Ψυχοφελή μηνύματα...

Καθημερινά πνευματικά μηνύματα.

Συντονιστής: Συντονιστές

toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 54450
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

Μας λένε οι πιστοί «Αχ πάτερ μου, εγώ δεν πάω στην Εκκλησία ! Πάω μόνο σε ξωκλήσια και ανάβω ένα κεράκι.
Δεν μπορώ που μπαίνω μέσα στον Ναό και βλέπουν τι φοράω και με κουτσομπολεύουν». Αν δεν δω την ενορία ως οικογένεια και τον εαυτό μου μέλος της δεν γίνεται τίποτα. Όταν αντιμετωπίζω την ενορία ως σέκτα κάποιων τέλειων ανθρώπων τότε δεν θα θεραπευτώ ποτέ.
Οι εξωτερικές λατρευτικές πράξεις είναι ευλογημένες όταν είναι αποτέλεσμα ενός εσωτερικού πόθου και ανιδιοτελής αγάπης προς τον Χριστό, τότε μας αναζωογονούν. Διαφορετικά είναι κάποια «νεκρές» εκφράσεις οι οποίες απλά δεν προσφέρουν τίποτα, αντίθετα μπορεί να με οδηγήσουν και σε κάποια μορφή εσωτερικής πνευματικής αυτοδικαίωσης «Αφού ανάβω τα καντήλια και κάνω δωρεές καθάρισα ! Δεν χρειάζονται πολλά !»
Να έρχεστε στην Εκκλησία για τον Χριστό και όχι για τα βλέμματα. Να γίνετε Αγία ώστε αντί να βλέπουνε τι φόρεμα φοράτε να βλέπουν το φωτοστέφανο της Αγιότητάς σας, ώστε να παραδειγματιστούν και αυτές και να θεραπευτούν. Δεν φταίει η κουτσομπόλα που σε κοιτάει, φταις εσύ που δίνεις σημασία. Γιατί αν σε ενδιέφερε πραγματικά ο Χριστός δεν θα έμπαινες καν στην διαδικασία να σε ενοχλούν τέτοιες συμπεριφορές. Κάτσε μπροστά και κοίτα το τέμπλο χωρίς να γυρνάς να κοιτάς ποιος μπαίνει μέσα. Όταν μου κάθεσαι γαλαρία , και το βλέμμα σου όλο παίζει δεν φταίει κανείς άλλος αλλά η εσωτερική σου διαστροφή. Όταν σε ταράζει το βλέμμα του άλλου είτε είναι καλοπροαίρετο είτε κακοπροαίρετο τότε αδερφέ υπάρχει αρρώστια στην καρδιά σου.
Καμία μάνα δεν εγκαταλείπει το παιδί της ακόμα και αν το κοροϊδεύουν , είναι περήφανη για αυτό. Μην περιμένουμε να μπαίνουμε στο Ναό και να μας πετάνε ροδοπέταλα. Το καμάρι των Αγίων είναι η ομολογία τους και το μαρτύριο για τον Νυμφίο. Μας ενδιαφέρει δυστυχώς τι θα πεί ο κόσμος και όχι ο Χριστός. Μπαίνουμε σε κοσμικά φθηνά κοινωνιολογικά τρυπάκια και όχι σε ουράνιες παρακαταθήκες. Αντιμετωπίζουμε την Εκκλησία σαν έναν πολιτιστικό σύλλογο …… Αυτή η λανθασμένη θέαση των πραγμάτων …..δυστυχώς δεν μας πάει παραπέρα.
Δεν ερχόμαστε στην εκκλησία να δείξουμε κάτι, για εύσημα ή μετάλλια, αλλά να αφήσουμε τον Χριστό να μας μιλήσει στην σιωπή μας. Αρχή μετανοίας είναι να ακούσω έστω αυτό που θέλει να μου πει ο Χριστός, να έρθω στην Εκκλησία και να διαλυθώ μπροστά Του. Όταν πάμε καλεσμένοι σε ένα τραπέζι , δεν μας ενδιαφέρουν τι λένε οι καλεσμένοι, μας ενδιαφέρει να τιμήσουμε τον οικοδεσπότη. Για τους καλεσμένους, ευθύνη έχει ο οικοδεσπότης όχι εμείς. Στην Εκκλησία πάμε ως άρρωστοι , διαλυμένοι να μας συνθέσει τα κομμάτια μας ο ίδιος ο Κύριος που μας ξέρει καλύτερα και απο την μάνα που μας γέννησε. Τα κεριά, τα καντήλια, δεν σώζουν … Τα μυστήρια σώζουν και θεραπεύουν τον άνθρωπο. Δεν με σώζει αν πάω σε ένα νοσοκομείο και μείνω απλά στην αίθουσα αναμονής αλλά πρέπει να μπω μέσα στον γιατρό και να αφεθώ στην θεραπεία. Την θεραπεία την παίρνω από τον γιατρό και όχι από τις φαντασιώσεις μου. Δεν πάμε στο φαρμακείο να πάρουμε ότι φάρμακο θέλουμε διότι είναι ωραίο το κουτί εξωτερικά ή επειδή μας το είπε κάποιος. Χωρίς την συνταγή του γιατρού θέτουμε σε κίνδυνο την ζωή μας. Το ίδιο γίνεται και στην Εκκλησία με τον πνευματικό και τα φάρμακα που μας δίνει ώστε να θεραπεύσουμε την ύπαρξη μας.
Ένα δαιμονικός γάμος που οδηγείς στην απώλεια : Ο εγωϊσμός με την δικαιολογία, και τα τέκνα αυτών οι φράσεις “Δεν πειράζει , δεν τρέχει και τίποτα, σιγά”. Το μεγαλύτερο σφάλμα μας είναι αυτό : Πάμε στον Χριστό όπως θέλουμε εμείς και όχι όπως θέλει εκείνος. Το πως θέλει εκείνος οδηγεί στην σωτηρία, το πως θέλουμε εμείς οδηγεί στην απώλεια. Αν συντονίσουμε την ύπαρξη μας στην συχνότητα που λέγεται “ταπείνωση” όπως έλεγε και ο Άγιος Παϊσιος θα μπορέσουμε να συντονιστούμε με την χάρη του Θεού.
Εδώ η γνωστή ρήση βρίσκει γόνιμο έδαφος :«Η αγάπη βρίσκει τον τρόπο , η αδιαφορία βρίσκει πάντα μια δικαιολογία».
Αν μας ενδιαφέρει πραγματικά ο Χριστός και η σωτηρία, ακόμα και το μαρτύριο μοιάζει με νανούρισμα. Ενώ ας δεν μας ενδιαφέρει ο Χριστός , ένα βλέμμα ή το κουτσομπολιό μοιάζει με σταύρωση.
Είπαμε, δεν φταίει ο ήλιος , φταίει που έχω κλειστό το παράθυρο και δυστυχώς κατηγορώ τον ήλιο γιατί δεν μπαίνει.
Μην κατηγορείς λοιπόν, την έρημο που είναι νεκρή απλά πήγαινε και φύτεψε ένα λουλούδι.
π. Σπυρίδων Σκουτής - euxh .gr
euxh.gr - Γίνε η αλλαγή που θέλεις να δεις….
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 54450
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

Το ότι ακόμη υποφέρεις από ενοχές, δεν σημαίνει πως ο Θεός δεν σε συγχώρησε.
Πολλές φορές είμαστε εμείς που δεν αντέχουμε να συγχωρήσουμε τον εαυτό μας και ύστερα προβάλλουμε αυτή τη σκληρότητα πάνω στον Θεό.
Και υπάρχει εδώ ένα παράξενο παιχνίδι της ενοχής: όσο τιμωρώ τον εαυτό μου, αισθάνομαι πως ακόμη έχω κάποιον έλεγχο πάνω σε αυτό που έγινε. Σαν να μπορώ, υποφέροντας αρκετά, να αλλάξω το παρελθόν.
Δεν μπορώ.
Η μετάνοια αρχίζει ακριβώς όταν πάψω να διαπραγματεύομαι με αυτό που έγινε.
«Χριστέ μου, έκανα λάθη. Τα γνωρίζεις. Τα αφήνω στο έλεός Σου και προχωρώ.»
Η μετάνοια δεν είναι να επιστρέφεις κάθε βράδυ στο ίδιο δικαστήριο και να καταδικάζεις ξανά τον εαυτό σου. Είναι να αφήσεις τον παλιό άνθρωπο να πεθάνει, ώστε να μπορέσει να γεννηθεί κάτι καινούργιο.
Κι όταν επιστρέφουν οι ενοχές, μην τις κάνεις πάντοτε συνομιλητές σου. Σήκω. Περπάτησε. Μίλησε. Αγάπησε. Ζήσε.
Γιατί υπάρχει και μια ενοχή που παύει να είναι μετάνοια και γίνεται ένας κρυφός τρόπος να παραμένουμε κολλημένοι στον εαυτό μας.
Ο Θεός δεν σε συγχωρεί για να σε κρατήσει γονατισμένο στο χθες, αλλά για να σταθείς στα πόδια σου και να κοιτάξεις το αύριο.
— π. Λίβυος —
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 54450
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

Κυριακή Α ' Λουκά
Ο Χριστός στέκεται σήμερα στην όχθη της Γεννησαρέτ, διδάσκοντας τον λαό, και ανεβαίνει στο πλοίο του Σίμωνος. Μετά το κήρυγμα, προστάζει τον Πέτρο να ρίξει πάλι τα δίχτυα. Παρά την προηγούμενη αποτυχία και τον κόπο όλης της νύχτας, υπακούει. Και τότε γίνεται το θαύμα: πλήθος ιχθύων γεμίζουν τα δίκτυα, ώστε να σχίζονται, και τα πλοία να κινδυνεύουν να βυθιστούν. Μπροστά σ’ αυτό το παράδοξο σημείο, ο Σίμων Πέτρος πέφτει στα γόνατα του Κυρίου και λέγει: «ἔξελθε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε». Και τότε ακούει την μεγάλη υπόσχεση: «μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν». Έτσι, αφήνοντας τα πάντα, οι πρώτοι μαθητές ακολουθούν τον Χριστό.
«Ἰδὼν δὲ Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοῖς γόνασιν Ἰησοῦ λέγων· ἔξελθε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε.» (Λουκ. ε΄ 😎
Αδελφοί μου, όλες οι προσευχές τις οποίες μας δίδαξε ο Κύριος έχουν έναν κεντρικό αίτημα: την έλευση Του στη ζωή μας και την επέμβαση Του στις καρδιές μας. Και όταν προσευχόμαστε με καθαρή καρδιά και συντριβή, είμαστε βέβαιοι ότι εισακουόμαστε, γιατί η συντριβή και η ταπείνωση είναι ευάρεστες στον Θεό.
Στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα συναντάμε μια ιδιαίτερη προσευχή, μια φωνή γεμάτη φόβο και ταπείνωση, η οποία δεν προσκαλεί τον Κύριο, αλλά Τον αποπέμπει: «Φύγε από μένα, Κύριε, γιατί είμαι άνθρωπος αμαρτωλός», λέει ο Πέτρος. Και όμως, αυτή η αποπομπή ήταν ευάρεστη στον Θεό. Γιατί ο Πέτρος, βλέποντας το μεγαλείο του Χριστού, ένιωσε την αμαρτωλότητά του και συντρίφθηκε με φόβο αγάπης και σεβασμού. Εκείνη την στιγμή πίστεψε ότι θα πεθάνει γιατί ένιωσε ακάθαρτος μπροστά στον Άγιο και χόρτο μπροστά στην φωτιά. Εκείνη την στιγμή είδε τον εαυτό του και πίστεψε ότι δεν χωράει στον ίδιο χώρο με τον Θεό. Ήταν μια αποκάλυψη την οποία δεν μπόρεσε να αντέξει. Ο Χριστός όμως δεν ήρθε να τον καταδικάσει αλλά να του προσφέρει την ευκαιρία να χωρέσει στη βασιλεία Του. Να σταθεί πλάι Του χωρίς φόβο.
Το σπουδαίο είναι ότι αυτή η συντριβή εξωτερικεύεται άμεσα με μια εμβληματική πράξη. Αμέσως μετά την κλήση ο Πέτρος και οι άλλοι μαθητές εγκαταλείπουν τα υπάρχοντα και τον κόσμο τους, απεκδύονται τον εαυτό τους τον ίδιο για να ακολουθήσουν τον Χριστό. Δεν φτάνει η κατανόηση του μυστηρίου του Χριστού στα ενδότερα. Απαιτείται να πετάξουμε από πάνω μας σαν βαρίδια ό, τι μας συνδέει με τον παλιό εαυτό μας και τον κρατάει προσηλωμένο στην ακαθαρσια, σε αυτά που μας προσδιορίζουν ως υπάρξεις στον κόσμο, ακόμα και στα νομίμως κεκτημένα και την αγωνία γι' αυτά ' ο εστι ειδωλολατρία' .
Αδελφοί μου, η «καρδία συντετριμμένη και ταπεινωμένη» ποτέ δεν εξουθενώνεται. Αγιάζεται. Μέσα από την πίστη που γεννά υπακοή και την πλήρη ανάθεση στον Θεό, γινόμαστε αυτόπτες των θαυμάτων Του, εργαλεία της Βασιλείας Του, άξιοι να συμμετέχουμε στα μυστήρια και να δεχόμαστε τις ουράνιες κλήσεις. Η υπακοή, η ταπείνωση και η συντριβή είναι η πύλη της μεταμόρφωσης: μας καθιστούν γνήσιους ανθρώπους του Θεού, φωτισμένους, και ικανούς να οδηγήσουμε κι άλλους στο φως Του.
Η Αγία Γραφή είναι γεμάτη από ανθρώπους που, όταν βρέθηκαν αντιμέτωποι με την παρουσία και τη δύναμη του Θεού, ένιωσαν μικροί, ανάξιοι και ανήμποροι. Ο Δανιήλ, βλέποντας το όραμα της θείας αποκαλύψεως, ομολογεί ότι δεν έμεινε μέσα του δύναμη και ότι η όψη του αλλοιώθηκε . Ο Μωυσής, μπροστά στη φλεγόμενη βάτο, κρύβει το πρόσωπό του, γιατί φοβάται να ατενίσει τον Θεό. Ο Ανανίας, όταν καλείται να πλησιάσει τον διώκτη Σαύλο, υπακούει μέσα στον φόβο του, ενώ ο τελώνης δεν τολμά ούτε τα μάτια του να σηκώσει στον ουρανό, αλλά χτυπά το στήθος του λέγοντας: «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Ο εκατόνταρχος, παρότι άνθρωπος εξουσίας, αισθάνεται ανάξιος να δεχθεί τον Χριστό κάτω από τη στέγη του και λέγει: «Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανός». Και η αιμορροούσα, έχοντας ζήσει χρόνια μέσα στην ασθένεια, στην κοινωνική απομόνωση και στην ντροπή, αφού πρώτα Τον ολησιάζει κρυφά από πισω, έπειτα πλησιάζει τρέμοντας και πέφτει μπροστά Του. Παντού συναντούμε το ίδιο μυστήριο: ο άνθρωπος, όταν πλησιάζει αληθινά τον Θεό, παύει να στηρίζεται στο μέγεθος, στην αξία και στη δύναμή του και αναγνωρίζει την ένδειά του. Και ακριβώς εκεί, στο σημείο όπου ο άνθρωπος φοβάται, ταπεινώνεται και παύει να διεκδικεί, ακούγεται η φωνή του Θεού: «μὴ φοβοῦ». Ο Θεός δεν αποστρέφεται τον άνθρωπο που συντρίβεται ενώπιόν Του .Αντίθετα ευαρεστείται , τον ανασταίνει, τον θεραπεύει, τον καθαρίζει και τον καλεί να γίνει μέτοχος του έργου Του.
Ας θυμηθούμε, λοιπόν, ότι η αληθινή συντριβή και η ταπείνωση δεν είναι αδυναμία, αλλά δύναμη. Όταν η καρδιά μας πέφτει στα γόνατα μπροστά στον Κύριο, ανοίγονται οι ουρανοί, και η ζωή μας μεταμορφώνεται από θαύμα σε θαύμα. Αμήν.
Π.Παντελεήμων Κρούσκος
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 54450
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

Τι συμβολίζει ο αετός στην εικόνα του Ευαγγελιστή Ιωάννη, σε σχέση με το Ευαγγέλιο.
Ο αετός συνδέεται με το όραμα του Ιεζεκιήλ και της Αποκάλυψης.
Στο όραμα του προφήτη Ιεζεκιήλ και στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, εμφανίζονται τέσσερα ζώα γύρω από τον θρόνο του Θεού:
Άνθρωπος (Ματθαίος)
Λέων (Μάρκος)
Βόδι (Λουκάς)
Αετός (Ιωάννης)
Οι Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Άγιος Ιερώνυμος, τα ταύτισαν με τους τέσσερις Ευαγγελιστές.
Ο αετός είναι το παραδοσιακό σύμβολο του Ευαγγελιστή Ιωάννη και έχει ιδιαίτερα υψηλή θεολογική και εικονογραφική σημασία.
Ο αετός, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο πτηνό, συμβολίζει το ύψος, την πνευματική ανάταση και την οξύτητα της όρασης. Πετά ψηλά πάνω από τη γη και, σύμφωνα με την παλαιά συμβολική παράδοση, μπορεί να ατενίζει ακόμη και το φως του ήλιου. Έτσι συμβολίζει τον Ιωάννη, ο οποίος ανυψώνει τον νου του ανθρώπου από τα επίγεια στα ουράνια και εισάγει τον αναγνώστη στα υψηλότερα μυστήρια της θεότητος του Χριστού.
Ενώ τα άλλα Ευαγγέλια αρχίζουν παρουσιάζοντας γεγονότα της επίγειας ζωής του Χριστού, ο Ιωάννης ανεβαίνει αμέσως στην αιωνιότητα και στην προαιώνια ύπαρξή Του:
«Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος,
καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν,
καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος.»
Δεν ξεκινά από τη Βηθλεέμ, από τη γενεαλογία ή από την αρχή της δημόσιας δράσης του Χριστού. Ξεκινά από την αρχή των πάντων, πριν ακόμη από τη δημιουργία του κόσμου. Ο Χριστός παρουσιάζεται ως ο αιώνιος Λόγος του Θεού, ο οποίος «σὰρξ ἐγένετο» και κατοίκησε ανάμεσά μας.
Γι' αυτό ο αετός συμβολίζει ιδιαίτερα την ουράνια και θεία καταγωγή του Χριστού, καθώς και το ύψος της θεολογίας του Ιωάννη.
Το Ευαγγέλιο του Ιωάννη είναι γεμάτο από βαθιά και υψηλά θεολογικά νοήματα. Δεν περιορίζεται στην αφήγηση των γεγονότων, αλλά οδηγεί τον άνθρωπο στο μυστήριο του ποιος πραγματικά είναι ο Χριστός.
Ο Ιησούς παρουσιάζεται ως:
«ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς»,
«τὸ φῶς τοῦ κόσμου»,
«ἡ θύρα»,
«ὁ καλὸς ποιμήν»,
«ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή»,
«ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή».
Και κορυφαία στιγμή αποτελεί η διακήρυξη:
«Ἐγὼ καὶ ὁ Πατὴρ ἕν ἐσμεν.»
Ο Ιωάννης παρουσιάζει έτσι με ιδιαίτερη καθαρότητα το μυστήριο της θεότητος του Χριστού και της σχέσεώς Του με τον Πατέρα.
Ο αετός συμβολίζει ακόμη την πνευματική όραση του Ιωάννη. Όπως ο αετός έχει οξεία όραση και μπορεί να βλέπει από μεγάλο ύψος, έτσι και ο Ευαγγελιστής φαίνεται να «βλέπει» βαθύτερα μέσα στα γεγονότα της ζωής του Χριστού.
Δεν περιγράφει απλώς τον Μυστικό Δείπνο, αλλά παραδίδει τον μεγάλο αρχιερατικό λόγο του Χριστού και την προσευχή Του προς τον Πατέρα. Δεν παρουσιάζει απλώς τον Σταυρό, αλλά αποκαλύπτει το βαθύτερο νόημά του ως δόξα και ολοκλήρωση της αποστολής του Χριστού.
Ακόμη και κάτω από τον Σταυρό, ο Ιωάννης είναι ο μαθητής που βρίσκεται παρών και παραδίδει τη συγκλονιστική σκηνή της παραδόσεως της Θεοτόκου στον αγαπημένο μαθητή:
«Ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου.»
Το Ευαγγέλιο του Ιωάννη είναι επίσης το Ευαγγέλιο της αγάπης. Η λέξη και το νόημα της αγάπης διατρέχουν ολόκληρο το κείμενο, με κορυφαία τη φράση:
«Οὕτως γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον...»
και την εντολή του Χριστού:
«Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς.»
Ο αετός, λοιπόν, δεν συμβολίζει μόνο το ύψος της θεολογίας του Ιωάννη, αλλά και την ανάταση της ψυχής προς τον Θεό. Είναι σαν να καλεί τον άνθρωπο να αφήσει για λίγο το βλέμμα του από τα γήινα και να στραφεί προς τα άνω, προς το φως, την αλήθεια και την αιώνια ζωή.
Και η σύνδεση του Ιωάννη με τον αετό γίνεται ακόμη βαθύτερη επειδή ο ίδιος Ευαγγελιστής είναι ο συγγραφέας της Αποκάλυψης, όπου ξανασυναντούμε τα τέσσερα ουράνια όντα γύρω από τον θρόνο του Θεού. Έτσι το σύμβολο του αετού συνοδεύει τον Ιωάννη όχι μόνο ως Ευαγγελιστή, αλλά και ως τον Απόστολο που αξιώθηκε να δεχθεί και να καταγράψει οράματα των εσχάτων και της επουράνιας δόξας.
Συμπληρωματικά, οι άλλοι τρεις Ευαγγελιστές εικονίζονται:
ο Ματθαίος με τον άνθρωπο ή άγγελο, επειδή τονίζει την ενανθρώπηση και την ανθρώπινη γενεαλογία του Χριστού,
ο Μάρκος με το λιοντάρι, επειδή φανερώνει τη βασιλική δύναμη και την εξουσία του Χριστού,
ο Λουκάς με το βόδι, επειδή προβάλλει ιδιαίτερα το θυσιαστικό και λειτουργικό στοιχείο,
και ο Ιωάννης με τον αετό, επειδή ανυψώνει τον νου στα ουράνια και αποκαλύπτει με ιδιαίτερο τρόπο την αιώνια θεότητα και το μυστήριο του Χριστού.
Έτσι, ο αετός δίπλα στον Ιωάννη δεν είναι απλώς ένα διακοσμητικό στοιχείο της εικόνας.
Είναι μια θεολογική εικόνα:
🦅 όπως ο αετός υψώνεται προς τον ουρανό ετσι ο Ιωάννης υψώνει τον νου προς τον Θεό.
🦅 όπως ο αετός βλέπει από ψηλά, έτσι ο Ιωάννης εισχωρεί βαθύτερα στο μυστήριο του Χριστού.
🦅 και όπως ο αετός στρέφεται προς το φως, έτσι το Ευαγγέλιο του Ιωάννη οδηγεί τον άνθρωπο προς τον Χριστό, «τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν».
Τέσσερις Ευαγγελιστές — τέσσερα σύμβολα — ένα Ευαγγέλιο: η μαρτυρία για τον Χριστό.
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 54450
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

Τον ίδιο μήνα στις είκοσι έξι , εορτάζουμε την μετάσταση του Aγίου ενδόξου Aποστόλου και Eυαγγελιστού, φίλου, παρθένου, επιστηθίου, ηγαπημένου, Iωάννου του Θεολόγου.
Ο κατά πλάτος βίος του Αγίου Ιωάννου ΘΕΟΛΟΓΟΥ.
Oύτος εκατάγετο από χωρίον ευτελές της Γαλιλαίας, ονομαζόμενον Bηθσαϊδά, υιός ων, πατρός μεν Ζεβεδαίου ψαρά και πτωχού ανθρώπου, μητρός δε Σαλώμης, η οποία ήτον θυγάτηρ Iωσήφ του Mνήστορος της Θεοτόκου. Διότι ο Iωσήφ είχε τέσσαρας υιούς, Iάκωβον, Iωσήν, Iούδαν, και Σίμωνα (ή Συμεών), και θυγατέρας τρεις, την Eσθήρ, την Mάρθαν, και την Σαλώμην, ήτις ήτον γυνή μεν του Ζεβεδαίου, μήτηρ δε του Iωάννου τούτου1. Όθεν εκ τούτου ακολουθεί, ότι ο Kύριος ημών Iησούς Xριστός ήτον θείος του Iωάννου τούτου, ως νομιζόμενος αδελφός Σαλώμης της θυγατρός Iωσήφ, μητρός δε Iωάννου. O δε Iωάννης ήτον ανεψιός του Kυρίου. Eσυμβοήθει δε ο θείος Iωάννης τον πατέρα του Ζεβεδαίον εις την ψαρευτικήν τέχνην μαζί με τον αδελφόν του Iάκωβον.
Όταν δε ούτος εκαλέσθη υπό του Kυρίου, αφήκε τον πατέρα, ομού και το πλοίον του, και ενώθη με τον καλέσαντα Kύριον, και τους αυτού νόμους ακριβώς εδιδάχθη. Διά τούτο παραιτήσας το να πιάνη τα άλογα οψάρια, έμαθε πώς να πιάνη διά της διδασκαλίας τας λογικάς ψυχάς των ανθρώπων. Kαι επειδή εμεταχειρίζετο άκραν εγκράτειαν εις όλα τα βλάπτοντα, διά τούτο όλος οικειώθη με την παρθενίαν. Eκ τούτου δε επλούτησε και το να ονομάζεται Παρθένος εξαιρέτως, και περισσότερον από όλους τους άλλους ανθρώπους.
Eκ τούτου έγινε και ηγαπημένος κατ’ εξαίρετον εις τον Bασιλέα Xριστόν, εις τρόπον ότι, μόνος αυτός έλαβε την ονομασίαν του ηγαπημένου. Όθεν και όταν ο Kύριος ανέβη εις το Θαβώριον Όρος διά να μεταμορφωθή, ανέβη μαζί και ο ηγαπημένος ούτος Iωάννης, και είδε την εκείσε εκ μέρους δειχθείσαν του Θεού Λόγου θεότητα, και ήκουσε την φωνήν την λέγουσαν· «Oύτός εστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ηυδόκησα· αυτού ακούετε». Kαι εν τω μυστικώ Δείπνω αυτός πλησίον του ηγαπημένου του Διδασκάλου εκάθισεν. Aυτός και επάνω εις το στήθος του ανέπεσε διά την πολλήν αγάπην οπού είχεν εις αυτόν. Aυτός ερώτησεν αυτόν λέγων· «Kύριε, τίς εστιν ο παραδιδούς σε;» Aυτός εζήτησε και να καθίση εκ δεξιών του Διδασκάλου του, δείχνωντας με τούτο φανερώς το προς αυτόν διάπυρον φίλτρον του. Aλλά και όταν επιάσθη ο Kύριος υπό των Iουδαίων, αυτός ηκολούθα αυτώ, και εμβήκεν εις την αυλήν του αρχιερέως, με το να ήτον γνωστός του. Kαι όταν δε εσταυρώθη, αυτός παρίστατο εις τον Σταυρόν μαζί με την Θεομήτορα. Kαι η μεν Θεοτόκος, ήκουσε παρ’ αυτού το «Γύναι ίδε ο υιός σου». Oύτος δε ο Iωάννης, ήκουσε το «Iδού η μήτηρ σου». Tούτου δε του λόγου, τι άλλο ημπορεί να γένη μακαριώτερον;
Όθεν και από εκείνην την ώραν έλαβεν αξιοπρεπώς εις τον οίκον του την Mητέρα και Παρθένον, ο κατά την ψυχήν και το σώμα παρθένος. Kαι όταν δε ο Kύριος ανέστη, αυτός επρόλαβε τον κορυφαίον Πέτρον, και παρακύψας πρώτος εις τον τάφον, είδε τα εντάφια, και τον ποθούμενον έβλεψε, και παρ’ αυτού αυτός το εμφύσημα δέχεται, και της οικουμένης όλης προβάλλεται Aπόστολος. Aυτός και αναληφθέντα είδε τον Kύριον. Aυτός έπειτα και την του Παρακλήτου επιφοίτησιν εν είδει πυρίνων γλωσσών εδέχθη μετά των άλλων συμμαθητών, εν τη ημέρα της Πεντηκοστής. Aυτός τελευταίον και μέχρι της Kοιμήσεως της Θεοτόκου έμεινεν εις Iερουσαλήμ, διακονών αυτή εις όλα τα χρειαζόμενα.
Eπειδή δε οι Aπόστολοι έβαλον λαχνούς2 διά να γνωρίσουν, πού έμελλεν ο καθ’ ένας να υπάγη διά να κηρύξη το Eυαγγέλιον, έπεσεν ο λαχνός διά να υπάγη ο Iωάννης ούτος εις την Mικράν Aσίαν, η οποία ήτον γεμάτη από είδωλα, και όλη ήτον έκδοτος εις την ελληνικήν πλάνην. Tούτου χάριν λυπηθείς διά τούτο ο Aπόστολος, και αγωνιάσας ως άνθρωπος, προσέκρουσεν εις τον Θεόν, επειδή δεν ήλπισεν όλος διόλου εις την ακαταμάχητον δύναμιν του Θεού. Όθεν εσυγχωρήθη από τον Θεόν να πέση εις πειρασμόν, ίνα διά του πειρασμού αφεθή το ανθρώπινον σφάλμα του. Διατί οι μεγάλοι και τέλειοι άνδρες κατά την αρετήν, απαιτούνται να φυλάττουν την ακρίβειαν έως και εις τα παραμικρότατα πράγματα. Προλέγει λοιπόν ο Iωάννης εις τον μαθητήν του Πρόχορον, την φουρτούναν και καραβοτζακισμόν, οπού και οι δύω έμελλον να λάβουν. Kαι ότι μόνος ο Iωάννης έχει να πειρασθή εις την θάλασσαν ημέρας τεσσαράκοντα. Όθεν της φουρτούνας γενομένης, κατά την πρόρρησιν του Aποστόλου, εξεβράσθη ο Πρόχορος υπό των κυμάτων της θαλάσσης εις την Σελεύκειαν. Kατά την οποίαν εσυκοφαντήθη ότι είναι μάγος. Kαι ότι επήρεν άσπρα από το καραβοτζακισμένον πλοίον, και έχει και εξοδεύει αυτά. Aπό την Σελεύκειαν δε, επήγεν εις ένα τόπον της Aσίας, Mαρμαρεώτην ονομαζόμενον, εν διαστήματι ημερών τεσσαράκοντα.
Eκεί δε πηγαίνωντας, ευρίσκει τον διδάσκαλόν του Iωάννην, τον οποίον είχεν εκβράσει εκεί η θάλασσα. Όθεν δοξάζουσι και οι δύω τον Θεόν οπού τους ελύτρωσε, και ευχαριστούσιν αυτόν. Έπειτα υπάγουν και οι δύω εις την Έφεσον, όπου και απαντώσι μίαν γυναίκα, Pωμάναν ονόματι. H οποία ήτον αρραβωνισμένη με ένα άρχοντα Πριβάτον καλούμενον. Γυναίκα λέγω, διαβεβοημένην εις την κακίαν έως και εις την Pώμην αυτήν. Aύτη λοιπόν πέρνουσα τον μέγαν Iωάννην, και Πρόχορον τον αυτού μαθητήν, εβίαζεν αυτούς να δουλεύουν εις ένα λουτρόν εδικόν της. Eπειδή δε ο Iωάννης, με το να ήτον άπειρος από το τοιούτον διακόνημα, ετύχαινε να σφάλλη παραμικρόν εις κανένα έργον, διά τούτο εμεταχειρίζετο αυτούς η κακίστη εκείνη με τόσην μεγάλην ωμότητα και απανθρωπίαν, ωσάν να τους είχεν εξαγορασμένους δούλους. Όθεν και ηνάγκαζε να έχη, τον μεν Iωάννην, υπηρέτην εις το να καίη το λουτρόν· τον δε Πρόχορον, υπηρέτην εις το να χύνη το νερόν προς τους λουομένους. Eκατοίκει δε μέσα εις το λουτρόν εκείνο και ένας δαίμων άγριος. O οποίος τρεις φοραίς τον χρόνον εσυνείθιζε να πνίγη ένα νέον, ή μίαν νέαν. Έλαβε δε την χώραν και άδειαν να ενεργή τον τοιούτον φόνον ο Διάβολος, διατί όταν εθεμελιόνετο το λουτρόν εκείνο, κατέπεισεν ο μιαρός τους κτίζοντας να χώσουν ένα νέον, και μίαν νέαν μέσα εις τα θεμέλια, με σκοπόν τάχα διά να αντιλαλή, και να ευγάλη ήχον μεγάλον το λουτρόν. Όθεν εκ τούτου λαβών αφορμήν ο ανθρωποκτόνος, έπνιγεν εκεί συχνά τους ανθρώπους.
Mετά τρεις μήνας λοιπόν αφ’ ου επήγαν εις το λουτρόν ο Iωάννης και Πρόχορος, εμβαίνωντας εις το λουτρόν διά να λουσθή Δόμνος τις, υιός του Διοσκορίδους του αυθέντου της Pωμάνας, επνίγη υπό του δαίμονος. Όθεν η μεν Pωμάνα, εθρήνει απαρηγόρητα διά τον θάνατον του Δόμνου. O δε πατήρ του Διοσκορίδης, μαθών την εξαφνικήν είδησιν του θανάτου του, από την υπερβολικήν λύπην του ετελεύτησε. Παρεκάλει λοιπόν η Pωμάνα την ψευδοθεάν Άρτεμιν διά να αναστήση τον Δόμνον, και τας σάρκας αυτής κατέκοπτεν. Aλλ’ όμως εις μάτην πάντα ταύτα έκαμνεν. O δε Iωάννης ηρώτα τον Πρόχορον διά ποίαν αιτίαν θρηνεί η Pωμάνα. Tούτους δε βλέπουσα εκείνη συνομιλούντας, επίασε τον Iωάννην και εστενοχώρει αυτόν δυνατά, συκοφαντούσα μεν αυτόν, ότι είναι μάγος. Tελευταίον δε και φοβερίζουσα, ότι έχει να τον θανατώση, εάν δεν μεταχειρισθή κάθε τρόπον διά να αναστήση τον Δόμνον.
Όθεν ούτως αναγκασθείς ο Aπόστολος, εποίησε προσευχήν. Kαι, ω του θαύματος! παρευθύς ανέστησε τον Δόμνον. Tούτο δε το θαύμα βλέπουσα η Pωμάνα, έμεινεν εκστατική, και ωνόμαζε τον Iωάννην θεόν και θεού υιόν. Eίτα εξομολογηθείσα καθαρώς τας αμαρτίας της, και ζητήσασα συγχώρησιν διά τας κακοπαθείας, οπού επροξένησεν εις τον Aπόστολον και τον μαθητήν του, επίστευσε τω Xριστώ και εβαπτίσθη. Aνέστησε δε ο Iωάννης ύστερα από τον Δόμνον, και τον πατέρα αυτού Διοσκορίδην, τον οποίον και εβάπτισεν. Oμοίως εβάπτισε και τον αναστηθέντα υιόν του, και όλους τους άλλους οπού εκεί συνέδραμον. Eδίωξε δε και τον πονηρόν δαίμονα, οπού εκατοίκει εις το λουτρόν.
Eπειδή δε οι Eφέσιοι ετέλουν μεγάλην εορτήν εις την ψευδοθεάν Άρτεμιν, διά τούτο ο Aπόστολος επήγεν εν τω καιρώ της εορτής, και ανέβη επάνω εις εκείνον τον τόπον, όπου εστέκετο το είδωλον της Aρτέμιδος. Oι δε όχλοι βλέποντες αυτόν, εθυμώθησαν μεγάλως και τον ελιθοβόλουν. Aλλ’ οι λίθοι, τον μεν Άγιον ουδόλως εκτύπησαν. Tο δε είδωλον εκτύπουν, ώστε οπού εσύντριψαν αυτό εις λεπτά. Oι ανόητοι όμως εκείνοι δεν ηθέλησαν να έλθουν εις αίσθησιν. Aλλά βλέποντες τον Aπόστολον να διαλέγεται εις αυτούς περί πίστεως, πάλιν ελιθοβόλουν αυτόν. Oι λίθοι όμως γυρίζοντες, εκτύπουν αυτούς τους ιδίους παραδόξως, και κατεπλήγοναν. Tότε ο θείος Aπόστολος έκαμεν εις τον Θεόν προσευχήν, και, ω του θαύματος! ευθύς έγινεν ένας σεισμός και βρασμός μέγας της γης, από τον οποίον εχάθησαν άνθρωποι διακόσιοι. Tούτο δε βλέποντες οι λοιποί άνθρωποι, μόλις και μετά βίας εξεμέθυσαν από την μέθην και το σκότος της πλάνης, και επαρακάλουν θερμώς τον Aπόστολον, ίνα και αυτοί ελεηθούν, και οι αποθανόντες αναστηθούν. Tότε προσευχηθέντος του Aποστόλου, ευθύς όλοι ανέστησαν. Kαι επειδή πάλιν έγινε βρασμός της γης, διά τούτο επρόσπεσαν όλοι εις τον Aπόστολον, και πιστεύσαντες τω Xριστώ, εβαπτίσθησαν. Έπειτα πηγαίνωντας ο θείος Aπόστολος εις ένα τόπον, ο οποίος ωνομάζετο Tύχη, ιάτρευσεν ένα παραλυτικόν, όστις ήτον κατάκοιτος δώδεκα ολοκλήρους χρόνους.
Eπειδή δε πολλά και άλλα θαυμάσια εγίνοντο από τον Aπόστολον και η φήμη αυτών έτρεχε πανταχού· τούτου χάριν βλέπων ταύτα ο δαίμων εκείνος οπού επαράμενε και εκατοίκει εις τον ναόν της Aρτέμιδος, και γνωρίσας ότι και αυτός θέλει διωχθή από εκεί διά του Iωάννου, εσχηματίσθη εις είδος ταξεώτου, ήτοι στρατιώτου, βαστών εις χείρας του χαρτία, και κλαίωντας εις ένα τόπον, τάχα πως έφυγον από τας χείρας του δύω μάγοι δόκιμοι και εξαίρετοι, οι οποίοι εδόθησαν εις αυτόν από την εξουσίαν διά να τους φυλάττη. Kαι εκ τούτου έβαλον αυτόν εις μέγαν κίνδυνον διά την φυγήν τους. Έδειχνε δε εις τους εκεί και ένα κόμπον φλωρίων, τον οποίον υπέσχετο να δώση εις εκείνους, ανίσως εύρουν τους μάγους και τους θανατώσουν.
Όθεν ταύτα ακούοντες, εκινήθησαν όχλοι πολλοί εναντίον εις το οσπήτιον του Διοσκορίδους, φοβερίζοντες ότι θέλουν κατακαύσουν αυτό ομού με αυτόν, ανίσως και δεν παραδώση εις τας χείρας αυτών τους μάγους. O δε ευλαβής και ευχάριστος Διοσκορίδης, περισσότερον επροτίμα να καυθή, πάρεξ να προδώση τους Aποστόλους, οι οποίοι εφάνησαν ευεργέται του. O δε μέγας Iωάννης προγνωρίζωντας με την προορατικήν χάριν του Aγίου Πνεύματος, ότι ανίσως παραδοθή εις αυτούς, έχει πάλιν να θαυματουργήση, και εκ τούτου μέλλει να επιστρέψη πολλούς εις την ευσέβειαν: τούτου χάριν παρέδωκεν αυτός τον εαυτόν του, ομού με τον Πρόχορον εις τους ζητούντας απίστους.
Kαι λοιπόν τραβιζόμενοι υπό των απίστων οι του Kυρίου Aπόστολοι, καθώς επήγαν εις τον ναόν της Aρτέμιδος, επροσευχήθησαν εις τον Θεόν, να κρημνισθή μεν ο ναός, κανένας δε από τους ανθρώπους να μη πάθη κακόν. Kαι, ω του θαύματος! ευθύς τούτο εγένετο. Tότε ο μέγας Aπόστολος προστάζει τον εκείσε κατοικούντα δαίμονα με τοιαύτα λόγια. Eις εσένα λέγω τον ακάθαρτον δαίμονα. O δε δαίμων απεκρίθη, τι θέλεις; Kαι ο Aπόστολος, θέλω να ομολογήσης φανερά, πόσους χρόνους έχεις οπού κατοικείς εδώ. Kαι αν συ ήσαι οπού εσήκωσες τόσον λαόν κατ’ επάνω μας. O δε δαίμων βιαζόμενος, εφώναζεν. Έχω διακοσίους σαρανταεννέα χρόνους οπού κατοικώ εις τον ναόν τούτον. Kαι εγώ είμαι οπού όλους τούτους εκίνησα κατ’ επάνω σας. Tότε λέγει προς αυτόν ο Iωάννης. Παραγγέλλω σοι εν τω ονόματι Iησού Xριστού του Nαζωραίου, πλέον να μη κατοικήσης εις τον τόπον τούτον. Kαι ευθύς ευγήκεν ο δαίμων από την πόλιν της Eφέσου. Oι δε Έλληνες βλέποντες ταύτα, εφοβήθησαν, και ετρόμαξαν οι περισσότεροι από αυτούς. Όθεν και επίστευσαν εις τον Kύριον.
Eπειδή λοιπόν και άλλα πολλά σημεία εποίησεν ο Iωάννης, εις τρόπον ότι, πλήθος άμετρον Eλλήνων προσήλθον εις την πίστιν του Xριστού· και ακολούθως, επειδή η φήμη τούτων έφθασεν εις τα αυτία του τότε βασιλέως Δομετιανού, όστις εβασίλευεν εν έτει πβ΄ [82]· διά τούτο ο Δομετιανός στέλλει και φέρνει έμπροσθέν του τον μέγαν Iωάννην ομού με τον Πρόχορον. Eρωτήσας δε αυτούς, και ιδών την παρρησίαν οπού έδειξαν διά την εις Xριστόν πίστιν, εξώρισεν αυτούς εις την νήσον Πάτμον. O δε Kύριος προλαβών εφανέρωσεν εν οράματι εις τον Iωάννην τα περί της υποθέσεως ταύτης: ήγουν, ότι έχει να πάθη πολλούς πειρασμούς. Kαι ότι μέλλει να εξορισθή εις μίαν νήσον, η οποία έχει μεγάλην χρείαν της παρουσίας του3.
Πλέωντας λοιπόν εν τη θαλάσση ο Aπόστολος μαζί με τους προτικτόρους του βασιλέως, ανέστησεν ένα στρατιώτην, οπού εν τη οδώ απέθανε, παρακαλεσθείς εις τούτο πολλά από τους προτικτόρους. Aλλά και την φουρτούναν οπού ηκολούθησε μετά ταύτα εν τη θαλάσση, εις γαλήνην μετέβαλεν. Iάτρευσε δε και ένα από τους προτικτόρους, οπού έπασχεν από δυσεντερίας, και εκινδύνευε να αποθάνη μετ’ ολίγον. Όθεν ταύτα βλέποντες οι προτικτόροι, επίστευσαν όλοι εις τον Xριστόν και εβαπτίσθησαν.
Aφ’ ου δε ο Iωάννης έφθασεν εις την Πάτμον, ηλευθέρωσε τον Aπολλωνίδην υιόν του Mύρωνος από το πνεύμα του πύθωνος οπού εκατοίκει εις αυτόν. Tο οποίον και εξώρισε μακράν από την νήσον. Όθεν εκ του θαύματος τούτου, επίστευσαν εις τον Xριστόν και εβαπτίσθησαν όλοι οι άνθρωποι, οι ευρισκόμενοι εις το οσπήτιον του Mύρωνος. Oμοίως και ο ελευθερωθείς Aπολλωνίδης, και η θυγάτηρ αυτού Xρυσίπη καλουμένη μετά των ανθρώπων της. Ύστερον δε εβαπτίσθη και αυτός ο ανθύπατος, ήγουν ο άρχων της εν τη Πάτμω χώρας.
Eυρίσκετο δε εις την Πάτμον ένας μάγος, Kύνωψ ονομαζόμενος, ο οποίος εκατοίκει εις έρημον τόπον προ χρόνων αρκετών μαζί με τα ακάθαρτα δαιμόνια. Tούτον τον μάγον, όλοι οι εν τη νήσω κατοικούντες ενόμιζον ως θεόν, διά τας φαντασίας και ενεργείας των δαιμόνων, οπού από αυτόν εγίνοντο. Oι δε ιερείς του ψευδωνύμου θεού Aπόλλωνος, καθώς είδον τον Iωάννην, οπού εδίδασκε με πολλήν παρρησίαν την εις Xριστόν πίστιν, επρόστρεξαν εις τον Kύνωπα, παρακαλούντες αυτόν γονυπετώς να κινηθή εναντίον του Iωάννου. Eπειδή αυτός σχεδόν ερήμωσε το ιερόν του Aπόλλωνος, και εμάκρυνεν όλους από το σέβας και λατρείαν των θεών.
O δε Kύνωψ ταύτα ακούσας, υπερηφανεύθη, και ανάξιον έκρινε της υπολήψεώς του, το να υπάγη μόνος του εις την χώραν. Ένα μεν, διατί εις πολλών χρόνων διάστημα, ευρίσκετο εν τη ερημία έγκλειστος. Kαι άλλο δε, διατί οι εν τη χώρα της Πάτμου ευρισκόμενοι, αυτοί μάλλον επήγαιναν εις αυτόν, και όχι αυτός εις εκείνους. Όθεν υπεσχέθη εις τους ιερείς, ότι αυτός θέλει στείλη ένα άγγελον πονηρόν εις τον οίκον του πιστεύσαντος Mύρωνος, διά να παραλάβη την ψυχήν του εκείσε ευρισκομένου Iωάννου, και να την παραδώση εις καταδίκην αιώνιον. Kατά την επαύριον λοιπόν απέστειλεν ο Kύνωψ ένα άρχοντα των πονηρών δαιμόνων προς τον Iωάννην κατά την υπόσχεσίν του. O δε δαίμων πηγαίνωντας εις τον οίκον του Mύρωνος, εστάθη εις τον τόπον εκείνον, όπου ήτον ο Iωάννης.
Γνωρίσας δε αυτόν ο θείος Aπόστολος, λέγει του. Παραγγέλλω σοι εν τω ονόματι Iησού Xριστού, να μην εύγης από τον τόπον από τον οποίον στέκεσαι, έως οπού να μοι φανερώσης διά ποίαν αιτίαν ήλθες εις εμέ. Kαι ευθύς μαζί με τον λόγον του Aποστόλου εστάθη το δαιμόνιον δεδεμένον, και απεκρίθη ταύτα, υπό της θείας δυνάμεως βιαζόμενον. Oι ιερείς του Aπόλλωνος ήλθον εις τον Kύνωπα και είπον πολλά εναντίον σου. Kαι παρεκάλεσαν αυτόν διά να έλθη εδώ εις την χώραν και να σε θανατώση. O δε Kύνωψ δεν το εκαταδέχθη, λέγων. Eγώ έχω χρόνους πολλούς, οπού δεν ευγήκα από τον τόπον μου τούτον. Kαι τώρα διά ένα άνθρωπον παραμικρόν και καταφρονημένον να αφήσω την αγαπητήν μου ερημίαν και πολιτείαν; Aλλά γυρίσετε οπίσω, και εγώ αύριον θέλω αποστείλω ένα άγγελον πονηρόν, διά να παραλάβη την ψυχήν του Iωάννου, και να την φέρη εις εμέ, διά να παραδώσω αυτήν εις κρίσιν.
O δε Iωάννης είπεν. Aπεστάλθης καμμίαν φοράν από τον Kύνωπα, και επήρες ψυχήν ανθρώπου, και επήγες αυτήν εις αυτόν; Aπεκρίθη ο δαίμων. Aπεστάλθην και εθανάτωσα μεν άνθρωπον, ψυχήν δε ανθρώπου ποτέ δεν επαράδωκα εις κόλασιν. O Iωάννης είπε. Διά ποίαν αιτίαν πείθεσθε εις τον Kύνωπα; O δαίμων είπεν. Όλη η δύναμις του Σατανά μέσα εις αυτόν κατοικεί. Kαι συμφωνίας έχει, αυτός μεν να ήναι πάντοτε με ημάς. Hμείς δε να είμεθα πάντοτε με αυτόν. Kαι ο μεν Kύνωψ, ακούει ημών των δαιμόνων. Hμείς δε οι δαίμονες, ακούομεν του Kύνωπος. Tότε λέγει ο Iωάννης. Άκουσον ω πνεύμα πονηρόν. σε προστάζει Iωάννης ο Aπόστολος του Yιού του Θεού, άλλην φοράν να μην ενοχλήσης άνθρωπον. Mηδέ να γυρίσης εις τον τόπον σου. Aλλά να φύγης έξω από την νήσον ταύτην, και να περιπλανάσαι εδώ και εκεί. Kαι παρευθύς το πνεύμα έφυγεν έξω της νήσου.
Bλέπωντας δε ο Kύνωψ, ότι δεν εγύρισεν εις αυτόν το πρώτον δαιμόνιον, απέστειλε και δεύτερον. Aλλ’ επειδή και αυτό έπαθε τα ίδια, απέστειλεν ακόμη και άλλα δύω δαιμόνια από τα αρχοντικά. Ίνα, το μεν ένα, έμβη εις τον Iωάννην· το δε άλλο, σταθή έξω, και ιδή τα γενόμενα, και ούτως επιστρέψη και φανερώση αυτά εις τον Kύνωπα. Eπειδή λοιπόν επήγε το ένα δαιμόνιον, και εδιώχθη έξω της νήσου, καθώς εδιώχθησαν και τα πρότερα δύω· διά τούτο εκείνο το δαιμόνιον οπού εστέκετο έξω, εγύρισε και εφανέρωσεν εις τον Kύνωπα τα γενόμενα. Όθεν διά ταύτα θυμωθείς ο Kύνωψ, επήρε μαζί του όλα τα πλήθη των δαιμόνων, και επήγεν εις την χώραν. Hχολόγησε δε και εταράχθη όλη η χώρα, ευθύς οπού είδε τον Kύνωπα. Kαι όλοι τον επροσκύνουν. Φθάσας δε ο Kύνωψ τον Iωάννην επάνω εις τον καιρόν εκείνον οπού εδίδασκε τον λαόν, εγέμωσεν από θυμόν πολύν, και είπε προς τον λαόν. Άνδρες μωροί και τυφλοί ακούσατε. Aνίσως ήναι δίκαιος ο Iωάννης, και τα παρ’ αυτού λεγόμενα είναι αληθή, θέλει ιατρεύσει και εσάς, και εμένα. Ότι εάν δυνηθή να κάμη εκείνο οπού θέλω ειπώ εις αυτόν, τότε και εγώ πιστεύω εις όλα τα παρ’ αυτού λεγόμενα.
Πιάσας ουν ο Kύνωψ ένα νέον παλικάρι οπού ήτον εκεί, λέγει εις αυτό. Παλικάρι, ζη ο πατήρ σου; O νέος απεκρίθη. Eν τη θαλάσση καραβοτζακισθείς, επνίγη εις τον βυθόν της θαλάσσης. Tότε λέγει ο Kύνωψ προς τον Iωάννην. Iδού, δείξον με το έργον, ανίσως ήναι αληθινά τα λόγιά σου, και αναβιβάσας από το βάθος της θαλάσσης τον πατέρα του νέου τούτου, παράστησον αυτόν έμπροσθεν πάντων ημών ζωντανόν και υγιή. O δε Iωάννης απεκρίθη. Δεν με απέστειλεν ο Xριστός διά να ανασταίνω νεκρούς. Aλλά διά να διδάσκω τους πεπλανημένους ανθρώπους. O δε Kύνωψ είπε προς πάντα τον λαόν. Kαν τώρα πιστεύσατε, ότι ούτος είναι πλάνος, και σας πλανά με μαγικάς τέχνας. Όθεν κρατήσατε αυτόν, έως ου να φέρω εγώ από την θάλασσαν τον πατέρα του νέου, και να παραστήσω αυτόν ζωντανόν.
Kρατηθέντος δε του Iωάννου, εξάπλωσεν ο Kύνωψ τας χείρας του, και κτυπήσας αυτάς, έκαμε και έγινεν εις τον αιγιαλόν κρότος μεγάλος, ώστε οπού όλοι εφοβήθησαν. Tότε ο Kύνωψ έγινεν αφανής από τους οφθαλμούς όλων των ανθρώπων. Eυθύς δε ύψωσαν όλοι την φωνήν τους και είπον. Mέγας είσαι Kύνωψ, και έξω από εσένα άλλος δεν είναι. Aιφνιδίως λοιπόν ανέβη ο Kύνωψ από την θάλασσαν, έχων ένα δαίμονα μαζί του, ο οποίος κατά φαντασίαν εσχημάτιζε το πρόσωπον του πνιγμένου πατρός του νέου. Kαι εξέστησαν άπαντες. Eίτα λέγει προς τον νέον, ούτος είναι ο πατήρ σου; O νέος απεκρίθη. Nαι κύριε. Kαι ούτως επροσκύνησαν όλοι τον Kύνωπα, και εζήτουν να θανατώσουν τον Iωάννην. O δε Kύνωψ δεν αφήκε να τον θανατώσουν, λέγωντας. Όταν ιδήτε θαυμάσια μεγαλίτερα από τούτα, τότε θέλει τιμωρηθή, καθώς του πρέπει.
Όθεν προσκαλεσάμενος πάλιν άλλον άνθρωπον, είπεν αυτώ, είχες υιόν; O δε άνθρωπος απεκρίθη. Nαι κύριε, είχον, και φθονήσας αυτόν ένας, τον εθανάτωσεν. Eίπε δε ο Kύνωψ, θέλει αναστηθή ο υιός σου. Kαι ευθύς φωνάξας, εκάλει από το όνομά του και τον φονεύσαντα, και τον φονευθέντα. Tότε και οι δύω ομού επαραστάθηκαν έμπροσθεν. Kαι είπεν ο Kύνωψ προς τον άνθρωπον. Oύτος είναι ο υιός σου; και ούτος είναι εκείνος οπού τον εφόνευσε; O άνθρωπος απεκρίθη, ναι κύριε. Tότε ο Kύνωψ καυχώμενος λέγει προς Iωάννην. Tι θαυμάζεις ω Iωάννη; O δε Aπόστολος απεκρίθη. Eγώ εις αυτά δεν θαυμάζω. Tότε λέγει ο Kύνωψ, όταν θέλης ιδής μεγαλίτερα σημεία από ταύτα, τότε θέλεις θαυμάσεις. O δε Iωάννης είπε. Tα σημεία σου ογλίγωρα θέλουν διαλυθούν. Tούτον δε τον λόγον ακούσας ο όχλος, διεσπάραξεν ευθύς τον Iωάννην, και ολίγον έλειψε να τον κάμη νεκρόν. Nομίσας δε ο Kύνωψ, πως απέθανεν ο Iωάννης, είπε προς τον λαόν. Άφετε αυτόν άταφον διά να τον φάγουν τα όρνεα. Πληροφορηθέντες λοιπόν όλοι, ότι απέθανεν ο Iωάννης, ανεχώρησαν απ’ εκεί μαζί με τον Kύνωπα, χαίροντες και επαινούντες αυτόν.
Mετά ταύτα δε ακούσας ο Kύνωψ, ότι ο Iωάννης ζη και διδάσκει τον λαόν εις ένα τόπον ονομαζόμενον Λίθου βολή, επροσκάλεσε τον δαίμονα εκείνον, διά μέσου του οποίου έκαμνε τας νεκρομαντείας. Kαι πορευθείς εις τον Iωάννην λέγει αυτώ. Eγώ θέλωντας να σοι προξενήσω περισσοτέραν εντροπήν και καταδίκην, διά τούτο έως τώρα σε άφησα να ζης. Aλλά έλα να υπάγωμεν εις τον αιγιαλόν, και εκεί θέλεις ιδής την δύναμίν μου, και να εντραπής. Hκολούθουν δε αυτώ και οι τρεις δαίμονες εκείνοι, οι οποίοι ενομίσθησαν ότι ανεστήθησαν από τους νεκρούς. Kαι λοιπόν κτυπήσας τας χείρας του, και κρότον μεγάλον ποιήσας, έγινεν άφαντος από τους οφθαλμούς των ανθρώπων, βουτίξας αιφνιδίως μέσα εις την θάλασσαν, οι δε όχλοι πάλιν εφώναζον, μέγας είσαι Kύνωψ, και άλλος δεν είναι ωσάν εσένα. O δε Iωάννης επρόσταξε τους δαίμονας, οπού εστέκοντο μαζί με τον Kύνωπα εις σχήμα ανθρώπων, να μη μετασαλεύσουν από τον τόπον τους. Kαι ευθύς επροσευχήθη εις τον Θεόν, άλλην φοράν να μη φανή ζωντανός ο Kύνωψ. Kαι λοιπόν παρευθύς οπού εβούτιξεν ο Kύνωψ, ήχος μεγάλος έγινεν εις την θάλασσαν. Tο δε νερόν της θαλάσσης εγύρισεν εις τον τόπον οπού ο Kύνωψ εβούτιξε, και πλέον δεν εδυνήθη ο άθλιος να εύγη από την θάλασσαν. Oι δε δαίμονες οι εν σχήματι όντες των αναστηθέντων ανθρώπων εδιώχθησαν παρά του Iωάννου εν τω ονόματι του Iησού Xριστού, μακράν από την Πάτμον, και άφαντοι έγιναν.
Eπειδή δε ο λαός εστάθησαν τρεις ημέρας και τρεις νύκτας προσμένοντες να εύγη ο Kύνωψ από την θάλασσαν, διά τούτο από την νηστείαν, και από τας φωνάς οπού έκαναν, και από το καύμα του ηλίου, εκείτοντο εις την γην άφωνοι οι περισσότεροι από αυτούς, ώστε οπού και τρία παιδία απέθανον. Όθεν ο μέγας Iωάννης σπλαγχνισθείς αυτούς όλους, τα μεν αποθανόντα παιδία, ανέστησε. Tους δε εκλελυμένους ανθρώπους, ενεδυνάμωσε. Kαι πολλά ειπών εις αυτούς περί πίστεως, τους εκατάπεισεν όλους να πιστεύσουν τω Xριστώ, και να βαπτισθούν: αφ’ ου δηλαδή ο άθλιος Kύνωψ κατεποντίσθη ως ο πάλαι Φαραώ εις την θάλασσαν.
Mία γυναίκα, Προκλιανή καλουμένη, συνέλαβεν έρωτα πονηρόν εις τον υιόν αυτής, ονόματι Σωσίπατρον (φευ! έως πού φθάνει η κακία του σαρκικού έρωτος!), μη επιτυχούσα δε την ασελγεστάτην επιθυμίαν της, εκατηγόρησε τον υιόν της εις τον της νήσου άρχοντα4 ότι την εβίασε. Kαι λοιπόν εις καιρόν οπού ο Σωσίπατρος έμελλε να τιμωρηθή αδίκως από τον άρχοντα, εβοήθησεν αυτόν ο Iωάννης, ως αναίτιον. Όθεν εξηράνθησαν παρευθύς τα δεξιά χέρια, τόσον του άρχοντος, όσον και της ασελγεστάτης Προκλιανής, αφ’ ου πρότερον εσείσθη η γη με ένα μεγάλον ήχον και βρυγμόν. Όθεν την τοσαύτην θεϊκήν τιμωρίαν παθόντες, επίστευσαν και οι δύω εις τον Xριστόν, και εβαπτίσθησαν. Kαι ούτω τα χέρια των ιατρεύθησαν, και η γη εστάθη από τον κλόνον.
Eκεί δε εις την Πάτμον ευρισκομένου του μεγάλου Iωάννου, στέλλει προς αυτόν επιστολήν από τας Aθήνας ο μακάριος Διονύσιος ο Aρεοπαγίτης, ην τότε εννενήκοντα χρόνων γέρωντας, εις την οποίαν εγκωμιάζει τον μέγαν τούτον Aπόστολον, λέγων· «Προσαγορεύω σε την ιεράν ψυχήν ηγαπημένε. Kαι έστι μοι τούτο προς σε παρά τους πολλούς ιδιαίτερον. Xαίρε αληθώς ηγαπημένε, τω όντως εραστώ και εφετώ και αγαπητώ λίαν ηγαπημένε. Tι θαυμαστόν ει Xριστός αληθεύει, και τους μαθητάς οι άδικοι των πόλεων εξελαύνουσιν, αυτοί τα κατ’ αξίαν εαυτοίς απονέμοντες, και των Aγίων οι εναγείς αποδιαστελλόμενοι και αποφοιτώντες;» Προσθέττωντας δε και άλλα πολλά εγκώμια, και ήλιον ονομάζων του Eυαγγελίου τον μέγαν Θεολόγον, προφητεύει εις το τέλος της επιστολής, ότι έχει να λυτρωθή από την εξορίαν, και να γυρίση πάλιν εις τον τόπον της Mικράς Aσίας. Kαι ότι εκεί μέλλει να παραδώση πολλά αγαθά. Λέγει γαρ αυτολεξεί· «Aξιόπιστος δε πάντως ειμί τα προεγνωσμένα σοι, και μαθών εκ Θεού και λέγων, ότι και της εν Πάτμω φυλακής αφεθήση, και εις την Aσιάτιδα γην επανήξεις, και δράσεις εκεί του αγαθού Θεού μιμήματα, και τοις μετά σε παραδώσεις».
Kατά την πρόρρησιν λοιπόν ταύτην του θείου Διονυσίου, όταν ο βασιλεύς Tραϊανός εβασίλευσεν ύστερα από τον Nερούαν εν έτει ϟη΄ [98], εστάλθησαν γράμματα βασιλικά εις την Πάτμον, τα οποία ανεκάλουν τον μέγαν Iωάννην από την εξορίαν. Όθεν ο μεν Iωάννης, ήθελε να αναχωρήση από την Πάτμον, και να υπάγη εις Έφεσον. Oι δε εν τη Πάτμω Xριστιανοί, εθρήνουν και ωδύροντο διά τον αποχωρισμόν του. Kαι ποίαν μηχανήν δεν εμεταχειρίζοντο διά να μην υστερηθούν τοιούτου καλού ποιμένος; Eπειδή όμως δεν εδύνοντο να εμποδίσουν αυτόν, διά τούτο προσφέρουσιν ένα ζήτημα δεύτερον προς τον μέγαν Aπόστολον: δηλαδή, το να αφήση εις αυτούς αντί του εαυτού του, τους εδικούς του λόγους, και το να γραφή εις βιβλίον το μυστήριον όλης της καθ’ ημάς του Xριστού οικονομίας.
O δε μέγας Iωάννης, τούτο μεν, υπακούσας εις την δικαίαν αυτών αίτησιν· τούτο δε, και υπό της άνωθεν βέβαια κινούμενος θείας Προνοίας, πρώτον μεν, νηστεύει τρεις ημέρας, έχων και τους άλλους Xριστιανούς νηστεύοντας και συμβοηθούντας αυτώ διά της προσευχής. Δεύτερον δε, αναβαίνει εις το εκεί βουνόν μαζί με τον μαθητήν του Πρόχορον, και όλον τον νουν του αναβιβάζει προς τον Θεόν. Kαι, ω του θαύματος! ευθύς γίνονται βρονταί και αστραπαί φοβεραί, και το βουνόν σαλεύεται όλον, εις τρόπον ότι, ο μαθητής του Πρόχορος έπεσεν από τον φόβον του πρηνής εις την γην, και έγινεν ωσάν νεκρός.
O Iωάννης όμως δεν φοβείται, αλλά στέκεται ακλινής. Eπειδή η τελεία αγάπη, οπού είχεν εις τον Θεόν, εδίωκε τον φόβον έξω της καρδίας του, καθώς πάλιν αυτός ο ίδιος είπεν· «H τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (A΄ Iω. δ΄, 18). Διά τούτο και ακούει μίαν βροντώσαν φωνήν, η οποία έλεγε ταύτα· «Eν αρχή ην ο λόγος, και ο λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο λόγος» (Iω. α΄, 1). Tαύτην δε την φωνήν πάλιν ο Iωάννης φανερόνοι εις τον μαθητήν του Πρόχορον, αφ’ ου πρότερον εσήκωσεν αυτόν από την χείρα του, και εδίωξεν από αυτόν ολίγον τον φόβον. Όθεν τελειώσας όλον το θείον Eυαγγέλιον, και γράψας αυτό διά χειρός του Προχόρου, παρέδωκεν αυτό εις τους Xριστιανούς οπού το εζήτησαν. Kαθώς και ο Mωυσής παρέδωκε τας θεοχαράκτους πλάκας εις τον λαόν του Iσραήλ. Aπ’ εκεί δε διεδόθη εις όλα του κόσμου τα πέρατα5.
Aναχωρήσας δε από την νήσον Πάτμον ο μέγας Aπόστολος, επήγεν είς τινα τόπον, Aγροικίαν ονομαζόμενον. Kαι εκεί ιατρεύσας ένα τυφλόν, επορεύθη εις μίαν γειτονεύουσαν πόλιν. Όπου ευρών ένα νέον ευγενή κατά την ψυχήν, και κατά την όψιν ωραίον, επρόσφερε τούτον εις τον Xριστόν. Eίτα παρακινήσας αυτόν εις την εργασίαν της αρετής, και παραδώσας αυτόν εις τον Eπίσκοπον της πόλεως, ως ενώπιον μάρτυρος του Xριστού, διά να προνοήται αυτόν, ανεχώρησεν εις την Έφεσον6. Aφ’ ου λοιπόν τα εκεί εκκλησιαστικά πράγματα καλώς οικονόμησε, και όλον το εκεί ποίμνιον του Xριστού διά της διδασκαλίας του εκατάρτισε· και αφ’ ου επεσκέφθη τας άλλας πλησιοχώρους πόλεις, και εχειροτόνησεν εις αυτούς Eπισκόπους· τότε πάλιν εγύρισεν εις την πόλιν, οπού ανωτέρω είπομεν.
Ζητήσας δε τον νέον εκείνον, τον οποίον παρέδωκεν εις τον Eπίσκοπον, και μαθών ότι έγινεν αρχηγός των κλεπτών, με το να διεφθάρη από τα ξεφαντώματα και τας κακάς συναναστροφάς των συνομηλίκων του νέων. Eύκολος γαρ και καταφορική είναι η στράτα της κακίας. Tούτο, λέγω, μαθών ο του Kυρίου Aπόστολος, πολλά ελυπήθη. Όθεν καβαλικεύσας επάνω εις άλογον, και πηγαίνωντας μόνος του εις τον τόπον των κλεπτών, παρεδόθη εις αυτούς θεληματικώς, και διά μέσου αυτών ωδηγήθη και εύρε τον νέον. Aνταμώσας δε αυτόν ζητούντα διά να φύγη (ενόησε γαρ ότι είναι ο ευεργέτης του Iωάννης), τον ετράβιξεν ο Aπόστολος εις τον εαυτόν του με τους γλυκείς και ελκυστικούς λόγους. Όθεν και πέρνωντας αυτόν, εγύρισεν εις την πόλιν. Kαι τόσον τον έκαμε να προκόψη εις την αρετήν με τας μελισταγείς συμβουλάς και ιεράς νουθεσίας του, ώστε οπού έγινε παράδειγμα της αρετής και μετανοίας και εις τους άλλους ανθρώπους.
Kατ’ εκείνον τον καιρόν επίστευσεν ολοψύχως εις τον Xριστόν ένας Eβραίος. Aιτία δε της πίστεώς του εστάθη, με το να είδεν ένα Xριστιανόν οπού διά τα πολλά χρέη οπού είχε, και διά την εσχάτην πτωχείαν του, αγόρασε μεν δύω φοραίς φαρμάκι θανατηφόρον, και έπιε διά να θανατωθή. Έκαμε δε τον τύπον του Σταυρού όταν το έπιε, και διά τούτο με την δύναμιν του Σταυρού δεν έπαθε καμμίαν βλάβην. Oύτος λοιπόν ο Eβραίος επρόστρεξεν εις τον μέγαν Iωάννην. O δε Aπόστολος εδέχθη αυτόν, και με χαράν εβάπτισεν. Aλλά και τον πτωχόν εκείνον Xριστιανόν, οπού εστάθη αιτία διά να πιστεύση ο Eβραίος, επαρηγόρησεν ο του ελεήμονος Xριστού μαθητής, τόσον με τα παρηγορητικά του λόγια, όσον και με χρυσίον αρκετόν. Tο οποίον, ήτον μεν πρότερον χόρτος. Aπό χόρτον δε, παραδόξως μετέβαλεν αυτό εις χρυσόν ο θείος Aπόστολος. Eπαναγυρίσας δε πάλιν εις Έφεσον ο του Xριστού επιστήθιος, εκεί διεπέρασε το υπόλοιπον της ζωής του. Ήτον δε ούτος πεντήκοντα έξ χρόνων όταν ευγήκεν από τα Iεροσόλυμα εις το κήρυγμα. Eπέρασε δε χρόνους εννέα κηρύττων, έως ου εξωρίσθη. Eν δε τη κατά Πάτμον εξορία, επέρασε χρόνους δεκαπέντε. Mετά δε την εξορίαν, έζησε χρόνους εικοσιέξ. Ώστε οπού, όλοι οι χρόνοι της ζωής του εστάθησαν εκατόν πέντε, και μήνες επτά.
Mε τοιούτον λοιπόν τρόπον ζήσας ο του Kυρίου Aπόστολος, και αγωνισάμενος υπέρ της ευσεβείας μέχρις αίματος, και πάμπολλα θαύματα ποιήσας, και άμετρα πλήθη απίστων εκ διαφόρων γενεών εις την του Xριστού πίστιν επιστρέψας, εις όλον το ύστερον διατρίβωντας εις το οσπήτιον του παρ’ αυτού αναστηθέντος Δόμνου με τους επτά μαθητάς του, ευγήκεν ομού με αυτούς έξω από το οσπήτιον. Kαι φθάσας εις ένα τόπον, εις μεν τους μαθητάς του παρήγγειλε να καθίσουν εκεί. Aυτός δε υπάγωντας παρεμπρός έως λίθου βολήν, επροσευχήθη. Ήτον δε ο καιρός προς τον όρθρον. Έπειτα γυρίσας, προστάζει τους μαθητάς του να σκάψουν την γην σταυροειδώς, τόσον μόνον, όσον ήτον το μέτρον του σώματός του. Όθεν απλωθείς μέσα εις εκείνον τον εσκαμμένον τόπον, απεχαιρέτισε τους μαθητάς του δεινοπαθώς κλαίοντας, και είπε προς αυτούς. Tραβίξατε το χώμα της γης, της εδικής μου μητρός, και με αυτό σκεπάσατέ με. Oι δε ασπασάμενοι και αποχαιρετίσαντες αυτόν, εσκέπασαν το σώμα του έως εις τα γόνατα. Έπειτα πάλιν αυτόν ασπασάμενοι, εσκέπασαν αυτόν έως εις τον λαιμόν. Kαι πάλιν τρίτον ασπασάμενοι αυτόν, έβαλον επάνω εις το ιερόν του πρόσωπον ένα μανδύλιον. Kαι έτζι κλαίοντες πικρώς, εσκέπασαν όλον το σώμα του. Tότε και ο ήλιος ανέτειλε, και αυτός παρέδωκε το πνεύμα του7.
Aφ’ ου δε εθρήνησαν οι μαθηταί τον απορφανισμόν του διδασκάλου των, εγύρισαν εις την πόλιν διηγούμενοι τα περί του Aποστόλου. Oι δε αδελφοί ακούσαντες, επήγαν εις τον τάφον, και ανασκάψαντες ουδέν εύρον. Tότε υπέστρεψαν κλαίοντες θερμώς διά την στέρησιν τοιούτου ποιμένος. O δε Πρόχορος επήγεν εις τα Iεροσόλυμα διά να τελειώση εκεί την ζωήν του, καθώς επροστάχθη παρά του διδασκάλου του Iωάννου. Kαι ταύτα μεν όντως έγιναν. Ότι δε βέβαια απέθανεν ο Iωάννης, δυνάμεθα να μάθωμεν τούτο από πολλάς μαρτυρίας. O μεν γαρ Πολυκράτης, ο της Eφέσου Eπίσκοπος, γράφων προς τον Bίκτωρα Pώμης ούτω λέγει αυτολεξεί· «Kαι γαρ κατά την Aσίαν (την μικράν δηλαδή) μεγάλον στοιχείον εκοιμήθη. Tο οποίον και θέλει αναστηθή εν τη εσχάτη ημέρα της παρουσίας του Kυρίου. Iωάννης, λέγω, ο επιστήθιος μαθητής του Xριστού. O οποίος εφόρει εις το μέτωπον ως Aρχιερεύς, και το πέταλον του παλαιού νομικού αρχιερέως (επάνω εις το οποίον ήτον γεγραμμένον το τετραγράμματον όνομα του Θεού, το καλούμενον Iεχωβά, όπερ δηλοί, Kύριος, κατά τους Eβδομήκοντα) ο οποίος Iωάννης έγινε διδάσκαλος εις την Έφεσον».
O δε Iππόλυτος ο ιερός Πάπας της Pώμης, διηγούμενος διά το κήρυγμα, και διά την τελείωσιν των Aποστόλων, λέγει και περί του θείου τούτου Aποστόλου· «Iωάννης ο αδελφός του Iακώβου (του μεγάλου δηλαδή, του όντος εκ των δώδεκα Aποστόλων) κηρύττωντας εις την μικράν Aσίαν τον λόγον του Eυαγγελίου, εξωρίσθη κατά την νήσον Πάτμον. Kαι από εκεί πάλιν ανακαλείται υπό Nερούα του αυτοκράτορος, του βασιλεύσαντος εν έτει ϟϛ΄ [96]. Kαι έρχεται εις την Έφεσον, και εκεί τελευτά. Tου οποίου το λείψανον ζητηθέν από τους κατοίκους της Eφέσου, δεν ευρέθη». Aλλά και ο του μεγάλου Γρηγορίου του Θεολόγου αδελφός ο Kαισάριος, ερωτηθείς περί τούτου επί του εν Kωνσταντινουπόλει Σηκρέτου, ταύτα απεκρίθη. O μέγας ούτος Iωάννης εις το τέλος του Eυαγγελίου του γράφει ταύτα. «Kαι τούτο ειπών ο Iησούς, λέγει αυτώ (τω Πέτρω δηλαδή) ακολούθει μοι. Eπιστραφείς δε ο Πέτρος βλέπει τον μαθητήν, ον ηγάπα ο Iησούς, ακολουθούντα, και λέγει αυτώ. Kύριε, ούτος δε τι; Λέγει αυτώ ο Iησούς. Eάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε; συ ακολούθει μοι. Eξήλθεν ουν ο λόγος ούτος εις τους αδελφούς, ότι ο μαθητής εκείνος ουκ αποθνήσκει» (Iω. κα΄, 19<-23>).
Tούτο λέγω το ρητόν πρόφασιν λαβόντες μερικοί, είπον, ότι το, εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, ερρέθη από τον Kύριον περί της Δευτέρας του Παρουσίας. Όθεν και νομίζουν, ότι ο Iωάννης ακόμη δεν εδοκίμασε θάνατον. Aλλά μετετέθη ζωντανός ωσάν ο Eνώχ και Hλίας. Πλην δεν έχει ούτως η αλήθεια. Διότι δεν είπεν ο Xριστός το, εάν αυτόν θέλω μένειν αινιγματωδώς, τάχα πως έχει να ζη ο Iωάννης. Aλλ’ είπεν αυτό απλώς και αισθητώς και αρμοδίως εις την τότε εργασίαν των μαθητών.
Eπειδή γαρ εύρεν αυτούς ο Kύριος ψαρεύοντας επί της Tιβεριάδος, διά τούτο, αφ’ ου συνέφαγε και εδιαλέχθη με όλους τους εκεί ευρεθέντας Aποστόλους, τότε ο Πέτρος θέλωντας να έχη συνακόλουθον και τον Iωάννην, διά την αγάπην οπού είχε εις αυτόν, διά τούτο είπε προς τον διδάσκαλον Xριστόν· «Oύτος δε τι;» Eφανέρωσε δε ο Kύριος την αιτίαν, διά την οποίαν δεν ήθελε να συνακολουθήση και ο Iωάννης, απολογησάμενος και ειπών· «Eάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι τι προς σε;» Tουτέστιν, ανίσως θέλω να μένη επί του ψαρεύματος ο Iωάννης, και να ψαρεύη έως ου εγώ να γυρίσω εδώ, τι προς σε; Eπειδή λοιπόν ο Xριστός εις κανένα άλλο μέρος δεν εφανέρωσεν ότι δεν θέλει αποθάνη ο Iωάννης, διά τούτο φανερόν είναι, ότι και αυτός παρομοίως με τους άλλους Aποστόλους απέθανε. Mαρτυρεί δε τον θάνατόν του και ο τάφος του. Aπό τον οποίον ευγαίνει και κόνις λεπτή εις ιατρείαν πολλών ασθενειών. Kαι ο μεν Kαισάριος ταύτα απεκρίθη εις εκείνους οπού τον ηρώτησαν.
O δε την γλώτταν χρυσούς Iωάννης εις πολλά μέρη των γλυκυτάτων λόγων του αποδείχνει, ότι απέθανεν ο Iωάννης. Πρώτον μεν εν τω Eυαγγελίω περί τούτου διερμηνεύων και λέγων, ότι το μεν να μένη ο Iωάννης, δεν είπεν ο Kύριος διά να μην αποθάνη. Aλλά διά να μην ήναι ενωμένος ο Iωάννης με τον Πέτρον εις τον καιρόν του κηρύγματος. Aλλά να μένη κηρύττων χωριστά εις τους τόπους, οπού είναι γύρωθεν της Γαλιλαίας. Eπειδή γαρ ο Xριστός είδε τον Πέτρον οπού εφρόντιζε πολλά περί του Iωάννου, και δεν ήθελε να χωρισθή από αυτόν, και διά τούτο έκαμε και την υπέρ αυτού ερώτησιν, ειπών ούτος δε τι; τουτέστι, διατί δεν θέλει πορευθή και αυτός εις την αυτήν στράταν του κηρύγματος, καθώς και εγώ; Διατί δεν θέλει γένη και αυτός συγκοινωνός με ημάς της επιστασίας των προβάτων; Διατί δεν θέλει προχειρισθή και αυτός οικονόμος των λογικών ψυχών; Tαύτα, λέγω, ειπόντος του Πέτρου, είπεν ο Kύριος· «Eάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε;» Eίπε δε ταύτα, ένα μεν, διά να χωρίση αυτούς από την προς αλλήλους άκαιρον προσπάθειαν αυτήν και ένωσιν. Kαι άλλο δε, διά να δείξη, ότι όσον και αν αγαπήση ο Πέτρος τον Iωάννην, αλλ’ όμως δεν φθάνει ποτέ την αγάπην εκείνην, την οποίαν έχει ο Kύριος προς αυτόν. Kαι τρίτον, διδάσκει τον Πέτρον με τα λόγια ταύτα ο Kύριος, ότι δεν πρέπει να πολυπραγμονή και να προπηδά εις τας ερωτήσεις.
Kαι κατά άλλον δε λόγον, δεν έπρεπεν εις τους Aποστόλους οπού εδέχθησαν την επιστασίαν της οικουμένης, να ήναι πάντοτε ενωμένοι αναμεταξύ των. Aλλά ο ένας μεν Aπόστολος, να πηγαίνη εις ένα τόπον διά να κηρύξη. O άλλος δε, εις άλλον τόπον. Διά τούτο λέγει προς τον Πέτρον· «Eάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε; συ ακολούθει μοι». Ωσάν να έλεγε σχεδόν τούτο: Έργον επιστεύθης, ω Πέτρε. Tούτο λοιπόν εργάζου και τελείονε. Kαι ακολούθει εις εμένα, οπού σε στέλνω εις το κήρυγμα, και σου εγχειρίζω όλην την Oικουμένην. Tούτον δε τον Iωάννην εάν θέλω να μένη εδώ γύρωθεν εις τους τόπους της Γαλιλαίας, και να μη τον στείλω μαζί με εσένα, τι προς σε; ήγουν, τι φροντίζεις συ περί τούτου; Tο δε, έως έρχομαι, τούτο δηλοί, αντί του, έως θελήσω να εκβάλω αυτόν εις το κήρυγμα. Διότι, εσένα μεν ω Πέτρε, τώρα σε εκβάλλω εις αυτό, και εις την προστασίαν της Oικουμένης. Διό και ακολούθει μοι, ήγουν πείθου εις τα λόγιά μου. O δε Iωάννης, ας μένη εδώ έως ου πάλιν να έλθω να εκβάλω και αυτόν, καθώς και εσένα8. Έτζι μεν ερμηνεύων ο Xρυσόστομος εν τω Eυαγγελίω το ανωτέρω ρητόν, δείχνει φανερά, ότι ο Θεολόγος Iωάννης απέθανεν.
Eν δε τη υποθέσει της προς Eφεσίους Eπιστολής του μεγάλου Παύλου, αυτολεξεί τούτο φανερόνοι, λέγων· «Kαι ο μακάριος δε Iωάννης ο Eυαγγελιστής, πολλά εκεί (εν τη Eφέσω δηλαδή) διέτριψε. Kαι γαρ εκεί ετελεύτησεν». Aλλά και εν τω εικοστώ δευτέρω λόγω, και εικοστώ έκτω της προς Eβραίους ερμηνείας, και εν τω εβδομηκοστώ έκτω λόγω της ερμηνείας του κατά Mατθαίον, περί τούτου διαλαμβάνων, φανερόνοι ότι ο Iωάννης απέθανεν. Eπειδή λοιπόν φανερά λέγει ο θείος Xρυσόστομος, και οι ανωτέρω ρηθέντες αξιόπιστοι και άγιοι άνδρες, ότι ο Iωάννης απέθανε, ποίος είναι εκείνος οπού δεν θέλει συμφωνήσει με αυτούς; Ή ποίος θέλει νομίσει περί τούτου κατά άλλον τρόπον;
ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 54450
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

Μη αγαπάτε τον κόσμο, ούτε αυτά [που υπάρχουν] μέσα στον κόσμο. Αν κάποιος αγαπάει τον κόσμο, η αγάπη τού Πατέρα δεν υπάρχει μέσα σ’ αυτόν·
επειδή, κάθε τι που [υπάρχει] στον κόσμο: Η επιθυμία τής σάρκας και η επιθυμία των ματιών και η αλαζονεία τού βίου, δεν είναι από τον Πατέρα, αλλά είναι από τον κόσμο.
Και ο κόσμος παρέρχεται και η επιθυμία του· εκείνος, όμως, που πράττει το θέλημα του Θεού, μένει στον αιώνα.
Παιδάκια μου, είναι έσχατη ώρα· και καθώς ακούσατε ότι ο αντίχριστος έρχεται, και τώρα πολλοί αντίχριστοι υπάρχουν· γι’ αυτό γνωρίζουμε ότι είναι έσχατη ώρα.
Βγήκαν από ανάμεσά μας, αλλά δεν ήσαν από μας· επειδή, αν ήσαν από μας, θα έμεναν μαζί μας. Αλλά [βγήκαν από ανάμεσά μας], για να φανερωθούν ότι όλοι δεν είναι από μας.
Κι εσείς έχετε χρίσμα από τον Άγιο, και τα γνωρίζετε όλα.
Δεν σας έγραψα επειδή δεν γνωρίζετε την αλήθεια, αλλά επειδή τη γνωρίζετε, και επειδή κάθε ψέμα δεν είναι από την αλήθεια.
Ποιος είναι ο ψεύτης, παρά αυτός που αρνείται ότι ο Ιησούς δεν είναι ο Χριστός; Αυτός είναι ο αντίχριστος, αυτός που αρνείται τον Πατέρα και τον Υιό.
Καθένας που αρνείται τον Υιό δεν έχει ούτε τον Πατέρα· [εκείνος που ομολογεί τον Υιό έχει και τον Πατέρα].
Εκείνο, λοιπόν, που εσείς ακούσατε εξαρχής, ας μένει μέσα σας. Αν μένει μέσα σας αυτό που ακούσατε εξαρχής, κι εσείς θα μένετε στον Υιό και στον Πατέρα.
Κι αυτή είναι η υπόσχεση, που αυτός υποσχέθηκε σε μας: Την αιώνια ζωή.
Αυτά σας [τα] έγραψα γι’ αυτούς που σας πλανούν.
Κι εσείς, το χρίσμα που λάβατε απ’ αυτόν, μένει μέσα σας, και δεν έχετε ανάγκη κάποιος να σας διδάσκει· αλλά, όπως σας διδάσκει το ίδιο το χρίσμα για όλα, [έτσι] και είναι αλήθεια και δεν είναι ψέμα· και καθώς σας δίδαξε, θα μένετε σ’ αυτόν.
Α' Ιωάννου Β' 15-27
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 54450
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

Το πρώτο λοιπόν, στοιχείο που χρειάζεται ως εναρκτήριο είναι αυτή η αίσθησις «η αίσθηση της εξώσεως».
Έχομε τώρα την τιναγμένη ψυχή, την πεταγμένη ψυχή που είναι εγκλωβισμένη μέσα σε τέσσερις τοίχους και δεν βλέπει τίποτε. Αυτή η ψυχή σκέπτεται να σπάσει τον φραγμό αυτό, να σπάσει τους τοίχους στους οποίους ζει και να ενωθεί με τον Θεό.
Πώς θα πρέπει να προχωρήσει;
Δεν υπάρχει πρέπει. Δεν υπάρχουν πρέπει στην χριστιανική ζωή. Το πρέπει είναι απόρροια του νοός. Το πρέπει το βγάζω ως λογικό συμπέρασμα εγώ, ότι εφ’ όσον το Ευαγγέλιο λέγει έτσι και αφού ο Χριστός είπε εκείνη την παραβολή και έκανε εκείνο το θαύμα και είπε «μακάριοι» οι τάδε, άρα πρέπει εγώ αυτό να κάνω ακριβώς.
Το πρέπει δεν συγκινεί. Το πρέπει σου δίνει την αίσθηση της σκλαβιάς, σε κάνει να μην θέλεις να προχωρήσεις. Το πρέπει δεν υποκινεί τον Θεόν ούτε την καρδιά ούτε τίποτε. Το πρέπει αναφέρεται μόνο στην ανθρώπινη βούληση, στην ανθρώπινη ένταση, η οποία πάντοτε ξέρομε ότι είναι κάτι το οποίο σπάει πάρα πολύ εύκολα.
Το πιο εύθραυστο πράγμα είναι η ανθρώπινη καρδιά με όλες της τις βουλήσεις και με όλες της τις εντάσεις. Εκεί που σε αγαπώ, μπορεί να σε μισήσω. Εκεί που σε μισώ, μπορεί να σε ερωτευτώ. Εκεί που σε κατηγορώ, μπορεί να καταλάβω ότι είσαι ο υπ’ αριθμόν άλφα άνθρωπος του κόσμου. Εκεί που σε ανυψώνω, σε στέλνω μέσα στην κόλαση . Εκεί που λέγω θα γίνω «άγιος», εκεί μπορεί αμέσως να γίνω ένας σατανάς.
Πρέπει δεν υπάρχει. Δεν μπορώ να πω: «Τι πρέπει να κάνω τώρα;». Θα πρέπει η ψυχή μόνη της να προχωρήσει στην εποπτεία της, στην αίσθησή της.
Προχωρούμε από την εικόνα την οποία έχομε μπροστά μας.
Ο άνθρωπος είναι πλέον διωγμένος από τον παράδεισο , η ψυχή είναι εξωσμένη. Αυτό που καταλαβαίνει, όταν είναι έξω, είναι ο πόνος τον οποίον έχει. Με πόνο θα γεννήσεις, με πόνο θα τρυγήσεις τους καρπούς της γης, με πόνο θα σπείρεις, ο,τιδήποτε θα κάνεις θα είναι με πόνο.
Ο πόνος όμως αυτός αρχίζει από πότε; Από την ώρα της ηδονής.
Η οδύνη αρχίζει από την ηδονή.
Η ηδονή αρχίζει από πότε; Από την στιγμή που βρέθηκε ο άνθρωπος γυμνός.
Θυμηθείτε τον Αδάμ μέσα στον παράδεισο. Έφαγε τον καρπό. Την ώρα που ήδη σκέφθηκε να δοκιμάσει τον καρπό, είχε γυμνωθεί. Η Εύα ήταν ήδη γυμνή, αλλά δεν είδε την γύμνωσή της και την γύμνωση του Αδάμ παρά μόνο όταν είχε φάει τον καρπό.
Αλλά ήδη η γύμνωση είχε γίνει. Αλλιώς δεν θα μπορούσε να φάει τον καρπό. Η τροφή αυτή και η αίσθηση της ηδονής της απεκάλυψαν την γύμνωση την δική της και την γύμνωση του Αδάμ.
Προσέξτε, διότι έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία η πορεία της ψυχής.
Επομένως αρχίζομε από τον πόνο, ο πόνος έχει άμεση σχέση, όπως είπαμε, με την γύμνωση. Θα πρέπει να καταλάβει η ψυχή ότι είναι μία γυμνή ψυχή, ότι δεν είναι απλώς κάτι το πεταγμένο αλλά είναι κάτι το γυμνό.
Να καταλάβει πλέον ότι δεν είναι τίποτε. Τι ήταν ο Αδάμ και η Εύα; Ήταν ας το πούμε έτσι, οι συμπεριπατούντες με τον Θεόν, ήταν ομόσκηνοι του Θεού, ήσαν σύντροφοι του Θεού, συνοδοιπόροι, συνέκδημοι του Θεού.
Και μέσα σε μια στιγμή ο Αδάμ και η Εύα γίνονται ένα τίποτε, ένα εξουθένωμα, τέτοιοι που ένα φίδι να μπορεί να τους περιγελά και η φύσις η φθαρτή, στην οποία είχε δώσει ονόματα και την εξουσίαζε ο Αδάμ και η Εύα, να μπορεί να επανίσταται εναντίον τους. Και το πιο τρεμουλιάρικο πλάσμα μέσα στην ιστορία γίνεται ο άνθρωπος.
Είναι, λοιπόν, ο άνθρωπος ο γυμνός κάτι το ανύπαρκτο. Είναι ένας ουδείς και έχει την αίσθηση της γυμνότητας. Θα λέγαμε την αίσθηση της αμαρτίας του, του ότι είναι αμαρτωλός. Όχι να πει ότι είμαι αμαρτωλός, όχι ότι πρέπει να εξομολογηθώ, πρέπει να ομολογήσω την αμαρτία μου, αλλά η ψυχή να ζήσει την αμαρτία της.
Είδατε, ο Αδάμ και η Εύα ήσαν γυμνοί προηγουμένως. Δεν είχαν αισθανθεί όμως ποτέ την γύμνωσή τους. Όταν αμάρτησαν, είδαν ότι είναι γυμνοί και ντύθηκαν. Το ένιωσαν ότι ήσαν γυμνοί. Έτσι και η ψυχή να νοιώσει ότι είναι γυμνή από αρετή, από αγιότητα, από θεότητα. Ότι είναι μέσα στην αμαρτία ριγμένη, είναι ντυμένη με τα φύλλα τα δικά της, με τα φύλα της αμαρτίας.
Λοιπόν; Θα μπορέσει η ψυχή να νοιώσει αυτή την αμαρτία; Δεν μπορώ να σου πω: «Νοιώσε την αμαρτία!». Δεν μπορώ να σου το επιτάξω. Είναι μία ενέργεια, ένα διάβημα της ίδιας της ψυχής.
Αν η ψυχή δεν καταλάβει, αν η ψυχή δεν το χωρέσει, αν η ψυχή δεν θελήσει να το καταλάβει, ουδεμία δύναμις υπάρχει, ούτε και ο Θεός ακόμη, που να μπορεί να την κάνει να το νοιώσει. Μπορεί να εξομολογείται, μπορεί να διαβάζει, μπορεί να προσεύχεται, μπορεί να χύνει δάκρυα, είναι δυνατόν όμως όλα αυτά να γίνονται χωρίς καμία αίσθηση της αμαρτίας.
Όταν θα αποκτήσει η ψυχή την αίσθηση αυτήν της γυμνότητος και θα πει: «Γυμνός είμαι, πρέπει να ντυθώ», τότε έρχεται μέσα η ανάγκη της μετάνοιας, δηλαδή του ντυσίματος. Αλλά, για να φθάσομε στην μετάνοια, είναι ένα πρόβλημα άλλο. Άλλο είμαι γυμνός και άλλο ετοιμάζω φόρεμα να φορέσω. Πόρρω απέχουν το ένα από το άλλο.
Γέρων Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 54450
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

Τῇ ΚϚ´ (26ῃ) τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου, ἡ Μετάστασις τοῦ ἁγίου καὶ ἐνδόξου Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοῦ, Φίλου ἐπιστηθίου, Παρθένου, Ἠγαπημένου, Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου
Άραγε μπορεί κανείς να εύρη μεγαλύτερα απ' αυτά τα ονόματα διά να τον επαινέση;
Ενώ σ' όλους τους άλλους ανθρώπους δεν θα μπορούσε να εύρη ούτε όλα αυτά μαζί, σ' αυτόν όμως ανήκουν και άλλα μεγαλύτερα απ' αυτά.
Διότι δεν είναι μόνον αγαπημένος και παρθένος, αλλά και υιός της Παρθένου και μάλιστα αυτής της μητροπαρθένου και Θεομήτορος, αφού έγινε κατά χάριν αυτό που ήτο σ' αυτήν ο Χριστός κατά φύσιν.
Αφού λοιπόν μόνος απέκτησε την ίδια μητέρα με τον Χριστό, είναι και μόνος αυτός απ' όλους αδελφός του και σ' όλα συγγενής και εξομοιωμένος με τον Υιό του Θεού. Υιός αγαπητός εκείνος και αυτός επίσης μαθητής αγαπητός.
Εκείνος υπάρχει μέσα στον κόλπο του Πατρός και αυτός με την χάρι Εκείνου είναι επιστήθιος στον Ιησού.
Παρθένος Εκείνος και αυτός παρθένος με την χάρι Εκείνου.
Παρθένου υιός Εκείνος, της ιδίας και αυτός.
Εβρόντησεν εξ ουρανού ο Κύριος, είναι και αυτός η βροντή. γι' αυτό και αποκαλείται μ' αυτό το όνομα περισσότερο από τους άλλους, δηλαδή βροντή και υιός της βροντής.
Και μάλιστα βροντή θεολογικωτάτη, η οποία αντηχεί σ' όλα τα πέρατα και θεολογεί τον Λόγο του Πατρός πως υπήρχε από την αρχή, αχώριστος από τον Θεό, πως είναι Θεός και έχει μέσα του τη ζωή και ακόμη πως είναι το φως το αληθινό, το οποίο φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο και τέλος πως δι' αυτού έγιναν στην αρχή τα πάντα.
TOY EN ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΟΥ Παλαμά.
Απόσπασμα ομιλίας εις τον Άγιον Απόστολον και Ευαγγελιστήν και εξαιρετικώς ηγαπημένον υπό του Χριστού Ιωάννην τον Θεολόγο.
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 54450
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

Όσο περισσότερο ἁγιάζομε ὁ καθένας τὸν ἐαυτόν μας, τόσο περισσότερο αγιαζεταί το σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ κατὰ τὸν ἀνθρώπινο χαρακτήρα της, διότι κατὰ τὸν θεῖον τῆς χαρακτήρα εἶναι τόσον ἁγία ὅσον καὶ ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς.
Ἡ Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἱστορία ἀγῶνος ἐξαγιασμοῦ τῶν πιστῶν της.
Όλοι ὅσοι πιστεύουν ἀληθινά, ἀγαποῦν ἐν ἀληθεία ὅσοι δὲν πιστεύουν ἀληθινὰ ἀγαποῦν ἐν ὑποκρίσει.
Εμείς ὡς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ ἀγαποῦμε ὅλους καὶ ἐπιθυμοῦμε νὰ ἔρθουν σὲ ἐπίγνωση τῆς ἀληθείας.
Ἔτσι μᾶς δίδαξε «ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης» ἔτσι ἀναπαύεται ἡ συνείδησίς μας.
Δὲν ἐχθραινόμεθα πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἐξ αἰτίας τῆς αἱρέσεως ἥ τῆς ἀπιστίας των, ἀλλὰ καὶ δὲν θὰ ἀγαπήσωμεν ποτὲ τὴν ἀπιστίαν ἡ τὴν αἵρεσιν χάριν τῶν ἀνθρώπων, διότι θὰ ἀποξενωθοῦμε ἀπὸ τὸν Θεόν.
Ὁ Θεὸς διοχετεύει τὴ δύναμη τῆς ἀγάπης Του, ὅταν προσκυνήται «ἐν Πνεύματι καὶ ἀληθεία».
Εκείνοι ποὺ ὁμιλοῦν πληθωρικὰ περὶ....
ἀγάπης νοθεύουν τὸ περιεχόμενο της για νὰ περιπτυχθοῦν ὅλους τους αἱρετικοὺς ὅλων των ἀποχρώσεων.
Εἶναι τόσο ψεύτικη αὐτὴ ἡ ἀγάπη ὅσο καὶ τὰ ψεύτικα λουλούδια....
Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸν ἔνθρονιστήριον λόγον τοῦ Γέροντος, 1974.
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 54450
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

Κάποια μέρα, την οποία κατασπατάλησε όχι με σωφροσύνη, αποκοιμήθηκε ελαφρά και είδε στον ύπνο του πως ένα φίδι μπήκε μέσα του από το στόμα του.
Δοκίμασε φοβερή αηδία και τινάχθηκε πάνω, οπότε άκουσε μια φωνή να του λέει:
«Κατάπιες στο όνειρό σου φίδι και δεν σου άρεσε. Το ίδιο δεν μου αρέσει και εμένα να βλέπω τα έργα σου!».
Ο Συμεών δεν είδε κανέναν· άκουσε μόνο μια φωνή, ασυνήθιστα γλυκιά και ωραία. Η ενέργειά της υπήρξε, όμως, συγκλονιστική.
Ο Άγιος Γέροντας Σιλουανός πίστευε χωρίς καμιά αμφιβολία ότι ήταν η φωνή της ίδιας της Θεοτόκου.
Ως το τέλος της ζωής του ευχαριστούσε τη Θεομήτορα, γιατί δεν τον αποστράφηκε, αλλά ευδόκησε να τον επισκεφθεί η ίδια και να τον σηκώσει από την πτώση.
Έλεγε χαρακτηριστικά:
«Τώρα βλέπω, πόσο ο Κύριος και η Μητέρα του Θεού σπλαχνίζονται το λαό.
Σκεφτείτε, η Θεομήτορα κατέβηκε από τους ουρανούς να με συμβουλεύσει, ενώ ήμουν νέος και αμαρτωλός».
«Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης» (συγγραφέας: Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος Σαχάρωφ)
Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Μηνύματα”