Ψυχοφελή μηνύματα...

Καθημερινά πνευματικά μηνύματα.

Συντονιστής: Συντονιστές

toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 51062
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

Χριστός Ετέχθη! Καλά και ευλογημένα Χριστούγεννα σε όλους με υγεία και ευλογία Θεού στη ζωή μας !
Ας προσφέρουμε στο Θείο Βρέφος τις αμαρτίες μας ώστε να μας φωτίζει ο Κύριος πάντοτε να κυοφορούμε τη μετάνοια γεννώντας χαρίσματα και αρετές στο δρόμο της σωτηρίας.
Χρόνια πολλά και ευλογημένα σε όλους ! Με χαρά ! Ευλογία! Αγάπη! Ειρήνη! Μετάνοια! και Ενότητα!!!!
"Τὰ σύμπαντα σήμερον χαρᾶς πληροῦνται· Χριστὸς ἐτέχθη ἐκ τῆς Παρθένου."
"Ὁ ἀχώρητος παντί, πῶς ἐχωρήθη ἐν γαστρί;"
"Θεὸς τὸ τεχθέν, ἡ δὲ Μήτηρ Παρθένος. Τὶ μεῖζον ἄλλο καινὸν εἶδεν ἡ κτίσις"
π.Σπυρίδων Σκουτής - euxh. gr"
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 51062
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

Περνούν οι μέρες ίδιες, άχρωμες, άοσμες. Μέσα στη ρουτίνα, το άγχος,την απογοήτευση ,την κατάθλιψη. Κυνηγάμε τον χρόνο και αυτός εμάς.
Να πάρουμε πτυχία, να παντρευτούμε, να κάνουμε παιδιά , εγγόνια και μετά τι; Προχωράμε σε μονοπάτια πλατιά, βατά που στο τέλος όμως καταλήγουν σε αδιέξοδα, γκρεμούς. Σε λιγες μέρες όμως θα Γεννηθεί ο Χριστός μέσα σε κάθε ψυχή. Αδερφέ μου, μην είσαι μέσα σε δρόμο παρακμής, αλλά όμορφος και μεταμορφωμένος σε ανηφορικό δρόμο προς τον Ουρανό. Μπορεί η μέρα σου να είναι ίδια με τα κοσμικά δεδομένα αλλά προσπάθησε να της δώσεις άλλη τροχιά, άλλον προσανατολισμό. Μη σταθείς μόνο σε «πρέπει», «έτσι κάνουμε και γίνεται». Βάλε ουσία και αγάπη Χριστού διότι μόνο τότε τα πράγματα παίρνουν την προοπτική που τους αξίζει και αυτή η προοπτική δεν γνωρίζει θάνατο.
Να μην είναι η προσευχή μόνο με λόγια αλλά να βγαίνει αγαπητικά με πόθο, θυσία και προσπάθεια. Να μην είναι ποτέ ίδιο το χαμόγελο σου , η κουβέντα σου, η χειραψία σου , η αγκαλιά σου στον άνθρωπο σου ή το παιδί σου. Φύγε από την ρουτίνα , από τα κουτάκια του μυαλού και των λογισμών. Κόψε τα πονηρά ραντεβού με τους δαίμονες των παθών. Βάλε τον Χριστό στη ζωή σου, θα γίνει η έρημος όπως ο παράδεισος, το σκοτάδι εντός σου θα υποχωρήσει όπως έφυγε η θάλασσα στη σταύρωση του Κυρίου μας.
Να βαπτίσουμε το κάθετι στη ζωή μας με τον Χριστό. Τι σημαίνει αυτό ;Την προοπτική της αιωνιότητας και όχι της ηθικής κοσμικής τακτοποίησης. Κοιτάμε τα πράγματα της ζωής με την προοπτική ενός τέλους και όχι της αιωνιότητας, εκεί κρύβεται και η τραγικότητα μας ότι με τον τρόπο που ενεργούμε, τίποτα δεν μπορεί να ζήσει, διότι ο τρόπος που το χειριζόμαστε του δείχνουμε το τέλος και την καταστροφή και όχι τον Ουρανό.
Κοιτάμε να πάρουμε αγάπη, χαρά, ευτυχία…. Δεν αναρωτηθήκαμε ποτέ με ποιόν τρόπο θα δώσουμε. Τι ωραίο και υπέροχο είναι να δίνεις χαρά , ευτυχία και χαμόγελο. Να αγαπάς και ξαφνικά την ώρα εκείνη ενώ δίνεις αγάπη παίρνεις Θεό! Δίνεις Θεό και η χάρις σε γεμίζει. Παραπονιόμαστε γιατί δεν μας αγαπούν , δεν μας λένε καλά λόγια, δεν μας κάνουν φίλους. Κάνουμε επίθεση και κοιτάμε τα λάθη των άλλων ενώ ευλογούμε τη δική μας ανικανότητα ως τελειότητα. Θέλει κότσια να κοιτάξεις μέσα σου! Αυτή τη βοήθεια της καταδύσεως για να κοιτάξω μέσα μου μας δίνει η Αγίας μας Εκκλησία.
Αυτά τα ξαφνικά , τα μεταμορφωμένα είναι τα ωραία. Έτσι ξαφνικά και απρόσμενα ήρθε και ο Θεός και έγινε άνθρωπος. Ήρθε ο Αναμενόμενος! Ένας Θεός εκπλήξεων που δεν είναι ποτέ προβλέψιμος και όλο μας ξαφνιάζει με τις μεταμορφώσεις Του μέσα στις καρδιές των ανθρώπων.
Τον περιμέναμε μεν…αλλά όχι έτσι….Μας ξάφνιασε…ήρθε το Φως μέσα στο σκοτάδι, ήρθε η ευωδία μέσα στη δυσωδία του κόσμου…. Όλες οι απαντήσεις των υπαρξιακών ερωτημάτων και της ουσίας της ζωής βρίσκονται μέσα στη φάτνη.
Το άστρο φωτίζει μεν τη φάτνη αλλά μας δείχνει και τον δρόμο της επιστροφής , δηλαδή την πηγή του παραδείσου. Ρωτάνε πολλοί:<<Γιατί η ζωή μου είναι χάλια ;.>>Πολύ απλά διότι κάπου κάνεις λάθος και το λάθος είναι ότι περπατάς στο σκοτάδι κάνοντας σχέδια ενώ έχεις ξεχάσει το Φως .
Χριστούγεννα, κάθε χρόνο οι ίδιες εύχες, λαμπάκια, γλυκά και τραγούδια…..
Για τον άνθρωπο όμως που ποθεί τον Ουρανό κάθε εορταστική περίοδος είναι μια ευκαιρία να στολίσει τον εαυτό του και τη ζωή του με τη χάρι του Θεού. Μια ευκαιρία να καταλάβω τον Χριστό και τον εαυτό μου……
Αχ! Αυτή η ελευθερία και η προαίρεση! Να λαμβάνει σάρκα ο ίδιος ο Θεός και εμείς να κοιτάμε το σκοτάδι! Αχ! Αυτή η τραγικότητα μας ….Τι αγάπη είναι αυτή που μας αντέχεις αιώνια τώρα, σιωπηρός και πονεμένος…..;
Χριστούγεννα... Ποιες λέξεις μπορείς να βάλεις δίπλα σε αυτή την γέννα; Μόνο προσευχή , νηστεία, εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία …Μόνο με τέτοιους τρόπους γιόρταζει η ύπαρξή μας Χριστούγεννα….
Καλές αναζητήσεις και καταδύσεις στις καρδιές μας.
π. Σπυρίδων Σκουτής - euxh. gr
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 51062
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

Χρόνια πολλά και ειρηνικά!!!
Ας συναντηθούμε για να αγκαλιαστούμε και όχι για να συγκρουστούμε!
Να μιλάμε για να επικοινωνούμε και όχι για να «την πούμε» στον άλλον!
Την αγάπη μου σε όλους και όλες!

Αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 51062
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

Ο Στέφανος, που στεφανώνοντας τον Βασιλέα στεφανώθηκε.
Ο Στέφανος, το πολύανθο της πίστεως κλωνάρι, το μοσχομυρωδάτο της αγάπης ρόδο, το αμάραντο άνθος της ελπίδος, της χάριτος το λουλουδιασμένο βλαστάρι, της αιωνίου αμπέλου το κατάφορτο κλήμα, ο μελιστάλαχτος καρπός της αθανασίας.
Ο Στέφανος, το παρακλάδι του Σταυρωθέντος που στα Ουράνια φθάνει, που γεμάτος από κάθε καλό έργο και λόγο αποτέλεσε ακατάλυτο πύργο της ομολογίας και ασάλευτο οχύρωμα της υπομονής.
Ο Στέφανος, ο σταυροφόρος αήττητος στρατιώτης της εγκράτειας και της ευσέβειας, ο έμψυχος στρατηλάτης, ο θαρραλέος ρήτορας, κατά των Χριστοκτόνων.
Λέει λοιπόν η Γραφή ότι ο Στέφανος ήταν «πλήρης χάριτος και δυνάμεως».
Θυμιατήριο της Χάριτος ήταν ο Στέφανος, που ευωδίαζε το λιβάνι της αγιοσύνης. Πηγή της Χάριτος που ανέβλυζε τα παντοτινά νάματα της αρετής. Νείλος της Χάριτος που ξεχείλιζε από ευσέβεια. Αθλητής της Χάριτος ασυναγώνιστος από κάθε αντίπαλο.
Στρατιώτης της Χάριτος, που αντιπάλευε κάθε πανουργία και κάθε φοβέρα, και στέκονταν ακλόνητος σε κάθε επίθεση, δεχόμενος με καρτερία τους διωγμούς, θαυματοποιώντας, διώκοντας τα πάθη, γιατρεύοντας τις αρρώστιες, εκδιώκοντας τους δαίμονες, υπηρετώντας τους φτωχούς, ανακουφίζοντας τους ασθενείς, υπερασπίζοντας τις χήρες, προστατεύοντας τα ορφανά και τους αδικουμένους, αυξάνοντας το κήρυγμα, αναγγέλλοντας την πίστη· μιλώντας και καυχούμενος για τον Σταυρό, τους ήλους, τον κάλαμο, δοξάζοντας τα δεσμά, διακηρύττοντας τη λόγχη, που για χάρη μας έπληξε την πλευρά του Κυρίου, προσκυνώντας το Πάθος του Κυρίου που θανάτωσε τον θάνατο.
Άγιος Πρόκλος Κων/πόλεως
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 51062
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

Φώτης Κόντογλου - Χριστούγεννα στὴ σπηλιά
Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα καὶ χιονιᾶς πάντα πᾶνε μαζί. Μὰ ἐκείνη τὴ χρονιὰ οἱ καιροὶ ἤτανε φουρτουνιασμένοι παρὰ φύση. Χιόνι δὲν ἔρριχνε. Μοναχὰ ποὺ ἡ ἀτμόσφαιρα ἤτανε θυμωμένη, καὶ φυσούσανε σκληροὶ βοριάδες μὲ χιονόνερο καὶ μ᾿ ἀστραπές. Καμμιὰ βδομάδα ὁ καιρὸς καλωσύνεψε καὶ φυσοῦσε μία τραμουντάνα ποὺ ἀρμενιζότανε. Μὰ τὴν παραμονὴ τὰ κατσούφιασε. Τὴν παραμονὴ ἀπὸ τὸ πρωΐ ὁ οὐρανὸς ἤτανε μαῦρος σὰν μολύβι, κ᾿ ἔπιασε κ᾿ ἔρριχνε βελονιαστὸ χιονόνερο.
Σὲ μία τοποθεσία ποὺ τὴ λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ἕνα μαντρὶ μὲ γιδοπρόδατα, ἀπάνω σὲ μιὰ πλαγιὰ τοῦ βουνοῦ ποὺ κοίταζε κατὰ τὸ πέλαγο· τὸ μέρος αὐτὸ ἤτανε ἄγριο κ᾿ ἔρημο, γεμάτο ἀγριόπρινα, σκίνους καὶ κουμαριές, ποὺ ἤτανε κατακόκκινες ἀπὸ τὰ κούμαρα. τὸ μαντρὶ ἤτανε τριγυρισμένο μὲ ξεροτρόχαλο [=ξερολιθιά].
Οἱ τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σὲ μιὰ σπηλιὰ ποὺ βρισκότανε παραμέσα καὶ πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὴ μάντρα καὶ ποὺ κοίταζε κατὰ τὴ νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, μὲ τρία - τέσσερα χωρίσματα, κι ἀψηλὴ ὡς τρία μπόγια. Τὰ ζωντανὰ σταλιάζανε κάτω ἀπὸ τὶς χαμηλὲς σάγιες, ποὺ ἔσκυβες γιὰ νὰ μπεῖς μέσα. Σωροὶ ἀπὸ κοπριὰ στεκόντανε ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, καὶ βγάζανε μία σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, τὸ χῶμα ἤτανε σκουπισμένο καὶ καθαρό, γιατὶ οἱ τσομπάνηδες ἤτανε μερακλῆδες, καὶ βάζανε τὰ παιδιὰ καὶ σκουπίζανε ταχτικὰ μὲ κάτι σκοῦπες κανωμένες ἀπὸ ἀστοιβιές.
Ἀρχιτσέλιγκας ἤτανε ὁ Γιάννης ὁ Μπαρμπάκος, ἕνας ἄνθρωπος μισάγριος, γεννημένος ἀνάμεσα στὰ γίδια καὶ στὰ πρόβατα. Ἤτανε μαῦρος, μαλλιαρός, μὲ γένεια μαῦρα κόρακας, σγουρὰ καὶ σφιχτὰ σὰν τοῦ κριαριοῦ. Φοροῦσε σαλβάρια κοντὰ ὡς τὸ γόνατο, σελάχι στὴ μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαριὰ τζεσμέδια στὰ ποδάρια του· τὸ κεφάλι του τὸ εἶχε τυλιγμένο μ᾿ ἕνα μεγάλο μαντίλι σὰν σαρίκι, κ᾿ οἱ μαρχαμάδες [= τὰ κρόσια] κρεμόντανε στὸ πρόσωπό του. Ἀρχαῖος ἄνθρωπος!
Εἶχε δυὸ παραγυιούς, τὸν Ἀλέξη καὶ τὸν Δυσσέα, δυὸ παλληκαρόπουλα ὡς εἴκοσι χρονῶν. Εἶχε καὶ τρία παιδιά, ποὺ τοὺς βοηθούσανε στ᾿ ἄρμεγμα καὶ κοιτάζανε τὸ μαντρὶ νά ῾ναι καθαρό. Αὐτὲς οἱ ἕξι ψυχὲς ἐζούσανε σὲ κεῖνο τὸ μέρος, κρυφὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Ἀνάρια βλέπανε ἄνθρωπο.
Ἡ σπηλιὰ ἤτανε καπνισμένη κι ὁ βράχος εἶχε μαυρίσει ὡς ἀπάνω ἀπὸ τὴν καπνιὰ ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα τῆς σπηλιᾶς. Ἐκεῖ μέσα εἴχανε τὰ γιατάκια τους, σὰν μεντέρια, στρωμένα μὲ προβιές. Στοὺς τοίχους τῆς σπηλιᾶς εἴχανε μπήξει παλούκια μέσα στὶς σκισμάδες τοῦ βράχου, καὶ κρεμόντανε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές, τουφέκια καὶ μαχαίρια, λὲς κ᾿ ἤτανε λημέρι τῶν ληστῶν. Ἀπ᾿ ἔξω φυλάγανε οἱ σκύλοι, ὅλοι ἄγριοι σὰν λύκοι.
Ἡ ἀκροθαλασσιὰ βρισκότανε ὡς ἕνα τσιγάρο ἀπόσταση ἀπὸ τὴ μάντρα. Ἤτανε ἔρημη, κι ἄλλο δὲν ἀκουγότανε ἐκεῖ πέρα παρὰ μοναχὰ ὁ ἀγκομαχητὸς τοῦ πελάγου, μέρα - νύχτα. Μὲ τὸν βοριὰ ἀπάγκιαζε, καὶ καμμιὰ φορᾶ πόδιζε κανένα καΐκι. Ἀλλιῶς δὲν ἔβλεπες βάρκα πουθενά. Ἀπὸ τὸ μαντρὶ ἀγνάντευε κανένας τὸ πέλαγο ἀνάμεσα στὰ δέντρα, καὶ τὸ μάτι ξεχώριζε καθαρὰ τὰ βουνὰ τῆς Μυτιλήνης.
Τὴν παραμονὴ τὰ Χριστούγεννα, εἴπαμε πὼς ὁ καιρὸς χάλασε, κι ἄρχισε νὰ πέφτει χιονόνερο. Οἱ τσομπάνηδες εἴχανε μαζευτεῖ στὴ σπηλιὰ κι ἀνάψανε μία μεγάλη φωτιὰ καὶ κουβεντιάζανε. Τὰ παιδιὰ εἴχανε σφάξει δυὸ ἀρνιὰ καὶ τὰ γδέρνανε. Ὁ Ἀλέξης ἔβαλε ἀπάνω σ᾿ ἕνα ράφι μυτζῆθρες καὶ τυρὶ ἀνάλατο μέσα στὰ τυροβόλια, ἁγίζι καὶ γιαούρτι. Ὁ Δυσσέας εἶχε μία παλιὰ Σύνοψη, κ᾿ ἐπειδὴ γνώριζε λίγο ἀπὸ ψαλτικὰ κ᾿ ἤξερε καὶ πέντε γράμματα, διάβαζε τὶς Κυριακάδες κι ὅποτε ἤτανε γιορτὴ κανένα τροπάρι καὶ λιγοστὰ ἀπὸ τὸν Ἑξάψαλμο. Ἐκείνη τὴν ὥρα φυλλομετροῦσε τὴ Σύνοψη, γιὰ νὰ δεῖ τί γράμματα ἤτανε νὰ πεῖ.
Θά ῾τανε ὥρα σπερινοῦ. Κείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πὼς θά ῾τανε τίποτα κυνηγοί· τὸ ἕνα παιδί, ποὺ εἶχε πάγει νὰ φέρει ξύλα μὲ τὸν γάϊδαρο, εἶπε πὼς τὸ πρωὶ εἶχε ἀκούσει τουφεκιὲς κατὰ τὴν ἀπὸ μέσα θάλασσα, κατὰ τὴν Ἁγιὰ-Παρασκευή. Οἱ σκύλοι πιάσανε καὶ γαβγίζανε ὅλοι μαζὶ καὶ πεταχτήκανε ὄξω ἀπὸ τὴ μάντρα.
Σὲ λίγο φανερωθήκανε ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὴ σπηλιὰ δυὸ ἄνθρωποι μὲ τουφέκια, καὶ φωνάζανε τοὺς τσομπάνηδες νὰ μαζέψουνε τὰ σκυλιά, ποὺ χυμήξανε ἀπάνω τους. Ὁ Σκούρης ἄφησε τοὺς ἀνθρώπους κι ἅρπαξε ἕνα ἀπὸ τὰ ζαγάρια πού ῾χανε οἱ κυνηγοὶ καὶ τὸ ξετίναζε νὰ τὸ πνίξει. Ὁ κυνηγὸς ἔρριξε ἀπάνου του, καὶ τὰ σκάγια τὸν πόνεσανε καὶ γύρισε πίσω, μαζὶ μὲ τ᾿ ἄλλα μαντρόσκυλα, ποὺ πηγαίνανε πισώδρομα ὅσο κατεβαίνανε οἱ κυνηγοί. Τέλος πάντων, ἐβγῆκε ὁ Μπαρμπάκος μὲ τοὺς ἄλλους καὶ πιάσανε τὸν Σκούρη καὶ τὸν δέσανε, διώξανε καὶ τ᾿ ἄλλα σκυλιά.
«Ὥρα καλή, βρὲ παιδιά!» φώναξε ὁ Παναγὴς ὁ Καρδαμίτσας, ζωσμένος μὲ τὰ φυσεγκλίκια, μὲ τὸ ταγάρι γεμάτο πουλιά.
Ὁ ἄλλος, ποὺ ἤτανε μαζί του, ἤτανε ὁ γυιός του ὁ Δημητρός.
«Πολλὰ τὰ ἔτη!» ἀποκριθήκανε ὁ Μπαρμπάκος κ᾿ ἡ συντροφιά του. «Καλῶς ὁρίσατε!»
Τοὺς πήγανε στὴ σπηλιά.
«Μωρέ, τ᾿ εἶν᾿ ἐδῶ; Παλάτι! Παλάτι μὲ βασιλοποῦλες!» εἶπε ὁ μπάρμπα-Παναγής, δείχνοντας τὶς μυτζῆθρες ποὺ ἀχνίζανε.
Τοὺς βάλανε νὰ καθήσουνε, τοὺς κάνανε καφέ. Οἱ κυνηγοὶ εἴχανε κονιάκι. Κεραστήκανε.
«Βρὲ ἀδερφέ», ἔλεγε ὁ μπάρμπα-Παναγής, «ποιὸς νὰ τό ῾λεγε, χρονιάρα μέρα, πὼς θὰ κάνουμε Χριστούγεννα στὸ σπήλαιο ποὺ ἐγεννήθη ὁ Χριστός! Ἐχτὲς περάσαμε στὴν Ἁγιὰ-Παρασκευή, νὰ κυνηγήσουμε λίγο. Ἔ, δικός μας εἶναι ὁ ἡγούμενος, κοιμηθήκαμε στὸ μοναστήρι, καὶ σήμερα τὴν αὐγὴ βγήκαμε στὸ κυνήγι. Βλέποντας πὼς φουρτούνιασε ὁ καιρός, εἴπαμε πὼς δὲ θὰ μπορέσουμε νὰ περάσουμε τὸ μπουγάζι μὲ τὴ σαπιόβαρκα τοῦ μπάρμπα-Μανώλη τοῦ Βασιλέ. Κ᾿ ἐπειδὴ ξέραμε ἀπ᾿ ἄλλη φορὰ τὸ μαντρί, καὶ μὲ τὸ κυνήγι πέσαμε σὲ τοῦτα τὰ σύνορα, εἴπαμε νὰ ῾ρθουμε στ᾿ ἀρχοντικό σας... Μωρέ, τί σκύλο ἔχετε; Αὐτὸ εἶναι θηρίο, ἀσλάνι καὶ καπλάνι!
Μπρέ, μπρέ, μπρέ! τὸ ζαγάρι τὸ πετσόκοψε! Γιὰ κοίταξε τί χάλια τό ῾κανε!»
Καὶ γύρισε σὲ μία γωνιὰ τῆς σπηλιᾶς, ποὺ κλαμούριζε τὸ σκυλὶ κ᾿ ἔτρεμε σὰν θερμιασμένο.
«Ἔλα δῶ, Φλόξ! Φλόξ!»
Μὰ ἡ Φλὸξ ἀπὸ τὴν τρομάρα της τρύπωνε πιὸ βαθιά.
Ἅμα ἤπιανε δυὸ-τρία κονιάκια, ὁ μπάρμπα-Παναγὴς ἄρχισε νὰ μασᾶ τὰ μουστάκια του, καὶ στὸ τέλος ἔπιασε νὰ τραγουδᾶ:
Καλὴν ἑσπέραν, ἄρχοντες, ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστοῦ τὴν θείαν γέννησιν νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας.
Ὕστερα ὁ Δυσσέας ἔψαλε τὸ «Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε».
Ἐκείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε πάλι τὰ σκυλιὰ νὰ γαβγίζουνε. Στείλανε τὰ παιδιὰ νὰ δοῦνε τί εἶναι. Ὁ ἀγέρας εἶχε μπουρινιάσει κ᾿ ἔρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο!
Σὲ λίγο πάψανε τὰ σκυλιά, καὶ γυρίσανε πίσω τὰ παιδιά. Ἀπὸ πίσω τοὺς μπήκανε στὴ σπηλιὰ τρεῖς ἄντρες, ποὺ φαινόντανε πὼς ἤτανε θαλασσινοί, καὶ δυὸ καλόγεροι, βρεμένοι ὅλοι καὶ ξυλιασμένοι ἀπ᾿ τὸ κρύο. Τοὺς καλωσορίσανε, τοὺς βάλανε καὶ καθήσανε.
Μόλις πῆγε κοντὰ στὴ φωτιὰ ὁ πρῶτος, ὁ καπετάνιος, τὸν γνώρισε ὁ Μπαρμπάκος κ᾿ ἔβγαλε μία χαρούμενη φωνή. Ἤτανε ὁ καπετάν-Κωσταντὴς ὁ Μπιλικτσῆς, ποὺ ταξίδευε στὴν Πόλη. Εἶχε περάσει κι ἄλλη φορὰ ἀπὸ τὴ Σκρόφα, κ᾿ εἴχανε δέσει φιλία μὲ τὸν Μπαρμπάκο, ποὺ δὲν ἤξερε τί περιποίηση νὰ τοὺς κάνει· οἱ ἄλλοι δυὸ ἤτανε γεμιτζῆδες κι αὐτοί, ἄνθρωποι τοῦ καϊκιοῦ του.
Ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς καλόγερους, ἕνας σωματώδης μὲ μαῦρα γένεια, ὀμορφάνθρωπος, ἤτανε ὁ πάτερ-Σίλβεστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ὁ ἄλλος ἤτανε λιγνός, μὲ λίγες ἀνάριες τρίχες στὸ πηγούνι, σὰν τὸν Ἅγιο Γιάννη τὸν Καλυβίτη. Τὸν λέγανε Ἀρσένιο Σγουρή.
Ὁ καπετάν-Κωσταντὴς ἐρχότανε ἀπὸ τὴν Πόλη καὶ πῆρε στὸ καΐκι τὸν πάτερ-Σίλβεστρο, ποὺ εἶχε πάγει στὴν Πόλη ἀπὸ τ᾿ Ἅγιον Ὄρος γιὰ ἐλέη, κ᾿ ἤθελε νὰ κάνει Χριστούγεννα στὴν πατρίδα του. Ὁ πάτερ-Ἀρσένιος εἶχε ταξιδέψει μαζί του ἀπὸ τὴ Μονὴ τοῦ Παντοκράτορας στὸ Ὄρος, κ᾿ ἤτανε ἀπὸ τὴ Θεσσαλία.
Ταξιδέψανε καλά. Μὰ σὰν καβατζάρανε τὸν Κάβο-Μπαμπᾶ, ὁ ἀγέρας μπουρίνιασε, κι ὅλη τὴ μέρα ἀρμενίζανε μὲ μουδαρισμένα πανιὰ καὶ μὲ τὸν στάντζο, ὡς ποὺ φτάξανε κατὰ τὸ βράδυ ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὸ Ταλιάνι. Ὁ καιρὸς σκύλιαξε κι ὁ καπετάνιος δὲν μπόρεσε νά ῾μπεῖ στὸ μπουγάζι, νὰ κάνουνε Χριστούγεννα στὴν πατρίδα.
Ἀποφάσισε λοιπὸν νὰ ποδίσει, καὶ πῆγε καὶ φουντάρισε στ᾿ ἀπάγκειο, πίσω ἀπὸ ἕναν μικρὸν κάβο, ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὸ μαντρί. Κ᾿ ἐπειδὴ θυμήθηκε τὸν φίλο του τὸν Μπαρμπάκο, πῆρε τοὺς γέροντες καὶ τοὺς δυὸ ἄλλους νοματέους καὶ τραβήξανε γιὰ τὸ ἁγίλι [=μαντρί]. Στὸ τσερνίκι εἴχανε ἀφήσει τὸν μπαρμπ᾿ - Ἀπόστολο μὲ τὸν μοῦτσο.
Σὰν εἴδανε πὼς στὴ σπηλιὰ βρισκότανε κι ὁ κύρ-Παναγὴς μὲ τὸν κύρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρὰ καὶ φασαρία.
«Μωρὲ νὰ δεῖς», ἔλεγε ὁ κύρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε τὸ τροπάρι, κι ἀπάνω ποὺ λέγαμε «ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο...», φτάξατε κ᾿ ἐσεῖς οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα! Γιατὶ βλέπω μία νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσὸν καὶ λίβανον»!
«Χά! Χά! Χά!» - γελοῦσε δυνατὰ ὁ κύρ-Παναγής, μισομεθυσμένος καὶ ψευδίζοντας, καὶ χάϊδευε τὴν κοιλιά του, γιατὶ ἤτανε καλοφαγᾶς.
Στὸ μεταξὺ ὁ πάτερ - Ἀρσένιος ὁ Σγουρῆς ζωντάνεψε ὁ καϊμένος, κ᾿ εἶπε σιγανὰ χαμογελώντας καὶ τρίβοντας τὰ χέρια του:
«Δόξα σοι ὁ θεός, Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ, ποὺ μᾶς ἐλύτρωσες ἐκ τοῦ κλύδωνος!» κ᾿ ἔκανε τὸν σταυρό του.
Ὁ πάτερ-Σίλβεστρος εἶπε νὰ σηκωθοῦνε ὄρθιοι, κ᾿ εἶπε λίγες εὐχές, τὸ «Χριστὸς γεννᾶται», κ᾿ ὕστερα μὲ τὴ βροντερὴ φωνή του ἔψαλε:
«Μεγάλυνον, ψυχή μου, τὴν τιμιωτέραν καὶ ἐνδοξοτέραν τῶν ἄνω στρατευμάτων.
Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον. Οὐρανὸν τὸ σπήλαιον, θρόνον χερουβικὸν τὴν Παρθένον, τὴν φάτνην χωρίον, ἐν ᾧ ἀνεκλήθη ὁ ἀχώρητος Χριστὸς ὁ Θεός, ὃν ἀνυμνοῦντες μεγαλύνομεν».
Ὕστερα καθήσανε στὸ τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο καὶ χαρούμενο δὲν ἔγινε σὲ κανένα παλάτι. Τρώγανε καὶ ψέλνανε. Καὶ τοῦ πουλιοῦ τὸ γάλα εἶχε ἀπάνω, ἀπὸ τὰ μοσκοβολημένα τ᾿ ἀρνιά, τὰ τυριά, τὰ μανούρια, τὶς μυτζῆθρες, τὶς μπεκάτσες καὶ τ᾿ ἄλλα πουλιὰ τοῦ κυνηγιοῦ, ὡς τὴ λακέρδα καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ πολίτικα ποὺ φέρανε οἱ θαλασσινοί, καθὼς καὶ κρασὶ μπρούσικο.
Ὄξω φυσομανοῦσε ὁ χιονιᾶς, καὶ βογγούσανε τὰ δέντρα κ᾿ ἡ θάλασσα ἀπὸ μακριά. Ἀνάμεσα στὰ βουΐσματα ἀκουγόντανε καὶ τὰ κουδούνια ἀπὸ τὰ ζωντανὰ ποὺ ἀναχαράζανε. Μέσα ἀπὸ τὴ σπηλιὰ ἔβγαινε ἡ κόκκινη ἀντιφεγγιὰ τῆς φωτιᾶς μαζὶ μὲ τὶς ψαλμωδίες καὶ μὲ τὶς χαρούμενες φωνές. Κι ὁ κυρ-Παναγὴς ἔκλεβε κάπου-κάπου λίγον ὕπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ᾿ ὕστερα ξυπνοῦσε κ᾿ ἔψελνε μαζὶ μὲ τὴ συνοδεία.
Ἀληθινά, ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔλειπε τίποτα. Ὅλα ὑπήρχανε: τὸ σπήλαιο, οἱ ποιμένες, οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα, κι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἤτανε παρὼν μὲ τοὺς δυὸ μαθητές του, ποὺ εὐλογούσανε «τὴν βρῶσιν καὶ τὴν πόσιν»...
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 51062
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ Τῌ ΕΠΑΥΡΙΟΝ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ
Προοίμιον
Ἐκεῖνος ποὺ πρὶν τὸν Ἑωσφόρο ἀπ᾿ τὸν Πατέρα ἐγεννήθη δίχως μητέρα,
στὴ γῆ χωρὶς πατέρα σήμερα ἐσαρκώθη ἀπὸ Σένα·
Γι᾿ αὐτὸ ἕνα ἄστρο φέρνει στοὺς μάγους τὸ χαρμόσυνο μήνυμα,
καὶ ἄγγελοι μαζὶ μὲ τοὺς βοσκοὺς ὑμνοῦνε
τὴν ἀνείπωτη γέννα Σου, ὦ Κεχαριτωμένη.
Οἶκοι
α´. Τὸ Σταφύλι τὸ ἄσπαρτο ὅταν ἔβγαλε ἡ Ἄμπελος
σὰν κλῆμα πάνω σε κλαδιὰ στὴν ἀγκαλιὰ τῆς Τὸ κράταγε κι ἔλεγε·
«Εἶσαι Σὺ ὁ καρπός μου, εἶσαι Σὺ ἡ ζωή μου,
ἀπ᾿ τὸν Ὁποῖο ἔμαθα ὅτι καὶ τώρα εἶμαι αὐτὸ ποὺ ἤμουνα·
Εἶσαι Σὺ ὁ Θεός μου.
Τὴ σφραγίδα τῆς παρθενίας μου, καθὼς βλέπω ἀπείραχτη,
Σὲ κηρύττω ἀμετάβλητο Λόγο ποὺ σάρκα ἐφόρεσε.
Πῶς σὲ συνέλαβα δὲν ξέρω, σὲ ἀναγνωρίζω ὅμως
καταλύτη τῆς φθορᾶς.
Γιατὶ εἶμαι ἁγνὴ ἂν καὶ Σὲ γέννησα,
γιατὶ ἄφησες τὴ μήτρα μου ὅπως τὴν εὑρῆκες, τὴν
ἐφύλαξες ἄθικτη.
Γι᾿ αὐτὸ μαζί μου γιορτάζει ἡ πλάσι ὁλόκληρη καὶ μοῦ
φωνάζει· ῾ὦ Κεχαριτωμένη᾿.
β´. Δὲν ἀρνιέμαι τὴ Χάρι Σου ποὺ δοκίμασα, Δέσποτα.
οὔτε λιγοστεύω τὴν τιμὴ ποὺ ἔλαβα μὲ τὸ νὰ Σὲ γεννήσω.
Γιατὶ εἶμαι τοῦ κόσμου Βασίλισσα.
Ἐπειδὴ τὴ δύναμί Σου στὰ σπλάχνα μου βάσταξα,
κυβερνάω τὰ πάντα.
Ἄλλαξες τὴ φτώχειά μου σὲ πλούτη μὲ τὸν ἐρχομό Σου.
Τὸν Ἑαυτό Σου ταπείνωσες καὶ τὸ γένος μου ὕψωσες.
Χαρῆτε τώρα μὲ μένα ἐπίγεια κι οὐράνια.
Γιατὶ κρατῶ στὰ χέρια μου τὸν Δημιουργό σας.
Ἄνθρωποι, ἀφῆστε πιὰ τὴ λύπη καθὼς βλέπετε τὴ Χαρὰ
ποὺ γέννησα ἀπὸ ἁγνὴ κοιλιὰ κι ἄκουσα τὴν προσφώνησι
ἡ Κεχαριτωμένη.»
γ´. Καὶ καθὼς ὑμνολογοῦσε τότε ἡ Μαρία τὸ Παιδὶ ποὺ ἐγέννησε,
κι ἔλεγε λόγια τρυφερὰ στὸ Θεῖο Βρέφος ποὺ ἔφερε στὸν κόσμο μόνη Της,
τὴν ἄκουσε ἐκείνη ποὺ μὲ πόνους
γέννησε παιδιά, κι ὁλόχαρη ἡ Εὔα λέει στὸν Ἀδάμ·
«Ποιὸς ἔκαμε τώρα τ᾿ αὐτιά μου ν᾿ ἀκούσουν αὐτὸ ποὺ περίμενα,
δηλ. τὴν Παρθένο ποὺ γεννᾶ τὴ λευτεριὰ ἀπ᾿ τὴν κατάρα;
Αὐτῆς καὶ ἡ φωνὴ μονάχα τὶς δυσκολίες μου ἀφάνισε,
καὶ τὸ Παιδὶ Τῆς ἔδεσε ἐκεῖνον ποὺ μ᾿ ἐπλήγωσε.
Αὐτή, ποὺ τὴν προφήτεψε τὸ τέκνο τοῦ Ἀμῶς, τοῦ Ἰεσσαὶ τὸ Ῥαβδί,
ποὺ βλάστησε Δέντρο γιὰ μένα καὶ δὲν θὰ πεθάνω ἂν
φάω ἀπ᾿ αὐτό,
ἡ Κεχαριτωμένη.
δ´. Ἄκουσε τὴν Χελιδόνα ποὺ μοῦ κελαηδεῖ τὰ χαράματα,
τὸν ἰσοθάνατο ὕπνο, Ἀδάμ, ἄφησε καὶ σήκω·
ἄκουσε ἐμένα, τὴ γυναίκα σου.
Ἐγὼ ποὺ παλιὰ προξένησα τὴν ἠθικὴ κατάπτωσι τῶν
ἀνθρώπων τώρα καὶ πάλι τοὺς σηκώνω.
Προσπάθησε νὰ καταλάβης τὰ θαυμαστὰ γεγονότα.
Κύτταξε πῶς αὐτὴ ἡ Κόρη, ποὺ ἄντρα δὲ γνώρισε,
γιατρεύει τὸ τραῦμα σου μὲ τὸ Παιδὶ ποὺ γέννησε.
Ἐμένα βέβαια κάποτε τὸ φίδι παρέσυρε καὶ σκιρτάει ἀπὸ χαρά.
Μὰ τώρα ποὺ βλέπει τοὺς ἀπογόνους μας φεύγει μὲ σύρσιμο.
Σήκωσε τότε κεφάλι σὲ μένα μὰ τώρα ποὺ ταπεινώθηκε
κολακεύει, δὲν χλευάζει, γιατὶ τρέμει Αὐτὸν ποὺ γέννησε
ἡ Κεχαριτωμένη.»
ε´. Καθὼς ὁ Ἀδὰμ ἄκουσε τὰ λόγια ποὺ σύνταξε ἡ γυναίκα του,
ἀμέσως ἐδίωξε τὸν ὕπνο ποὺ τοῦ ἐβάραινε τὰ βλέφαρα
καὶ τὸ κεφάλι τοῦ τίναξε σὰν αὐτὸν ποὺ ξυπνάει
καὶ τέντωσε τ᾿ αὐτιά του ποὺ τάφραξε ἡ παρακοὴ κι εἶπε τὰ παρακάτω:
«Ἀκούω ἁπαλὸ κελάηδημα κι ἕναν εὐχάριστο ψίθυρο.
Μὰ τώρα ὁ ἦχος αὐτοῦ του τραγουδιοῦ δὲν μὲ μαγεύει,
γιατὶ τὸ λέει γυναίκα κι αὐτῆς φοβᾶμαι τὴ φωνή.
Ἔχω πείρα κακή, γι᾿ αὐτὸ καὶ φοβᾶμαι τὸ θηλυκό.
Ὁ ἦχος μὲ μαγεύει γιατὶ ᾿ναι ἁπαλός, τὸ ὄργανο ὅμως
ποὺ τὸν βγάζει
μὲ κάνει νὰ φοβᾶμαι, μήπως μὲ ξεγελάσει ὅπως ἄλλοτε
καὶ προξενήσει ἐντροπὴ
στὴν Κεχαριτωμένη.»
στ´. «Ἐμπιστέψου ἀπόλυτα στὴ γυναίκας σου, ἄντρα, τὰ λόγια,
γιατὶ δὲν θὰ σὲ συμβουλέψω πάλι πράγματα ποὺ δίνουν πίκρες.
Τὰ παλιὰ πιὰ περάσανε,
κι ὅλα νέα τὰ ἔκαμε τῆς Μαρίας ὁ Γιός, ὁ Χριστός.
Τὴ δροσιὰ Τοῦ ὀσφράνσου τὴν καὶ ἀμέσως λουλουδίασε,
σὰν τὸ στάχυ ξεπρόβαλε, γιατὶ ἄνοιξι σ᾿ ἐπίασε,
ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς πνέει σὰν αὔρα γλυκειά.
Ν᾿ ἀποφύγῃς προσπάθησε τὸν ἀφόρητο καύσωνα στὸν ὁποῖο βρισκόσουνα
καὶ ἐμπρὸς ἀκολοῦθα μὲ στὴ Μαρία νὰ πᾶμε, καὶ τὰ ἄχραντα πόδια Της
τώρα μαζί μου ἄγγιξε κι ἀμέσως θὰ μᾶς σπλαχνιστῆ
ἡ Κεχαριτωμένη.»
ζ´. «Νοιώθω, γυναίκα, τὴν Ἄνοιξι καὶ τὴν ἀπόλαυσι αἰσθάνομαι
ποὺ χάσαμε παλιά, γιατὶ βλέπω Παράδεισο
νέο, ἀλλοιώτικο τὴν Παρθένο
νὰ κρατᾶ στὴν ἀγκάλη τὸ ἴδιο τὸ Ξύλο τῆς Ζωῆς, τὸ ὁποῖο κάποτε
ἐφρουροῦσε ἅγιο Χερουβεὶμ γιὰ νὰ μὴν τὸ ἀγγίξω.
Λοιπὸν ἀχειροποίητο τὸ βλέπω νὰ φυτρώνη
καὶ ἐνοίωσα, γυναίκα μου, πνοὴ τὴ ζωηφόρο του,
ἐγώ, ποὺ σκόνη ἤμουνα καὶ ἄψυχος πηλός,
ἐγέμισα ζωή. Κι ἀφοῦ ἐπῆρα δύναμι ἀπὸ τὴν εὐωδία της
θὰ τραβήξω γιὰ Κείνην, ποὺ ἀνθίζει τὸν Καρπό της
ζωῆς μας,
ἡ Κεχαριτωμένη.
η´. Νά ᾿μαι μπροστὰ στὰ πόδια Σου, Παρθένα Μάνα ἄμωμη,
καὶ στὸ δικό μου πρόσωπο ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα Ἐσένα προσκυνάει.
Μὴν παραβλέψης τοὺς γονεῖς Σου,
γιατὶ τώρα ἀναγέννησε τοὺς πεσμένους ὁ Γιός Σου.
Ἐμένα, τὸν Ἀδὰμ τὸν πρωτόπλαστο, ποὺ παλίωσα στὸν Ἅδη,
λυπήσου, θυγατέρα, τὸν πατέρα Σου ποὺ ἀναστενάζει.
Σπλαχνίσου μὲ βλέποντας τὰ δάκρυά μου
καὶ σκύψε μὲ στοργὴ στὰ βάσανά μου.
Καὶ βλέποντας τὰ ῥάκη ποὺ φοράω, τὰ ὁποῖα μου τὰ
ὕφανε τὸ φίδι,
ἄλλαξέ μου τὴ φτώχεια μπροστὰ σ᾿ Ἐκεῖνον ποὺ
ἐγέννησες
ὦ Κεχαριτωμένη.»
θ´. «Τώρα, ἐλπίδα τῆς ψυχῆς μου, ἄκουσε κι ἐμένα τὴν Εὔα
καὶ σβῆσε τὴν ντροπὴ ἐκείνης ποὺ μὲ βάσανα γεννάει τὰ παιδιά της,
γιατὶ τὸ ξέρεις πὼς περισσότερο
ἐγὼ ἡ δύστυχη ὑποφέρω ἀπὸ τοὺς θρήνους τοῦ Ἀδάμ.
Γιατὶ αὐτὸς σὰν ποὺ θυμᾶται τὸν παράδεισο μὲ μένα τὰ βάζει
καὶ μὲ βρίζει λέγοντας ᾿καλλίτερα νὰ μὴν εἶχες βγεῖ ἀπ᾿ τὴν πλευρά μου,
καλλίτερα νὰ μὴ σὲ ἔπαιρνα βοηθό μου.
γιατὶ τώρα δὲν θάπεφτα στὸ βάραθρο ἐτοῦτο´.
Καὶ ἐπειδὴ πιὰ δὲν μπορῶ νὰ ὑποφέρω τοὺς ἐλέγχους οὔτε καὶ τὶς βρισιές του
σκύβω τὸ κεφάλι μέχρι ποὺ νὰ μὲ σηκώσῃς Ἐσὺ
ἡ Κεχαριτωμένη.»
ι´. Καὶ τὰ μάτια τῆς Μαρίας καθὼς κοίταξαν τὴν Εὔα
καὶ τὸν Ἀδὰμ ἐρεύνησαν ἀμέσως δάκρυα γέμισαν.
Ὅμως συγκρατιέται καὶ τρέχει
νὰ νικήση τὴν φυσικὴ ἀδυναμία τῆς Αὐτὴ ποὺ Γιὸ
ἀπόχτησε τὸ Χριστὸ μὲ τρόπο ὑπερφυσικό.
Μὰ ἡ καρδιὰ τῆς πόναγε γιατὶ μὲ τοὺς γονεῖς ἔπασχε.
Ἀφοῦ στὸν Ἐλεήμονα ταιρίαζε Μάνα σπλαχνική.
Γι᾿ αὐτὸ καὶ λέει πρὸς αὐτούς· «Τοὺς θρήνους σας νὰ πάψετε,
κι ἐγὼ μεσίτρια θὰ σᾶς γίνω στὸ Γιό μου,
κι ἀπὸ τὴ συμφορὰ ἐσεῖς ν᾿ ἀπαλλαχθῆτε ἀφοῦ ἐγὼ τὴν
χαρὰ ἐγέννησα.
Γιὰ τοῦτο ἔρχομαι τὰ ὀχυρά της λύπης ὅλα νὰ
γκρεμίσω
ἡ Κεχαριτωμένη.
ια´. Ἔχω Γιὸ φιλεύσπλαχνο καὶ πολὺ Ἐλεήμονα,
καθὼς ἡ πείρα μὲ δίδαξε. Βλέπω τὸ πόσο στοργικὰ
φροντίζει τοὺς ἀνθρώπους.
Ἂν καὶ εἶναι φωτιά, κατοίκησε
στὴν κοιλιά μου καὶ δὲν μὲ κατάκαψε τὴν ταπεινή.
Ὅπως ὁ πατέρας λυπᾶται τὰ παιδιά του, ἔτσι κι ὁ Γιός μοῦ σπλαχνίζεται
ὅσους Τὸν σέβονται, ὅπως ὁ Δαβὶδ τὸ προφήτεψε.
Τὰ δάκρυα λοιπὸν σταματῆστε καὶ δεχθῆτε
νὰ γίνω μεσίτρια δική σας στὸ Γιό μου.
Γιατὶ πηγὴ τῆς χαρᾶς εἰν᾿ Αὐτὸς ποὺ γεννήθηκε, ὁ Ἄχρονος Θεός.
Ἡσυχάστε, μὴ λυπάσθε, γιατὶ μπαίνω στὴ Σπηλιὰ σ᾿ Αὐτόν, ἐγὼ
ἡ Κεχαριτωμένη.»
ιβ´. Μ᾿ αὐτὰ τὰ λόγια ἡ Φιλάνθρωπη Μαρία
ἐμψύχωσε τὴν Εὔα καὶ τὸν ἄντρα της
κι ὕστερα μπῆκε στὴ Φάτνη
σκύβει τὸ κεφάλι καὶ ὁλοθερμὰ τὸ Γιό της ἱκετεύει μὲ τέτοια λόγια·
«Ἐπειδή, Παιδί μου, ψηλὰ μὲ ἀνέβασες μὲ τὸν ἐρχομό Σου,
τὸ φτωχὸ γένος μου μὲ τὸ πρόσωπό μου τώρα σὲ παρακαλεῖ·
γιατὶ ὁ Ἀδὰμ ἦρθε σὲ μένα ἀναστενάζοντας πικρά·
καὶ ἡ Εὔα θρηνεῖ καὶ δέρνεται μαζί του·
Κι αἰτία γιὰ ὅλα αὐτὰ εἶναι τὸ φίδι ποὺ τοὺς ἐγύμνωσε ἀπὸ κάθε τιμή·
γιὰ τοῦτο καὶ παρακαλοῦν νὰ τοὺς σκεπάσης μὲ τὴ χάρι Σου
καὶ πάλι καὶ μὲ φωνάζουν
῾ἡ Κεχαριτωμένη᾿.»
ιγ´. Καὶ καθὼς ἔκανε τέτοια παρακάλια ἡ Ἄψογη
στὸ Θεὸ ποὺ βρισκόταν στὴ Φάτνη, ἀμέσως Ἐκεῖνος
ἐπῆρε τὸ λόγο κι ἀπάντησε
καὶ ἑρμηνεύοντας τὰ τελευταῖα γεγονότα
εἶπε: «Ὦ Μητέρα καὶ γιὰ Σένα καὶ μὲ Σένα Μεσίτρια σώζω αὐτούς·
ἂν αὐτοὺς νὰ σώσω δὲν ἤθελα, μέσα Σου δὲν θὰ κατοικοῦσα,
καὶ σάρκα δὲν θὰ ἔπαιρνα ἀπὸ Σένα οὔτε θὰ σ᾿ ἔλεγα Μητέρα μου·
γιὰ τὸ γένος Σου στὴ Φάτνη κατοικῶ·
καὶ θεληματικὰ τώρα Ἐγὼ θηλάζω ἀπ᾿ τὸ μαστό Σου·
γιὰ χάρι τους μὲ ἔχεις ἀγκαλιά· Ἐμὲ ποὺ Χερουβεὶμ δὲν βλέπουν
νὰ ποὺ Ἐσὺ καὶ βλέπεις καὶ βαστᾶς καὶ σὰν Παιδί Σου μὲ χαϊδεύεις,
ὦ Κεχαριτωμένη.
ιδ´. Μητέρα μου Σὲ ἔκανα Ἐγώ, τῆς κτίσεως ὁ Πλάστης,
καὶ σὰν Βρέφος μεγαλώνω Ἐγώ, ποὺ ἀπὸ τέλειο
Πατέρα τέλειος ἐβγῆκα·
στὰ σπάργανα τυλίγομαι
γι᾿ αὐτοὺς ποὺ φόρεσαν παλιὰ δερμάτινους χιτῶνες,
καὶ ἀγαπῶ τὸ Σπήλαιο γιὰ κείνους ποὺ ἐμίσησαν
παράδεισο κι ἀπολαψη καὶ τὸ χαμὸ ἀγάπησαν
καὶ παραβάτες ἔγιναν τῆς ζωηφόρας ἐντολῆς·
κατέβηκα ἐδῶ στὴ γῆ ζωὴ γιὰ νὰ λάβουν ἀθάνατη·
Κι ἂν μάθης ἀκόμα, Σεμνή, πὼς σταυρώνομαι καὶ πεθαίνω γιὰ χάρι τους,
μαζὶ μὲ ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως θὰ ταραχθῆς καὶ κλάψης Ἐσὺ
ἡ Κεχαριτωμένη.»
ιε´. Κι ὅταν εἶπεν αὐτὰ κάθε γλώσσας ὁ Πλάστης
ἀπάντησε πρόθυμα στὰ παρακάλια τῆς Μητέρας Του
«Περισσότερα», πρόσθεσε ἀκόμα ἡ Μαρία,
«ἂν σοῦ πῶ, μὴ θυμώσεις μὲ μένα τὴν ταπεινή, Πλαστουργέ μου·
γιατὶ θὰ σοῦ μιλήσω μὲ θάῤῥος καθὼς μιλάει κανεὶς
στὸ παιδί του· παίρνω αὐτὸ τὸ θάῤῥος ὡς μητέρα Σου,
γιατὶ Ἐσὺ μὲ τὴ γέννησί σου μοῦ ἔδωσες κάθε δικαίωμα νὰ καυχιέμαι·
θέλω τώρα νὰ μάθω αὐτὸ ποὺ σκοπεύεις νὰ κάνῃς·
μὴν ἀποκρύψεις ἀπὸ μένα τὸ προαιώνιο θέλημά Σου·
Τέλειο ἄνθρωπο Σ᾿ ἐγέννησα· τὸ σχέδιο φανέρωσε ποὺ ἔχεις γιὰ μᾶς,
γιὰ νὰ μάθω καὶ μ᾿ αὐτὸ τὸ πόσο εἶμαι τυχερὴ
ἡ Κεχαριτωμένη.»
ιστ´. «Ἀπ᾿ τὴν ἀγάπη λυγίζω, ποὺ ἔχω γιὰ τὸν ἄνθρωπο»,
ἀπάντησε ὁ Πλάστης, «ἐγώ, πλάσμα μου καὶ Μητέρα μου·
νὰ σὲ λυπήσω δὲν θέλω· μὰ θὰ σοῦ φανερώσω
τὰ ὅσα θέλω νὰ κάνω καὶ ἱκανοποίησι θὰ δώσω στὴν
ταραγμένη σου ψυχή, ὦ Μαριάμ·
Ἐμένα ποὺ κρατᾶς στὰ χέρια Σου, νὰ μοῦ τρυποῦν τὰ χέρια
σύντομα θὰ δής, ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸ γένος σου·
Αὐτὸν ποὺ θηλάζης Ἐσύ, ἄλλοι χολὴ θὰ Τὸν ποτίσουν·
τὸ Πρόσωπο ποὺ Σὺ καταφιλεῖς, θὰ τὸ γεμίσουν μὲ φτυσίματα·
Αὐτὸν ποὺ ἀποκάλεσες Ζωή, στὸ Σταυρὸ θὰ Τὸν δῇς κρεμασμένο,
καὶ πεθαμένο θὰ Τὸν κλάψης μὰ καὶ ἀναστημένο θὰ Τὸν ἀσπαστῇς
ἡ Κεχαριτωμένη.
ιζ´. Κι ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ πάθω γιατὶ τὸ θέλω Ἐγώ·
καὶ αἰτία γιὰ ὅλα θὰ εἶναι ἡ ἀγαθή μου διάθεσι,
ποὺ ἀπὸ παλιὰ μέχρι τώρα
ὡς Θεὸς στοὺς ἀνθρώπους ἐπέδειξα ζητώντας νὰ τοὺς σώσω».
Ἡ δὲ Μαριὰμ αὐτὰ καθὼς ἄκουσε βαριαναστέναξε
καὶ εἶπε· «Σταφύλι μου, οἱ ἄνομοι, ἂς μὴ Σὲ λειώσουν·
Βλαστάρι μου, ἂς μὴ δῶ τὴ σφαγὴ τοῦ Παιδιοῦ μου».
Κι Ἐκεῖνος Τῆς ἀπάντησε τέτοια λέγοντάς Της·
«Πάψε, Μητέρα, νὰ κλαῖς γιὰ κάτι ποὺ δὲν ξέρεις· γιατὶ ἅμα δὲ γίνη,
ὅλοι αὐτοὶ θὲ νὰ χαθοῦν, γιὰ τοὺς ὁποίους μὲ ἱκετεύεις,
ἡ Κεχαριτωμένη.
ιη´. Καὶ γιὰ ὕπνο λογαρίασε τὴ θανή μου, Μητέρα·
γιατὶ τρεῖς ἡμέρες θὰ μείνω στὸ μνῆμα μου θέλοντας
καὶ μετὰ θὰ μὲ δῇς ἐμπροστά Σου
ζωντανὸν γιὰ ν᾿ ἀλλάξω τὴ γῆ καὶ τὸν κόσμο της·
αὐτά, Μητέρα, σὲ ὅλους ἀνάγγειλε, αὐτὰ ἂς εἶναι τὰ πλούτη Σου·
γίνε μ᾿ αὐτὰ βασίλισσα καὶ γέμισε μὲ τοῦτα εὐφροσύνη».
Καὶ ἀμέσως ἐβγῆκε ἡ Μαρία καὶ τράβηξε πρὸς τὸν Ἀδάμ·
καὶ στὴν Εὔα φέρνοντας τὸ χαρούμενο μήνυμα, λέει·
«Μέχρις ὅτου νὰ γίνουν ἐτοῦτα ἡσυχάστε λιγάκι· γιατὶ
ἀκούσατε ἀπ᾿ τὸν Ἴδιο,
τὰ ὅσα εἶπε πὼς θὰ πάθῃ γιὰ σᾶς ποὺ μὲ φωνάζετε
῾ἡ Κεχαριτωμένη᾿.»
Ἀπὸ τὸ βιβλίο: Ῥωμανοῦ Μελῳδοῦ, Ὕμνοι, Ἀπόδοση στὰ νέα ἑλληνικὰ Ἀρχιμ. Ἀνανία Κουστένη, Τόμος 2ος, Β´ ἔκδοση, Ἐκδόσεις Χ. Μπούρα, Ἀθήνα, σελ. 32 -51.
Από nektarios.gr
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 51062
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

Τῇ ΚΣΤ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, Η Σύναξις τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου.
"Δέστε, ο Κύριος επιβαίνει επάνω σε ευκίνητη νεφέλη, και θα επιπέσει επάνω στην Αίγυπτο· και τα είδωλα της Αιγύπτου θα σειστούν από το πρόσωπό του, και η καρδιά τής Αιγύπτου θα διαλυθεί στο μέσον της".(Ησαΐας, ιθ 1)
Όταν η αγία οικογένεια διέφυγε από το ξίφος του Ηρώδη και πορευόταν στην Αίγυπτο, εμφανίστηκαν καθ’ οδόν κάποιοι ληστές, με πρόθεση να κατακλέψουν τους οδοιπόρους.
Ο δίκαιος Ιωσήφ οδηγούσε το γαϊδουράκι, πάνω στο οποίο ήταν φορτωμένα τα λίγα υπάρχοντά τους και όπου επέβαινε η Υπεραγία Θεοτόκος, κρατώντας στο στήθος της τον Υιό της.
Οι ληστές άρπαξαν το γαϊδουράκι με σκοπό να το οδηγήσουν μακριά, και ένας απ’ αυτούς πλησίασε τη Μητέρα του Θεού για να δει τι κρατούσε κατάστηθα. Μόλις αντίκρισε το Χριστό-νήπιο, εξεπλάγη από την ασυνήθιστη ομορφιά Του και τότε, μέσα στην έκπληξή του, αναφώνησε:
«Και ο Θεός αν έπαιρνε σάρκα ανθρώπινη, δεν θα μπορούσε να είναι πιο όμορφος απ’ αυτό το Παιδί!». Κατόπιν ο ληστής πρόσταξε τους συνεργούς του να μην αρπάξουν τίποτα απ’ αυτούς τους οδοιπόρους.
Γεμάτη ευγνωμοσύνη προς τον γενναιόδωρο αυτό ληστή, η Παναγία Θεοτόκος του είπε:
«Γνώριζε ότι το Παιδί αυτό θα σε ανταμείψει με ανταμοιβή μεγάλη, επειδή εσύ σήμερα Τον προστάτευσες».
Τριάντα τρία χρόνια αργότερα ο ίδιος άνθρωπος κρεμόταν στο Σταυρό, για τα παραπτώματά του, σταυρωμένος στα δεξιά του Σταυρού του Χριστού.
Το όνομά του ήταν Δυσμάς και το όνομα του άλλου, εξ αριστερών, ληστή ήταν Γεστάς. Βλέποντας ο Δυσμάς τον Δεσπότη, τον αθώο και αναμάρτητο Ιησού Χριστό, σταυρωμένο, μετανόησε για κάθε κακό που είχε κάνει στη ζωή του. Όταν ο Γεστάς βλασφήμησε εναντίον του Κυρίου, ο Δυσμάς Τον υπερασπίστηκε λέγοντας: ούτος δε ουδέν άτοπον έπραξε (Λουκ. 23, 41).
Ο Δυσμάς επομένως ήταν ο σοφός ληστής στον οποίον είπε ο Χριστός μας: αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω (Λουκ. 23. 43). Ο Κύριος χάρισε τον Παράδεισο σ’ αυτόν που Του χάρισε τη ζωή, όταν ήταν Παιδί!
(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Πρόλογος της Αχρίδας» – τ. 12, Δεκέμβριος, σ. 244-245)
***
Ένα ακόμη περιστατικό από την οδοιπορία της αγίας Οικογένειας με το Θείο Βρέφος:
Όταν η Παναγία Παρθένος μαζί με το Θείο Βρέφος και τον δίκαιο Ιωσήφ πλησίαζαν στην Ερμόπολη του Καΐρου, είδαν ένα δέντρο λίγο έξω από τις πύλες της πόλεως. Αποκαμωμένοι από τη μακρά οδοιπορία τους, πλησίασαν στο δέντρο αυτό για ν’ αναπαυτούν λίγο, μολονότι ήταν πολύ ψηλό και δεν τούς πρόσφερε αρκετή σκιά. Οι Αιγύπτιοι ονόμαζαν το δέντρο «Περσέα» και το προσκυνούσαν σαν θεό, πιστεύοντας ότι κάποια θεότητα κρυβόταν στο φύλλωμά του. Στην πραγματικότητα, εμφώλευε εκεί ένα πονηρό πνεύμα. Καθώς πλησίαζε η άγια οικογένεια, το δέντρο τινάχτηκε έντονα και το πονηρό πνεύμα, έντρομο από το Παιδί-Θεό πού πλησίαζε, έφυγε μακριά. Αμέσως τότε το δέντρο, σαν έλλογο ον, έγειρε προς τη γη, και προσκύνησε τον Δημιουργό του.
Το γερμένο δέντρο πρόσφερε έτσι μια πλούσια σκιά, κάτω άπ’ την όποια αναπαύτηκαν οι κουρασμένοι ταξιδιώτες. Από εκείνη την ημέρα έλαβε θεραπευτικές ιδιότητες από τον Δεσπότη Χριστό, γιά να μπορεί να θεραπεύει κάθε ασθένεια των ανθρώπων.
Κατόπιν οι άγιοι οδοιπόροι έφθασαν στο χωριό Ματάρια. Υπήρχε εκεί κοντά μια συκιά• όταν ο Ιωσήφ έφυγε να πάει στο χωριό γιά δουλειές, η Θεοτόκος κατέφυγε κάτω από τα κλαδιά τού δέντρου αυτού μαζί με τον Κύριο. Τότε, ώ τού θαύματος, το δέντρο χαμήλωσε την κορυφή του μέχρι το έδαφος, δημιουργώντας έτσι μια σκιά για τούς ταξιδιώτες, ενώ το κάτω μέρος του κορμού του ανοίχτηκε για να μπορούν η Θεομήτωρ και το Παιδί να μπουν μέσα του και να αναπαυτούν.
Ακόμη μεγαλύτερο θαύμα ήταν το γεγονός ότι ξαφνικά ανέβλυσε μια πηγή με τρεχούμενο ζωντανό νερό, εκεί κοντά στη συκιά. Ο Ιωσήφ ανακάλυψε και μια καλύβα, σε όχι μεγάλη απόσταση από την πηγή, και εγκαταστάθηκαν εκεί, για να πίνουν άπ’ αυτή την πηγή. Αυτή ήταν και η μοναδική πηγή σε όλη την Αίγυπτο, διότι όλο το υπόλοιπο διαθέσιμο νερό σ’ αυτή τη χώρα προέρχεται από τον Νείλο ποταμό, πού διακλαδίζεται σε αναρίθμητα κανάλια.
Έτσι, λοιπόν, ο Κύριος Ιησούς, η Αθάνατος, Ακένωτος, Ουράνια Πηγή τού ζώντος ύδατος είλκυσε και αυτή την πηγή μέσα από τη γη!
***
Μία ακόμη, αναφορά στο Θείο Βρέφος: Οι δύο μεγάλοι προφήτες, Ησαΐας και Ιερεμίας, προφήτευσαν ότι ο Κύριος θα ερχόταν στην Αίγυπτο και η παρουσία Του θα συγκλόνιζε συθέμελα τους ναούς των ειδώλων και θα συνέτριβε τα είδωλα.
Ο Ησαΐας έγραψε τα εξής περιστατικά: Ιδού Κύριος κάθηται επί νεφέλης κούφης και ήξει εις Αίγυπτον, και σεισθήσεται τα χειροποίητα Αιγύπτου από προσώπου αυτού, και η καρδία αυτών ηττηθήσεται εν αυτοίς (Ησαΐας 19, 1 και Ιερεμίας 43, 12-13). Όταν οι άγιοι πρόσφυγες, Ιωσήφ και Μαρία, μαζί με το Θείο Βρέφος ήλθαν στην Ερμόπολη (Κάιρο), πέρασαν έξω από έναν ειδωλολατρικό ναό. Τότε ξαφνικά όλα τα είδωλα σ’ εκείνο τον ναό κατακρημνίσθηκαν και έγιναν συντρίμμια.
Για το γεγονός αυτό γράφει ο αββάς Παλλάδιος στη Λαυσαϊκή Ιστορία: «Εμείς είδαμε τον ειδωλολατρικό ναό, εκεί όπου όλα τα άψυχα είδωλα έπεφταν καταγής, κατά την διέλευση του Σωτήρος».
Σε κάποιον τόπο ονομαζόμενο Σιρίν (σ.τ.μ. η Σατίν, περιοχή Ερμοπόλεως -Ν.Σ.) υπήρχε ναός με 365 είδωλα. Όταν η Παναγία πέρασε από εκεί με το Θείο Βρέφος στην αγκαλιά της, όλα τα είδωλα μονομιάς έπεσαν καταγής και συνετρίβησαν. Με τον ίδιο τρόπο έγιναν συντρίμμια όλα τα είδωλα σε ολόκληρη την Αίγυπτο. Μάλιστα, ο άγιος προφήτης Ιερεμίας, που ζούσε στην Αίγυπτο, είχε προφητεύσει στους ειδωλολάτρες Ιερείς της ότι όλα τα είδωλα θα κατακρημνίζονταν και όλες οι γλυπτές ειδωλικές μορφές θα καταστρέφονταν, όταν θα ερχόταν στη χώρα μία Παρθένος Μητέρα με ένα Παιδί, το οποίο θα είχε γεννηθεί σε φάτνη.
Οι ειδωλολάτρες ιερείς θυμόνταν καλά αυτή την προφητεία. Σκάλισαν μάλιστα την παράσταση μιας Παρθένου ανακεκλιμένης και δίπλα της, σε μια φάτνη, το μικρό Παιδί της τυλιγμένο στα σπάργανα. Άρχισαν λοιπόν να αποδίδουν λατρεία σ’ αυτή την αναπαράσταση. Ο βασιλιάς Πτολεμαίος ρώτησε κάποτε τους ειδωλολάτρες ιερείς ποιο ήταν το νόημά της και εκείνοι απάντησαν ότι ήταν ένα μυστήριο, το οποίο είχε προφητεύσει ένας προφήτης στους προπάτορές τους, και πως ανέμεναν την εκπλήρωσή του. Όντως, το μυστήριο αυτό εκπληρώθηκε και αποκαλύφθηκε όχι μόνο στην Αίγυπτο αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο.
(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Πρόλογος της Αχρίδας» – τ. 12, Δεκέμβριος)
Τέλος, ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης σημειώνει και τα εξής για την Φυγή του Ιησού:
«Σημειούμεν δε ενταύθα τα χαριέστατα και αξιοσημείωτα ταύτα. Δηλαδή ότι ο Kύριος φεύγωντας εις την Aίγυπτον, όχι μόνον τα είδωλα εκείνης συνέτριψε, αλλά και τα φυτά έκαμε να τον προσκυνήσουν.
Γράφει γαρ ο Σωζόμενος εις το πέμπτον βιβλίον της Eκκλησιαστικής Iστορίας, εν κεφαλαίω εικοστώ, ότι ο Xριστός φεύγωντας εις την Aίγυπτον διά τον φόβον του Hρώδου, όταν έφθασεν εις την πόρταν Eρμουπόλεως της Θηβαΐδος, μία περσική μηλέα, ήτοι ροδακινέα, έκλινεν έως κάτω την κορυφήν της και επροσκύνησεν αυτόν. Eπειδή γαρ το φυτόν αυτό διά το μεγαλείον και κάλλος του επροσκυνείτο και ελατρεύετο από τους κατοίκους της πόλεως, διά τούτο ο εις το φυτόν αυτό κατοικών δαίμων, αισθανόμενος την παρουσίαν του Kυρίου, εφοβήθη και έφυγε. Φεύγοντος δε του δαίμονος, έμεινε το φυτόν αυτό ιατρείας πολλάς εργαζόμενον, εάν μόνον έγγιζεν εις τους ασθενείς, φύλλον, ή φλούδα, ή κομμάτι από αυτό. Kαι τούτου μάρτυρες είναι και Παλαιστινοί και Aιγύπτιοι. (από τον Συναξαριστή)
Γράφει δε ο Bουρχάριος εν τη περιγραφή της Iερουσαλήμ, ότι αναμέσον της Hλιουπόλεως και της Bαβυλώνος, της αιγυπτιακής δηλαδή, ευρίσκεται κήπος του βαλσάμου ωραιότατος, όστις ποτίζεται από μίαν βρύσιν μικράν, εις την οποίαν άδεται λόγος, ότι η Θεοτόκος έπλυνε τα σπάργανα του Xριστού, όταν έφευγε διά τον φόβον του Hρώδου. Kοντά δε εις την βρύσιν ταύτην είναι και μία πέτρα, επάνω εις την οποίαν ήπλωσε τα σπάργανα του Xριστού η Θεομήτωρ διά να ξηρανθούν. Tον δε τόπον εκείνον έχουσιν εις πολλήν ευλάβειαν, τόσον οι Xριστιανοί, όσον και οι Σαρακηνοί.
Προσθέττει δε και Aντώνιος ο Mάρτυς εν τη των Iεροσολύμων περιόδω, ότι περνώντας ο Kύριος εις τον κάμπον του εν Aιγύπτω Tάνεως, εκλείσθη από λόγου της η πόρτα ενός μεγάλου ειδωλικού ναού. H οποία ύστερον με δύναμιν ανθρώπων, δεν εδύνετο να ανοιχθή….. Παρώκησαν δε εν Aιγύπτω, εν Hλιουπόλει τη κατά Mέμφιν, ό,τε Iωσήφ και η Mαρία συν τω Iησού, έτη τρία, και ημέρας είκοσιν». (Όρα σελ. 28 της νεοτυπώτου Eκατονταετηρίδος.)
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 51062
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

Όταν ήμουν νεότερος είχα πολύ σκεπτικισμό βλέποντας τον τρόπο που γιορτάζονται οι Άγιες μέρες των Χριστουγέννων. Και μπορώ να πω ότι, με την απειρία η οποία με χαρακτήριζε, κατέκρινα αυτά τα πράγματα. Έλεγα, αυτά είναι κοσμικά, δεν χρειάζονται. Γιατί γίνονται; Δεν προσφέρουν τίποτα, χάνουν το νόημα το πνευματικό και όλα αυτά τα οποία ακούμε συχνά να λέγονται.
Κάποτε λοιπόν συνόδευσα ένα γεροντάκι
από το Άγιο Όρος γιατί ήταν ανάγκη να επισκεφτεί το γιατρό. Και επειδή στο Άγιο Όρος τα Χριστούγεννα γιορτάζονται αργότερα σε άλλη ημερομηνία λόγω του εορτολογίου, τύχαμε τις ημέρες των Χριστουγέννων να είμαστε στη Θεσσαλονίκη. Η Θεσσαλονίκη, όπως και στις άλλες πόλεις, στις μεγάλες οδούς Εγνατία, Τσιμισκή και άλλες γεμίζουν με χιλιάδες λάμπες, λαμπάκια που στολίζουν τους δρόμους. Αυτός ο ασκητής, ο γεροντάκος -είχε χρόνια πολλά να βγει έξω στον κόσμο- το βράδυ περπατώντας είδε όλο εκείνο το υπερθέαμα με το φωτισμό και τα φώτα και τις λάμπες και άρχισε να κλαίει και να ευχαριστεί το Χριστό και να λέει: "Χριστέ μου, όλα αυτά είναι για σένα που γίνονται!". Ενώ του έλεγα εγώ: "Παππούλη, όλα αυτά είναι κοσμικά πράγματα. Έτσι γιορτάζονται τα Χριστούγεννα;". Μου λέει: "Ευλογημένε, για το Χριστό γίνονται όλα αυτά τα πράγματα! Αν δεν ήταν Χριστούγεννα οι άνθρωποι θα έβαζαν τόσες λάμπες στους δρόμους; Αφού τα έβαλαν για το Χριστό, επειδή είναι Χριστούγεννα και επειδή θέλουν να γιορτάζουν και αυτοί όπως ξέρουν. Γι' αυτό γέμισαν τους τόπους λάμπες και φώτα και είναι για την αγάπη και για τη δόξα Του Χριστού που γίνονται όλα αυτά".
Και τόσο πολύ κατενύγηκε και ήτανε τρισευχαριστημένος και είχε τόσο καλό λογισμό για τους ανθρώπους, οι οποίοι κοσμούσαν και στόλιζαν τα σπίτια τους και τις βιτρίνες τους και τους δρόμους τους με τόσες λάμπες. Γιατί δεν έβαζε το λογισμό ότι αυτά είναι κακά και κοσμικά αλλά έλεγε ότι αυτά γίνονται για τη δόξα του Χριστού μας, επειδή είναι Χριστούγεννα! Κι αν δεν ήταν Χριστούγεννα δεν θα γινόντουσαν αυτά τα πράγματα όλα.
π. Αθανάσιος Μητρ. Λεμεσού
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 51062
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

Πως να Σε ονομάσω εγώ, θαυμαστό μου βρέφος;
Τι θνητό όνομα να δώσω στον καρπό του Αγίου Πνεύματος;
Να Σου προσφέρω θυμίαμα ή γάλα;
Έχεις ανάγκη από τις μητρικές μου φροντίδες, ή να πέσω στα πόδια Σου και να Σε λατρεύω;
Τι ανεξήγητη αντίθεση!
O ουρανός είναι ο θρόνος Σου κι εγώ σε τοποθέτησα στα γόνατα μου!
Σε βλέπω στην γη κι όμως δεν άφησες τον ουρανό!
O ουρανός είναι εκεί, όπου ευρίσκεσαι Εσύ.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΣΕΛΕΥΚΕΙΑΣ
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 51062
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσίευση από toula »

ΔΟΞΑ ΕΝ ΥΨΙΣΤΟΙΣ ΘΕΩ!
Ἡ ἀληθινή παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ἴδια ἡ ἁγία Γραφή, μᾶς γνωρίζει πώς ὅταν οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ ἐμφανίστηκαν στούς ἀγραυλοῦντες ποιμένες, ἡ δόξα τοῦ Κυρίου τούς κάλυψε καί κεῖνοι φοβήθηκαν ὑπερβολικά. Ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ πού φωτίζει τούς ἄγγέλους καί τούς δίκαιους εἶναι θαυμαστή.
Ὁ ἄγγελος πού ἦταν καλυμμένος μέ τήν οὐράνια δόξα καθησυχάζει τούς ποιμένες μέ τά ἑξῆς λόγια: «Μή φοβεῖσθε· ἰδού γάρ εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαράν μεγάλην, ἥτις ἔσται παντί τῷ λαῷ. ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον σωτήρ, ὅς ἐστι Χριστός Κύριος, ἐν πόλει Δαβίδ. καί τοῦτο ὑμῖν τό σημεῖον· εὑρήσετε βρέφος ἐσπαργανωμένον, κείμενον ἐν φάτνῃ».
Στή Νέα Κτίση οἱ ἄγγελοι λειτουργοῦν ὡς κήρυκες τοῦ Δημιουργοῦ. Ἄγγελος ἐμφανίστηκε ἀρχικά στήν ἁγία Παρθένο Μαρία, μετά στό δίκαιο Ἰωσήφ, τώρα στούς ποιμένες. Καί θά συνεχίσουν οἱ ἄγγελοι νά ἐμφανίζονται στούς «μάγους ἐξ Ἀνατολῶν». Τά πάντα γίνονται σύμφωνα μέ τίς ἀνάγκες τοῦ σχεδίου καί τῆς πρόνοιας τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἀρχάγγελος χαιρέτησε τήν ἁγία Παρθένο μέ τό «Χαῖρε». Παρόμοια λέξη χρησιμοποιήθηκε πρός τούς ποιμένες: «Ἰδού γάρ εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαράν μεγάλην». Ὅταν οἱ μάγοι εἶδαν τόν ἀστέρα στόν οὐρανό «ἐχάρισαν χαράν μεγάλην σφόδρα». Ὁ Χριστός εἶναι πηγή ἀνέκφραστης χαρᾶς. Ἔρχεται γιά νά ἐλευθερώσει τούς δεσμῶτες. Μπορεῖ νά νιώσει κανείς μεγαλύτερη χαρά ἀπ᾿ αὐτήν; Καί μόνο ἡ φωνή του εἶναι γλυκύτερη καί πολύ πιό ζωοδότρα ἀπό ἐκείνην τῶν ἀγγέλων. Ὁ μεγάλος προφήτης Ἡσαΐας ἄκουσε τή γλυκύτατη αὐτή ἀγγελική φωνή νά ψάλλει: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος, Κύριος σαβαώθ, πλήρης πᾶσα ἡ γῆ τής δόξης αὐτοῦ». Κι ὁ μέγας Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστής, γράφει γιά τό ὅραμά του μέ τούς ἀγγέλους: «Καί εἶδον καί ἤκουσα ὡς φωνήν ἀγγέλων πολλῶν κύκλῳ τοῦ θρόνου καί τῶν ζώων καί τῶν πρεσβυτέρων, καί ἦν ὁ ἀριθμός αὐτῶν μυριάδες μυριάδων καί χιλιάδες χιλιάδων».
Τέτοια οὐράνια δόξα ἀποκαλύφτηκε καί στούς ποιμένες τῆς Βηθλεέμ. Ὥς τότε μόνο ἐκλεκτά πρόσωπα, ἀτομικά, εἶχαν ἀξιωθεῖ νά δοῦν τέτοια δόξα. Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη φορά πού συναντᾶμε στήν Ἁγία Γραφή ὁλόκληρη ὁμάδα θνητῶν ἀνθρώπων νά βλέπουν καί ν᾿ ἀκοῦνε χορεία ἀγγέλων. Αὐτό εἶναι ἕνα σημεῖο πώς μέ τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ στή γῆ ἀνοίχτηκε ὁ οὐρανός γιά ὅλους ἐκείνους πού τόν ἀναζητοῦν μέ καρδιακή καθαρότητα. Ἡ ἐμφάνιση αὐτή τοῦ ἀγγέλου μᾶς γνωρίζει καί κάτι καινούργιο, κάτι πού δέν τό εἴχαμε ξανασυναντήσει στήν Ἁγία Γραφή. Εἶναι ὁ νέος ἀγγελικός ὕμνος. Ὁ μεγάλος προφήτης Ἡσαΐας τούς εἶχε ἀκούσει νά ψάλλουν τό «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος, Κύριος σαβαώθ…». Αὐτός εἶναι ἕνας ὕμνος δοξολογίας τοῦ Θεοῦ. Τώρα ὅμως οἱ ἄγγελοι μπροστά στούς ποιμένες ψάλλουν ἕναν καινούργιο ὕμνο, πού θά μποροῦσε νά ὀνομαστεῖ ὕμνος τῆς σωτηρίας.
«Δόξα ἐν Ὑψίστοις θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».
άγιος Νικόλαος Αχρίδος
Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Μηνύματα”