Ψυχοφελή μηνύματα...

Καθημερινά πνευματικά μηνύματα.

Συντονιστής: Συντονιστές

toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 53432
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

«Θα δώσετε λόγο ενώπιον του Θεού, γιά τα κακά παραδείγματα που δίνετε στα παιδιά σας,
γιά τους καυγάδες που γίνονται μπροστά στα μάτια τους, γιά τις φλυαρίες που ακούνε να λέτε…
Εάν εσείς οι ίδιοι το κάνετε αυτό, τότε τα παιδιά σας τί μπορούν να μάθουν από εσάς;;;»!!!
Άγιος Λουκάς ο ιατρός
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 53432
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

«Η στενοχώρια είναι η πιό μεγάλη αρρώστια…
Να την διώχνετε»!!!
Άγιος Ιάκωβος ο Τσαλίκης
«Οι περισσότερες αρρώστιες,
από την στενοχώρια ξεκινούν…»!!!
Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 53432
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

῾Μνημόνευε ᾽Ιησοῦν Χριστόν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν, ἐκ σπέρματος Δαυΐδ᾽ (Β´ Τιμ. 2, 😎
α. Τόν ῾καλόν στρατιώτην ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽ μεγαλομάρτυρα ἅγιο Παντελεήμονα τόν ἰαματικό πού τιμᾶ ἐνδόξως σήμερα ἡ ᾽Εκκλησία μας φωτίζει τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς, παρμένο ἀπό τήν ποιμαντική λεγόμενη ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου τήν Β´ πρός Τιμόθεον. ῞Οσα προτρεπτικά λέει ὁ ἀπόστολος γιά τόν μαθητή καί συνεργάτη του ἅγιο Τιμόθεο τά βλέπουμε ἐφαρμοσμένα ἤδη στόν ἅγιο Παντελεήμονα: ἡ δύναμή του ἦταν ἡ χάρη τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, κακοπάθησε ὡς καλός στρατιώτης ᾽Εκείνου, ἀθλήθηκε νόμιμα, ἡ διαρκής μνήμη του ἦταν ὁ ἀναστημένος ᾽Ιησοῦς Χριστός. Κι ἡ ᾽Εκκλησία μας βεβαίως τά στοιχεῖα αὐτά πού μᾶς ὁδηγοῦν στή σωτηρία μας μᾶς τά προβάλλει ἔντονα, προκειμένου νά κρίνουμε τόν ἑαυτό μας πάνω σ᾽ αὐτά καί νά πορευόμαστε ἀντιστοίχως στή ζωή μας. Κατεξοχήν μάλιστα ἡ μνήμη μας πρέπει νά εἶναι διαρκῶς στόν ἀναστημένο ἀπό τούς νεκρούς ᾽Ιησοῦ Χριστό καί ἀπόγονο τοῦ Δαβίδ. ῾Μνημόνευε ᾽Ιησοῦν Χριστόν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν, ἐκ σπέρματος Δαυΐδ᾽.
β. 1. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος δέν μᾶς καλεῖ μέσω τῆς προτροπῆς του στόν ἅγιο Τιμόθεο νά μνημονεύουμε τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό ὡς ἕνα πρόσωπο τῆς ἱστορίας γιά παιδαγωγικούς σκοπούς. ῾Η προτροπή του δηλαδή δέν ἔχει τήν ἔννοια μίας ἀνάμνησης πού ἀναπλάθει ἀπό τό παρελθόν ἕνα πρότυπο γιά παραδειγματισμό, ὅπως τό βλέπουμε νά συμβαίνει στίς διάφορες ἐπετείους σπουδαίων ἱστορικῶν γεγονότων ἤ ἀκόμη καί στή μνήμη τῶν ἁγίων τῆς ᾽Εκκλησίας. Κι αὐτό γιατί μία τέτοια μνημόνευση σημαίνει ὅτι τό πρόσωπο ἤ τό γεγονός ἀνήκει στό παρελθόν κι ἐπειδή ἔχει κάποια ἰδιαίτερη ἀξία θέλουμε νά τό προβάλλουμε ὡς καθοδηγητικό στοιχεῖο καί γιά τή δική μας ζωή στό παρόν.
Η προτροπή τοῦ ἀποστόλου ἔχει πολύ μεγαλύτερο βάθος κι ἐκφράζει τήν πίστη τοῦ ἴδιου καί τῆς ᾽Εκκλησίας γιά τό ποιός εἶναι ὁ ᾽Ιησοῦς Χριστός καί ποιά εἶναι ἡ σχέση μας μέ ᾽Εκεῖνον. ῾Ο ᾽Ιησοῦς Χριστός πού πρέπει νά μνημονεύουμε εἶναι ὁ ῾ἐγηγερμένος ἐκ νεκρῶν᾽, δηλαδή εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πού μέ τήν ἀνάστασή Του φανέρωσε τή θεότητά Του ὡς Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου, καί ταυτοχρόνως εἶναι τέλειος ἄνθρωπος ὡς καταγόμενος ῾ἐκ σπέρματος Δαυΐδ᾽. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ ἀπόστολος καλεῖ νά μνημονεύουμε ᾽Εκεῖνον πού εἶναι ζωντανός καί διαρκῶς παρών στή ζωή μας καί τή ζωή σύμπαντος τοῦ κόσμου, συνεπῶς καλεῖ νά ἔχουμε ἀνοικτά τά μάτια τῆς πίστης, γιά νά βλέπουμε τήν πραγματικότητα πού ζοῦμε στήν ᾽Εκκλησία: τόν Χριστό ὡς Θεό καί ἄνθρωπο πού μᾶς προσέλαβε στόν ῾Εαυτό Του καί μᾶς ἕνωσε μέ τόν Θεό.
2. Μέ ἄλλα λόγια ἡ μνημόνευση αὐτή τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ συνιστᾶ τήν αὐτονόητη ἐν πίστει κίνηση τοῦ μέλους τῆς ᾽Εκκλησίας, τοῦ βαπτισμένου καί χρισμένου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ζώντας τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στήν ὕπαρξή του ὡς ἐνδεδυμένος ᾽Εκεῖνον – ῾ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε Χριστόν ἐνεδύσασθε᾽ – Τόν ἀναπνέει ὅπως ἀναπνέει κανείς τόν ἀέρα γιά νά ζήσει. ῞Οταν ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος σημειώνει ὅτι πρέπει νά μνημονεύουμε περισσότερο τόν Θεό ἀπό τό νά ἀναπνέουμε – ῾μνημονευτέον τοῦ Θεοῦ μᾶλλον ἤ ἀναπνευστέον᾽ -, δηλαδή ἡ μνημόνευσή του εἶναι περισσότερο κι ἀπό θέμα ζωῆς καί θανάτου, αὐτό ἀκριβῶς σημειώνει: χωρίς Χριστό δέν ὑπάρχει ἀληθινή καί πραγματική ζωή. Χωρίς Χριστό ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα ζωντανό πτῶμα. Τήν ἴδια ἔννοια ἔχει καί τό ῾ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε᾽ πού λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος σέ κάποια ἄλλη ἐπιστολή του.
Κι εἶναι περιττό βεβαίως νά τονίσουμε καί πάλι ὅτι μία τέτοια μνημόνευση ὡς ἀναγκαία γιά τήν ἴδια τήν πνευματική ζωή προϋποθέτει τήν ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ὁ πιστός δέν εἶναι δυνατόν νά ἀναφερθεῖ στόν Κύριο ὡς Θεό καί ἄνθρωπο, ἄν δέν τόν φωτίζει ἐν προκειμένῳ τό ἴδιο τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Μόνον ὁ ἐνεργούμενος ἀπό τή χάρη ᾽Εκείνου φθάνει στό ὑπέρ φύσιν σημεῖο πίστης καί ἀποδοχῆς τῆς θεανθρωπότητάς Του, κάτι πού ἐξόχως σημειώνει ὁ ἀπόστολος: ῾Οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον ᾽Ιησοῦν εἰ μή ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ᾽. ῎Ετσι ἡ μνημόνευση τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, κατά τόν ἀπόστολο, εἶναι ἡ ἐπιβεβαίωση τῆς ὕπαρξης στήν καρδιά τοῦ πιστοῦ τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία τόν καθοδηγεῖ νά βιώνει τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ ὡς Πατέρα: τό ῾Κύριε ᾽Ιησοῦ Χριστέ᾽ παραπέμπει εὐθέως στό ῾ἀββᾶ ὁ Πατήρ᾽.
3. Τά παραπάνω ἐξηγοῦν εὔκολα γιατί ἡ ᾽Εκκλησία μας ἀπαρχῆς μέ τούς ἁγίους θεοπνεύστους Πατέρες της θεώρησε ὅτι ἡ κατεξοχήν προσευχή πού συμπυκνώνει κάθε προσευχή της καί συνιστᾶ μία συνοπτική ὁμολογία πίστης της εἶναι τό ῾Κύριε ἐλέησον᾽ ἤ μέ τήν πιό ἀνεπτυγμένη μορφή του τό ῾Κύριε ᾽Ιησοῦ Χριστέ, Υἱέ καί Λόγε τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν᾽. Σ᾽ αὐτήν τή μονολόγιστη λεγόμενη προσευχή ἔχουμε τήν ἐπακριβή ἐπιβεβαίωση τῆς προτροπῆς τοῦ ἀποστόλου Παύλου: μνημονεύουμε καί ἐπικαλούμαστε τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό ὡς Θεό καί ἄνθρωπο, ὁ ῾Οποῖος ἦλθε στόν πεσμένο στήν ἁμαρτία κόσμο, προκειμένου νά μᾶς σώσει. Τό ἔλεός Του εἶναι ἡ ἀπάντηση στή διαστροφή τῆς ἁμαρτίας τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει μάλιστα συναίσθηση αὐτῆς καί τοποθεῖται ἐν ταπεινώσει ἀπέναντί Του. Γι᾽ αὐτό καί ὄχι μόνο στίς ἀκολουθίες τῆς ᾽Εκκλησίας ἀλλά καί σέ κάθε ἐπίπεδο τῆς ζωῆς τό ῾Κύριε ἐλέησον᾽ συνοδεύει ὄχι μόνο τόν μοναχό – ἡ ῾ἀποκλειστικότητα᾽ αὐτή δέν συνάδει πρός τήν ἐκκλησιαστική πίστη – ἀλλά καί τόν κάθε βαπτισμένο χριστιανό. Σέ διαφωνία πάνω στό θέμα αὐτό γιά παράδειγμα ἑνός μοναχοῦ μέ τόν μεγάλο Πατέρα τῆς ᾽Εκκλησίας ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος ἐν ἀντιθέσει πρός τόν μοναχό ὑποστήριζε ὅτι ἡ μνημόνευση τοῦ Χριστοῦ εἶναι γιά ὅλους τούς πιστούς μικρούς καί μεγάλους, ἄγγελος Κυρίου ἐμφανίστηκε στόν μοναχό γιά νά τοῦ πεῖ ὅτι ἡ ἀλήθεια βρίσκεται στόν ἅγιο Γρηγόριο.
4. Τό μόνο πού ἀπαιτεῖται νά κατανοήσουμε οἱ πιστοί εἶναι ὅτι ἡ μνημόνευση τοῦ Χριστοῦ δέν γίνεται κατά τρόπο ἐξωτερικό καί τυπικό. Οἱ ῾τεχνικές᾽ τῆς εὐχῆς τοῦ Χριστοῦ ἤ ἡ ἐπανάληψη τοῦ ἁγίου ὀνόματός Του σάν κάτι τό μαγικό πόρρω ἀπέχουν ἀπό αὐτό πού ζεῖ ἡ ᾽Εκκλησία μας καί λέει ὁ ἀπόστολος. ῾Η μνημόνευση τοῦ Χριστοῦ γίνεται ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ, ὅπως εἴπαμε, καί μέ θερμότητα ἀγάπης πρός τό πανάγιο πρόσωπό Του. ῾Η ἀγάπη μας πρός τόν Χριστό, τόν ᾽ἐξ Οὗ καί δι᾽ Οὗ καί εἰς ῞Ον τά πάντα ἔκτισται᾽, θέτει σέ ἐνέργεια κατά τρόπο αὐξητικό τή χάρη τῆς μνήμης Του καί ἡ ἀγάπη αὐτή ἀποτελεῖ τό ῾κλειδί᾽ τῆς συνεχοῦς ἐπανάληψης τοῦ ὀνόματός Του. Κι αὐτό θά πεῖ ὅτι ἡ μνήμη Του καί ἡ ἀδιάκοπη ἐπίκλησή Του προϋποθέτει τήν τήρηση τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν. Πιστός πού ἐπικαλεῖται τόν Κύριο χωρίς νά ὁδεύει κατά τίς ἐντολές Του, κατεξοχήν τήν ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπό του, μᾶλλον δουλεύει σέ ἀλλότριο δεσπότη καί ὄχι στόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό. ῾Ο λόγος τοῦ μεγάλου Πατέρα ἁγίου Μαξίμου τοῦ ὁμολογητοῦ ἐν προκειμένῳ εἶναι καταπέλτης: ῾᾽Εκεῖνος πού μπόρεσε νά ἀποκτήσει τήν τέλεια ἀγάπη καί νά ρυθμίσει σύμφωνα μέ αὐτήν ὄλην τή ζωή του, αὐτός ἐπικαλεῖται τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ᾽ (4η ἑκατ. Περί ἀγάπης).
γ. Δέν ὑπάρχει πιό ἰσχυρό ὅπλο στά χέρια μας ἀπό ῾τό ὄνομα τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα᾽ τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος ἐκφράζοντας καί τή δική του ζωή μᾶς παρακινεῖ σ᾽ αὐτό, ἡ ᾽Εκκλησία μας τό ἔχει ὡς τόν πιό μεγάλο καί ὑπερθαύμαστο θησαυρό της, τό θεμέλιο τῆς ὕπαρξής της. ῎Ας μάθουμε νά ἀναπνέουμε Αὐτόν πού συνιστᾶ τήν ἴδια τή ζωή μας καί ῾τήν ψυχή τῆς ψυχῆς μας᾽ (ὅσιος Μακάριος). Τότε θά μάθουμε ἐμπειρικά τό τί σημαίνει δύναμη πίστης καί φανέρωση τῆς Βασιλείας Του ἤδη ἀπό τόν κόσμο αὐτόν.
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 53432
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

Το θαύμα του Αγ. Παντελεήμονα και ο ασεβής γιατρός!
Ή πρεσβυτέρα είχε όγκο στο στήθος καί εγχειρί­στηκε. Μόλις έβγαλαν τον όγκο, δίνουν ένα κομμάτιστον πατέρα Ευάγγελο να το πάει για βιοψία καί ναφέρει αμέσως τ’ αποτελέσματα. Μετά την απάντηση της εξετάσεως, οι γιατροί δεν δίνουν ούτε έξι μήνες ζωής στην άρρωστη. Ή κόρη του παπα-Βαγγέλη λι­ποθυμά μόλις το ακούει, ό ίδιος τα χάνει. “Ακου, λέει,γιατροί να το πουν έτσι ξαφνικά στο παιδί! Στά χέριατου όμως σφίγγει το χέρι του Αγίου Παντελεήμονα, πού έχει φέρει μαζί του, καί προσεύχεται.
Βγάζουν την πρεσβυτέρα από το χειρουργείο. Μελαχτάρα ό πατήρ Ευάγγελος ακουμπά πάνω στις γά­ζες πού σκεπάζουν το εγχειρισμένο στήθος της πρε­σβυτέρας, το χέρι του ‘Αγίου καί γονατιστός προσεύ­χεται. Εκείνη την ώρα μπαίνει ό χειρουργός με τη μάσκα ακόμη. Βλέπει τη σκηνή καί βάζει τίς φωνές.
-Τί είναι αυτό το κόκκαλο παπά μου; Πάρτο από δω και τράβα σπίτι σου. Ζαλισμένος ό καημένος, μα­ζεύει γρήγορα τ’ αγία λείψανα καί προσπαθεί να βρει την πόρτα. Μέσ’ τη ζάλη του, όμως, ακούει τη νοσο­κόμα να φωνάζει το γιατρό στο τηλέφωνο, πού τον ζή­τα επειγόντως ή γυναίκα του.
Το απόγευμα σταματά μια κούρσα έξω από το σπί­τι του ιερέα και με έκπληξη ό παπα-Βαγγέλης βλέπει να βγαίνει ό γιατρός. Πω! πω! σκέφτεται, ό γιατρός και στο σπίτι μου ακόμα με κυνηγάει! Με φρίκη, όμως, βλέπει να κατεβαίνει από τ’ αυτοκίνητο και έναςνέος παραμορφωμένος. Το στόμα του είχε πάει στ’ αυ­τί του. Αποσβολώθηκε ό παπάς.
-Πάτερ μου, του λέει ό γιατρός, εκείνο το κόκκαλο το έχεις; Με συγχωρείς, παραφέρθηκα, την ώρα πού σ’ έδιωχνα μου τηλεφώνησε ή γυναίκα μου, ότι το παιδί μας, πού έδινε εκείνη την ώρα εξετάσεις, έπα­θε ξαφνικά αυτήν την πάρεση πού βλέπεις. Κατάλαβα ότι εγώ έφταιξα καί γι’ αυτό σε παρακαλώ πολύ διά­βασε μας μια ευχή. Τη διεύθυνση σου στο χωριό την πήρα από την πρεσβυτέρα.
-Ευχαρίστως παιδιά μου, ελατέ στο εκκλησάκι. Κράτα αγόρι μου το χέρι του Αγίου καί γονάτισε.
‘Απλώνω στο κεφάλι του νέου το πετραχήλι καί αρχίζω να διαβάζω την ευχή. Καθώς διαβάζω, ακούω θόρυβο κρακ, κρακ. Σκέφτομαι, τί συμβαίνει άραγε; Τελείωσα καί, όταν σηκώθηκε το παιδί, τί να δοϋμε, το στόμα του παιδιού είχε επανέλθει στην θέση του!Πατέρας καί γιος ρίχνονται πάνω μου.
-Παπούλη πώς να σ’ ευχαριστήσουμε;
-Όχι εμένα, παιδιά μου, το Θεό καί τον Άγιο.
Από τότε για πάρα πολύ καιρό ερχόταν τακτικά να προσκυνήσουν καί να φέρουν καί το λάδι για το καντήλι του Αγίου.
Όσο για την πρεσβυτέρα, είναι τώρα περισσότερα από εϊκοσι χρόνια πού είναι τελείως καλά χωρίς να κάνει απολύτως καμμία θεραπεία. Μεγάλωσε τα παι­διά της καί ζει στο χωριό προσέχοντας το εκκλησάκι με τα τόσα άγια λείψανα, μια πού δεν υπάρχει πια όπατήρ Ευάγγελος. Ό γιατρός πολλές φορές έλεγε στον παπα-Βαγγέλη:”Εμείς παπά μου πρέπει να τα κά­ψουμε τα βιβλία μας”.
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 53432
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΑΙ ΙΑΜΑΤΙΚΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ
Μέσα εις το νέφος των μαρτύρων και αγίων της πίστεώς μας, οι οποίοι έδωσαν την ζωήν των δια την αγάπην των προς τον Χριστόν, περιλαμβάνεται και η μορφή του αγίου Παντελεήμονος.
Νέος, γεμάτος σφρίγος και παλμόν, δύναμιν και θάρρος, εμαρτύρησε δια την Ορθόδοξον Πίστιν του. Με αποφασιστικότητα διεκήρυξε και διελάλησε την αλήθειαν της πίστεώς του εις όλους, όσοι κατά την εποχήν εκείνην ευρίσκοντο εις το βασίλειον του σκότους και του ψεύδους, της ειδωλολατρίας.
Ηρνήθη να θυσιάση εις τα άψυχα και αναίσθητα είδωλα και παρ’ όλας τας κολακείας του βασιλέως Μαξιμιανού έμεινεν ακλόνητος και επροτίμησε να θυσιασθή και να καταστή έτσι κληρονόμος της ουρανίου Βασιλείας. Είλκυσεν εις τον Χριστόν και την πίστιν του όσους είχαν πραγματικόν πόθον και δίψαν να γνωρίσουν τον αληθινόν Θεόν.
Σου ευχόμεθα, αγαπητέ αναγνώστα να σε εμπνεύση προς μίμησιν η αγία ζωή του Αγίου Παντελεήμονος και η ανάγνωσις του βίου του να γίνη αφορμή δια προσέγγισιν εις την πηγή του φωτός και των ιαμάτων, τον Χριστόν.
Ο άγιος αυτός έζησε κατά τους χρόνους του βασιλέως Μαξιμιανού, ήτοι περί το 304. Κατήγετο από την πόλιν Νικομήδειαν. Ο πατέρας του Ευστόργιος ήτο ειδωλολάτρης. Η μητέρα του ωνομάζετο Ευβούλη, και ήτο χριστιανή. Όσην περιποίησιν έκανε ο πατέρας προς τα είδωλα, τόσην προθυμίαν και αγάπην προς την ορθόδοξον πίστιν εδείκνυε η μητέρα του, που με στοργή και αγάπην ανέτρεψε τον υιόν των Παντολέοντα (έτσι τον εί­χαν ονομάσει). Του έδινε όχι μόνον υλικήν τροφήν, αλλά και πνευματικήν. Όμως απέθανε ενωρίς η ευτυχισμένη Ευβούλη.
Ο Παντολέων αφού έμαθε τα πρώτα γράμμα­τα, εμορφώθη και εις τα Ελληνικά. Αργότερον, αφού έμαθε αρκετά και επροχώρησεν, ο πατέρας του τον έστειλε να μαθητεύση εις τον ξακουστόν ιατρόν Ευφρόσυνον. Πράγματι ο νέος, ευφυής κα­θώς ήτο, εξεπέρασε τους υπολοίπους συμμαθητάς του εις την επίδοσιν, μέσα εις σύντομον χρονικόν διάστημα.
Ητο πολύ ωραίος εις την όψιν. Εις την ομιλίαν γλυκύς και εις το παράστημα μέτριος και ταπεινός. Ήτο στολισμένος με τας αρετάς, και είχε τόσον καλήν διαγωγήν που διεκρίνετο εις τας συναναστροφάς του από τους συνομηλίκους του. ‘Ολοι όσοι τον επλησίαζαν ευχαριστούντο και έ­χαιραν διότι απεκόμιζαν πολλάς ωφελείας.
Ένεκα των αρετών του ο Παντολέων έγινε ξα­κουστός και φημισμένος εις ολόκληρον την Νικο­μήδειαν.
Αλλά και αυτός ο βασιλεύς, όταν κάποια ημέρα επήγε με τον πατέρα του Ευστόργιον εις το παλάτι και τον είδε, ήρωτησε και έμαθε δια τας αρετάς του Παντολέοντος. Όταν είδε την ορθήν του σκέψιν και τον καλόν του χαρακτήρα, εκάλεσε τον Ευστόργιον και τον παροτρύνε να σπουδάση τον υιόν του όσον το δυνατόν περισσότερον, ούτως ώστε να τον κάνη τέλειον ιατρόν, και εν συ­νεχεία να τον τοποθέτηση μέσα εις το παλάτι του.
Βαπτίζεται Χριστιανός.
Ο άγιος Ερμόλαος ήτο ιερεύς της εκκλησίας της Νικομήδειας την εποχήν εκείνην. Όμως ήτο κρυμμένος εις μίαν οικίαν μαζί με άλλους Χριστι­ανούς, επειδή εφοβούντο τον βασιλέα.
Καθώς λοιπόν έβλεπε τον νέον, που επερνούσε από την οικίαν καθημερινώς δια να πάη εις τον διδάσκαλόν του, διεπίστωσε και αντελήφθη ότι ο νέος αυτός έχει σεμνότητα και ήθος και εξ αυτών έκρινε ότι και η ψυχική του κατάστασις θα ήτο α­γαθή, όπως η αγαθή και καρποφόρος εκείνη γη που αναφέρει το Ευαγγέλιον.
Ενώ εσκέπτετο ο Ερμόλαος αυτά, ηθέλησε να δοκιμάση και να σαγήνευση τον Παντολέοντα και αφού ήνοιξε την θύραν της οικίας, τον εφώναξε δια να του ειπή κάτι. Ο Παντολέων εισήλθεν εις την οικίαν και ο άγιος τότε τον ηρώτησε περί της κα­ταγωγής του και περί του αντικειμένου της λα­τρείας των (δηλ. σε τι πιστεύουν). Ο νέος απήντη­σεν εις την ερώτησιν με όλην την αλήθειαν, ότι δηλαδή η μητέρα του ήτο Χριστιανή και ο πατέρας του Ειδωλολάτρης. Ο Ερμόλαος και πάλιν τον ηρώτησε λέγων: «Εσύ, παιδί μου, ποίαν θρησκείαν αγαπάς περισσότερον;» Και ο νέος απήντησεν ως εξής: «Όταν εζούσεν η μητέρα μου, με συνεβούλευε καθημερινώς να γίνω χριστιανός. Και εγώ αυτό εποθούσα να γίνω. Η μητέρα μου απέθανε, και έμεινα μόνος με τον πατέρα μου, ο οποίος με αναγκάζει να τον ακολουθώ εις την θρησκείαν και σκοπεύει να μου προσφέρη εις ένδειξιν τιμής θέσιν εις το παλάτι» Τον ξαναρωτά ο Ερμόλαος: «Ποίαν επιστήμην ακολουθείς, παιδί μου;» Και ο Παντολέων απεκρίθη λέγων: «Την Ιατρικήν, σεβα­στέ γέροντα, ακολουθώ. Αυτήν που εδίδαξεν ο Α­σκληπιός, ο Ιπποκράτης, ο Γαληνός και άλλοι σο­φοί. Απ’ όλα τα επαγγέλματα εις τον πατέρα μου, ήρεσε αυτό το επάγγελμα. ‘Αλλά και ο διδάσκα­λός μου με επληροφόρησε ότι εάν γίνω τέλειος ιατρός, δεν θα υπάρχη ασθένεια που να μην μπορώ να την θεραπεύσω». Τότε ο Ερμόλαος ευρών την κατάλληλον ευκαιρίαν, είπε προς τον νέον: «Πίστευσέ με, παιδί μου, ότι η επιστήμη του Ασκλη­πιού, του Γαληνού και των υπολοίπων σοφών που μου ανέφερες, μικρήν βοήθειαν μπορεί να προσφέρη εις αυτούς που την σπουδάζουν. Αλλά και αυ­τοί οι θεοί που προσκυνεί ο Μαξιμιανός, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ψευδείς μύθοι, που τους πιστεύουν οι ανόητοι. Ένας είναι ο αληθινός Θεός, ο Ιησούς Χριστός, εις τον οποίον εάν πιστεύσης εξ όλης της καρδίας σου, θα ιατρεύσης κάθε νόσον, χωρίς τα ιατρικά βότανα, με μόνην την Χάριν και δύναμιν Εκείνου. Ο Χριστός εφώτισε πολλούς τυφλούς, ανέστησε νεκρούς, εκαθάρισε λεπρούς, εθεράπευσε δαιμονιζομένους και αιμορροούντας, ιάτρευσε δυσθεραπεύτους ασθενείας και έκανε α­μέτρητα θαύματα. Αλλά και σήμερον ο Χριστός ευρίσκεται μεταξύ των πιστών δούλων Του, και τους βοηθεί να τελούν έργα που προκαλούν κατάπληξιν και δέος. Και τους πιστούς Του αυτούς τους καθιστά κληρονόμους της ουρανίου βασιλεί­ας Του».
Μόλις ήκουσε αυτά ο Παντολέων, ένοιωσε μεγάλην χαράν. Η καρδιά του εγέμισε ευφροσύνην και διεπίστωσεν, ότι όλα όσα τον έλεγεν ο ιερεύς ήσαν αληθή και δίκαια. Και απήντησεν ως εξής: «Άγιε γέροντα, όσα μου είπες τα ήκουσα και από την μητέρα μου πολλές φορές. Την έβλεπα να προσ­εύχεται και να επικαλήται τον Θεόν, που και εσύ κηρύττεις. Τον παρακαλούσε θερμώς να μας φωτίζη και να μας βοηθή».
Αφού ηυχαρίστησε ο Παντολέων, δια την διαφώτισιν και συμβουλήν τον Ερμόλαον έφυγε συνεχίσας τον δρόμον του. Όμως εντυπωσιάσθη από τους λόγους του Ερμολάου και δι’ αυτό πολλές φορές ήρχετο και ήκουε την διδασκαλίαν του. Τοι­ουτοτρόπως η πίστις του εις τόν Χριστόν ολίγον κατ’ ολίγον ηύξανε.
Μίαν ήμέραν ένω επέστρεφε από τόν διδάσκαλόν του, εύρεν εις τον δρόμον ένα παιδί που το εδάγκωσε φαρμακερό φίδι. Το παιδί απέθανε και η έχιδνα που το εδάγκωσε έστεκε πλησίον του. Ο Παντολέων μόλις είδε το συμβάν, ενεθυμήθη τους λόγους του Ερμολάου. Εσκέφθη λοιπόν ως εξής: «εάν ο Χριστός εκπλήρωση την απαίτησί μου ν’ αναστηθή το παιδί, και να θανατωθή το φίδι δεν χρειάζομαι άλλην διαπίστωσιν ούτε άλλην απόδειξιν των όσων με εδίδαξεν ο σεβάσμιος γέρων. Μάλιστα θα γίνω αμέσως Χριστιανός». Αφού έ­καμε προσευχήν, το παιδί την ίδια ώρα ανεστήθη σαν να είχε ξυπνήσει από βαθύν ύπνον. Η έχιδνα έγινε κομμάτια και εχάθη. Τότε ο Παντολέων εξ όλης της ψυχής και καρδίας του επίστευσεν εις τον Χριστόν. Και αφού έστρεψε τα μάτια του προς τον ουρανόν με πολλήν χαράν ευχαρίστησε και εδόξασε τον Κύριον, που τον ελύτρωσε από την πλάνην και από το σκοτάδι των ειδώλων, και τον ωδήγησεν εις την επίγνωσιν της αληθείας. Έπειτα τρέχων, επήγεν εις τον Ερμόλαον και του ανέφερε το γεγονός και με μεγάλην χαράν του εζήτησε να τον καταστήση τέλειον Χριστιανόν δια του Αγίου Βαπτίσματος. Ο Ερμόλαος με χαράν εδέχθη να τον βάπτιση, επειδή εγνώριζεν ότι το μύρον του Αγ. Πνεύματος θα το έβαζε εις εκλεκτόν σώμα. Αφού τον εβάπτισε τον εκοινώνησε του Δεσποτι­κού σώματος και αίματος και τον εδίδαξε περί των μυστηρίων της αληθούς μας πίστεως.
Πλησίον του αγίου γέροντος έμεινεν επτά η­μέρας πληρούμενος χαράς και τρεφόμενος με εκεί­να τα μελίρρυτα λόγια. Την ογδόην ημέραν έφυγε και επήγε εις την οικίαν του.
Από τότε «φρόντιζε με κάθε τρόπον να επιστρέψη τον πατέρα του εις την αληθινήν πίστιν. Δια τούτο μίαν ημέραν του είπε: «Διατί πατέρα, όσα είδωλα κατεσκευάσθησαν όρθια δεν εκάθησαν ποτέ, και όσα πάλιν κατεσκευάσθησαν καθήμενα ποτέ δεν εσηκώθησαν;». Ο Ευστόργιος δεν ημπό­ρεσε ν’ απάντηση εις τον υιόν του και μάλιστα ήρχισε ολίγον κατ’ ολίγον να ψυχραίνεται η ευλάβειά του προς αυτά, και δεν εθυσίαζε εις αυτά συχνά, όπως πριν.
Ο Παντολέων ευχαριστούσε τον Θεόν, διότι έ­βλεπε και διεπίστωνε την αλλαγήν του πατρός του και παρακαλούσε ασταμάτητα τον θεόν να τον φωτίση και να τον λύτρωση από την πλάνην και την αγνωσίαν το συντομώτερον. Εσκέπτετο να συντρίψη τα είδωλα που ευρίσκοντο εις την οικίαν του, αλλ’ όμως δεν ήθελε να λυπήση τον πατέρα του και δεν το έκαμε. Εσκέφθη ότι θα ήτο καλύτερον ο πατέρας του με τα λόγια να πιστέψη εις τον Χριστόν και αφού τον έπειθε, ο ίδιος ο πατέ­ρας του θα συνέτριβε τα είδωλα. «Όπερ και έγι­νε. Ο Θεός ήκουσε την προσευχήν του δούλου Του και οικονόμησε τα πράγματα με κατάλληλον τρό­πον, ώστε να φέρη εις την ευσέβειαν με ένα θαύ­μα τον Ευστόργιον.
Θεραπεύει τον τυφλόν.
Εις την οικίαν του Ευστοργίου έφεραν ένα τυφλόν. Αφού εκτύπησαν την θύραν οι συγγενείς του τυφλού ηρώτησαν εάν ήτο μέσα ο ιατρός Παντολέων. Μόλις ήκουσε αυτός ότι τον εκάλεσαν, εβγήκε με τον πατέρα του έξω και ηρώτησαν τον τυφλόν τι εζητούσε. Εκείνος τους είπε:«Άριστε ιατρέ, επιθυμώ σφοδρώς το φως μου, διότι δεν υ­πάρχει εις τους ανθρώπους γλυκύτερον πράγμα. Σε παρακαλώ να λυπηθής την ταλαιπωρίαν και την συμφοράν μου και να με ελεήσης τον άθλιον. Διότι πολλοί ιατροί υπεσχέθησαν να με θεραπεύ­σουν, αλλά δεν ημπόρεσαν. Έχω μάλιστα εξοδεύσει όλην την περιουσίαν μου εις φάρμακα χωρίς να ιδώ καμμίαν απολύτως ωφέλειαν. Μάλιστα διεπίστωσα ότι και το ολίγον φως που είχα, το έχα­σα, και έμεινα όχι μόνον τυφλός αλλά και φτω­χός ο άθλιος».
Ο Παντολέων του είπε τότε: «Επειδή εξώδευσες όλην την περιουσίαν σου εις τους άλλους ια­τρούς και δεν είδες ωφέλειαν, εάν εγώ σε θεραπεύσω τί θα μου δώσης;» Και ο τυφλός απεκρίθη: «Σου χαρίζω μετά χαράς και προθύμως ό,τι μου απέμεινε από την περιουσίαν». Τότε του είπε: «Τους μεν οφθαλμούς σου θα θεραπεύση ο αληθής Θεός, δια μέσου μου, την δε αμοιβήν που μου υπεσχέθης θέλω να την διαμοίρασης εις τους πτω­χούς». Ο Παντολέων βεβαίως εμίλησε έτσι επειδή ήλπιζε εις την Χάριν και την δύναμιν του Χριστού. Ο πατήρ του όμως, επειδή ενόμισε ότι θα τον θεραπεύση με τα βότανα της ιατρικής επιστήμης, τον ημπόδισε λέγων. «Αγαπημένε μου υιέ, μην επιχειρής κάτι ανώτερον από την δύναμίν σου, μή­πως και ντροπιασθής αν αποτύχης. Τί άλλο μπο­ρείς εσύ να προσφέρης ή επιτύχης περισσότερον από τους υπολοίπους ιατρούς πού δεν κατώρθωσαν να τον θεραπεύσουν;» Και εκείνος απεκρίθη: «Ουδείς άλλος δύναται να τον θεραπεύση, πατέρα, όπως εγώ, επειδή από τον διδάσκαλόν μου μέχρις αυτούς τους ιατρούς υπάρχει μεγάλη διαφορά». Ο πατέρας του επειδή ενόμισε ότι ωμιλούσε περί του διδασκάλου του Ευφροσύνου του είπε πάλιν: «Μα εγώ, παιδί μου, ήκουσα πως αυτόν τον τυφλόν τον επήγαν και εις τον διδάσκαλόν σου και τί­ποτα δεν κατώρθωσε να επιτύχη». Ο Παντολέων είπε προς τον πατέρα του: «Πρόσεχε πατέρα να διαπίστωσης ολοφάνερα την άλήθειάν μου». Και μόλις ετελείωσε τα λόγια του αυτά, άπλωσε το δεξιό του χέρι και έκανε το σημείον του Σταυρού εις τα μάτια του τυφλού, επικαλούμενος συγχρό­νως και το γλυκύτατον όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Και, ω του θαύματος!, αμέσως ήνοιξαν τα μάτια του τυφλού, και ανέβλεψαν και τα μάτια του σώματός του και της ψυχής του, διό­τι ήτο ειδωλολάτρης. Μόλις λοιπόν είδε το θαύμα που του έγινε με την επίκλησιν του ονόματος του Χριστού, αμέσως επίστευσεν. Και όχι μόνον ο πρώ­ην τυφλός επίστευσεν, αλλά και ο πατέρας του Παντολέοντος, και μεγαλοφώνως διεκήρυξαν τον Χριστόν Θεόν αληθέστατον. Ο Άγιος Παντολέων εχάρη δοξάζων τον Κύριον και τους επήγε εις τον άγιον Ερμόλαον, ο οποίος και τους εβάπτισε.
Ο Ευστόργιος μόλις επέστρεψεν εις την οικίαν του συνέτριψε όλα τα είδωλα. Ύστερα απ’ ολίγον καιρόν, αφού έζησε εν μετανοία, απεδήμησε προς Κύριον.
Ο Παντολέων εμοίρασε όλην την περιουσίαν του, εις τους πτωχούς και τους φυλακισμένους. Ηλευθέρωσε τους δούλους του, εφρόντισε δια τους αδυνάτους και ασθενείς και όχι μόνον τους ιάτρευε από κάθε ασθένειαν, αλλά τους έδινε και αρκετά χρήματα δια να ζήσουν.
Εξ αιτίας των ευεργεσιών του αυτών, η φήμη του και το όνομά του διεδόθη παντού. Όσοι είχαν ασθενείς εζητούσαν, εκαλούσαν και επροτιμούσαν απ’ όλους τους ιατρούς τον Παντολέοντα. Αυτός αφού τους εθεράπευε, δεν εζητούσε πληρωμήν παρά μόνον τους εκαλούσε να ομολογήσουν τον Χριστόν τον μόνον αληθή θεραπευτήν των σωματικών και των ψυχικών πόνων. Έτσι όσοι επίστευαν εις τον Χριστόν εθεραπεύοντο διπλά, λαμβάνοντες την σωτηρίαν της ψυχής και την υγείαν του σώματος.
Φθονούν και συκοφαντούν τόν άγιον εις τον βασιλέα.
Οι ιατροί της πόλεως, όταν είδαν ότι ο Παντολέων τελεί τόσα αξιοθαύμαστα πράγματα, τον εφθόνησαν.
Μίαν ημέραν ενώ εκάθοντο εις την αγοράν, είδαν τον πρώην τυφλόν που επερνούσε από εκεί. Μόλις λοιπόν τον είδαν υγιή εσυγχύσθησαν και έλεγαν μεταξύ των: «Μα δεν είναι αυτός που δο­κιμάσαμε με πολλούς τρόπους να τον θεραπεύσωμεν και τίποτα δεν επετύχαμεν;» Και τον ηρώτη­σαν, και έμαθαν ότι τον εθεράπευσε ο Παντολέων. Και εθαύμασαν λέγοντες: «Όπως είναι ο διδά­σκαλος σπουδαίος, έτσι ανέδειξε και τον μαθητήν του αξιοθαύμαστον». Πλην όμως από τότε εφθόνη­σαν περισσότερον τον άγιον και εζητούσαν αιτίαν να τον συκοφαντήσουν εις τον βασιλέα.
Ευρήκαν λοιπόν ένα χριστιανόν ομολογητήν που ετιμώρησε ο ασεβής Μαξιμιανός, εξ αιτίας της πίστεώς του, και τον οποίον περιέθαλπε και εφρόντιζεν ο Παντολέων. Έτρεξαν λοιπόν χωρίς χρονοτριβήν και είπαν εις τον βασιλέα: «Μεγαλειότατε, γνώριζε ότι ο Παντολέων, τον οποίον αγαπάς τό­σον και έχει σπουδάσει, ώστε να γίνη τέλειος ια­τρός, δια να τον έχης δια βοήθειαν εις καιρόν ανάγκης, τώρα ούτε την μεγάλην δύναμιν και εξουσίαν της βασιλείας σου φοβείται, ούτε τον ενδια­φέρει η φιλία και η αγάπη της βασιλείας σου. Περιέρχεται και ευρίσκει και θεραπεύει αυτούς που τιμωρεί τόσον δικαιολογημένα η βασιλεία σου και που είναι εχθροί των θεών σου. Αλλά δεν αρ­κεί μόνον ότι ηρνήθη την πατρικήν του θρησκείαν, και πιστεύει εις τον Εσταυρωμένον, αλλά διδά­σκει και άλλους Έλληνας, όσους μπορεί, δια να τους κάνη χριστιανούς. Εμείς λοιπόν οι δούλοι σου, ως πιστοί που είμεθα της βασιλείας σου, σου προτείνομε να τον βγάλης από το μέσον το συντομώτερον. Διότι ύστερα θα λυπηθής όταν ιδής τους έλληνας (ειδωλολάτρας) ν’ αρνούνται τους θεούς, και να γίνωνται χριστιανοί με τας ευεργε­σίας του, και μάλιστα τας θεραπείας του Ασκλη­πιού να διαδίδουν ότι τας τελεί ο Χριστός. Αν θέλης να μάθης την αλήθειαν των όσων είπαμε, πρόσταξε να έλθη εδώ ο τυφλός που ιάτρευσε ο Παντολέων να τ’ ακούσης και από τον ίδιον».
Ο βασιλεύς μόλις ήκουσε αυτάς τας πληρο­φορίας ελυπήθη και διέταξε να του παρουσιάσουν τον πρώην τυφλόν. Πράγματι ωδηγήθη ενώπιόν του, και ο βασιλεύς τον ηρώτησε με ποίον τρόπον τον εθεράπευσε ο Παντολέων και εκείνος ωμολόγησε την αλήθειαν χωρίς φόβον ή δειλίαν λέγων: «Με το όνομα του Χριστού με ιάτρευσεν και το εκπληκτικώτερον είναι ότι προτού τελείωση τους λό­γους του, τα μάτια μου ήνοιξαν και έτσι κανείς δεν μπορεί να ισχυρισθή ότι μ’ εθεράπευσε με την ιατρικήν επιστήμην». Ο βασιλεύς τότε του είπε: «Εσύ λοιπόν τί παραδέχεσαι δι’ αυτό το θέμα. Ο Χριστός σ’ εθεράπευσε ή οι θεοί;» Και εκείνος απεκρίθη: «Ας εξετάσωμεν την υπόθεσιν καλώς και θ’ αποδειχθή η αλήθεια. Βλέπεις τους ιατρούς αυτούς που προσεπάθησαν να με ιατρεύσουν; Όμως παρ’ όλον ότι ευηργετήθησαν από εμέ, και εξώδευσα όλην μου την περιουσίαν εις τα φάρμακα, τίποτα δεν με ωφέλησαν, μάλλον μ’ έβλαψαν, διό­τι μου αφήρεσαν και το ολίγον φως που είχα. Ποί­ον λοιπόν πρέπει να ονομάσω ιατρόν και βοηθόν μου; Τον Ασκληπιόν που επικαλούνται εις βοή­θειαν αυτοί εδώ οι ιατροί και τίποτα δεν μου προσ­έφεραν ή τον Χριστόν που με τ’ όνομά του μόνον ο Παντολέων μου εχάρισε το φως που λαχταρούσα; Την απάντησιν, βασιλεύ, την ξέρει και ένας τυφλός και αγράμματος». Ο βασιλεύς μη γνωρί­ζων τι ν’ αποκριθή εις τον πρώην τυφλόν είπεν: «Μήπως είσαι ανόητος άνθρωπε; Ούτε καν ν’ αναφέρης ότι ο Χριστός σε ιάτρευσε. Οι θεοί σου έδω­σαν το φως και αυτό είναι ολοφάνερον». Τότε ο άλλοτε τυφλός, φωτισμένος εις την ψυχήν περισσό­τερον παρά εις το σώμα δεν εφοβήθη την βασιλι­κήν εξουσίαν ούτε τον θυμόν του βασιλέως. Εσκέφθη ότι θα ετιμωρείτο, αλλά με μεγάλο θάρρος είπε προς τον βασιλέα: «Συ βασιλεύ είσαι ανόη­τος που ισχυρίζεσαι ότι οι ψεύτικοι και αναίσθητοι θεοί σου μου έδωσαν το φως. Είσαι τόσον πολύ τυ­φλός όπως και αυτοί εδώ και δεν ημπορείς να διακρίνης την αλήθειαν που λάμπει περισσότερον από τον ήλιον».
Ο τύραννος βασιλεύς όταν ήκουσε αυτά εβεβαιώθη ότι όσα του είπαν οι ιατροί ήσαν αληθή. Αμέσως διέταξε και απεκεφάλισαν τον ευτυχή, άλλοτε τυφλόν που ήτο φίλος του Χριστού, συνή­γορος της αληθείας, μάρτυς αψευδής, ο οποίος εθυσιάσθη δια τον Χριστόν που τον εθεράπευσε και εμαρτύρησε δια την αγάπην Του.
Ο άγιος ήγόρασε μυστικώς το τίμιον λείψανόν του και το ενεταφίασε εκεί όπου έθαψε τον πα­τέρα του.
Μαρτύριον και θαύματα του αγίου.
Ο βασιλεύς ειδοποίησε τον Παντολέοντα να πάη να τον συνάντηση. Ο άγιος ενώ επήγαινε προς αυτόν προσηύχετο λέγων: «Ο Θεός την αίνεσίν μου μη παρασιώπησης» και την συνέχειαν του ψαλμού. Όταν έφθασεν εις το παλάτι και παρουσιάσθη ενώπιον του βασιλέως, του είπε ο βα­σιλεύς: «Ήκουσα μερικά λόγια για σένα, Παντολέον, επιβαρυντικά. Δηλαδή ότι υβρίζεις, και πε­ριφρονείς τον Ασκληπιόν και τους άλλους θεούς. Ήκουσα ότι πιστεύεις εις τον Χριστόν και ισχυρί­ζεσαι ότι μόνον αυτός είναι αληθινός Θεός και τρέ­φεις ελπίδα εις αυτόν που εύρε τόσον ατιμωτικόν θάνατον. Γνωρίζεις, Παντολέον, πόσον σε αγαπώ και έδωσα εντολάς εις τον διδάσκαλόν σου να σε διδάξη όσον το δυνατόν καλύτερον την επιστήμην σου δια να σ’ εγκαταστήσω εις το παλάτι μου. Βέ­βαια γνωρίζαμεν ότι πολλοί εξ αιτίας του φθόνου των διαδίδουν και ψέματα. Δι’ αυτό και σε προσεκάλεσα να κάμης θυσίαν εις τους θεούς, δια να μάθωμεν την αλήθειαν». Ο άγιος απεκρίθη: «Τα έργα είναι αξιότερα, ω βασιλεύ, παρά τά λόγια όπως όλοι γνωρίζομεν. Εάν ερευνώμεν και εξετάζωμεν τα μικρά και τόσον ασήμαντα πράγματα εάν είναι αληθινά και γνήσια, πολύ περισσότερον επιβάλλεται να εξετάζωμεν με μεγάλην προσοχήν όσα αφορούν τον Θεόν, δια να μη ζημιωθώμεν. Διότι η ευσέβεια προς τον Θεόν είναι το υψηλότερον όλων των πραγμάτων. Ο Θεός λοιπόν που εγώ προσκυνώ και σέβομαι, εδημιούργησε τον ουρανόν, την θάλασσαν, την γην και όλον τον κόσμον. Αυτός ανέστησε νεκρούς, εφώτισε τυφλούς, εκαθάρισε λεπρούς, εσήκωσε παραλύτους και όλα αυ­τά τα θαύματα τα έκαμε μόνον με τον λόγον και την διαταγήν.
Οι θεοί που προσκυνούν οι Έλληνες (ειδωλολάτραι) δεν γνωρίζω εάν έκαμαν ποτέ τέτοια έρ­γα ή εάν ημπορούν να κάμουν. Εάν ασφαλώς επιθυμής, βασιλεύ, ας δοκιμάσωμεν τώρα, δια να μάθης την αλήθειαν. Δώσε διαταγήν να φέρουν εδώ ένα ασθενή που να πάσχη από αθεράπευτον ασθένειαν και ας προσέλθουν οι ιερείς σας να παρακα­λέσουν τους θεούς των, όσον θέλουν, δια να τον θεραπεύσουν. Έπειτα να παρακαλέσω και εγώ τον Θεόν μου, με τ’ όνομα του οποίου θα ιατρευθή ο ασθενής. Αυτόν λοιπόν τον Θεόν πρέπει ν’ ονομάζωμεν αληθινόν και τους υπόλοιπους θα τους περι­φρονήσουμε». Οι λόγοι του Παντολέοντος άρεσαν εις τον βασιλέα, και αφού έδωσε εντολήν, έφεραν ένα παράλυτον καθισμένον εις το κρεββάτι του, ο οποίος δεν ημπορούσε να κινηθή καθόλου. Οι ιε­ρείς των ειδώλων έκαμαν την ανοσίαν δέησίν των, επικαλούμενοι επί πολλήν ώραν τους αναίσθητους θεούς των. Αυτοί ως κωφοί και άλαλοι δεν εισήκουσαν. Και ο άγιος τους εχλεύασε εξ αιτίας της μεγάλης αγνοίας των. Όταν τελικώς διεπίστωσαν ότι δέν ημπόρεσαν να κατορθώσουν τίποτα, είπαν προς τον άγιον να επικαλεσθή τον Θεόν του. Τότε ο Παντολέων εσήκωσε τα μάτια του και όλην την διάνοιάν του προς τον ουρανόν και είπε. «Κύ­ριε, εισάκουσον της προσευχής μου και η κραυγή μου προς σε ελθέτω. Μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου απ’ εμού. Εν η αν ημέρα επικαλέσωμαί σε, ταχύ επάκουσόν με. Δείξον Δέσποτα εις αυτούς που δεν σε γνωρίζουν, ότι συ είσαι ο μόνος Θεός ο αληθής και ο παντοδύναμος». Έτσι είπε και αφού έπιασε τα χέρια του παραλύτου είπε: «Εν ονόμα­τι του Χριστού, ο οποίος ανορθώνει τους καταπλη­γωμένους και κτυπημένους, σήκω και περιπάτει». Τότε αμέσως ο λόγος έγινεν έργον. Και ο ασθενής εσηκώθη και περιεπάτησε με μεγάλην προθυμίαν και αγαλλίασιν. Όταν είδαν οι ειδωλολάτραι το θαύμα αυτό εξεπλάγησαν, και πολλοί ηρνήθησαν τα είδωλα, και επίστευσαν εις τον αληθινόν Θεόν. Οι βδελυροί όμως ιερείς εξηκολούθησαν να παρα­μένουν άπιστοι. Και αφού προσήλθαν εις τον βασι­λέα του είπαν. «Σε ορκίζομεν εις τους αθανάτους θεούς μας να μην αφήσης πλέον τον Παντολέοντα να ζήση ούτε μίαν ώραν, διότι θα εξαφάνιση την θρησκείαν μας και οι χριστιανοί θα γίνουν ισχυ­ροί και θα στραφούν εναντίον μας. «Ο βασιλεύς όταν τους ήκουσε, εκάλεσε πάλιν τον άγιον και εδοκίμασε να τον παραπλάνηση με κολακευτικά λό­για, μήπως τον πείση και συμφωνήση μαζί του. Αφού τίποτα όμως δεν κατόρθωσε ούτε με τας κο­λακείας ούτε με τας απειλάς να τον πείση, ήρχισε να τον τιμωρή με διάφορα βασανιστικά μέσα. Κατ’ αρχήν τον εκρέμασαν εις ένα ξύλον και τον εξέσχισαν με σιδερένια νύχια. Έπειτα κατέκαυσαν τας πλευράς του, και τα υπόλοιπα ευαίσθητα μέλη του.
Αλλ’ ενώ το σώμα του αγίου και Μάρτυρος με αυτούς τους τρόπους ετιμωρείτο, ο νους του ήτο εστραμμένος προς εκείνον που ημπορούσε να του παράσχη βοήθειαν. Τα μάτια του ήσαν γυρι­σμένα προς τον ουρανόν και με θερμήν πίστιν προσηύχετο εις τον Κύριον νοερώς. Και ο Κύριος εισήκουσε την προσευχήν του, και έφθασε κατ’ εκείνην την στιγμήν μπροστά του με την μορφήν του Ερμολάου και του είπε, καθώς είναι πατήρ γνή­σιος και φιλόστοργος: «Μη φοβήσαι, διότι εγώ εί­μαι μαζί σου, βοηθός σου, εις όσα θα υποφέρης δι’ εμέ». Και αμέσως τα χέρια των στρατιωτών παρέ­λυσαν, αι λαμπάδες εσβήσθησαν, και αι πληγαί του αγίου εθεραπεύθησαν. Ο βασιλεύς εντροπιάσθη μόλις είδε τα όσα συνέβησαν και αφού διέταξε να τον κατεβάσουν από το ξύλον είπε προς τον άγιον: «Με ποίαν τέχνην και μαγείαν έκανες τα χέρια των στρατιωτών να παραλύσουν και τας λα­μπάδας να σβήσουν;» Και απεκρίθη: «Η τέχνη και η μαγεία μου είναι ο Χριστός που αγαπώ και ο οποίος ευρίσκεται πλησίον μου και τελεί τα θαύ­ματα». Ο Μαξιμιανός τότε του είπε: «Αλλ’ εάν σε βάλω σε χειρότερα και σκληρότερα βασανιστήρια τί θα γίνης;» Και ο Άγιος απήντησε: «Τότε θα λάβω και εγώ μεγαλυτέραν βοήθειαν από τον Χριστόν μου».
Διέταξε λοιπόν ο Μαξιμιανός και εγέμισαν με μολύβι ένα δοχείον μεγάλο και αφού το έβρα­σαν πολύ έβαλαν μέσα τον άγιον. Και πάλιν προσηύχετο και επεκαλείτο την βοήθειαν του Κυρίου λέγων. «Εισάκουσον ο Θεός της φωνής μου. Εν τω δέεσθαί με προς σε από φόβου εχθρού εξελού την ψυχήν μου» και εσυνέχιζε τον ψαλμόν.
Και πάλιν παρουσιάσθη ο Κύριος με την μορφήν του Ερμολάου και εισήλθε εις το μεγάλο δο­χείον και αμέσως η φωτιά που το έβραζε έσβησε και ο μόλυβδος εκρύωσε. Ο Άγιος συνέχισε να ψάλλη το «Εγώ προς Θεόν εκέκραξα και εισήκουσέ μου».
Όσοι ευρέθησαν εκεί εξεπλάγησαν και από­ρησαν δια το παράξενον γεγονός.
Ο βασιλεύς πωρωμένος και αναίσθητος καθώς ήτο, δεν αντελήφθη ότι τα θαύματα αυτά ετελούντο από τον ισχυρόν και αληθινόν Θεόν. Αλλά τα εθεωρούσε ως μαντικάς επιτυχίας. Εσυλλογίζετο λοιπόν με ποίον άλλο βασανιστήριον θα ημπορού­σε να καταβάλη τον αήττητον Μάρτυρα. Αφού μά­λιστα συνεβουλεύθη τους άρχοντάς του, διέταξε να δέσουν εις τον λαιμόν του αγίου ένα μεγάλο λίθον και να τον ρίψουν εις την θάλασσαν. Οι στρατιώται έτρεξαν να εκτελέσουν την διαταγήν. Και ο Θεός πάλιν εφρόντισε να διαφύλαξη και βοηθήση τον δούλον Του που εκινδύνευε χάριν Αυτού. Μόλις τον έρριψαν εις την θάλασσαν επενέβη ο Χριστός καθώς φαίνεται και έκαμε την βαρειάν εκείνην πέτρα που είχε εις τον λαιμόν του ελαφροτέραν και από το φύλλον του δένδρου και έπλεε εις την θάλασσαν. Ο Άγιος περιεπάτησε επάνω εις το νερό της θαλάσσης, όπως άλλοτε ο πρωτό­θρονος Πέτρος, και εβγήκε εις τον αιγιαλόν σώος και αβλαβής. Ο βασιλεύς όταν τον είδεν εις την ξηράν εθαύμασε και του είπε: «Τί είναι αυτό που βλέπω, Παντολέον; Εξουσιάζεις δια της μαγείας σου και την θάλασσαν;» Και ό άγιος απεκρίθη: «Η διαταγή Εκείνου που την εξουσιάζει έκανε αυ­τό που βλέπεις. Πρέπει να ξέρης ότι η γη, η θάλασ­σα και όλα τα δημιουργήματα υπακούουν και υ­ποτάσσονται εις τον Θεόν περισσότερον απ’ ό,τι υ­πακούσουν εις σε οι υπηρέται σου».
Η σκληρή και πωρωμένη καρδιά του βασι­λέως δεν άλλαξε καθόλου. Παρ’ όλον ότι είδε τό­σα και τόσα θαύματα ο ασυνείδητος, διέταξε να συγκεντρώσουν όλα τα άγρια θηρία της γης. Έ­πειτα θέλων να δείξη ότι λυπάται δήθεν τον άγιον, και δια να τον φοβίση του είπε: «Βλέπεις αυ­τά τα θηρία; Δια τον χαμόν σου τα έφεραν. Λυπή­σου λοιπόν τον εαυτόν σου. Εγώ λυπάμαι την νεό­τητα και ωραιότητά σου, μάρτυρές μου οι θεοί. Σε συμβουλεύω όπως ο πατέρας, να προτίμησης ως λογικός το συμφέρον σου, δια να μην αποθάνης πρόωρα με τέτοιον πικρόν θάνατον και να στερηθής την γλυκυτάτην και τόσον ποθητήν ζωήν».
Ο άγιος απεκρίθη τότε: «Εάν δεν σε υπήκουσα προηγουμένως, πώς ελπίζεις να σε ακούσω τώ­ρα που είδα τόσην βοήθειαν από τον Θεόν μου; Ούτε καν να το σκεφθής λοιπόν ότι θα κάμω ποτέ θυσίαν εις τους δαίμονας. Διατί με απειλείς με τα θηρία σου; Εκείνος που παρέλυσε τα χέρια των στρατιωτών σου, και επάγωσε τον βραστόν μόλυβδον και εξήρανεν την θάλασσαν, θα κάμη και τα φοβερά σου θηρία ημερώτερα από τα πρόβα­τα».
Ο άγιος δεν επείσθη από τον βασιλέα να προσκυνήση τα είδωλα και προτίμησε να ριφθή εις τα άγρια θηρία. Ο βασιλεύς όμως επέμενε και μάλι­στα του έδωσε προθεσμίαν τρεις ημέρας δια να σκεφθή και να θυσιάση εις τα είδωλα. Διαφορετικά θα εκτελείτο η διαταγή του και ο άγιος θα ερρίπτετο εις τα θηρία, δια να τον κατασπαράξουν. Το γεγονός αυτό διεδόθη εις ολόκληρον την πόλιν. Όλοι έτρεξαν δια να ιδούν τον ωραιότατον και ευγενή νέον που προετίμησε να ριφθή εις τα θηρία παρά να θυσιάση εις τα αναίσθητα είδωλα.
Συνεκεντρώθη λοιπόν μεγάλο πλήθος εις το θέατρον και ο βασιλεύς εκάθισε εις υψηλήν εξέδραν. Έδωσε την διαταγήν, και αμέσως οι υπηρέται έ­συραν τον άγιον δια να τον ρίξουν εις τα άγρια θηρία. Ο άγιος με τόλμην και θάρρος επροχώρησε, επειδή είχε προστάτην και βοηθόν τον Χριστόν.
Οι υπηρέται έρριξαν τον άγιον εις τον τόπον που τους ώρισαν, και απελευθέρωσαν όλα τα θη­ρία. Όλοι επερίμεναν να ίδουν τον Παντολέοντα να κατασπαράσσεται και να καταβροχθίζεται από τα πεινασμένα και άγρια θηρία. Η κακία των ανθρώ­πων εκείνων είχε ξεπεράσει και την αγνωσίαν των αλόγων ζώων, διότι δεν επροσκυνούσαν τον αληθινόν Θεόν και ετιμωρούσαν, όσους επίστευαν εις Αυ­τόν, με αγριότητες και ωμότητες. Και ο Θεός που μετατρέπει τα πάντα όπως θέλει, οικονόμησε και εδώ ούτως ώστε να φάνουν τα θηρία ήρεμα, και να γίνουν όπως τα λογικά όντα, και μιμηθούν την ημερότητα των ανθρώπων και να γίνουν ακόμη φανεροί μάρτυρες της κακίας των ανθρώπων και της αγαθότητος του θεού.
Τα θηρία επλησίασαν τον άγιον ωσάν λογικά δημιουργήματα με πολλήν ευλάβειαν, εκινούσαν την ουράν των και έγλειφαν τα πόδια του, συναγω­νιζόμενα ποίον θα επήγαινε μπροστά του να τον κολακεύση και να τον προσκύνηση. Και το κάθε θηρίον δεν έφευγε από κοντά του εάν δεν άπλωνε το χέρι του δια να το ευλόγηση.
Το πλήθος σαν είδε αυτό το θαύμα εξεπλάγη. Όλοι μ’ ένα στόμα εφώναζαν «Μέγας και αψευδής ο Θεός των Χριστιανών, και ας αφεθή ο δίκαιος».
Όταν ο ασύνετος βασιλεύς είδε ότι τα θηρία ηρνήθησαν να εκτελέσουν την προσταγήν του ωργίσθη τόσον πολύ, ώστε διέταξε να τα σκοτώσουν. Επί πολλάς ημέρας εκοίτοντο σκοτωμένα, χωρίς να πλησίαση κανένα πτηνόν από τα σαρκοφάγα δια να τα φάνε. Και αυτό συνέβαινε από τον Θεόν εις ένδειξιν τιμής προς τον Άγιον, δια να επιστρέψουν και άλλοι εις την ευσέβειαν. Κατόπιν ο βασιλεύς έ­στειλε ανθρώπους και τα έθαψαν. Ύστερα διέταξε να κατασκευασθή ένας τροχός και αφού τον τοπο­θετήσουν εις χώρον υψηλόν να δέσουν τον άγιον και μετά να κυλήσουν τον τροχόν προς τον κατήφορον, δια να λειώση τον Μάρτυρα. Αυτό βέβαια το εισηγήθησαν εις τον βασιλέα μερικοί τεχνίται εφευρέται της κακίας και ειδικοί εις το να βλάπτουν τους άλ­λους.
Αλλ’ ο φιλάνθρωπος Κύριος προστάτης των πι­στών δούλων Του, επενέβη πάλιν εις την κατάλληλον στιγμήν, κατά την οποίαν θα άφηναν τον φοβερόν εκείνον τροχόν να κυλήση μαζί με τον Μάρτυρα που ήτο δεμένος εις αυτόν. Το φρικτό θέαμα έτρε­ξαν να το ίδουν όλοι οι κάτοικοι της πόλεως.
Άφησαν λοιπόν τον τροχόν να κυλήση οι υ­πεύθυνοι. Τότε προς έκπληξιν όλων, τα δεσμά ελύθησαν και ο τροχός έφυγε μόνος του και επλήγωσε και εθανάτωσε πολλούς από τους απίστους. Ο Άγιος έστεκε σώος δοξάζων και ευλογών τον Θεόν. Ο βασιλεύς που εξεπλάγη βλέπων τα όσα συνέ­βησαν εκάλεσε τον Παντολέοντα και του είπε: «Έ­ως πότε θα κάνης τέτοια υπερφυσικά πράγματα και άλλους μεν ανθρώπους της βασιλείας μου να θανατώνης και άλλους να τους κάνης εχθρούς των θεών και της βασιλείας μου; Ειπέ μας από πού εδιδάχθης τον Χριστιανισμόν;» Και ο άγιος ωμολόγησε την αλήθειαν και έφανέρωσε τον άγιον Ερμόλαον, επειδή εκρινεν ότι ένας τέτοιος θησαυρός δεν έπρεπε να μείνη κρυμμένος, αλλά έπρεπε να φανερωθή, δια να ωφελήση πολλούς.
Έδωσε διαταγήν ο Μαξιμιανός να τους δείξη ο Παντολέων τον τόπον όπου διέμενε ο Ερμόλαος. Και ο άγιος υπήκουσε μετά χαράς, επειδή εγνώριζεν ότι ο Ερμόλαος θα έφερνε με το μέρος του και άλλους εις την ευσέβειαν. Ήξερε πολύ καλά ότι ο άγιος Ερμόλαος διέθετε ωραίον λόγον και σύνεσιν και ήτο ικανός να ελκύση και να διδάξη τους βαρβάρους, όπως πιστεύσουν εις τον αληθινόν Θεόν.
Συνοδευόμενος λοιπόν ο άγιος Παντολέων από τρεις στρατιώτας που τον εφρουρούσαν, έφθασε εις την οικίαν όπου εκρύπτετο ο Ερμόλαος. Εκτύπησε την θύραν, και εβγήκεν έξω ο άγιος Ερμόλαος, ο οποίος είπε εις τον Παντολέοντα. «Πώς ήλθες μέχρις εδώ τέκνον μου;» Και εκείνος απήντησε: «Σε καλεί ο βασιλεύς, Κύριέ μου, και θέλει να πας προς αυτόν». Και ο Ερμόλαος πάλιν είπε: «Εγώ το ξέ­ρω, ότι επλησίασεν η ώρα μου ν’ αποθάνω, δια το όνομα του Χριστού μου, επειδή μου το εφανέρωσε και μου το απεκάλυψε με όραμα που είδα αυτήν την νύκτα».
Οι στρατιώται συνέλαβαν τον Ερμόλαον και άλλους δύο χριστιανούς που ευρίσκοντο μαζί του. Όταν ωδηγήθη ενώπιον του βασιλέως και ηρωτήθη πώς ωνομάζετο και εάν είχε μαζί του και άλλους χριστιανούς, ο άγιος Ερμόλαος απήντησε, με την αλήθειαν που τον διέκρινε, ως εξής: «Το όνομά μου είναι Ερμόλαος. Έχω μαζί μου και άλλους δυο χριστιανούς τον Ερμοκράτην και τον Έρμιππον». Τότε διέταξε να τους οδηγήσουν και αυτούς ενώ­πιόν του. Αφού παρουσιάσθησαν τους ηρώτησε: «Εσείς είσθε που παρεπλανήσατε τον Παντολέοντα και ηρνήθη τους θεούς;» Και εκείνοι γεμάτοι τόλμην και θάρρος απήντησαν: Ο Χριστός καλεί κον­τά Του τους αξίους». Ο βασιλεύς τότε τους είπε: «Να αφήσετε τους ανόητους και ανωφελείς λόγους σας κατά μέρος, και να με ακούσετε. Συμβουλεύσα­τε τον Παντολέοντα να θυσιάση εις τους αθανά­τους θεούς, εάν θέλετε βέβαια να σας έχω φίλους, και υπόσχομαι να σας δώσω αμέτρητα δώρα και αξιώματα». Και εκείνοι απήντησαν. «Μη γένοιτο να συμβουλεύσωμεν κάποιον να χάση την ψυχήν του. Όλοι εμείς οι Χριστιανοί έχομεν μίαν ασάλευτον γνώμην. Και καλύτερον ν’ αποθάνωμεν με χίλιους θανάτους και με διάφορα βασανιστήρια, παρά να προσκυνήσουμε τα κωφά και αναίσθητα είδωλα». Και όταν ετελείωσαν τα λόγια των αυτά έστρεψαν τα μάτια προς τον ουρανόν και προσηυχήθησαν εις τον Κύριον να τους προστατεύση από τας παγίδας του δαίμονος. Ο Κύριος εισήκουσε την προσευχήν των, και τους εφανερώθη και τους ενδυνάμωσε. Α­μέσως έγινε μεγάλος σεισμός εις εκείνον τον τόπον. Ο δε Μαξιμιανός έχων ταραγμένον νουν είπε: «Βλέπετε οι θεοί ωργίσθησαν εξ αιτίας σας και έ­καμαν σεισμόν». Και του απεκρίθη ο άγιος Ερμόλαος. «Αλλ’ εάν συμβή να πέσουν κάτω οι θεοί σου τι θα είπης;» Προτού τελείωση τον λόγον του, έφθα-σεν ένας υπηρέτης του παλατιού και είπεν εις τον βασιλέα: «Μεγαλειότατε, ήλθα να σου αναφέρω ότι οι θεοί έπεσαν κάτω και συνετρίβησαν». Οι τρεις Χριστιανοί εγέλασαν και εχλεύασαν τους φοβερούς θεούς που έσεισαν την γην και μετά συνετρίβησαν! Ο ασεβής τύραννος έγινε περισσότερον σκοτεινός όπως εκείνοι που τους πονούν τα μάτια και δεν η­μπορούν να ίδουν τον ήλιον.
Ετιμώρησε τους τρεις μάρτυρες με διάφορα βασανιστήρια. Αφού διεπίστωσεν ότι δεν επρόκειτο να τους πείση και να υποχωρήσουν, έδωσε εντολήν και τους απεκεφάλισαν. Τα λείψανά των τα επήραν Χριστιανοί μυστικά, και τα έθαψαν με πολλήν τιμήν και ευλάβειαν.
Τον Παντολέοντα τον ωδήγησαν και πάλιν, κα­τόπιν διαταγής, εις τον βασιλέα. Όταν παρουσιάσθη, ο βασιλεύς του είπε: «Μάθε ότι ο διδάσκαλός σου Ερμόλαος και η συνοδεία του αντελήφθησαν το συμφέρον των και εθυσίασαν εις τους θεούς. Και εγώ ως ανταμοιβήν των τους ετίμησα όπως έπρεπε και τους έκανα πρώτους εις το παλάτι.
Εάν τους μιμηθής και εσύ, θα διαπίστωσης πό­σον πάλιν τιμώ και επιβραβεύω εκείνους που υπα­κούουν. Ει δ’ άλλως αν επιμένης να μην θυσιάσης εις τα είδωλα, θα εξακρίβωσης πόσο σκληρά τιμω­ρώ τους παρηκόους και τους υπερόπτας. Λοιπόν εάν παρακούσης δεν θα γλυτώσης από τα χέρια μου, και μάλιστα εντός της σήμερον θα θανατωθής με φοβερόν θάνατον. Ο Μάρτυς του Χριστού, μόλις ετελείωσε ο βασιλεύς τους λόγους του αυτούς, φω­τισθείς υπό του Αγίου Πνεύματος αντελήφθη την δολιότητα και πανουργίαν του βασιλέως και τον ηρώτησε πού ευρίσκοντο οι τρεις που εθυσίασαν εις τα είδωλα! Και ο μιαρός βασιλεύς είπε προς τον Παντολέοντα. «Δεν είναι εδώ τώρα. Τους έστειλα δια κάποιαν υπηρεσίαν εις την πόλιν». Και ο Άγι­ος τότε του είπεν. «Αν και είσαι φίλος του ψεύδους, τώρα είπες την αλήθειαν, διότι τώρα αυτοί ευρί­σκονται εις τους ουρανούς, εις την πόλιν της άνω Ιερουσαλήμ και χαίρονται».
Όταν λοιπόν είδε ο ανόητος βασιλεύς ότι δεν ημπορούσε να πείση τον Παντολέοντα ούτε με κολα­κείας ούτε με δωρεάς, ούτε με απειλάς ούτε με άλλας τιμωρίας, διέταξε, επειδή έγινε έξω φρενών, να δείρουν τον άγιον δια να ικανοποιηθή η μοχθηρία του και ο θυμός του. Εν συνεχεία εξέδωσε απόφασιν να τον αποκεφαλίσουν και το λείψανόν του να το ρίξουν εις την φωτιάν να το κάψουν.
Το τέλος του αγίου.
Οι στρατιώται οδήγησαν τον άγιον εις τον τό­πον της εκτελέσεως. Καθ’ οδόν επειδή εγνώριζε ότι επρόκειτο να ησυχάση από την ταλαιπωρίαν και την θλίψιν, έψαλλε χαίρων. «Πλεονάκις επολέμησάν με εκ νεότητός μου. Και γαρ ουκ ηδυνήθησάν μοι» και εσυνέχισε τον ψαλμόν αυτόν. Και πάλιν συνέβη ένα μεγάλο θαύμα. Ενώ έδεσαν τον άγιον εις μίαν ελαίαν και ο δήμιος κατέβασε το ξίφος να τον απο­κεφάλιση ω του θαύματος! η κόψις του ξίφους εγύρισε και ελύγισε όπως το κερί. Οι στρατιώται ετρόμαξαν πολύ από το γεγονός αυτό και έπεσαν εις την γην λέγοντες: «Πιστεύομεν ότι ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός και σε παρακαλούμεν να μην μας εναντιωθής. Συγχώρησέ μας και κάνε δέησιν προς τον Θεόν δια να δεχθή την μετάνοιάν μας».
Ο Άγιος τότε τους ήκουσε και προσηυχήθη θερμώς εις τον Κύριον και δι’ αυτούς. Αμέσως μετά την προσευχήν ηκούσθη φωνή από τον ουρανόν, η οποία έλεγε: «Εισηκούσθη ήδη η προσευχή σου και όλα όσα εζήτησες θα γίνουν. Από τώρα δεν θα ονομάζεσαι Παντολέων αλλά Παντελεήμων, διότι όσοι θα επικαλούνται τ’ όνομά σου δια των πρεσβει­ών σου θα ευρίσκουν ευσπλαγχνίαν και έλεος». Μό­λις ήκουσε την φωνήν ο άγιος αντελήφθη ποίων χα­ρισμάτων ηξιώθη και ετιμήθη παρά του Κυρίου.
Τότε ενεθάρρυνε τους στρατιώτας να μην φοβη­θούν και να εκτελέσουν την διαταγήν. Εκείνοι πά­λιν δεν ετολμούσαν, επειδή εξηκρίβωσαν την δύναμιν του Χριστού. Ο άγιος Παντελεήμων τους εξηνάγκασε να εκτελέσουν την απόφασιν του τυράννου. Εκείνοι, επειδή δεν ήθελαν να παρακούσουν τον Άγιον, αφού τον κατεφίλησαν, και έδειξαν την αγάπην και την ευλάβειάν των, του έκοψαν την τιμίαν κεφαλήν την 27ην Ιουλίου του έτους 304.
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 53432
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

«Τὴν σπουδήν σου τῇ κλήσει κατάλληλον ἐργασαμένη φερώνυμε»
Ἡ παραλαβὴ μίας πρόσκλησης, ἑνὸς καλέσματος εἶναι μία κοινὴ ἐμπειρία. Ὅλοι μας ἔχουμε δεχθεῖ σὲ κάποια στιγμὴ τῆς ζωῆς μας μία πρόσκληση γιὰ ἕνα γεγονὸς εἴτε συμμετοχῆς μας στὴ χαρὰ κάποιου ἀδελφοῦ μας, εἴτε συμπαράστασής μας στὸ πένθος κάποιου συνανθρώπου μας. Κάθε πρόσκληση ἔχει ἕναν ἀποστολέα καὶ ἕναν παραλήπτη. Κάποιος τὴν στέλνει καὶ κάποιος ἄλλος τὴν ἀποδέχεται ἢ τὴν ἀπορρίπτει.
Μία πρόσκληση ὅμως μᾶς ἀπευθύνει καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Ἕνα ἀλλιώτικο κάλεσμα ἀπὸ τὰ συνηθισμένα ποὺ λαμβάνουμε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Πρόκειται γιὰ τὴν ‘‘κλήση τοῦ Θεοῦ’’, ὅπως τονίζουν οἱ Ἅγιοι καὶ Θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ Δημιουργός του σύμπαντος κόσμου ἀγαπάει τὸν ἄνθρωπο. Θέλει τὴ σωτηρία πάντων ἡμῶν. Ἐπιζητεῖ τὴν ‘‘ἐν Χριστῷ ἀπολύτρωση καὶ υἱοθεσία’’ ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Θὰ γράψει χαρακτηριστικὰ ὁ Ἀπ. Παῦλος στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή του ὅτι ὅλοι οἱ εἰς Χριστὸν πιστεύοντες εἶναι «κλητοί». Καὶ μάλιστα θὰ ὑπογραμμίσει: «κλητοῖς ἁγίοις»(Ρώμ. α΄ 7). «Καλεσμένοι νὰ γίνουν ἅγιοι». Καθένας γενόμενος μέλος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ μετὰ τὴν βάπτισή του, μετέχει στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας. Γίνεται ἀποδέκτης τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ. Λαμβάνει τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐγκεντρίζεται στὴν θεανθρώπινη ζωή. Σώζεται ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Λυτρώνεται ἀπὸ τὰ πάθη του. Καταπατᾶ τὸν «πτερνιστὴ» Διάβολο. Βρίσκεται στὸ δρόμο τῶν ἀρετῶν, μὰ κυρίως βαδίζει τὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου μας.
Ὁ Θεὸς μᾶς καλεῖ στὴν ὕπαρξη, πρὶν ἀκόμη γεννηθοῦμε, ἐπειδὴ μᾶς ἀγαπᾶ. Δὲν μᾶς προσκαλεῖ στὴ ζωή γιὰ νὰ γεννηθοῦμε καὶ νὰ πεθάνουμε, ἀλλὰ γιὰ νὰ ζήσουμε καὶ νὰ σωθοῦμε, νὰ ἑνωθοῦμε μαζί Του καὶ νὰ ἀπολαύσουμε τὴν αἰωνιότητα. «Οὐχ ὑμεῖς μὲ ἐξελέξασθε ἀλλ’ ἐγὼ ἐξελαξάμην ὑμᾶς» (Ἰωάν. ιε’, 16).«Δὲν μὲ διαλέξατε ἐσεῖς, ἀλλὰ ἐγὼ σᾶς διάλεξα».Ἄραγε κάνει διακρίσεις ὁ Θεός; Ὄχι! Καλεῖ ὅλους καὶ τὸν κάθε ἄνθρωπο ξεχωριστὰ στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Μᾶς προσκαλεῖ ὅπως εἴμαστε, ὡς ξεχωριστὲς προσωπικότητες μὲ τὰ εἰδοποιὰ στοιχεῖα μας. Βεβαίως μᾶς καλεῖ σεβόμενος τὴν ἐλευθερία μας, ἀφήνοντας στὴ δική μας προαίρεση τὸ ἐὰν θὰ Τὸν ἀκολουθήσουμε ἢ ὄχι. Στὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας τὸ ὁποῖο σὲ καμμία περίπτωση δὲν εἶναι ὁ ναὸς ὡς κτίσμα, ἀλλὰ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, καλοῦνται νὰ στοιχηθοῦν πάντες μὲ σκοπὸ τὴ λύτρωσή τους. Κανένας δὲν εἶναι τέλειος! Κανεὶς ἀλάνθαστος! Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι χωροῦν στὸ σχέδιο τῆς Θείας Οἰκονομίας.
Ἐνώπιόν του Θεοῦ εἴμαστε ὅλοι ἴσοι. Ποιοὺς ἐξέλεξε ὁ Θεάνθρωπος Κύριος βοηθούς Του στὸ ἔργο Του μέσα στὸν κόσμο; Τοὺς ἁπλοὺς ψαράδες! Ὄχι ἐπιστήμονες, βασιλεῖς καὶ πλούσιους. Ἀπεναντίας ἁπλοϊκοὺς ἀνθρώπους τῆς καθημερινότητας. Αὐτοὶ δὲ ἄμεσα, ἀβίαστα καὶ ἀπρόσκοπτα ἔδειξαν ἐμπιστοσύνη στὸ Χριστό. Μήπως τὸ ἴδιο δὲν ἔκαναν καὶ οἱ Ἅγιοί της Ἐκκλησίας μας, οἱ φίλοι του Θεοῦ; Ἀφιέρωσαν ὅλο τους τὸ «εἶναι» στὸ Χριστὸ καὶ στὴ διακονία τῆς Ἐκκλησίας. Ἔδωσαν ἀκόμη καὶ τὸ αἷμα τοὺς προκειμένου νὰ μὴν προδώσουν τὴ χριστιανική τους πίστη.
Σήμερα τιμοῦμε τὴν Ἁγία Ὁσιοπαρθενομάρτυρα Παρασκευή. Ἡ Ἁγία μας ἀπὸ τὴν μικρή της ἡλικία δέχθηκε στὴ ζωὴ τῆς τὴν «κλήση τοῦ Θεοῦ». Ὄχι ἁπλῶς τὴν ἀποδέχθηκε, ἀλλὰ καὶ τὴν καλλιέργησε. Ὁ βίος καὶ τὰ ἔργα της αὐτὸ μαρτυροῦν. Πρῶτα ὄργανα τῆς Θείας Χάριτος στὸ δρόμο της ὑπῆρξαν οἱ δύο εὐσεβεῖς γονεῖς της, Ἀγάθωνας καὶ Πολιτεία. Ἰδιαιτέρως δὲ ἡ μητέρα της, ἡ ὁποία τὴν γαλούχησε μὲ τὰ ἀθάνατα νάματα τῆς πίστεώς μας. Ἀπὸ τὴν ἄλλη καὶ ἡ ἴδια ἡ Παρασκευὴ ἀκολούθησε μέχρι τέλους τὴ χριστιανικὴ ζωή. Πολλοὶ συμβαίνει νὰ λαμβάνουν χριστιανικὴ παιδεία καὶ νουθεσία, ἀλλὰ στὴν πορεία τους νὰ ἐκτρέπονται ἀπὸ αὐτή. Ἡ Ἁγία Παρασκευὴ ἔμεινε σταθερὴ«ἐν οἶς ἔμαθε καὶ ἐπιστώθη» (Β’ Τιμ. γ΄14). Ἔφθασε στὸ σημεῖο νὰ γίνει ὁ διαπρύσιος κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Γέμισε μὲ φῶς Χριστοῦ καὶ ἐλπίδα Ἀναστάσεως τὶς καρδιὲς ὅλων τῶν συνανθρώπων της. Δὲν κάμφθηκε μπροστὰ στὶς δυσκολίες. Ἂν καὶ ἔμεινε ὀρφανή, δὲν γόγγυσε οὔτε λεπτό. Μοίρασε ὅλη τὴν περιουσία της στοὺς πτωχοὺς καὶ ἐπιδόθηκε σὲ πλῆθος ἀγαθοεργιῶν. Παρότι διῆλθε μέσα ἀπὸ πολλὰ μαρτύρια, παρέμεινε ἑδραῖα καὶ ἀμετακίνητη στὰ «πιστεύω» της. Ἀκόμη καὶ ὅταν συκοφαντήθηκε στοὺς τοπικοὺς ἡγεμόνες, ἀπ’ ὅπου κι ἂν πέρασε, καὶ ὁδηγήθηκε σὲ σκληρὰ βασανιστήρια, ἐκείνη ἔβγαινε ἀλώβητη. Ἔτρεξε παντοῦ, φθάνοντας μέχρι τὴν Ἑλλάδα γιὰ νὰ κηρυχθεῖ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Στὸ τέλος βέβαια ἕνας ἡγεμόνας ἐπ’ ὀνόματι Ταράσιος, διέταξε τὸν ἀποκεφαλισμό της. Ἔτσι ἔλαβε τὸ ἀμαράντινο στεφάνι τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ.
Ἡ Ἁγία Παρασκευὴ, ὅπως πράγματι δηλώνεται καὶ ἀπὸ τὸ ὄνομά της, προετοίμασε τὸν ἑαυτὸ της κατάλληλα ὥστε τὴν θεία κλήση της νὰ τὴν φέρει εἰς πέρας μέχρι τὸ τέλος ἐπαξίως. «Τὴν σπουδήν σου τῇ κλήσει κατάλληλον ἐργασαμένη φερώνυμε», ψέλνουμε στὸ ἀπολυτίκιό της. Ὄντως καλλιέργησε τὸ κάλεσμα τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή της. Ἀγωνίστηκε γιὰ τὴν σωτηρία, ὄχι μόνο τοῦ ἑαυτοῦ της, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀδελφῶν της. Ζοῦμε σὲ μία ἐποχὴ ποὺ ἀνταποκρινόμαστε σὲ ὅλα τὰ ἄλλα καλέσματα, ὅπως τῆς τεχνολογίας, τῆς ἐπιστήμης, τῆς οἰκονομίας κ.τ.λ., ἐκτός του καλέσματος τοῦ Θεοῦ. Καὶ τὸ βλέπουμε, ὅταν οἱ ἄνθρωποι μένουν ἀκατήχητοι καὶ ἄγευστοι τῆς χαρᾶς τοῦ Κυρίου. Ὑπάρχουν μόνο κατ’ ὄνομα χριστιανοί. Ἡ ὑπευθυνότητα γιὰ τὴν κατάσταση αὐτὴ ἀνήκει σὲ ὅλους μας καὶ ὄχι στὸ Θεό.
Αὐτὸ ὀφείλουμε νὰ τὸ κατανοήσουμε.
Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς ἐξυμνώντας τὶς ἀρετὲς τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, κυρίως τὴ σταθερότητά της στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ, γράφει τὰ ἑξῆς διδακτικὰ πρὸς ὅλους μας: «Ἡ Ἁγία Παρασκευὴ εἶναι ἐκείνη ποὺ ἑτοιμάστηκε διὰ τὸν Χριστόν. Ἦταν 12 ἐτῶν κόρη ἀπὸ γένος εὐγενικό. Ἔμεινε ὀρφανὴ καὶ μοίρασε τὰ πάντα στοὺς φτωχούς, ἀγόρασε δὲ μὲ αὐτὰ τὸν παράδεισο. Μεταχειρίστηκε ὡς φκιασίδια τὰ δάκρυα, ἐνθυμούμενη τὶς ἁμαρτίες της. Ὡς σκουλαρίκια εἶχε τὰ αὐτιὰ της ἀνοικτὰ γιὰ νὰ ἀκούει τὶς Ἅγιες Γραφές. Ὡς κορδόνι εἶχε τὶς πολλὲς νηστεῖες, ὅπου ἔκαναν τὸ λαιμό της νὰ λάμπει ὡς ἥλιος. Ὡς δακτυλίδια τοὺς κόμβους τῶν δακτύλων της ἀπὸ τὶς πολλὲς μετάνοιες ποὺ ἔκανε. Ὡς χρυσὸ ζωνάρι τὴν παρθενία της τὴν ὁποία ἐφύλαξε σὲ ὅλη της τὴ ζωή. Ὡς φόρεμα τὴν ντροπὴ ποὺ εἶχε στὸν ἑαυτό της καὶ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ ὅπου τὴν σκέπαζε». Ἡ Ἁγία Παρασκευὴ προετοιμάσθηκε γιὰ τὸν Χριστό, ἐμεῖς μένουμε ἁπλοὶ θεατὲς καὶ θαυμαστὲς τῶν παλαισμάτων της; Ἢ μήπως καλούμαστε νὰ γίνουμε διάδοχοι τῶν δικῶν της ἀρετῶν, τῶν δικῶν της πονημάτων, τῆς δικῆς της πίστης; Ἂς διαλέξουμε ὅταν τὸ ἀληθινὸ καὶ οὐσιῶδες ἐνυπάρχει στὸ Θεὸ καὶ ὄχι ἐκτὸς Αὐτοῦ! Ἡ ἐπιλογὴ βρίσκεται στὰ δικά μας χέρια. Γένοιτο!
ΙΩΑΝΝΟΥ ΑΝ. ΓΚΙΑΦΗ
ΘΕΟΛΟΓΟΥ-ΠΟΛITIKOY ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΟΣ
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 53432
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

Ἡ Ἁγία Παρασκευή. Ἡ παρθένος, ἡ ἀπόστολος καί μάρτυς.
Οἱ Ἅγιοι Ἄγγελοι θά δεχθοῦν τήν παρθένο, οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι θά δεχθοῦν τήν ἀπόστολο καί οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες θά ὑποδεχθοῦν τήν μάρτυρα.
Ὅλοι στό πρόσωπο τῆς ἐνδόξου ὁσιοπαρθενομάρτυρος Παρασκευῆς, πού ἑορτάζομε, πρόκειται νά συνδυάσουν αὐτά τά τρία μεγάλα καί θαυμαστά, ὅτι δηλαδή ὑπῆρξε παρθένος καί ἀκόμη δέν κράτησε τόν θησαυρό τῆς πίστεως μόνο διά τόν ἑαυτόν της, ἀλλά ἐργάσθηκε μέσα σέ πολύ μεγάλες δυσκολίες τόν 2ο αἰώνα μετά Χριστόν, μέσα στό σκοτάδι τῆς εἰδωλολατρίας, διά νά λάμψη ἡ ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ μας, τό φῶς τοῦ Εὐαγγελίου καί σέ ἄλλες ψυχές καί ἔτσι ἀνεδείχθη καί Ἀπόστολος καί ἐν τέλει ἐπεσφράγισε αὐτήν τήν ὡραία, τήν ἀγγελική, τήν καθαρά καί πνευματικότατη ζωή μέ τό αἷμα τοῦ μαρτυρίου, ὥστε νά ἀναδειχθῆ καί μάρτυρας.
Ἔτσι ἐξηγεῖται ὅλη αὐτή ἡ ἀγάπη, ὅλη ἡ ἀφοσίωση τῶν εὐσεβῶν καί ὀρθοδόξων χριστιανῶν πρός τό πρόσωπο τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς.Εἶναι ἀδύνατον νά μή συγκινηθῆ εὐσεβής ψυχή ἀπό τούς ἀγῶνες, ἀπό τήν παρθενία, ἀπό τόν ζῆλο γιά τήν διάδοση τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελίου καί ἀπό τό μαρτύριο τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς καί ἐπειδή ἀξιώθηκε αὐτῶν τῶν μεγάλων δωρεῶν ἔλαβε ἡ Ἁγία Παρασκευή ἀπό τόν δίκαιο καί ἀπροσωπόληπτο Θεό τόσον ὅταν εὑρίσκετο σ᾽ αὐτήν τήν ζωή ὅσον καί μετά τήν κοίμησή της τήν χάρη τῶν ἰαμάτων, νά κάνη πλῆθος θαυμάτων καί ἰδιαιτέρως νά θεραπεύη τούς πάσχοντες ἀπό ἀσθένειες τῶν ὀφθαλμῶν.
Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός λέγει ὅτι ἡ Ἁγία Παρασκευή εἶναι παράδειγμα γιά ἐκεῖνες τίς ψυχές, πού ἔφεραν τά ἑκατό. Ὅπως δηλαδή ρίχνουμε ἕνα σπόρο μέσα στήν γῆ, ἕνα σιτάρι καί περιμένουμε νά βλαστήση νά φέρη, πολλαπλάσιο καρπό καί ἄλλος φέρει τά τριάκοντα, ἄλλος φέρει τά ἑξήκοντα καί ἄλλος φέρει τά ἑκατό, στήν προκειμένη περίπτωση ἡ εὐσέβεια, ἡ ἀγάπη καί ἡ ἀφοσίωση τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς στόν Κύριό μας ἔφερε τόν ἑκατονταπλασίονα καρπό. Εἶναι ἔξοχος πραγματικά ἡ περιγραφή, πού ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός διά τήν Ἁγία Παρασκευή, πῶς δηλαδή ἐκείνη ἀγωνίσθηκε. Ἦτο βεβαίως παρθένος, ἀλλά δέν ἦταν ἁπλῶς ἕνα τυχαῖο γεγονός, ἀλλά καρπός τῆς ταπεινώσεως καί τῆς εὐλογίας τοῦ Θεοῦ.
“Μείνασα ὀρφανή”, μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, “ἐμοίρασε ὅλη της τήν περιουσία στούς φτωχούς καί μ᾽ αὐτά ἀγόρασε τόν παράδεισο καί μετεχειρίζετο ὡς φτιασίδια τά δάκρυα ἐνθυμουμένη τάς ἁμαρτίας της. Ὡς σκουλαρίκια εἶχε τά ὦτα της ἀνοικτά, διά νά ἀκούη τάς Ἁγίας Γραφάς. Ὡς κορδόνι εἶχε τάς πολλάς νηστείας, ὅπου ἔκαμνον τόν λαιμόν της καί ἔλαμπε ὡς ὁ ἥλιος. Ὡς δακτυλίδια τούς κόμβους τῶν δακτύλων της ἀπό τάς πολλάς μετανοίας, ὅπου ἔκαμνε. Ὡς χρυσοῦν ζωνάριον τήν παρθενίαν, ὅπου ἐφύλαξεν εἰς ὅλην της τήν ζωήν. Ὡς φόρεμα τήν ἐντροπήν, ὅπου εἶχε εἰς τόν ἑαυτόν της καί ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, ὅπου τήν ἐσκέπαζε. Ἔτσι ἐστολίζετο ἡ ἁγία.
Ἀνίσως καί εἶναι κανένα κορίτσι καί θέλει νά στολίζεται, ἄς στοχασθῆ τί ἔκαμνε ἡ ἁγία καί νά κάμνη καί ἐκείνη ἄν θέλη νά σωθῆ». Αὐτή, ἀδελφοί μου, θά μποροῦσε νά πῆ κανείς εἶναι ἡ καλλιτέρα τιμή καί μίμηση τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, ὅτι δηλαδή, ὅπως ἐκείνη μέσα σέ δύσκολες, πάρα πολύ δύσκολες περιπτώσεις καί καιρούς ἐφύλαξε τήν παρθενία της, ἔζησε τόν ἁγνό καί παρθενικό βίο, ἔτσι καλούμεθα καί ἐμεῖς μέ τούς τρόπους, πού ἀκούσαμε προηγουμένως, τούς ἀσκητικούς τρόπους, πού ἀκούσαμε ἀπό τόν Ἅγιο Κοσμᾶ τόν Αἰτωλό νά ἀγωνισθοῦμε εἴτε μέσα στήν συζυγική ζωή εἴτε στήν μοναχική καί παρθενική ζωή, γιά νά φυλάξουμε σωφροσύνη, γιά νά φυλάξουμε καθαρότητα ζωῆς, γιά νά μποροῦμε νά δοῦμε τό πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας. Παράλληλα ὅμως, ὅπως ἡ ἁγία ἀγωνίσθηκε γιά νά δοθῆ, γιά νά μεταφερθῆ, γιά νά μεταλαμπαδευθῆ αὐτή ἡ πίστη σέ ἄλλες ψυχές, ἔτσι καλούμεθα καί σήμερα, πού μολονότι ἔχουν περάσει δέκα ὀκτώ αἰῶνες ἀπό τότε πού ἔζησε καί ἐμαρτύρησε ἡ Ἁγία Παρασκευή, ὅμως δυστυχῶς μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι μοιάζει πολύ μέ τήν ἐποχή της καί ἔχομε μιά ὀπισθοχώρηση καί ἀποχριστιανισμό καί νεοειδωλολατρία, ὅπως ἦταν κατά τήν ἐποχή τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς.
Δι᾽ αὐτό εἶναι ἐπιβεβλημένο καί μέ τό παράδειγμα καί μέ τόν λόγο νά φέρουμε τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου.
Ἔτσι, ἐάν ζοῦμε μέ αὐτές τίς προϋποθέσεις θά εἶναι πράγματι ἡ χάρη τοῦ Κυρίου μέσα μας πλούσια, γιά νά μᾶς ἐνισχύη καί στίς δύσκολες ὧρες τῆς καλῆς ὁμολογίας. Καί εἶναι ἀνάγκη καί στίς σημερινές ἡμέρες νά ἀκούγεται καί νά ἀντηχῆ ὁ λόγος ὁ πνευματικός, ὁ παρηγορητικός, νά δίδεται ἡ μαρτυρία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων, τό σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ὅταν περνᾶμε ἀπό τίς Ἐκκλησίες, ἡ προσευχή μας, ὅταν καθώμαστε νά φᾶμε, ἡ προσευχή μας ὅταν σηκωνώμεθα ἤ ὅταν πρόκειται νά κατακλιθοῦμε, εἶναι πράγματι σημεῖα τῆς καλῆς ὁμολογίας.
Ἀκόμη οἱ ἀγῶνες γιά τήν ὑπεράσπιση τῆς πίστεώς μας στίς ἐπιθέσεις πού γίνονται ἀπό τούς ἀντιχρίστους, ἀπό τούς αἱρετικούς, ἀπό ὅλους ἐκείνους τούς ψευδομάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ, τούς προτεστάντες, τούς παπικούς ἤ καί τούς γκουρού καί τίς ἄλλες ψευδοθρησκεῖες, πού μᾶς ἔρχονται ἀπό τήν Ἀνατολή, θά εἶναι μία βακτηρία πραγματικά κατάλληλος γιά τήν καλή ὁμολογία ἡ μίμηση τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς. Εἴθε καί ἐμεῖς νά ζηλέψουμε κατά κάποιο τρόπο αὐτό τό ὡραῖο τρίπτυχο, τό ὁποῖον εἶχε ἡ Ἁγ. Παρασκευή: τήν παρθενία, τόν ζῆλο γιά τήν διάδοση τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελίου, τήν ἀποστολικότητα καί τήν καλή ὁμολογία τῶν μαρτύρων καί μέ τίς πρεσβεῖες της νά ἀξιωθοῦμε καί ἐμεῖς καλοῦ τέλους, καλῆς ὁμολογίας καί τῆς Οὐρανίου Βασιλείας. Ἀμήν.
Ἀρχιμ. π. Μάρκου Κ. Μανώλη
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 53432
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

Ἡ πανθαύμαστη αὐτὴ μάρτυς τοῦ Χριστοῦ, στὸν ναὸ τῆς ὁποίας μαζευτήκαμε γιὰ νὰ τὴν τιμήσουμε μὲ ὕμνους καὶ ᾠδὲς πνευματικὲς καὶ νὰ δοξάσουμε τὸν Θεό, ποὺ τόσο δοξάζει τοὺς ἁγίους Του, γεννήθηκε σ᾽ ἕνα χωριὸ κοντὰ στὴ Ρώμη κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ εἰδωλολάτρη καὶ διώκτη τῶν χριστιανῶν αὐτοκράτορα Ἀδριανοῦ (117-138).
Οἱ γονεῖς της ἦταν ἐνάρετοι χριστιανοί, ὀνομαζόμενοι Ἀγάθωνας καὶ Πολιτεία, καὶ γιὰ καιρό, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀποκτήσουν παιδί, παρακαλοῦσαν γι᾽ αὐτὸ θερμὰ τὸν Κύριο. Καὶ ὁ Θεός, ποὺ ἐκπληρώνει τὸ θέλημα αὐτῶν, ποὺ Τὸν ἀγαποῦν καὶ Τὸν ἐπικαλοῦνται μὲ πίστη, τοὺς χάρισε, ὡς καρπὸ προσευχῆς, μία θυγατέρα, τὴν ὁποία, ἐπειδὴ γεννήθηκε κατὰ τὴν ἡμέρα Παρασκευή, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ εὐλάβεια πρὸς τὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ μας, ὀνόμασαν στὸ ἅγιο Βάπτισμα Παρασκευή.
Ἡ Παρασκευὴ κατέστη σκεῦος ἐκλογῆς καὶ δοχεῖο τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἤδη ἀπὸ τὴν παιδική της ἡλικία. Δὲν ἀγάπησε τὰ παιγνίδια καὶ τὶς παιδικὲς χαρὲς ἡ ἁγία. Μόνη χαρὰ καὶ ἐντρύφημά της ἦταν νὰ μελετᾶ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ στὸ σπίτι της, καὶ νὰ μετέχει στὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες καὶ στὰ Μυστήρια στὴν Ἐκκλησία. Ἐδῶ νὰ τονίσουμε αὐτό, ποὺ λένε καὶ σύγχρονοι μεγάλοι Γέροντες καὶ φαίνεται στοὺς βίους πολλῶν ἁγίων, τὸ πόσο σπουδαῖο ρόλο διαδραματίζει ἡ ἁγία ζωὴ τῶν γονέων καὶ ἡ προσευχή τους, καὶ μάλιστα ὅταν κυοφορεῖται ἕνα παιδί, στὸ νὰ γίνει ἄνθρωπος ἀρετῆς καὶ ἁγιότητας τὸ τέκνο τους, ἤδη «ἀπ᾽ τὴν κοιλία τῆς μητέρας του».
Ὅταν ἦταν περίπου εἴκοσι ἐτῶν ἡ Παρασκευή, πέθαναν οἱ γονεῖς της. Τότε αὐτὴ μοίρασε τὰ πλούτη της στοὺς πτωχοὺς καὶ ἀποσύρθηκε σὲ γυναικεῖο μοναστήρι, γιὰ νὰ λατρεύει ἐκεῖ ἀπερίσπαστα τὸν ἀγαπημένο της Νυμφίο Χριστό. Μετὰ ἀπὸ κάποιο διάστημα ἐνάρετης μοναχικῆς ζωῆς, φλεγόμενη ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ καὶ τῶν σκοτισμένων ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρία ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς της, διψῶντας δηλαδὴ νὰ κηρύξει καὶ σ᾽ αὐτοὺς τὸ Εὐαγγέλιο γιὰ νὰ σωθοῦν, ζήτησε εὐλογία ἀπὸ τὴν ἡγουμένη της καὶ ἄρχισε νὰ περιοδεύει πόλεις καὶ χωριὰ ἐκεῖ στὴν Ἰταλία, σὰν ἄλλος ἀπόστολος, ἐπιστρέφοντας σὲ θεογνωσία πλῆθος εἰδωλολατρῶν. Βλέποντας τοῦτο οἱ Ἑβραῖοι σ᾽ ἐκεῖνα τὰ μέρη, φθόνησαν, καὶ τὴν κατάγγειλαν στὸν νέο αὐτοκράτορα Ἀντωνῖνο τὸν Εὐσεβῆ (138-161).
Ὁ αὐτοκράτορας πρόσταξε καὶ τὴ συνέλαβαν καὶ τὴν ὁδήγησαν μπροστά του. Βλέποντας τὸ θαυμαστό της κάλλος, ἕνα κάλλος ποὺ αὔξανε ἡ πνευματικὴ ὡραιότητα τῆς ἁγίας της ψυχῆς καὶ ἀκτινοβολοῦσε στὸ πρόσωπό της, ἔμεινε ἔκθαμβος, καὶ προσπάθησε μὲ κολακεῖες στὴν ἀρχὴ νὰ τὴ μεταστρέψει στὴ γνώμη καὶ τὴν πίστη του. Καὶ ὕστερα, τὴν ἀπείλησε νὰ τῆς δώσει φρικτὰ βασανιστήρια. Ἀλλ᾽ ἡ Παρασκευή, δυναμωμένη ἀπὸ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, καθόλου δὲν δειλίασε, ἀλλὰ μὲ ἀνδρεία ἤλεγξε τὸν τύραννο καὶ ἀρνήθηκε τὶς βδελυρές του προτάσεις. Γεμᾶτος θυμὸ αὐτός, ἄρχισε τὰ βασανιστήρια: Πρῶτα, πρόσταξε καὶ τῆς φόρεσαν πυρακτωμένη περικεφαλαία. Ὕστερα, τῆς ξερρίζωσαν τὰ στήθη καὶ τὴν ἔριξαν πληγωμένη στὴ φυλακή, μὲ μιὰ ἀσήκωτη πέτρα πάνω στὸ στῆθος της. Ἄγγελος ὅμως Κυρίου ἐμφανίστηκε, σήκωσε τὸν βαρὺ λίθο ἀπὸ ἐπάνω της καὶ θεράπευσε ἐντελῶς τὶς πληγές της.
Τὰ βασανιστήρια τῆς ἁγίας συνεχίσθηκαν τὴν ἑπόμενη: Τὴν ἔριξαν σ᾽ ἕνα καζάνι, ὅπου ἔκαιαν μέσα λάδι καὶ πίσσα. Ἀλλ᾽ ἡ δρόσος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὴ διαφύλαξε καὶ πάλιν ἀβλαβῆ, σὲ σημεῖο ποὺ ἀπόρησε ὁ Ἀντωνῖνος καὶ νόμισε πὼς δέν ἔκαιαν τὰ φλογισμένα ἐκεῖνα ὑλικὰ μέσ᾽ τὸ καζάνι. Γι᾽ αὐτό, πλησίασε καὶ εἶπε στὴν ἁγία νὰ τὸν ραντίσει μ᾽ αὐτὰ στὸ πρόσωπο. Καὶ ὅταν τὸ ἔπραξε ἡ ἁγία, ἀμέσως τυφλώθηκε! Ἄρχισε τότε μέσα σὲ φρικτοὺς πόνους νὰ φωνάζει καὶ νὰ ἱκετεύει τὴν ἁγία νὰ τὸν θεραπεύσει καὶ νὰ πιστεύσει στὸν Θεό, ποὺ κήρυττε. Γεμάτη ἀνεξικακία ἡ Παρασκευὴ καὶ μιμούμενη τὸν ἐσταυρωμένο Ἰησοῦ, ποὺ προσευχόταν γιὰ τοὺς σταυρωτές Του, εὐχήθηκε γιὰ τὸν ἀσεβῆ τύραννο, ποὺ ἀμέσως θεραπεύθηκε καὶ πίστεψε στὸν Χριστὸ καὶ βαπτίστηκε μαζὶ μὲ ὅλη τὴ φρουρά του. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἐπωνομάσθηκε ὁ Εὐσεβὴς (AntoninusPius).
Ἐλεύθερη πιὰ ἡ ἁγία, ἀφέθηκε νὰ κηρύττει τὸν Χριστὸ καὶ σ᾽ ἄλλες περιοχές, μέχρι ποὺ ξανασυνελήφθη ἀπὸ τὸν διοικητὴ μιᾶς πόλης, ὀνόματι Ἀσκληπιό. Παραδόθηκε ξανὰ καὶ σὲ ἄλλα φρικτὰ μαρτύρια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα διαφυλάχθηκε καὶ πάλιν ἀβλαβὴς μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τέλος ὑπέστη τὸν διὰ ξίφους θάνατο, λαμβάνοντας ἀπὸ τὸν στεφοδότη Χριστὸ τὰ ἀμάραντα στεφάνια τῆς παρθενίας, τῆς ὁμολογίας καὶ τοῦ μαρτυρίου. Ἐξαιρέτως ἔλαβε τὴν ἰδιαίτερη χάρη νὰ θεραπεύει ὀφθαλμικὲς παθήσεις.
«Τιμὴ Μάρτυρος, μίμησις Μάρτυρος», λέει κάπου ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Κι ἐμεῖς, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, πρέπει νὰ ἀναλογισθοῦμε τὶς ἀρετὲς τῆς ἁγίας Παρασκευῆς καί, ὅσο μπορεῖ ὁ καθένας μας, νὰ ἀγωνισθοῦμε νὰ τὶς μιμηθοῦμε. Νὰ ξεχωρήσουμε τρεῖς: Τὴν ἁγνότητα καὶ σωφροσύνη της, τὴ θαυμαστὴ ἀγάπη της στὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ τὴν ὁδήγησαν στὴν τρίτη, τὴν ἀνδρεία ὁμολογία τῆς Πίστης της.
Ζοῦμε σὲ μιὰ ἐποχὴ ἐσχάτων χρόνων, ποὺ καὶ οἱ τρεῖς αὐτὲς ἀρετὲς τείνουν νὰ ἐκλείψουν: Ψυχράνθηκε ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν στὸν Θεὸ καὶ στὸν πλησίον μας. Κυριαρχεῖ ἡ ἰδιοτέλεια, ἡ ἀδιαφορία, ἠ ἀσπλαγχνία, ἡ ἀπιστία, ἡ ἀνυποταξία στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἀπόρροια αὐτῶν, τὸ βύθισμα τῶν ἀνθρώπων στὴν προσπάθεια νὰ «χαροῦν» τὰ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου τούτου, τὶς σαρκικὲς ἡδονές, νομίζοντας πὼς ἔτσι θὰ γεμίσουν τὸ κενὸ τῆς ψυχῆς τους. Μά, οἱ σαρκικὲς ἡδονὲς μόνο ὀδύνες φέρνουν, ψυχικὲς καὶ σωματικές, καὶ θάνατο ψυχικό, καὶ πολλὲς φορές, κρίμασι Θεοῦ, καὶ σωματικό. Καὶ τέλος, στὶς μέρες μας κυριαρχεῖ ἡ ἔλλειψη διάθεσης νὰ ὁμολογοῦμε μὲ θάρρος τὴν Πίστη μας στὴν καθημερινὴ ζωή, σὰν νὰ ντρεπόμαστε ποὺ εἴμαστε χριστιανοί.
Ἀδελφοί, ἡ μεγαλομάρτυς Παρασκευὴ μᾶς καλεῖ, ἰδιαίτερα σήμερα, στὴ μνήμη της, νὰ μιμηθοῦμε τὸν βίο, τὰ ἔργα της. Νὰ ἀγαπήσουμε ὁλόψυχα τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀδελφούς μας, νὰ γίνουμε κήρυκες τῆς Πίστης μας σ᾽ αὐτούς, νὰ ζήσουμε μὲ σωφροσύνη καὶ ἐγκράτεια. Ἔτσι, θὰ λάβουμε πλούσια τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ βοήθεια τῶν ἁγίων μας, καὶ θὰ ἀξιωθοῦμε νὰ ἀπολαύσουμε τὴν αἰώνια ζωή, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, στὸν ὁποῖο ἀνήκει, μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τιμὴ καὶ προσκύνηση στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν!
Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 53432
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

Η θαυματουργός Αγία Παρασκευή
Η αγία Παρασκευή τιμάται όχι μόνον από τις γυναίκες εκείνες που φέρουν το όνομά της, αλλά και από όλους τους Χριστιανούς. Αυτό γίνεται ιδιαιτέρως στην Επαρχία μας, αφού υπάρχουν πολλοί ενοριακοί ναοί, αλλά και εξωκκλήσια που τιμώνται στο όνομά της και αυτήν την ημέρα πανηγυρίζουν λαμπρώς.
Ο βίος της αγίας Παρασκευής είναι θαυμαστός. Οι γονείς της ήταν ευσεβείς και ενάρετοι, η γέννησή της έγινε με την επέμβαση του Θεού, η ίδια μεγάλωσε με χριστιανικό τρόπο, διένειμε την περιουσία της στους πτωχούς, έγινε μοναχή, κήρυττε τον Χριστό, τον ομολόγησε και τελικά υπέστη πολλά βασανιστήρια και εμαρτύρησε για την αγάπη του Χριστού. Έτσι λέγεται οσιοπαρθενομάρτυς.
Υπάρχουν εικόνες που παρουσιάζουν την αγία Παρασκευή να κρατά με τα χέρια της ένα πιάτο μέσα στο οποίο υπάρχουν δύο μάτια. Αυτή η παράσταση αναφέρεται σε ένα θαύμα που επετέλεσε η Αγία. Ένα από τα μαρτύριά της ήταν ότι την έβαλαν μέσα σε ένα πυρακτωμένο λέβητα μέσα στον οποίο υπήρχε καυτό λάδι και αναμμένη πίσσα. Παρά ταύτα η Αγία, με την Χάρη του Θεού, όχι μόνον δεν καιγόταν, αλλά και φαινόταν ωσάν να δροσιζόταν. Ο Βασιλεύς που παρακολουθούσε το μαρτύριο, θαυμάζοντας για το γεγονός αυτό, της είπε να του ρίξη λίγο από το λάδι και την πίσσα για να διαπιστώση εάν είναι καμμένα. Μόλις η αγία Παρασκευή του έρριξε λίγο από αυτά αμέσως τυφλώθηκαν οι οφθαλμοί του. Τότε παρεκάλεσε την Αγία να ικετεύση τον Θεό να του δώση πάλι το φως των οφθαλμών του, πράγμα που έγινε με την προσευχή της. Αυτό το θαύμα μας υπενθυμίζει η συγκεκριμένη εικόνα της αγίας Παρασκευής.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πολλοί άρρωστοι, των οποίων πάσχουν τα μάτια, θεωρούν την αγία Παρασκευή ως προστάτη τους και την παρακαλούν να επέμβη θαυματουργικά και να τους θεραπεύση. Οι άγιοι, με την βοήθεια του Θεού, είναι ιατροί των ψυχών και των σωμάτων μας. Σε αυτούς καταφεύγουμε όταν έχουμε διάφορα προβλήματα και ζητούμε την βοήθειά τους. Βέβαια, θεολογικά λέμε ότι δια των αγίων ενεργεί Αυτός ο Ίδιος ο Θεός, αφού οι άγιοι είναι φίλοι και θεράποντες του Χριστού.
Κατ’ επέκταση, η αγία Παρασκευή μπορεί να θεωρηθή και ιατρός των ασθενειών του ψυχικού οφθαλμού που είναι ο νους μας. Πέρα από τον οφθαλμό του σώματος έχουμε και τον οφθαλμό της ψυχής με τον οποίο μπορούμε να δούμε την δόξα του Θεού. Και όπως τα σωματικά μάτια αρρωσταίνουν, έτσι αρρωσταίνει και ο οφθαλμός της ψυχής. Επειδή είναι άρρωστος ο ψυχικός οφθαλμός, γι’ αυτό και είμαστε πονηροί, και δεν μπορούμε να δούμε τον Θεό. Η αίρεση, η αθεΐα, η άγνοια του Θεού, και πολλές άλλες ψυχικές ασθένειες είναι αποτέλεσμα του ότι πάσχει ο πνευματικός οφθαλμός.
Ο Προφητάναξ Δαυίδ λέγει σε έναν ψαλμό: «φωτιείς μοι το σκότος». Μέσα μας υπάρχει σκότος γιατί τυφλωθήκαμε ψυχικά και δεν μπορούμε να δούμε την δόξα του Θεού. Γι’ αυτό και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς προσευχόταν στον Χριστό: «φώτισόν μου το σκότος».
Σήμερα εορτάζουμε και πανηγυρίζουμε την αγία Παρασκευή, που έζησε με τον Χριστό και μαρτύρησε για την δόξα Του. Είναι η προστάτης και όλων εκείνων που έχουν πρόβλημα στα σωματικά τους μάτια, αλλά και όλων μας που έχουμε πρόβλημα με τους ψυχικούς μας οφθαλμούς και δεν μπορούμε να δούμε την αγάπη του Θεού, δεν μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε τα πάθη μας, την ανάγκη που έχουν οι διπλανοί μας, αλλά δεν μπορούμε να δούμε και τον τρόπο με τον οποίο θα σωθούμε. Κι αν παρακαλέσουμε την αγία Παρασκευή με πίστη θα μας θεραπεύση.
Εύχομαι σε όλους σας χρόνια πολλά και ευλογημένα. Η αγία Παρασκευή να σας προστατεύη σε όλη σας την ζωή, με την δύναμη και Χάρη του Χριστού.
† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 53432
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς και του Υἱοῦ και τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
Χρόνο μὲ τὸ χρόνο καὶ ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ διαβάζουμε τὸ Εὐαγγέλιο σὲ νέα πλαίσια και ὑπὸ τὸ πρῖσμα σημερινῶν καταστάσεων, εἴτε εἶναι προσωπικὲς ἤ ἱστορικὲς. Καὶ κάθε φορὰ τὸ ἕνα ἤ τὸ ἄλλο ἐδάφιο μπορεῖ μὲ διαφορετικὸ τρόπο νὰ προκαλεῖ τὴν προσοχή μας.
Σήμερα διαβάσαμε τὴν περικοπὴ γιὰ τὸν χορτασμὸ τοῦ πλήθους ἀπὸ τὸν Χριστὸ. Καὶ πιὸ συχνὰ ἔχουμε διαβάσει στὰ κείμενα τῶν Πατέρων καὶ σὲ πνευματικοὺς συγγραφεῖς γιὰ τὸ αἴσθημα τῆς κατάπληξης στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς δύναμης ποὺ μποροῦσε νὰ θρέψει τόσους πολλοὺς μὲ τόσο λίγα, ποὺ πράγματι κάνει θαύματα σ’ ἕναν κόσμο τόσο πολὺ ἀποξενωμένο ἀπὸ Ἐκεῖνον, ὅταν μοναχὰ μιὰ ὑποψία πίστης, μιὰ ρωγμὴ στὴν ἁρματωσιὰ τῆς ἀπιστίας μας θὰ τοῦ ἐπέτρεπε νὰ ἐνεργήσει.
Καὶ σήμερα διαβάζοντας τὴν Εὐαγγελικὴ περικοπὴ μὲ ξάφνιασαν ξανὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ. Οἱ μαθητὲς του κάνουν ἔκκληση νὰ διώξει τὰ πλήθη, ἐπειδὴ ἡ μέρα ἔφθασε στὸ τέλος της, ἐπειδὴ ἡ ἀπόσταση ἀπὸ τὸ μέρος ποὺ βρίσκονται μέχρι τὰ γειτονικὰ χωριὰ εἶναι μεγάλη, ἡ κούραση καὶ τὸ σκοτάδι θα τοὺς καταβάλλουν ἐὰν παραμείνουν ἐκεῖ περισσότερο. Καὶ ὅμως, ἔμειναν χωρὶς φαγητὸ μιὰ ὁλόκληρη μέρα, ἀκούγοντας τὸν ζωηφόρο λόγο τοῦ Χριστοῦ.
Καὶ ὁ Χριστὸς λέει στοὺς μαθητὲς: Ὄχι, δὲν χρειάζεται νὰ φύγουν· δῶστε τους ἐσεῖς νὰ φᾶνε.. Πῶς μποροῦν νὰ θρέψουν ἕνα πλῆθος τόσο μεγάλο; Χιλιάδες ἄνδρες, γυναῖκες, παιδιὰ, ἐνῶ τὸ μόνο ποὺ ἔχουν εἶναι πέντε ψωμιὰ καὶ δύο ψάρια. Καὶ ἐδῶ εἶναι ἡ πρόκληση ποὺ ἀπευθύνει ὁ Χριστὸς σ’ ἐκείνους καὶ σ’ ἐμᾶς. Ναί – ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ πραγματοποιήσει αὐτὸ τὸ θαῦμα· ἀλλὰ ὄχι ἄν δὲν συμβάλλουμε σ’ αὐτὸ ἁπλόχερα καὶ μ’ ἀνοιχτὴ καρδιὰ. Δὲν εἶπε στοὺς μαθητὲς Του: Κρατῆστε ὅσο περισσότερα τρόφιμα μπορεῖτε γιὰ σᾶς, καὶ δῶστε τὰ ὑπόλοιπα, ὅ,τι ἀπέμεινε στοὺς ἄλλους. Τοὺς λέει: Πᾶρτε ὅ,τι ἔχετε καὶ δῶστε τα ὅλα…
Αὐτὸ δὲν μᾶς λέει ὁ Χριστὸς, μὲ πολὺ ἰδιαίτερο τρόπο, σὲ ἐποχές ποὺ εἴμαστε τόσο ἀσφαλεῖς, τόσο πλούσιοι, καὶ ὅταν καθημερινὰ ἀκοῦμε γιὰ πείνα, δυστυχία, γιὰ θάνατο ἀπὸ ἀσιτία ἑκατοντάδων ἀνθρώπων. Καὶ αὐτὸ ποὺ ἁπλὰ μᾶς λέει ὁ Θεὸς εἶναι: δῶστε ὅ,τι μπορεῖτε καὶ ἄφηστε με μετὰ νὰ ἐνεργήσω· μὴν μοῦ ζητᾶτε νὰ κάνω ἕνα θαῦμα, ἐνῶ μπορεῖτε νὰ τὸ κάνετε μόνοι σας.
Οἱ Ἀπόστολοι μποροῦσαν νὰ κάνουν λίγα πράγματα· μποροῦσαν νὰ μοιράσουν πέντε ἅρτους καὶ δύο ψάρια· ἀλλὰ ἐμεῖς μποροῦμε νὰ μοιράσουμε τόσα πολλὰ! Ἐὰν οἱ καρδιὲς μας ἦταν ἀνοιχτὲς, ὁ Θεὸς θὰ ἔκανε τὶς πέτρινες καρδιές μας καρδιὲς ζωντανές, ἄν εἴχαμε μάθει τὶ σημαίνει νὰ εἴμαστε γενναιόδωροι καὶ ὑπεύθυνοι ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον, ἄν εἴχαμε μάθει λίγο, τόσο λίγο! – ν’ ἀγαπᾶμε στὴν πράξη τὸν πλησίον μας, τότε δὲν θὰ ὑπῆρχε πείνα στὸν κόσμο.
Καὶ αὐτὸ ποὺ μᾶς λέει σήμερα το Εὐαγγέλιο, εἶναι , «κοιτᾶξτε γύρω σας»· σὲ κάθε πρόσωπο ποὺ πεινάει, ποὺ δὲν ἔχει στέγη, ποὺ βρίσκεται σὲ ἀνάγκη καὶ θυμηθεῖτε ὅτι καθένα ἀπὸ αὐτὰ τὰ πρόσωπα εἶναι δική σας εὐθύνη, ἡ πείνα τους, ἡ ἔλλειψη στέγης, ἡ δυστυχία τους εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ πλούτου, τῆς ἄνεσης, καὶ τῆς ἄρνησής σας νὰ μοιραστεῖτε, νὰ προσφέρετε, ὄχι νὰ δώσετε περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι ἔχετε -ἁπλὰ νὰ δώσετε.
Ἄν μοναχὰ θυμόμασταν, καθὼς ἕνας Ἅγιος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα δὲν θυμᾶμαι τώρα, γράφει σ’ ἕνα κείμενό του, ὅτι ὅποτε τρώει μιὰ μπουκιὰ ποὺ δὲν τοῦ εἶναι ἀπαραίτητη, ὅποτε ἀποκτᾶ ἥ κατέχει ὁ,τιδήποτε πέρα ἀπὸ τὶς ἀπόλυτες ἀνάγκες του, τὸ κλέβει ἀπὸ τοὺς πεινασμένους, ἀπὸ τοὺς ἄστεγους, ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν ροῦχα – εἶναι κλέφτης.
Δὲν ἀπευθύνεται ἀκριβῶς αὐτὸ σὲ μᾶς ἀπ’ ὅτι στὸν ἀσκητή;
Ἄς προβληματιστοῦμε, ἐπειδὴ συμπεριφέρομαστε σὰν ἀνόητοι, ἀνάξιοι οἰκονόμοι· ὑπάρχει κάτι παρόμοιο ὅπως ἡ διαχείριση τοῦ πλούτου- πνευματικοῦ, συναισθηματικοῦ, ἠθικοῦ καὶ ὑλικοῦ. Θυμᾶστε πιθανὸν τὴν ἱστορία τοῦ ἀνάξιου, ἀπίστου οἰκονόμου ποὺ γέλασε τὸν κύριο του, τὸν ἔκλεψε, καὶ ὅταν ἐπρόκειτο ν’ ἀπολυθεῖ ἐπειδὴ ὁ κύριος του ἀνακάλυψε τὴν ἀτιμία του,κάλεσε τοὺς ἀνθρώπους ποὺ τοῦ χρωστοῦσαν χρήματα καὶ μείωσε τὸ χρέος τους. Αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ μάθουμε. Στράφηκε στοὺς ἀνθρώπους, καὶ ἔδωσε ὅποια βοήθεια μποροῦσε· ἐμεῖς δὲν τὸ κάνουμε. Ἄς μᾶς προβληματίσουν τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ: Δὲν χρειάζεται νὰ φύγουν μακρυά μου γιὰ νὰ φᾶνε· δῶστε τους ὅ,τι χρειάζονται.. Καὶ ἄν κοιτάξουμε γύρω μας, ὄχι μακρυά, ἀλλὰ ἀκριβῶς δίπλα μας, τὶς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων ποὺ πεινᾶνε, ποὺ εἶναι ἄστεγοι, ποὺ εἶναι στερημένοι ἀπὸ δικαιώματα, ἤ ἁπλὰ τοὺς γείτονες μας ποὺ εἶναι κάποιες φορὲς τόσο μοναχικοὶ, ποὺ χρειάζονται ἕναν λόγο παρηγοριᾶς, φιλία, ἀλληλεγγύη, θὰ μπορούσαμε νὰ κάνουμε πράξη τὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ.
Ἄς μὴν ξεγελιόμαστε, δὲν θὰ γίνει αὐτὸ μὲ λόγια παρηγοριᾶς, μ’ εὐγενικὲς χειρονομίες. Ὁ Χριστὸς εἶπε: Δῶστε ὅ,τι ἔχετε καὶ ἴσως θὰ πεῖ σὲ μᾶς ἐκτιμώντας τὴν λιγοστὴ πίστη ποὺ ἔχουμε, τὴν στενότητα καὶ τὴν σκληρότητα τῆς καρδιᾶς μας: Δῶστε ὅ,τι εἶναι περιττὸ στὴ ζωὴ σας, ὅ,τι ξοδεύετε γιὰ τὸν ἑαυτὸ σας χωρὶς νὰ χρειάζεται, δίχως ν’ ἀντλεῖται ἀπ’ αὐτὰ ἀληθινὴ χαρὰ καὶ ἱκανοποίηση- δῶστε τα καὶ τὸτε ἀφῆστε τὸ Θεὸ νὰ ὁλοκληρώσει τὸ δῶρο Του, νὰ κάνει τὰ ὑπόλοιπα.
Αὐτὴ εἶναι ἡ κρίση τοῦ Θεοῦ ἐπάνω μου· εἶναι ἐπίσης τὸ κάλεσμα ποὺ ἀπευθύνει στὸν καθένα ἀπὸ σᾶς. Ἀμήν.
Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Μηνύματα”