὰ ζήσουν σὰν τ’ ἀγρίμια στὸ βουνό· τῶν ἀνθρώπων ποὺ αἰσθάνονται πὼς κάθε ὥρα καὶ στιγμὴ ὁ καθένας ἔχει τὴν ἀνάγκη τοῦ διπλανοῦ του.
Κι εἶναι ἀλήθεια, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, πὼς ταιριάζουν καὶ μονοιάζουν οἱ ἄνθρωποι, μὰ ὄχι πάντα στὸ καλό. Εὐκολώτερα ταιριάζουν καὶ μονοιάζουν, ὅταν εἶναι γιὰ τὰ συμφέροντά τους κι ὅταν εἶναι γιὰ νὰ κάμουν τὸ κακό. Ἐσὺ ἀγαπᾶς ἐκείνους ποὺ σ’ ἀγαποῦνε καὶ θαρρεῖς πὼς κάτι μεγάλο κάνεις. Αἴ, βέβαια· εἶναι καὶ κάποιοι ποὺ μισοῦν ἐκείνους ποὺ τοὺς ἀγαποῦν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀχάριστοι καὶ πονηροί. Ἐσὺ ὅμως βάζεις ὅρια στὴν καλωσύνη σου, γιατί σοῦ ἀρέσει, λές, ἡ δικαιοσύνη· κάνεις καλὸ σ’ ἐκεῖνον πού σοῦ κάνει καλό, δανείζεις ἐκεῖνον ποὺ θὰ στὸ γυρίση καὶ μάλιστα μὲ τόκο, καὶ βοηθᾶς στὴν ἀνάγκη του ἐκεῖνον ποὺ περιμένεις πὼς θὰ σοῦ τὸ πληρώση. Τάχα ποιὰ εἶν’ ἡ καλωσύνη σου καὶ τί περιμένεις ἀπὸ τὸ Θεό; Ἐσὺ φροντίζεις νὰ ξοφλήσης καλά τοὺς λογαριασμούς σου ἐδῶ στὴ γῆ καὶ δὲ μένει νὰ σοῦ χρωστάη τίποτα ὁ Θεός. Κι ἂν εἶναι μόνο ἔτσι, πάει καλά. Μὰ εἶναι πολλοὶ ποὺ βρίσκονται χωμένοι στὸ χρέος ἀπέναντι στὸ Θεό, ἐξαιτίας τῆς διαγωγῆς τους ἀπέναντι στὸ συνάνθρωπό τους. Κάνουν τάχα τὸ καλὸ καὶ δανείζουν, ὄχι περιμένοντας τὸ ἴδιο, μὰ γιατί βρίσκουνε τὴν εὐκαιρία νὰ βγάλουνε τὸν ἀδελφό τους στὸ δρόμο, νὰ τοῦ πάρουνε τὸ σπίτι, νὰ τοῦ πιοῦνε τὸ αἷμα. Μὰ ἐδῶ δὲν εἶναι τρόπος μὲ τὸ νοῦ καὶ μὲ τὴ γνώση νὰ μεταπείσουμε κανένα, γιατί οἱ φιλάργυροι κι οἱ τοκογλύφοι κι ὅλοι ποὺ κάνουν τὸ κακὸ εἶν’ ἄρρωστοι βαρειὰ καὶ δὲν τοὺς πιάνει κανέν’ ἀνθρώπινο φάρμακο. Θὰ τοὺς ξαναφωνάξουμε μόνο τὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ καὶ πιστεύουμε πὼς θὰ τὸν ἀκούσουν, ἂν δὲν ἔγινε ἡ καρδιὰ τους πέτρα. «Κατὰ ποὺ θέλετε νὰ σᾶς φέρνωνται οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι νὰ τοὺς φέρνεσθε καὶ σεῖς».
Ἂς ποῦμε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, πὼς ἔχουμε κι ἐχθρούς. Εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴν ἔχουμε, ἀφοῦ κι ὁ Χριστὸς εἶχε ἐχθρούς· ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἤθελαν μὲ κανέναν τρόπο νὰ τὸν ἀγαπήσουν. Κι ἂν ἐμεῖς εἴμαστε ἄμεμπτοι, ποὺ δὲ μποροῦμε, σὰν τὸ Χριστό, θὰ βρεθοῦν καὶ κάποιοι ποὺ νὰ μὴ θέλουν τὸ καλό μας. Δὲ μιλοῦμε τώρα στοὺς ἐχθρούς μας καὶ δὲ λέμε γιατί νὰ μᾶς μισοῦν, μιλοῦμε στὸν ἑαυτό μας καὶ λέμε πὼς ἐμεῖς πρέπει ν’ ἀγαποῦμε τοὺς ἐχθρούς μας. Καὶ δὲν τὸ λέμε ἐμεῖς, τὸ λέει ὁ Χριστός. Ὁ Χριστὸς τὸ καλὸ τὸ θέλει χωρὶς ὅρια καὶ τὴν ἀγάπη τὴν ἁπλώνει τόσο, ποὺ ν’ ἀγκαλιάζη καὶ τοὺς ἐχθρούς. Σκληρός, θὰ πῆς, αὐτὸς ὁ λόγος, ὅπως τὸ εἶπαν κάποιοι στὰ χρόνια ἐκεῖνα τοῦ Χριστοῦ. Τὸ πρῶτο, νὰ κάνω στοὺς ἄλλους ὅ,τι θέλω νὰ μοῦ κάνουν, τὸ καταλαβαίνω· μὰ ἐτοῦτο δῶ, ν’ ἀγαπῶ καὶ τοὺς ἐχθρούς μου, δὲν τὸ χωράει τὸ μυαλό μου, δὲν τὸ βαστᾶ ἡ καρδιά μου. Κι ὅμως δὲν εἶναι παρὰ ὁ ἴδιος λόγος, γιατί ν’ ἀγαπᾶς τὸν ἐχθρό σου θὰ πῆ νὰ κάνης ὅ,τι θέλεις νὰ κάνη κι ἐκεῖνος γιὰ σένα ποὺ εἶσαι ἐχθρός του. Μὰ δὲ θὰ μπορέσω, χριστιανέ μου, νὰ σὲ πείσω, ἂν δὲν καταλάβης πρῶτα πὼς αὐτὸ τὸ λέει ὁ Χριστός. Ὅταν λοιπὸν μιλάη ὁ Θεός, ποιὸς μᾶς βάζει ἐμᾶς νὰ συζητοῦμε καὶ νὰ κρίνουμε τὸ λόγο του; Ἕνα μόνο νὰ σκεφθοῦμε πὼς ἐκεῖνος κι ἀπὸ τὸ Σταυρὸ γιὰ τοὺς ἐχθρούς του προσευχότανε καὶ μέχρι τώρα στὸν οὐρανὸ γιὰ μᾶς προσεύχεται κι ἂς εἴμαστε ἁμαρτωλοὶ καὶ κριματισμένοι.
Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,
Τὸν κόσμο δὲν τὸν κρατᾶ ἡ ἁγιωσύνη μας, τὸν κρατᾶ ἡ καλωσύνη τοῦ Θεοῦ. Κι ὁ Χριστὸς μᾶς λέει νὰ μοιάζουμε τοῦ Θεοῦ. Οὔτε στὴ δύναμη οὔτε στὴ σοφία νὰ τοῦ μοιάζουμε παρὰ μόνο στὴν καλωσύνη. Ἐκεῖνος εἶναι καλὸς καὶ πονετικὸς γιὰ ὅλους κι ἔτσι στέκει ὁ κόσμος. Καλοὶ καὶ πονετικοὶ νὰ ‘μαστε κι ἐμεῖς μεταξὺ μας γιὰ νὰ στέκη καὶ νὰ οἰκοδομῆται ἡ ζωή μας. Ἡ καλωσύνη χτίζει, ἡ ἀγάπη οἰκοδομεῖ. Ἂς ἔχουμε τὸ λοιπὸν καλωσύνη κι ἀγάπη γιὰ νὰ ‘χουμε ζωὴ καὶ σωτηρία. Ἀμήν.
+Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης Διονύσιος
Μεγάλο ἀγαθὸ στὴν ζωὴ μας εἶναι ἡ ὁμόνοια κι ἡ ἀγάπη. Μεγάλο πάλι κακὸ εἶναι ἡ διχόνοια κι ἡ ἔχθρα. Μὲ τὴν ὁμόνοια καὶ μὲ τὴν ἀγάπη χτίζουμε τὴ ζωή, μὲ τὴ διχόνοια καὶ τὴν ἔχθρα τὴ γκρεμίζουμε. Γιατί σὰν μία οἰκοδομὴ εἶναι ἡ ζωή μας κι ἐμεῖς εἴμαστε οἱ τεχνίτες ποὺ χτίζουμε τὴν οἰκοδομή. Ἤ ποὺ τὴ χτίζουμε λοιπὸν ἤ ποὺ τὴ γκρεμίζουμε, κι αὐτὸ ἐξαρτᾶται πάντα ἀπὸ τὴ διαγωγὴ καὶ τὴ συμπεριφορὰ ποὺ ἔχουμε ἀνάμεσά μας. Γιὰ τούτη τὴ διαγωγὴ καὶ τὴ συμπεριφορὰ ποὺ χτίζει καὶ οἰκοδομεῖ μᾶς εἶπε σήμερα ὁ μεγάλος οἰκοδόμος τῆς ζωῆς καὶ τῆς σωτηρίας μας, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, κι ἂς ἀκούσουμε τὰ θεϊκά του λόγια στὴ δική μας ἁπλὴ γλώσσα.
Εἶπε ὁ Κύριος· κατὰ ποὺ θέλετε νὰ σᾶς φέρνωνται οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι νὰ τοὺς φέρνεσθε καὶ σεῖς. Κι ἂν ἀγαπᾶτε ἐκείνους ποὺ σᾶς ἀγαποῦν, ποιὰ χάρη σᾶς πρέπει; Κι οἱ ἁμαρτωλοὶ βέβαια γιὰ κείνους ποὺ τοὺς ἀγαποῦν ἔχουν ἀγάπη. Κι ἂν κάνετε καλὸ σ’ ἐκείνους ποὺ σᾶς κάνουν καλό, ποιὰ χάρη σᾶς πρέπει; Κι οἱ ἁμαρτωλοὶ βέβαια τὸ ἴδιο κάνουν. Κι ἂν δανείζετε σ’ ἐκείνους ἀπ’ τοὺς ὁποίους ἐλπίζετε πὼς θὰ τὰ πάρετε πίσω, ποιὰ χάρη σᾶς πρέπει; Κι οἱ ἁμαρτωλοὶ βέβαια δανείζουν τοὺς ἁμαρτωλούς, γιὰ νὰ τοὺς δανείσουν κι ἐκεῖνοι. Ἀντίθετα, ἐσεῖς ν’ ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας καὶ νὰ κάνετε τὸ καλὸ καὶ νὰ δανείζετε χωρὶς τίποτα νὰ ἐλπίζετε· καὶ θὰ ‘ναι ἡ ἀμοιβὴ σας μεγάλη, καὶ θὰ εἴσαστε παιδιὰ τοῦ Ὑψίστου· γιατί αὐτὸς εἶναι καλὸς στοὺς ἀχάριστους καὶ πονηρούς. Νὰ εἴσαστε λοιπὸν μεταξὺ σας πονετικοί, καθὼς κι ὁ πατέρας σας εἶναι πονετικός.
Θὰ ἦταν καλά, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νὰ μέναμε σὲ τοῦτα τὰ θεϊκὰ λόγια καὶ νὰ μὴν προσθέταμε τίποτα δικό μας. Ὄχι μόνο γιατί εἶναι λόγια πολὺ ἁπλὰ καὶ τὰ καταλαβαίνουμε ὅλοι, μὰ καὶ γιατί εἶναι λόγια τοῦ Θεοῦ ἐπάνω σ’ ἕνα ζήτημα, ποὺ ἐμεῖς δὲ θέλουμε νὰ τὸ ἀκούσουμε. Τὰ λόγια εἶναι ἁπλὰ γιὰ νὰ τὰ καταλάβη τὸ μυαλό μας, μὰ δὲν εἶν’ εὐχάριστα γιὰ νὰ τ’ ἀγαπήση ἡ καρδιά μας. Ὁλωσδιόλου τ’ ἀντίθετα ἀπὸ κεῖνα ποὺ λέει ὁ Χριστὸς ἐμεῖς ἐπιθυμοῦμε· ἐκεῖνος μᾶς λέει γιὰ καλωσύνη κι ἐμεῖς ἐπιθυμοῦμε τὴν κακία· ἐκεῖνος μᾶς λέει γι’ ἀγάπη κι ἐμεῖς ἀκονίζουμε τὰ μαχαίρια μας γιὰ σκοτωμούς. Τὸ ξέρει αὐτὸ καλὰ ὁ Χριστός, γι’ αὐτὸ ἀρχίζει νὰ μᾶς μιλάη μὲ τέτοια λόγια, ποὺ νὰ μὴ μποροῦμε νὰ τοῦ ποῦμε πὼς δὲν ἔχει δίκηο. Μᾶς βάζει νὰ διαβάσουμε μέσα στὴν ψυχή μας, νὰ δοῦμε τί θέλουμε ἐμεῖς νὰ κάνουν οἱ ἄλλοι γιὰ μᾶς· τὸ ἴδιο νὰ κάνουμε κι ἐμεῖς γιὰ κείνους. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀλάθευτο μέτρο, ὁ χρυσὸς κανόνας, ὅπως λένε, τῆς κοινωνικῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων· τῶν ἀνθρώπων ποὺ ζοῦνε μαζί, γιατί δὲ μποροῦν νὰ ζήσουν σὰν τ’ ἀγρίμια στὸ βουνό· τῶν ἀνθρώπων ποὺ αἰσθάνονται πὼς κάθε ὥρα καὶ στιγμὴ ὁ καθένας ἔχει τὴν ἀνάγκη τοῦ διπλανοῦ του.
Κι εἶναι ἀλήθεια, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, πὼς ταιριάζουν καὶ μονοιάζουν οἱ ἄνθρωποι, μὰ ὄχι πάντα στὸ καλό. Εὐκολώτερα ταιριάζουν καὶ μονοιάζουν, ὅταν εἶναι γιὰ τὰ συμφέροντά τους κι ὅταν εἶναι γιὰ νὰ κάμουν τὸ κακό. Ἐσὺ ἀγαπᾶς ἐκείνους ποὺ σ’ ἀγαποῦνε καὶ θαρρεῖς πὼς κάτι μεγάλο κάνεις. Αἴ, βέβαια· εἶναι καὶ κάποιοι ποὺ μισοῦν ἐκείνους ποὺ τοὺς ἀγαποῦν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀχάριστοι καὶ πονηροί. Ἐσὺ ὅμως βάζεις ὅρια στὴν καλωσύνη σου, γιατί σοῦ ἀρέσει, λές, ἡ δικαιοσύνη· κάνεις καλὸ σ’ ἐκεῖνον πού σοῦ κάνει καλό, δανείζεις ἐκεῖνον ποὺ θὰ στὸ γυρίση καὶ μάλιστα μὲ τόκο, καὶ βοηθᾶς στὴν ἀνάγκη του ἐκεῖνον ποὺ περιμένεις πὼς θὰ σοῦ τὸ πληρώση. Τάχα ποιὰ εἶν’ ἡ καλωσύνη σου καὶ τί περιμένεις ἀπὸ τὸ Θεό; Ἐσὺ φροντίζεις νὰ ξοφλήσης καλά τοὺς λογαριασμούς σου ἐδῶ στὴ γῆ καὶ δὲ μένει νὰ σοῦ χρωστάη τίποτα ὁ Θεός. Κι ἂν εἶναι μόνο ἔτσι, πάει καλά. Μὰ εἶναι πολλοὶ ποὺ βρίσκονται χωμένοι στὸ χρέος ἀπέναντι στὸ Θεό, ἐξαιτίας τῆς διαγωγῆς τους ἀπέναντι στὸ συνάνθρωπό τους. Κάνουν τάχα τὸ καλὸ καὶ δανείζουν, ὄχι περιμένοντας τὸ ἴδιο, μὰ γιατί βρίσκουνε τὴν εὐκαιρία νὰ βγάλουνε τὸν ἀδελφό τους στὸ δρόμο, νὰ τοῦ πάρουνε τὸ σπίτι, νὰ τοῦ πιοῦνε τὸ αἷμα. Μὰ ἐδῶ δὲν εἶναι τρόπος μὲ τὸ νοῦ καὶ μὲ τὴ γνώση νὰ μεταπείσουμε κανένα, γιατί οἱ φιλάργυροι κι οἱ τοκογλύφοι κι ὅλοι ποὺ κάνουν τὸ κακὸ εἶν’ ἄρρωστοι βαρειὰ καὶ δὲν τοὺς πιάνει κανέν’ ἀνθρώπινο φάρμακο. Θὰ τοὺς ξαναφωνάξουμε μόνο τὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ καὶ πιστεύουμε πὼς θὰ τὸν ἀκούσουν, ἂν δὲν ἔγινε ἡ καρδιὰ τους πέτρα. «Κατὰ ποὺ θέλετε νὰ σᾶς φέρνωνται οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι νὰ τοὺς φέρνεσθε καὶ σεῖς».
Ἂς ποῦμε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, πὼς ἔχουμε κι ἐχθρούς. Εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴν ἔχουμε, ἀφοῦ κι ὁ Χριστὸς εἶχε ἐχθρούς· ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἤθελαν μὲ κανέναν τρόπο νὰ τὸν ἀγαπήσουν. Κι ἂν ἐμεῖς εἴμαστε ἄμεμπτοι, ποὺ δὲ μποροῦμε, σὰν τὸ Χριστό, θὰ βρεθοῦν καὶ κάποιοι ποὺ νὰ μὴ θέλουν τὸ καλό μας. Δὲ μιλοῦμε τώρα στοὺς ἐχθρούς μας καὶ δὲ λέμε γιατί νὰ μᾶς μισοῦν, μιλοῦμε στὸν ἑαυτό μας καὶ λέμε πὼς ἐμεῖς πρέπει ν’ ἀγαποῦμε τοὺς ἐχθρούς μας. Καὶ δὲν τὸ λέμε ἐμεῖς, τὸ λέει ὁ Χριστός. Ὁ Χριστὸς τὸ καλὸ τὸ θέλει χωρὶς ὅρια καὶ τὴν ἀγάπη τὴν ἁπλώνει τόσο, ποὺ ν’ ἀγκαλιάζη καὶ τοὺς ἐχθρούς. Σκληρός, θὰ πῆς, αὐτὸς ὁ λόγος, ὅπως τὸ εἶπαν κάποιοι στὰ χρόνια ἐκεῖνα τοῦ Χριστοῦ. Τὸ πρῶτο, νὰ κάνω στοὺς ἄλλους ὅ,τι θέλω νὰ μοῦ κάνουν, τὸ καταλαβαίνω· μὰ ἐτοῦτο δῶ, ν’ ἀγαπῶ καὶ τοὺς ἐχθρούς μου, δὲν τὸ χωράει τὸ μυαλό μου, δὲν τὸ βαστᾶ ἡ καρδιά μου. Κι ὅμως δὲν εἶναι παρὰ ὁ ἴδιος λόγος, γιατί ν’ ἀγαπᾶς τὸν ἐχθρό σου θὰ πῆ νὰ κάνης ὅ,τι θέλεις νὰ κάνη κι ἐκεῖνος γιὰ σένα ποὺ εἶσαι ἐχθρός του. Μὰ δὲ θὰ μπορέσω, χριστιανέ μου, νὰ σὲ πείσω, ἂν δὲν καταλάβης πρῶτα πὼς αὐτὸ τὸ λέει ὁ Χριστός. Ὅταν λοιπὸν μιλάη ὁ Θεός, ποιὸς μᾶς βάζει ἐμᾶς νὰ συζητοῦμε καὶ νὰ κρίνουμε τὸ λόγο του; Ἕνα μόνο νὰ σκεφθοῦμε πὼς ἐκεῖνος κι ἀπὸ τὸ Σταυρὸ γιὰ τοὺς ἐχθρούς του προσευχότανε καὶ μέχρι τώρα στὸν οὐρανὸ γιὰ μᾶς προσεύχεται κι ἂς εἴμαστε ἁμαρτωλοὶ καὶ κριματισμένοι.
Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,
Τὸν κόσμο δὲν τὸν κρατᾶ ἡ ἁγιωσύνη μας, τὸν κρατᾶ ἡ καλωσύνη τοῦ Θεοῦ. Κι ὁ Χριστὸς μᾶς λέει νὰ μοιάζουμε τοῦ Θεοῦ. Οὔτε στὴ δύναμη οὔτε στὴ σοφία νὰ τοῦ μοιάζουμε παρὰ μόνο στὴν καλωσύνη. Ἐκεῖνος εἶναι καλὸς καὶ πονετικὸς γιὰ ὅλους κι ἔτσι στέκει ὁ κόσμος. Καλοὶ καὶ πονετικοὶ νὰ ‘μαστε κι ἐμεῖς μεταξὺ μας γιὰ νὰ στέκη καὶ νὰ οἰκοδομῆται ἡ ζωή μας. Ἡ καλωσύνη χτίζει, ἡ ἀγάπη οἰκοδομεῖ. Ἂς ἔχουμε τὸ λοιπὸν καλωσύνη κι ἀγάπη γιὰ νὰ ‘χουμε ζωὴ καὶ σωτηρία. Ἀμήν.
+Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης Διονύσιος
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 54715
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Ἡ ὁμοίωση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεό
«Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ Πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί»
Ἐὰν διαβάσουμε τὰ συγγράμματα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων σοφῶν, ἀλλὰ κι ὅλων τῶν σοφῶν τοῦ κόσμου, θὰ δοῦμε πὼς θέλοντας νὰ διατυπώσουν τὸ δίκαιο, τὸ πρέπον, τὸ νόμιμο καὶ τὸ καλὸ ἔγραψαν πάρα πολλοὺς λόγους καὶ κατασκεύασαν μακροὺς διαλόγους καὶ βιβλία. Μερικὲς φορὲς πέτυχαν νὰ ποῦν καὶ νὰ γράψουν σπουδαῖα πράγματα, ἀλλὰ καὶ πολλὲς φορὲς ἔφεραν τοὺς ἀνθρώπους σὲ σύγχυση. Πολλὰ ἀπ’ αὐτὰ ποὺ εἶπαν οἱ σοφοί, ἀντὶ νὰ διαφωτίσουν τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ἔκαναν νὰ σκοτισθοῦν περισσότερο.
Ἀντίθετα, ὁ θειότατος Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅταν ἦλθε πάνω στὴ γῆ καὶ ἐνσαρκώθηκε, ξανάφερε στὴν ἐπιφάνεια τὸν ἔμφυτο νόμο τοῦ ἀνθρώπου κι ἔκανε τὴ βούλησή μας αἰτία τοῦ καλοῦ ἢ τοῦ κακοῦ, τοῦ νόμιμου ἢ τοῦ παράνομου, τοῦ δίκαιου ἢ τοῦ ἀδίκου. Μὲ λίγα λόγια εἶπε ὅλα ἐκεῖνα ποὺ χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος. «Καὶ καθὼς θέλεται ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως» (Λουκ. 6,31) ἢ «γίνεσθε οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί» (ὅπ.π. στίχ. 36). Πάνω στὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Κυρίου ἂς κάνουμε μερικὲς παρατηρήσεις.
Οἱ ἄνθρωποι ὁμοιάζουν μὲ τὸ Θεὸ
Ἕνας μεγάλος ἀσκητὴς τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ὅσιος Νεῖλος, κάνει τὴν ἀκόλουθη παρατήρηση: Ὅπως τὰ παιδιὰ μὲ τοὺς γονεῖς τους ἔχουν κοινοὺς χαρακτῆρες, δηλ. ἔχουν ὁμοιότητες στὸ πρόσωπο καὶ στὸ σῶμα κι ἀπ’ αὐτὲς τὶς ὁμοιότητες καταλαβαίνουμε τίνος γιὸς εἶναι κάποιος, τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴ συμπεριφορὰ ἑνὸς ἀνθρώπου. Ἀπὸ τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα του καταλαβαίνουμε τίνος διδασκάλου εἶναι κάποιος μαθητής. Τὸ ἴδιο καὶ ἀκόμη περισσότερο συμβαίνει μὲ τοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, δηλ. τοὺς Χριστιανούς. Οἱ πιστοὶ Χριστιανοὶ εἶναι μαθητὲς τοῦ αἰώνιου Πατέρα· «ὅστις γὰρ ἂν ποιήσῃ τὸ θέλημα τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς, αὐτός μου ἀδελφὸς καὶ ἀδελφὴ καὶ μήτηρ ἐστίν» (Ματθ. 12,50). Ἀλλοῦ πάλι λέγει· «μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε… οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρήζετε τούτων ἁπάντων» (ὅπ.π. 6,25 καὶ 32). Ὁ Πατέρας μας ὁ οὐράνιος, ἐφ’ ὅσον εἴμαστε παιδιά Του, θὰ μᾶς φροντίσει. Ἔχουμε συγγένεια καὶ οἰκείωση μὲ τὸ Θεό. Αὐτὸς εἶναι πατέρας μας καὶ μεῖς παιδιά Του. Μέσα στὸ Εὐαγγέλιο ὁ Κύριος μᾶς δείχνει τὰ σημάδια, γιὰ νὰ γίνουμε παιδιά Του, ἐφ’ ὅσον βέβαια τὸ θελήσουμε· «Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι πρᾶός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. 11,29). Ἀφοῦ ὁ κύριος εἶναι πράος καὶ ταπεινὸς καὶ τὰ παιδιὰ Του ὀφείλουν νὰ εἶναι ἔτσι. «Έσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειος ἐστίν» (ὅπ. π. 5,48). Ἢ αὐτὸ ποὺ μᾶς λέγει στὸ σημερινὸ ἀνάγνωσμα, δηλ. νὰ γίνουμε οἰκτίρμονες (εὔσπλαχνοι), γιατί καὶ ὁ Θεὸς εἶναι τέτοιος (Λουκ. 6,36).
Σὲ ποιὰ μποροῦμε νὰ μιμηθοῦμε τὸ Θεό;
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος παρατηρεῖ πὼς δὲν καλούμαστε ἀπ’ τὸ Θεὸ νὰ Τὸν μιμηθοῦμε στὴν παντοδυναμία, στὴ σοφία ἢ στὰ θαύματα, ἀλλὰ στὴν ἀγάπη, στὴν καλοσύνη, στὴν εὐσπλαχνία. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀπόλυτα ἐλεήμων καὶ εὔσπλαχνος, ἀλλὰ καὶ ἡ εἰκόνα Του, ποὺ εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἀνάλογα μὲ τὴ δύναμη ποὺ διαθέτει, δηλ. «συμμέτρως», μπορεῖ νὰ μιμηθεῖ τὸ Θεὸ στὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Μποροῦμε νὰ συγχωρήσουμε τοὺς ἐχθρούς μας κι ἐκείνους ποὺ μᾶς ἔκαναν κακό. Ἡ συγγένειά μας μὲ τὸ Θεὸ φαίνεται σ’ αὐτὲς τὶς καταστάσεις. Μποροῦμε νὰ μιμηθοῦμε τὸ Θεὸ στὴν εὐσπλαχνία. Ὁ Θεός, κατὰ τοὺς Πατέρες, ἐπειδὴ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς χάριτος, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς σοφίας, «πᾶσιν ἀδέως ταύτην (τὴν χάριν) μεταδίδωσιν››, τὰ δίνει ὅλα χωρὶς φόβο καὶ χωρὶς νὰ ἀδικήσει κανέναν. Αὐτὸ μεταφράζεται ὡς ἑξῆς γιά μᾶς: Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, μηδενὸς ἑξαιρουμένου, μποροῦμε νὰ ὁμοιάσουμε μὲ τὸ Θεὸ ὡς πρὸς τὴν ἀγάπη καὶ τὴν εὐσπλαχνία.
Ἡ ἁμαρτία ἐμπόδιο ἀνάμεσα στὸ Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο
Ἡ ἁμαρτία μᾶς ἔκανε μεγάλη ζημιά. Τὴν μὲν ἀγάπη πρὸς τὸν ἑαυτό μας τὴν αὔξησε, ἐνῶ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τὸν πλησίον τὴ μείωσε. Ἔτσι καταντήσαμε μισάνθρωποι. Τὸ κήρυγμα ποὺ ἔχει περιεχόμενο τὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς ἐχθρούς μας, θεωρεῖται ἀφέλεια. Ἡ ἀγάπη εἶναι κατάσταση, σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψη τῶν πολλῶν, τῶν ταπεινῶν ἀνθρώπων. Ἐὰν δείξουμε ἀγάπη στοὺς ἄλλους, κινδυνεύουμε νὰ χαρακτηριστοῦμε χαζοὶ κι ἀσήμαντοι. Δὲν μποροῦν νὰ πιστεύσουν οἱ ἄνθρωποι πὼς προάγονται μὲ τὴν καλοσύνη καὶ τὴν εὐσπλαχνία. Ὅποιος ἔφθασε νὰ προσεύχεται γιὰ τοὺς ἐχθρούς του, ἔφθασε στὴν κορυφὴ τῶν ἀρετῶν. «Ἀγάπης ἀνυποκρίτου τεκμήριον, ἀδικημάτων συγχώρησις», θὰ τονίσει ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ ἀσκητής.
Ἀδελφοί μου,
Ἀντὶ νὰ φροντίζουμε νὰ ἐπιβληθοῦμε μὲ τὴ δύναμη τῆς ἐξουσίας καὶ τῶν ὅπλων, ἂς καλλιεργήσουμε τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον, γιὰ νὰ ὁμοιάσουμε μὲ τὸ Θεὸ καὶ νὰ κληρονομήσουμε τὴ Βασιλεία Του, ποὺ εἶναι κοινωνία ἀγάπης.
Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας Ἰωὴλ
«Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ Πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί»
Ἐὰν διαβάσουμε τὰ συγγράμματα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων σοφῶν, ἀλλὰ κι ὅλων τῶν σοφῶν τοῦ κόσμου, θὰ δοῦμε πὼς θέλοντας νὰ διατυπώσουν τὸ δίκαιο, τὸ πρέπον, τὸ νόμιμο καὶ τὸ καλὸ ἔγραψαν πάρα πολλοὺς λόγους καὶ κατασκεύασαν μακροὺς διαλόγους καὶ βιβλία. Μερικὲς φορὲς πέτυχαν νὰ ποῦν καὶ νὰ γράψουν σπουδαῖα πράγματα, ἀλλὰ καὶ πολλὲς φορὲς ἔφεραν τοὺς ἀνθρώπους σὲ σύγχυση. Πολλὰ ἀπ’ αὐτὰ ποὺ εἶπαν οἱ σοφοί, ἀντὶ νὰ διαφωτίσουν τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ἔκαναν νὰ σκοτισθοῦν περισσότερο.
Ἀντίθετα, ὁ θειότατος Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅταν ἦλθε πάνω στὴ γῆ καὶ ἐνσαρκώθηκε, ξανάφερε στὴν ἐπιφάνεια τὸν ἔμφυτο νόμο τοῦ ἀνθρώπου κι ἔκανε τὴ βούλησή μας αἰτία τοῦ καλοῦ ἢ τοῦ κακοῦ, τοῦ νόμιμου ἢ τοῦ παράνομου, τοῦ δίκαιου ἢ τοῦ ἀδίκου. Μὲ λίγα λόγια εἶπε ὅλα ἐκεῖνα ποὺ χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος. «Καὶ καθὼς θέλεται ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως» (Λουκ. 6,31) ἢ «γίνεσθε οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί» (ὅπ.π. στίχ. 36). Πάνω στὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Κυρίου ἂς κάνουμε μερικὲς παρατηρήσεις.
Οἱ ἄνθρωποι ὁμοιάζουν μὲ τὸ Θεὸ
Ἕνας μεγάλος ἀσκητὴς τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ὅσιος Νεῖλος, κάνει τὴν ἀκόλουθη παρατήρηση: Ὅπως τὰ παιδιὰ μὲ τοὺς γονεῖς τους ἔχουν κοινοὺς χαρακτῆρες, δηλ. ἔχουν ὁμοιότητες στὸ πρόσωπο καὶ στὸ σῶμα κι ἀπ’ αὐτὲς τὶς ὁμοιότητες καταλαβαίνουμε τίνος γιὸς εἶναι κάποιος, τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴ συμπεριφορὰ ἑνὸς ἀνθρώπου. Ἀπὸ τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα του καταλαβαίνουμε τίνος διδασκάλου εἶναι κάποιος μαθητής. Τὸ ἴδιο καὶ ἀκόμη περισσότερο συμβαίνει μὲ τοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, δηλ. τοὺς Χριστιανούς. Οἱ πιστοὶ Χριστιανοὶ εἶναι μαθητὲς τοῦ αἰώνιου Πατέρα· «ὅστις γὰρ ἂν ποιήσῃ τὸ θέλημα τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς, αὐτός μου ἀδελφὸς καὶ ἀδελφὴ καὶ μήτηρ ἐστίν» (Ματθ. 12,50). Ἀλλοῦ πάλι λέγει· «μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε… οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρήζετε τούτων ἁπάντων» (ὅπ.π. 6,25 καὶ 32). Ὁ Πατέρας μας ὁ οὐράνιος, ἐφ’ ὅσον εἴμαστε παιδιά Του, θὰ μᾶς φροντίσει. Ἔχουμε συγγένεια καὶ οἰκείωση μὲ τὸ Θεό. Αὐτὸς εἶναι πατέρας μας καὶ μεῖς παιδιά Του. Μέσα στὸ Εὐαγγέλιο ὁ Κύριος μᾶς δείχνει τὰ σημάδια, γιὰ νὰ γίνουμε παιδιά Του, ἐφ’ ὅσον βέβαια τὸ θελήσουμε· «Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι πρᾶός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. 11,29). Ἀφοῦ ὁ κύριος εἶναι πράος καὶ ταπεινὸς καὶ τὰ παιδιὰ Του ὀφείλουν νὰ εἶναι ἔτσι. «Έσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειος ἐστίν» (ὅπ. π. 5,48). Ἢ αὐτὸ ποὺ μᾶς λέγει στὸ σημερινὸ ἀνάγνωσμα, δηλ. νὰ γίνουμε οἰκτίρμονες (εὔσπλαχνοι), γιατί καὶ ὁ Θεὸς εἶναι τέτοιος (Λουκ. 6,36).
Σὲ ποιὰ μποροῦμε νὰ μιμηθοῦμε τὸ Θεό;
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος παρατηρεῖ πὼς δὲν καλούμαστε ἀπ’ τὸ Θεὸ νὰ Τὸν μιμηθοῦμε στὴν παντοδυναμία, στὴ σοφία ἢ στὰ θαύματα, ἀλλὰ στὴν ἀγάπη, στὴν καλοσύνη, στὴν εὐσπλαχνία. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀπόλυτα ἐλεήμων καὶ εὔσπλαχνος, ἀλλὰ καὶ ἡ εἰκόνα Του, ποὺ εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἀνάλογα μὲ τὴ δύναμη ποὺ διαθέτει, δηλ. «συμμέτρως», μπορεῖ νὰ μιμηθεῖ τὸ Θεὸ στὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Μποροῦμε νὰ συγχωρήσουμε τοὺς ἐχθρούς μας κι ἐκείνους ποὺ μᾶς ἔκαναν κακό. Ἡ συγγένειά μας μὲ τὸ Θεὸ φαίνεται σ’ αὐτὲς τὶς καταστάσεις. Μποροῦμε νὰ μιμηθοῦμε τὸ Θεὸ στὴν εὐσπλαχνία. Ὁ Θεός, κατὰ τοὺς Πατέρες, ἐπειδὴ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς χάριτος, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς σοφίας, «πᾶσιν ἀδέως ταύτην (τὴν χάριν) μεταδίδωσιν››, τὰ δίνει ὅλα χωρὶς φόβο καὶ χωρὶς νὰ ἀδικήσει κανέναν. Αὐτὸ μεταφράζεται ὡς ἑξῆς γιά μᾶς: Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, μηδενὸς ἑξαιρουμένου, μποροῦμε νὰ ὁμοιάσουμε μὲ τὸ Θεὸ ὡς πρὸς τὴν ἀγάπη καὶ τὴν εὐσπλαχνία.
Ἡ ἁμαρτία ἐμπόδιο ἀνάμεσα στὸ Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο
Ἡ ἁμαρτία μᾶς ἔκανε μεγάλη ζημιά. Τὴν μὲν ἀγάπη πρὸς τὸν ἑαυτό μας τὴν αὔξησε, ἐνῶ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τὸν πλησίον τὴ μείωσε. Ἔτσι καταντήσαμε μισάνθρωποι. Τὸ κήρυγμα ποὺ ἔχει περιεχόμενο τὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς ἐχθρούς μας, θεωρεῖται ἀφέλεια. Ἡ ἀγάπη εἶναι κατάσταση, σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψη τῶν πολλῶν, τῶν ταπεινῶν ἀνθρώπων. Ἐὰν δείξουμε ἀγάπη στοὺς ἄλλους, κινδυνεύουμε νὰ χαρακτηριστοῦμε χαζοὶ κι ἀσήμαντοι. Δὲν μποροῦν νὰ πιστεύσουν οἱ ἄνθρωποι πὼς προάγονται μὲ τὴν καλοσύνη καὶ τὴν εὐσπλαχνία. Ὅποιος ἔφθασε νὰ προσεύχεται γιὰ τοὺς ἐχθρούς του, ἔφθασε στὴν κορυφὴ τῶν ἀρετῶν. «Ἀγάπης ἀνυποκρίτου τεκμήριον, ἀδικημάτων συγχώρησις», θὰ τονίσει ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ ἀσκητής.
Ἀδελφοί μου,
Ἀντὶ νὰ φροντίζουμε νὰ ἐπιβληθοῦμε μὲ τὴ δύναμη τῆς ἐξουσίας καὶ τῶν ὅπλων, ἂς καλλιεργήσουμε τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον, γιὰ νὰ ὁμοιάσουμε μὲ τὸ Θεὸ καὶ νὰ κληρονομήσουμε τὴ Βασιλεία Του, ποὺ εἶναι κοινωνία ἀγάπης.
Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας Ἰωὴλ
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 54715
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Ὁ Χρυσοῦς κανὼν
Ὁ Κύριος εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλίαν Του ἐδίδαξε διδάγματα ὑψηλά, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀνάγκην ἀπὸ φῶς καὶ δύναμιν. Ἔχουσιν ἀνάγκην ἀπὸ φῶς, ἵνα ἐννοήσωμεν αὐτά. Ἔχουσιν ἀνάγκην ἀπὸ δύναμιν ψυχικήν, ἵνα ἐφαρμώσωμεν αὐτά. Διὰ μὲν τὴν δύναμιν τῆς ἐφαρμογῆς ὁ Κύριος συνιστᾶ τὴν ἐπίμονον προσευχήν, διὰ δὲ τὴν κατανόησιν αὐτῶν δίδει φράσιν ἀνακεφαλαιώνουσαν τὴν ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλίαν του. Ἰδοὺ ὁ χρυσοῦς κανὼν ἐπὶ τῷ τέλει τῆς ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλίας.
Καὶ α) Ἡ προσευχή: «Αἰτεῖτε καὶ δοθήσεται ὑμῖν, ζητεῖτε καὶ εὑρήσετε». Ὁ Κύριος χρησιμοποιῶν χρόνον ἐνεστῶτα εἰς τὸ «αἰτεῖτε καὶ ζητεῖτε» συνιστᾶ τὴν ἐπανειλημμένην αἴτησιν. Λέγων δὲ «κρούετε καὶ ἀνοιγήσεται» δηλοῖ τὸ μετὰ ζήλου καὶ οὐχὶ τυπικῶς αἰτεῖσθαι. Καὶ συνεχίζει. «Πᾶς γὰρ ὁ αἰτῶν λαμβάνει καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει καὶ τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται». Ὁ Κύριος, ἀφοῦ ἐτόνισε τὴν κατ’ ἐπανάληψιν καὶ μετὰ ζήλου αἴτησιν, ἐνταῦθα διὰ τοῦ «πᾶς ὁ αἰτῶν» δηλοῖ, ὅτι ὄχι μόνον ὁ πλούσιος, ἀλλὰ καὶ ὁ πτωχός, ὄχι μόνον ὁ κληρικὸς ἀλλὰ καὶ ὁ λαϊκός, ὄχι μόνον ὁ μεγάλος ἀλλὰ καὶ ὁ μικρός, ὅταν ζητήσωσι κατ’ ἐπανάληψιν καὶ μετὰ ζήλου, θὰ λάβωσιν.
Ὁ Κύριος ὅμως, ἵνα δηλώση τὸ πρόθυμον τῆς δωρεᾶς του καὶ ποῖον πρέπει νὰ εἶναι τὸ περιεχόμενον τῆς προσευχῆς μας, λέγει τὰ ἑξῆς: «Τὶς ἐστὶν ἐξ ὑμῶν ἄνθρωπος, ὅν ἐὰν αἰτήσῃ ὁ υἱὸς του ἄρτον, μὴ λίθον ἐπιδώσει αὐτῶ; καὶ ἐὰν ἰχθὺν αἰτήσῃ μὴ ὄφιν ἐπιδώσει αὐτῶ; εἰ οὖν ὑμεῖς πονηροὶ ὄντες, οἴδατε δόματα ἀγαθὰ διδόναι τοῖς τέκνοις ὑμῶν, πόσα μᾶλλον ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, δώσει ἀγαθὰ τοῖς αἰτοῦσιν αὐτόν;».
Ποῖος δηλαδὴ πατέρας, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ὁ υἱός του θὰ ζητήση ἄρτον ἢ ψάρι, θὰ ἀπατήση τοῦτον δίδων ἀντὶ ἄρτου τὸν ἐξωτερικῶς πρὸς αὐτὸν ὁμοιάζοντα ἀνωφελῆ λίθον ἢ ἐπιβλαβὲς φείδι τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ σχῆμα ὁμοιάζει πρὸς τὸν ἰχθύν;
Ἀφοῦ λοιπὸν σεῖς οἱ πατέρες, λέγει ὁ Κύριος, ὡς ἄνθρωποι ἁμαρτωλοὶ μέτοχοι τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος εἶσθε πονηροὶ καὶ ὅμως παρέχετε «ἀγαθὰ» τὰ συμφέροντα δηλαδὴ εἰς τοὺς υἱούς σας, κατὰ μείζονα λόγον ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος θὰ δώσῃ ὠφέλιμα πράγματα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὰ ζητοῦν. Ὁ δὲ ἀπόστολος Παῦλος ἐπιγραμματικώτατα λέγει: «ὃς γε τοῦ ἰδίου Υἱοῦ οὐκ ἐφείσατο, πῶς οὐχὶ σὺν αὐτῶ τὰ πάντα ὑμῖν χαρίσεται;».
Συμπέρασμα. Ἡ προσευχὴ πρέπει νὰ γίνεται κατ’ ἐπανάληψιν, μετὰ ζήλου ὑπὸ οἱουδήποτε οὐχὶ διὰ πράγματα ἀνωφελῆ ἢ βλαβερὰ καὶ μὲ πίστιν εἰς τὸν Θεὸν ὡς Πατέρα μας. Τότε εἰσακούεται. Ἐὰν δὲν εἰσακούεται, αἰτοῦμεν λίθους ἢ ὄφεις ἤτοι ἀνωφελῶς ἢ ἐπιβλαβῶς. Μετὰ ταῦτα ὁ Κύριος πρὶν τελειώση τὴν ἠθικὴν διδασκαλίαν προβαίνει εἰς τὴν ἀνακεφαλαίωσιν ταύτης.
β) Ἡ ἀνακεφαλαίωσις. «Πάντα οὖν ὅσα ἐὰν θέλητε, ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, οὕτω καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς· οὗτος γὰρ ἐστιν ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται». Ἡ φράσις αὕτη εἶναι σύντομος, σαφής, σοφή.
Εἶναι σύντομος διὰ νὰ εἶναι εὐμνημόνευτος καὶ ἵνα μὴ οἱ παραβᾶται προβάλλωσιν ἄγνοιαν νόμου.
Εἶναι σαφής, ὥστε δύναται νὰ ἐννοήση ταύτην ὄχι μόνον ὁ μορφωμένος, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀμόρφωτος ἄνθρωπος. Καὶ πράγματι! Τὶς δὲν δύναται νὰ ἐννοήση τὸ «ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλεις ὁ ἄλλος νὰ κάμη εἰς σέ, αὐτὸ πρέπει νὰ κάμης καὶ σὺ εἰς αὐτόν;» Ἡ συντομία δὲν εἶναι εἰς βάρος τῆς σαφήνειας.
Ἡ ἐντολὴ αὕτη δὲν εἶναι μόνον σύντομος καὶ σαφὴς ἀλλὰ καὶ σοφὴ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Πολλοὶ ἄνθρωποι καὶ σήμερον ἀκόμη θέτουσι θεωρητικῶς ὡς ὕψιστον κανόνα διαγωγῆς τὸ «ὅ σὺ μισεῖς, ἑτέρῳ μηδενὶ ποιήσεις» ἤτοι ὅ,τι δὲν θέλεις νὰ σοῦ κάμουν, μὴ κάμης. Πρακτικῶς δὲ ἐφαρμόζουσι τὸ «ὅσα ἂν ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, ποιεῖτε καὶ ὑμεῖς αὐτοῖς ὁμοίως». Καὶ αἱ δύο αὐταὶ ἀρχαὶ τῆς ζωῆς, εἶναι πολὺ ἐλλειπεῖς ἔναντί τῆς ἐντολῆς ταύτης τοῦ Κυρίου. Ἰδοὺ διατί. Ἐφαρμόζων τις τὸ «ὅ σὺ μισεῖς ἑτερῳ μὴ ποιήσῃς» ἐφαρμόζει ἐντολὰς ἀρνητικάς, αἱ ὁποῖαι μᾶς λέγουσι τί δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν. Ἡ ζωὴ ὅμως ἔχει ἀνάγκην ἀπὸ θετικὰς ἐντολάς, πρέπει δηλαδὴ νὰ μάθωμεν τί πρέπει νὰ κάμωμεν. Ἐφαρμόζων δὲ ὁ ἄνθρωπος τὴν δευτέραν ἀρχὴν «ὅσα ἂν ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, ποιεῖτε καὶ ὑμεῖς αὐτοῖς ὁμοίως» θὰ ἀναγκασθῆ νὰ κλωτσήση τὸν ἄλλον, ὅταν ὁ ἄλλος τὸν κλωτςᾶ, νὰ ἀπαντᾶ εἰς τὸ μῖσος τοῦ ἄλλου μὲ τὸ μῖσος τὸ ἰδικόν του. Ἀλλὰ τότε ὁ ἄνθρωπος δὲν μεταβάλλεται εἰς κτῆνος; Καὶ ὅταν ἀγαπᾶ τὸν ἄλλον, διότι ἐκεῖνος πρῶτος τὸν ἀγάπησε, δὲν εἶναι δοῦλος τῆς ἀγάπης τοῦ ἄλλου;
Ἡ πλήρης ἑπομένως ἐντολή, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἄρνησις ἀλλὰ θέσις, δὲν εἶναι κτηνώδης ἀλλὰ θεία, δὲν ἔχει δουλικότητα, ἀλλὰ ἐλευθερίαν, εἶναι ἡ ἐντολὴ τοῦ Κυρίου «ὅσα ἂν θέλετε, ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, οὕτως καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς». Ἡ σοφία τῆς ἐντολῆς ταύτης τοῦ Κυρίου δὲν φαίνεται μόνον, ὅταν συγκριθῆ πρὸς τὰς δύο ἀνωτέρω ἀναφερθείσας ἀρχὰς τῆς ζωῆς, θεωρητικὴν καὶ πρακτικήν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ πράγματα.
Καὶ συγκεκριμένως. Εἶσαι πλούσιος. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον πρέπει νὰ φέρεσαι πρὸς τὸν πτωχόν, ὅπως θὰ ἤθελες νὰ ἐφέρετο ὁ πτωχὸς πρὸς σέ, ἐὰν σὺ ἦσο πτωχὸς καὶ ἐκεῖνος ἦτο πλούσιος. Εἶσαι σοφὸς διδάσκαλος καὶ ἔχεις ἀνόητους μαθητάς. Πρέπει νὰ φέρεσαι πρὸς αὐτούς, ὅπως θὰ ἤθελες νὰ ἐφέροντο αὐτοὶ πρὸς σέ, ἐὰν σὺ ἦσο μαθητὴς ἀνόητος καὶ ἐκεῖνοι σοφοὶ διδάσκαλοι. Κατακρίνεις; Ἔλα εἰς τὴν θέσιν τοῦ κατακρινομένου. Ψεύδεσαι; Σκέψου πόσον κακὸν εἶναι τὸ ψεῦδος, ὄχι ὅταν λέγης σὺ τὸ ψεῦδος πρὸς ἄλλους, ἀλλὰ ὅταν ἄλλοι ψεύδονται πρὸς σέ. Μισεῖς; Ἔλα εἰς τὴν θέσιν τοῦ μισουμένου. Εἶσαι προιστάμενος; Ἔλα εἰς τὴν θέσιν τοῦ ὑφισταμένου. Εἶσαι ἀρχιεργάτης; Ἔλα εἰς τὴν θέσιν τῶν ἐργατῶν. Εἶσαι μεγάλος; Δὲν πρέπει νὰ σκεφθῆς πῶς ἐφέροντο κατὰ τὸ παρελθὸν οἱ μεγαλύτεροί σου πρὸς σέ, ὥστε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ φέρεσαι καὶ σὺ σήμερον, πρὸς τοὺς μικρότερούς σου. Θὰ φερθῆς πρὸς τοὺς μικρότερούς σου ὄχι ὅπως σοῦ ἐφέρθησαν οἱ μεγαλύτεροί σου ἄλλοτε, ἀλλὰ ὅπως θὰ ἤθελες νὰ σοῦ ἐφέροντο.
Θέτων ὁ ἄνθρωπος κατὰ τὴν συμπεριφορὰν του τὸν ἑαυτὸν του εἰς τὴν θέσιν τῶν ἄλλων κάμνει ἔργον δίκαιον καὶ σοφόν, διότι ὁ νόμος οὗτος εἶναι ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ γίνη παγκόσμιος, ὅπως λέγει ἕνας σοφὸς ὀνομαζόμενος Κάντιος. Ὁ νόμος οὗτος δὲν εἶναι μόνον δίκαιος καὶ σοφὸς ἀλλὰ καὶ ἐλεύθερος. Θὰ ἀγαπήσης τὸν ἄλλον ὄχι διότι σὲ ἀγαπᾶ, οὔτε διὰ νὰ σὲ ἀγαπήση ἀλλὰ διότι ὀφείλεις νὰ ἀγαπᾶς.
Μία ἀπορία. Ἴσως εἴπῃ τις· ἐὰν δύο πρόσωπα διαφόρου φύλλου ἀγαπῶνται ἁμαρτωλῶς εἶναι νόμιμος ἡ ἀγάπη των, ἀφοῦ εἶναι ἀμοιβαία ἡ θέλησίς των;
Ἀπαντῶ. Ὁ Κύριος ὁμιλεῖ πρὸς χριστιανούς. Ἑπομένως προϋποτίθεται, ὅτι οἱ χριστιανοὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχωσιν ἁμαρτωλὰς σχέσεις. Πλὴν αὐτοῦ συμβαίνει καὶ κάτι ἄλλο. Θέλεις σύ, ὁ ὁποῖος εἶσαι ἄνδρας νὰ ἔχη ἡ γυναῖκα σου, ἢ ἡ κόρη σου, ἢ ἡ ἀδελφή σου ἁμαρτωλὰς σχέσεις, ἔστω καὶ ἂν εἶναι μὲ τὴν θέλησίν των, πρὸς ἄλλον ἄνδρα;
Τέλος μεταξὺ δύο προσώπων ἀγαπωμένων ἀμοιβαίως καὶ ἁμαρτωλῶς, συγχέονται δύο διάφορα συναισθήματα: εὐχαρίστησις καὶ θέλησις. Καὶ κατ’ ἀρχὰς μὲν συγχέονται μέχρι συνταυτίσεως, κατόπιν ὅμως, ὅταν παρουσιασθῆ ὁ ἔλεγχος τῆς συνειδήσεως καὶ πολὺ περισσότερον, ὅταν διὰ τοῦ κορεσμοῦ ἐπέλθη ὁ τραγικὸς χωρισμὸς των, βλέπομεν, ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ θέλησις καὶ ἄλλο ἡ εὐχαρίστησις.
Ἀρχιμανδρίτης Ἰωήλ Γιαννακόπουλος
Ὁ Κύριος εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλίαν Του ἐδίδαξε διδάγματα ὑψηλά, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀνάγκην ἀπὸ φῶς καὶ δύναμιν. Ἔχουσιν ἀνάγκην ἀπὸ φῶς, ἵνα ἐννοήσωμεν αὐτά. Ἔχουσιν ἀνάγκην ἀπὸ δύναμιν ψυχικήν, ἵνα ἐφαρμώσωμεν αὐτά. Διὰ μὲν τὴν δύναμιν τῆς ἐφαρμογῆς ὁ Κύριος συνιστᾶ τὴν ἐπίμονον προσευχήν, διὰ δὲ τὴν κατανόησιν αὐτῶν δίδει φράσιν ἀνακεφαλαιώνουσαν τὴν ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλίαν του. Ἰδοὺ ὁ χρυσοῦς κανὼν ἐπὶ τῷ τέλει τῆς ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλίας.
Καὶ α) Ἡ προσευχή: «Αἰτεῖτε καὶ δοθήσεται ὑμῖν, ζητεῖτε καὶ εὑρήσετε». Ὁ Κύριος χρησιμοποιῶν χρόνον ἐνεστῶτα εἰς τὸ «αἰτεῖτε καὶ ζητεῖτε» συνιστᾶ τὴν ἐπανειλημμένην αἴτησιν. Λέγων δὲ «κρούετε καὶ ἀνοιγήσεται» δηλοῖ τὸ μετὰ ζήλου καὶ οὐχὶ τυπικῶς αἰτεῖσθαι. Καὶ συνεχίζει. «Πᾶς γὰρ ὁ αἰτῶν λαμβάνει καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει καὶ τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται». Ὁ Κύριος, ἀφοῦ ἐτόνισε τὴν κατ’ ἐπανάληψιν καὶ μετὰ ζήλου αἴτησιν, ἐνταῦθα διὰ τοῦ «πᾶς ὁ αἰτῶν» δηλοῖ, ὅτι ὄχι μόνον ὁ πλούσιος, ἀλλὰ καὶ ὁ πτωχός, ὄχι μόνον ὁ κληρικὸς ἀλλὰ καὶ ὁ λαϊκός, ὄχι μόνον ὁ μεγάλος ἀλλὰ καὶ ὁ μικρός, ὅταν ζητήσωσι κατ’ ἐπανάληψιν καὶ μετὰ ζήλου, θὰ λάβωσιν.
Ὁ Κύριος ὅμως, ἵνα δηλώση τὸ πρόθυμον τῆς δωρεᾶς του καὶ ποῖον πρέπει νὰ εἶναι τὸ περιεχόμενον τῆς προσευχῆς μας, λέγει τὰ ἑξῆς: «Τὶς ἐστὶν ἐξ ὑμῶν ἄνθρωπος, ὅν ἐὰν αἰτήσῃ ὁ υἱὸς του ἄρτον, μὴ λίθον ἐπιδώσει αὐτῶ; καὶ ἐὰν ἰχθὺν αἰτήσῃ μὴ ὄφιν ἐπιδώσει αὐτῶ; εἰ οὖν ὑμεῖς πονηροὶ ὄντες, οἴδατε δόματα ἀγαθὰ διδόναι τοῖς τέκνοις ὑμῶν, πόσα μᾶλλον ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, δώσει ἀγαθὰ τοῖς αἰτοῦσιν αὐτόν;».
Ποῖος δηλαδὴ πατέρας, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ὁ υἱός του θὰ ζητήση ἄρτον ἢ ψάρι, θὰ ἀπατήση τοῦτον δίδων ἀντὶ ἄρτου τὸν ἐξωτερικῶς πρὸς αὐτὸν ὁμοιάζοντα ἀνωφελῆ λίθον ἢ ἐπιβλαβὲς φείδι τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ σχῆμα ὁμοιάζει πρὸς τὸν ἰχθύν;
Ἀφοῦ λοιπὸν σεῖς οἱ πατέρες, λέγει ὁ Κύριος, ὡς ἄνθρωποι ἁμαρτωλοὶ μέτοχοι τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος εἶσθε πονηροὶ καὶ ὅμως παρέχετε «ἀγαθὰ» τὰ συμφέροντα δηλαδὴ εἰς τοὺς υἱούς σας, κατὰ μείζονα λόγον ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος θὰ δώσῃ ὠφέλιμα πράγματα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὰ ζητοῦν. Ὁ δὲ ἀπόστολος Παῦλος ἐπιγραμματικώτατα λέγει: «ὃς γε τοῦ ἰδίου Υἱοῦ οὐκ ἐφείσατο, πῶς οὐχὶ σὺν αὐτῶ τὰ πάντα ὑμῖν χαρίσεται;».
Συμπέρασμα. Ἡ προσευχὴ πρέπει νὰ γίνεται κατ’ ἐπανάληψιν, μετὰ ζήλου ὑπὸ οἱουδήποτε οὐχὶ διὰ πράγματα ἀνωφελῆ ἢ βλαβερὰ καὶ μὲ πίστιν εἰς τὸν Θεὸν ὡς Πατέρα μας. Τότε εἰσακούεται. Ἐὰν δὲν εἰσακούεται, αἰτοῦμεν λίθους ἢ ὄφεις ἤτοι ἀνωφελῶς ἢ ἐπιβλαβῶς. Μετὰ ταῦτα ὁ Κύριος πρὶν τελειώση τὴν ἠθικὴν διδασκαλίαν προβαίνει εἰς τὴν ἀνακεφαλαίωσιν ταύτης.
β) Ἡ ἀνακεφαλαίωσις. «Πάντα οὖν ὅσα ἐὰν θέλητε, ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, οὕτω καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς· οὗτος γὰρ ἐστιν ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται». Ἡ φράσις αὕτη εἶναι σύντομος, σαφής, σοφή.
Εἶναι σύντομος διὰ νὰ εἶναι εὐμνημόνευτος καὶ ἵνα μὴ οἱ παραβᾶται προβάλλωσιν ἄγνοιαν νόμου.
Εἶναι σαφής, ὥστε δύναται νὰ ἐννοήση ταύτην ὄχι μόνον ὁ μορφωμένος, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀμόρφωτος ἄνθρωπος. Καὶ πράγματι! Τὶς δὲν δύναται νὰ ἐννοήση τὸ «ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλεις ὁ ἄλλος νὰ κάμη εἰς σέ, αὐτὸ πρέπει νὰ κάμης καὶ σὺ εἰς αὐτόν;» Ἡ συντομία δὲν εἶναι εἰς βάρος τῆς σαφήνειας.
Ἡ ἐντολὴ αὕτη δὲν εἶναι μόνον σύντομος καὶ σαφὴς ἀλλὰ καὶ σοφὴ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Πολλοὶ ἄνθρωποι καὶ σήμερον ἀκόμη θέτουσι θεωρητικῶς ὡς ὕψιστον κανόνα διαγωγῆς τὸ «ὅ σὺ μισεῖς, ἑτέρῳ μηδενὶ ποιήσεις» ἤτοι ὅ,τι δὲν θέλεις νὰ σοῦ κάμουν, μὴ κάμης. Πρακτικῶς δὲ ἐφαρμόζουσι τὸ «ὅσα ἂν ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, ποιεῖτε καὶ ὑμεῖς αὐτοῖς ὁμοίως». Καὶ αἱ δύο αὐταὶ ἀρχαὶ τῆς ζωῆς, εἶναι πολὺ ἐλλειπεῖς ἔναντί τῆς ἐντολῆς ταύτης τοῦ Κυρίου. Ἰδοὺ διατί. Ἐφαρμόζων τις τὸ «ὅ σὺ μισεῖς ἑτερῳ μὴ ποιήσῃς» ἐφαρμόζει ἐντολὰς ἀρνητικάς, αἱ ὁποῖαι μᾶς λέγουσι τί δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν. Ἡ ζωὴ ὅμως ἔχει ἀνάγκην ἀπὸ θετικὰς ἐντολάς, πρέπει δηλαδὴ νὰ μάθωμεν τί πρέπει νὰ κάμωμεν. Ἐφαρμόζων δὲ ὁ ἄνθρωπος τὴν δευτέραν ἀρχὴν «ὅσα ἂν ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, ποιεῖτε καὶ ὑμεῖς αὐτοῖς ὁμοίως» θὰ ἀναγκασθῆ νὰ κλωτσήση τὸν ἄλλον, ὅταν ὁ ἄλλος τὸν κλωτςᾶ, νὰ ἀπαντᾶ εἰς τὸ μῖσος τοῦ ἄλλου μὲ τὸ μῖσος τὸ ἰδικόν του. Ἀλλὰ τότε ὁ ἄνθρωπος δὲν μεταβάλλεται εἰς κτῆνος; Καὶ ὅταν ἀγαπᾶ τὸν ἄλλον, διότι ἐκεῖνος πρῶτος τὸν ἀγάπησε, δὲν εἶναι δοῦλος τῆς ἀγάπης τοῦ ἄλλου;
Ἡ πλήρης ἑπομένως ἐντολή, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἄρνησις ἀλλὰ θέσις, δὲν εἶναι κτηνώδης ἀλλὰ θεία, δὲν ἔχει δουλικότητα, ἀλλὰ ἐλευθερίαν, εἶναι ἡ ἐντολὴ τοῦ Κυρίου «ὅσα ἂν θέλετε, ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, οὕτως καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς». Ἡ σοφία τῆς ἐντολῆς ταύτης τοῦ Κυρίου δὲν φαίνεται μόνον, ὅταν συγκριθῆ πρὸς τὰς δύο ἀνωτέρω ἀναφερθείσας ἀρχὰς τῆς ζωῆς, θεωρητικὴν καὶ πρακτικήν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ πράγματα.
Καὶ συγκεκριμένως. Εἶσαι πλούσιος. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον πρέπει νὰ φέρεσαι πρὸς τὸν πτωχόν, ὅπως θὰ ἤθελες νὰ ἐφέρετο ὁ πτωχὸς πρὸς σέ, ἐὰν σὺ ἦσο πτωχὸς καὶ ἐκεῖνος ἦτο πλούσιος. Εἶσαι σοφὸς διδάσκαλος καὶ ἔχεις ἀνόητους μαθητάς. Πρέπει νὰ φέρεσαι πρὸς αὐτούς, ὅπως θὰ ἤθελες νὰ ἐφέροντο αὐτοὶ πρὸς σέ, ἐὰν σὺ ἦσο μαθητὴς ἀνόητος καὶ ἐκεῖνοι σοφοὶ διδάσκαλοι. Κατακρίνεις; Ἔλα εἰς τὴν θέσιν τοῦ κατακρινομένου. Ψεύδεσαι; Σκέψου πόσον κακὸν εἶναι τὸ ψεῦδος, ὄχι ὅταν λέγης σὺ τὸ ψεῦδος πρὸς ἄλλους, ἀλλὰ ὅταν ἄλλοι ψεύδονται πρὸς σέ. Μισεῖς; Ἔλα εἰς τὴν θέσιν τοῦ μισουμένου. Εἶσαι προιστάμενος; Ἔλα εἰς τὴν θέσιν τοῦ ὑφισταμένου. Εἶσαι ἀρχιεργάτης; Ἔλα εἰς τὴν θέσιν τῶν ἐργατῶν. Εἶσαι μεγάλος; Δὲν πρέπει νὰ σκεφθῆς πῶς ἐφέροντο κατὰ τὸ παρελθὸν οἱ μεγαλύτεροί σου πρὸς σέ, ὥστε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ φέρεσαι καὶ σὺ σήμερον, πρὸς τοὺς μικρότερούς σου. Θὰ φερθῆς πρὸς τοὺς μικρότερούς σου ὄχι ὅπως σοῦ ἐφέρθησαν οἱ μεγαλύτεροί σου ἄλλοτε, ἀλλὰ ὅπως θὰ ἤθελες νὰ σοῦ ἐφέροντο.
Θέτων ὁ ἄνθρωπος κατὰ τὴν συμπεριφορὰν του τὸν ἑαυτὸν του εἰς τὴν θέσιν τῶν ἄλλων κάμνει ἔργον δίκαιον καὶ σοφόν, διότι ὁ νόμος οὗτος εἶναι ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ γίνη παγκόσμιος, ὅπως λέγει ἕνας σοφὸς ὀνομαζόμενος Κάντιος. Ὁ νόμος οὗτος δὲν εἶναι μόνον δίκαιος καὶ σοφὸς ἀλλὰ καὶ ἐλεύθερος. Θὰ ἀγαπήσης τὸν ἄλλον ὄχι διότι σὲ ἀγαπᾶ, οὔτε διὰ νὰ σὲ ἀγαπήση ἀλλὰ διότι ὀφείλεις νὰ ἀγαπᾶς.
Μία ἀπορία. Ἴσως εἴπῃ τις· ἐὰν δύο πρόσωπα διαφόρου φύλλου ἀγαπῶνται ἁμαρτωλῶς εἶναι νόμιμος ἡ ἀγάπη των, ἀφοῦ εἶναι ἀμοιβαία ἡ θέλησίς των;
Ἀπαντῶ. Ὁ Κύριος ὁμιλεῖ πρὸς χριστιανούς. Ἑπομένως προϋποτίθεται, ὅτι οἱ χριστιανοὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχωσιν ἁμαρτωλὰς σχέσεις. Πλὴν αὐτοῦ συμβαίνει καὶ κάτι ἄλλο. Θέλεις σύ, ὁ ὁποῖος εἶσαι ἄνδρας νὰ ἔχη ἡ γυναῖκα σου, ἢ ἡ κόρη σου, ἢ ἡ ἀδελφή σου ἁμαρτωλὰς σχέσεις, ἔστω καὶ ἂν εἶναι μὲ τὴν θέλησίν των, πρὸς ἄλλον ἄνδρα;
Τέλος μεταξὺ δύο προσώπων ἀγαπωμένων ἀμοιβαίως καὶ ἁμαρτωλῶς, συγχέονται δύο διάφορα συναισθήματα: εὐχαρίστησις καὶ θέλησις. Καὶ κατ’ ἀρχὰς μὲν συγχέονται μέχρι συνταυτίσεως, κατόπιν ὅμως, ὅταν παρουσιασθῆ ὁ ἔλεγχος τῆς συνειδήσεως καὶ πολὺ περισσότερον, ὅταν διὰ τοῦ κορεσμοῦ ἐπέλθη ὁ τραγικὸς χωρισμὸς των, βλέπομεν, ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ θέλησις καὶ ἄλλο ἡ εὐχαρίστησις.
Ἀρχιμανδρίτης Ἰωήλ Γιαννακόπουλος