Ευαγγέλιο της Κυριακής (Ανανεώνεται κάθε Κυριακή)
Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές
-
g_aggelos
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1474
- Εγγραφή: Πέμ Φεβ 24, 2005 6:00 am
- Τοποθεσία: Άγγελος @ Αθήνα
- Επικοινωνία:
Κυριακή 17 Δεκεμβρίου
Λουκά ιδ' 16-24, Ματθ. Κβ’ 14
"Πολλοί γαρ εισί κλητού, ολίγοι δε εκλεκτοί"
Είπεν ο Κύριος την παραβολήν ταύτην. Άνθρωπος τις εποίησε δείπνον μέγα, και εκάλεσε πολλούς, και απέστειλε τον δούλον αυτού τη ώρα του δείπνου ειπείν τους κεκλημένους, Έρχεσθε, ότι ήδη έτοιμα εστί πάντα. Και ήρξαντο από μιας παραιτείσθαι πάντες. Ο πρώτος είπεν αυτώ, Αγρόν ηγόρασα, και έχω ανάγκη εξέλθειν και ιδείν αυτόν, ερωτώ σε, έχε με παρητημένον. Και έτερος είπε, Ζεύγη βοών ηγόρασα πέντε, και πορεύομαι δοκιμάσαι αυτά, ερωτώ σε, έχε με παρητημένον. Και έτερος είπε, Γυναίκα έγημα, και δια τούτο ου δύναμαι ελθείν. Και παραγενόμενος ο δούλος εκείνος, απήγγειλε τω κυρίω αυτού ταύτα. Τότε οργισθείς ο οικοδεσπότης, είπε τω δούλω αυτού, Έξελθε ταχέως εις τας πλατείας και ρύμας της πόλεως, και τους πτωχούς και ανάπηρους και χωλούς και τυφλούς εισάγαγε ώδε. Και είπεν ο δούλος, Κύριε, γέγονεν ως επέταξας, και έτι τόπος έστι. Και είπεν ο κύριος προς τον δούλον, Έξελθε εις τας οδούς και φραγμούς, και ανάγκασον εισελθείν, ίνα γεμισθεί ο οίκος μου. Λέγων γαρ υμίν, ότι ουδείς των ανδρών εκείνων των κεκλημένων γεύσεταί μοι του δείπνου. Πολλοί γαρ εισί κλητοί, ολίγοι δε εκλεκτοί.
Απόδοση στην Νεοελληνική
Είπε ο Κύριος την εξής παραβολή, "Κάποιος ήθελε να παραθέσει μεγάλο δείπνο και κάλεσε πολλούς. Και έστειλε τον δούλο του κατά την ώρα του δείπνου να πη εις τους καλεσμένους, "Ελάτε, διότι είναι όλα έτοιμα". Αλλά άρχισαν δια μιας όλοι να δικαιολογούνται. Ο πρώτος είπε, "Αγόρασα κάποιο χωράφι και πρέπει να πάω να το ιδώ, σε παρακαλώ θεώρησέ με δικαιολογημένο". Άλλος είπε, "Αγόρασα πέντε ζευγάρια βόδια και πηγαίνω να τα δοκιμάσω, σε παρακαλώ, θεώρησέ με δικαιολογημένο". Άλλος είπε, "Νυμφεύτηκα γυναίκα και γι' αυτό δεν μπορώ να έλθω". Και ήλθε ο δούλος και είπε αυτά εις τον κύριό του. Τότε οργίστηκε ο οικοδεσπότης και είπε στον δούλο του, "Έβγα γρήγορα στις πλατείες και τους δρόμους της πόλεως και φέρε εδώ τους πτωχούς και ανάπηρους και χωλούς και τυφλούς". Και είπε ο δούλος, "Κύριε, έγινε εκείνο που διέταξες και υπάρχει ακόμη χώρος". Και είπε ο κύριος εις τον δούλο, "Έβγα εις τους δρόμους και εις τους περιφραγμένους τόπους και ανάγκασέ τους να μπουν, δια να γεμίσει το σπίτι μου. Διότι σας λέγω, ότι κανείς από τους ανθρώπους εκείνους, που είχαν προσκληθεί, δε θα γευτεί το δείπνο μου. Πολλοί είναι οι καλεσμένοι, ολίγοι όμως οι εκλεκτοί".
Λουκά ιδ' 16-24, Ματθ. Κβ’ 14
"Πολλοί γαρ εισί κλητού, ολίγοι δε εκλεκτοί"
Είπεν ο Κύριος την παραβολήν ταύτην. Άνθρωπος τις εποίησε δείπνον μέγα, και εκάλεσε πολλούς, και απέστειλε τον δούλον αυτού τη ώρα του δείπνου ειπείν τους κεκλημένους, Έρχεσθε, ότι ήδη έτοιμα εστί πάντα. Και ήρξαντο από μιας παραιτείσθαι πάντες. Ο πρώτος είπεν αυτώ, Αγρόν ηγόρασα, και έχω ανάγκη εξέλθειν και ιδείν αυτόν, ερωτώ σε, έχε με παρητημένον. Και έτερος είπε, Ζεύγη βοών ηγόρασα πέντε, και πορεύομαι δοκιμάσαι αυτά, ερωτώ σε, έχε με παρητημένον. Και έτερος είπε, Γυναίκα έγημα, και δια τούτο ου δύναμαι ελθείν. Και παραγενόμενος ο δούλος εκείνος, απήγγειλε τω κυρίω αυτού ταύτα. Τότε οργισθείς ο οικοδεσπότης, είπε τω δούλω αυτού, Έξελθε ταχέως εις τας πλατείας και ρύμας της πόλεως, και τους πτωχούς και ανάπηρους και χωλούς και τυφλούς εισάγαγε ώδε. Και είπεν ο δούλος, Κύριε, γέγονεν ως επέταξας, και έτι τόπος έστι. Και είπεν ο κύριος προς τον δούλον, Έξελθε εις τας οδούς και φραγμούς, και ανάγκασον εισελθείν, ίνα γεμισθεί ο οίκος μου. Λέγων γαρ υμίν, ότι ουδείς των ανδρών εκείνων των κεκλημένων γεύσεταί μοι του δείπνου. Πολλοί γαρ εισί κλητοί, ολίγοι δε εκλεκτοί.
Απόδοση στην Νεοελληνική
Είπε ο Κύριος την εξής παραβολή, "Κάποιος ήθελε να παραθέσει μεγάλο δείπνο και κάλεσε πολλούς. Και έστειλε τον δούλο του κατά την ώρα του δείπνου να πη εις τους καλεσμένους, "Ελάτε, διότι είναι όλα έτοιμα". Αλλά άρχισαν δια μιας όλοι να δικαιολογούνται. Ο πρώτος είπε, "Αγόρασα κάποιο χωράφι και πρέπει να πάω να το ιδώ, σε παρακαλώ θεώρησέ με δικαιολογημένο". Άλλος είπε, "Αγόρασα πέντε ζευγάρια βόδια και πηγαίνω να τα δοκιμάσω, σε παρακαλώ, θεώρησέ με δικαιολογημένο". Άλλος είπε, "Νυμφεύτηκα γυναίκα και γι' αυτό δεν μπορώ να έλθω". Και ήλθε ο δούλος και είπε αυτά εις τον κύριό του. Τότε οργίστηκε ο οικοδεσπότης και είπε στον δούλο του, "Έβγα γρήγορα στις πλατείες και τους δρόμους της πόλεως και φέρε εδώ τους πτωχούς και ανάπηρους και χωλούς και τυφλούς". Και είπε ο δούλος, "Κύριε, έγινε εκείνο που διέταξες και υπάρχει ακόμη χώρος". Και είπε ο κύριος εις τον δούλο, "Έβγα εις τους δρόμους και εις τους περιφραγμένους τόπους και ανάγκασέ τους να μπουν, δια να γεμίσει το σπίτι μου. Διότι σας λέγω, ότι κανείς από τους ανθρώπους εκείνους, που είχαν προσκληθεί, δε θα γευτεί το δείπνο μου. Πολλοί είναι οι καλεσμένοι, ολίγοι όμως οι εκλεκτοί".
-
g_aggelos
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1474
- Εγγραφή: Πέμ Φεβ 24, 2005 6:00 am
- Τοποθεσία: Άγγελος @ Αθήνα
- Επικοινωνία:
Κυριακή 24 Δεκεμβρίου
Προ της Χριστού Γεννήσεως – Ματθ. α’ 1-25
Η γενεαλογία του Κυρίου Ιησού - Η υπερφυσική γέννησις του Κυρίου
Βίβλος γενέσεως Ιησού Χριστού, υιού Δαυΐδ υιού Αβραάμ.
Αβραάμ εγέννησε τον Ισαάκ Ισαάκ δε εγέννησε τον Ιακώβ Ιακώβ δε εγέννησε τον Ιούδαν και τους αδελφούς αυτού,
Ιούδας δε εγέννησε τον Φαρές και τον Ζαρά εκ της Θάμαρ, Φαρές δε εγέννησε τον Εσρώμ, Εσρώμ δε εγέννησε τον Αράμ,
Αράμ δε εγέννησε τον Αμιναδάβ, Αμιναδάβ δε εγέννησε τον Ναασσών, Ναασσών δε εγέννησε τον Σαλμών,
Σαλμών δε εγέννησε τον Βοόζ εκ της Ραχάβ, Βοόζ δε εγέννησε τον Ωβήδ εκ της Ρούθ, Ωβήδ δε εγέννησε τον Ιεσσαί,
Ιεσσαί δε εγέννησε τον Δαυΐδ τον βασιλέα. Δαυΐδ δε ο βασιλεύς εγέννησε τον Σολομώντα εκ της του Ουρίου,
Σολομών δε εγέννησε τον Ροβοάμ, Ροβοάμ δε εγέννησε τον Αβιά, Αβιά, δε εγέννησε τον Ασά,
Ασά δε εγέννησε τον Ιωσαφάτ, Ιωσαφάτ δε εγέννησε τον Ιωράμ, Ιωράμ δε εγέννησε τον Οζίαν,
Οζίας δε εγέννησε τον Ιωάθαμ, Ιωάθαμ δε εγέννησε τον Αχαζ, Αχαζ δε εγέννησε τον Εζεκίαν,
Εζεκίας δε εγέννησε τον Μανασσή, Μανασσής δε εγέννησε τον Αμών, Αμών δε εγέννησε τον Ιωσίαν,
Ιωσίας δε εγέννησε τον Ιεοχονίαν και τους αδελφούς αυτού επί της μετοικεσίας Βαβυλώνος.
Μετά δε την μετοικεσίαν Βαβυλώνος Ιεχονίας εγέννησε τον Σαλαθιήλ, Σαλαθιήλ δε εγέννησε τον Ζοροβάβελ,
Ζοροβάβελ δε εγέννησε τον Αβιούδ, Αβιούδ δε εγέννησε τον Ελιακείμ, Ελιακείμ δε εγέννησε τον Αζώρ,
Αζώρ δε εγέννησε τον Σαδώκ, Σαδώκ δε εγέννησε τον Αχείμ, Αχείμ δε εγέννησε τον Ελιούδ,
Ελιούδ δε εγέννησε τον Ελεάζαρ, Ελεάζαρ δε εγέννησε τον Ματθάν, Ματθάν δε εγέννησε τον Ιακώβ,
Ιακώβ δε εγέννησε τον Ιωσήφ τον άνδρα Μαρίας, εξ ης εγεννήθη Ιησούς ο λεγόμενος Χριστός.
Πάσαι ουν αι γενεαί από Αβραάμ έως Δαυΐδ γενεαί δεκατέσσαρες, και από Δαυΐδ έως της μετοικεσίας Βαβυλώνος γενεαί δεκατέσσαρες, και από της μετοικεσίας Βαβυλώνος έως του Χριστού γενεαί δεκατέσσαρες.
Του δε Ιησού Χριστού η γέννησις ούτως ην. Μνηστευθείσης γαρ της μητρός αυτού Μαρίας τω Ιωσήφ, πριν ή συνελθείν αυτούς ευρέθη εν γαστρί έχουσα εκ Πνεύματος Αγίου. Ιωσήφ δε ο ανήρ αυτής, δίκαιος ων και μη θέλων αυτήν παραδειγματίσαι, εβουλήθη λάθρα απολύσαι αυτήν. Ταύτα δε αυτού ενθυμηθέντος ιδού άγγελος Κυρίου κατ’ όναρ εφάνη αυτώ λέγων. Ιωσήφ υιός Δαυΐδ μη φοβηθής παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκα σου. το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος εστίν Αγίου. Τέξεται δε υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν. αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών. Τούτο δε όλον γέγονεν ίνα πληρωθή το ρηθέν υπό του Κυρίου δια του προφήτου λέγοντος.Ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν, και καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ ο έστι μεθερμηνευόμενον μεθ’ ημών ο Θεός. Διεγερθείς δε ο Ιωσήφ από του ύπνου εποίησεν ως προσέταξεν αυτώ ο άγγελος Κυρίου και παρέλαβε την γυναίκα αυτού, και ουκ εγίνωσκεν αυτήν έως ου έτεκε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον, και εκάλεσε το όνομα αυτού Ιησούν.
Απόδοση στη Νεοελληνική
Βιβλίον της ιστορίας του Ιησού Χριστού, του υιού του Δαυίδ, του υιού του Αβραάμ. Ο Αβραάμ εγέννησε τον Ισαάκ, ο Ισαάκ εγέννησε τον Ιακώβ, ο Ιακώβ εγέννησε τον Ιούδαν και τους αδελφούς του, ο Ιούδας εγέννησε τον Φαρές και τον Ζαρά από την Θάμαρ, ο Φαρές εγέννησε τον Εσρώμ, ο Εσρώμ εγέννησε τον Αράμ, ο Αράμ εγέννησε τον Αμιναδάβ, ο Αμιναδάβ εγέννησε τον Ναασσών, ο Ναασσών εγέννησε τον Σαλμών, ο Σαλμών εγέννησε τον Βοόζ από την Ραχάβ, ο Βοόζ εγέννησε τον Ωβήδ από την Ρουθ, ο Ωβήδ εγέννησε τον Ιεσσαί, ο Ιεσσαί εγέννησε τον Δαυίδ τον βασιλέα. Ο Δαυίδ ο βασιλεύς εγέννησε τον Σολομώντα από την σύζυγόν του Ουρία, ο Σολομών εγέννησε τον Ροβοάμ, ο Ροβοάμ εγέννησε τον Αβιά, ο Αβιά εγέννησε τον Ασά, ο Ασά εγέννησε τον Ιωσαφάτ, ο Ιωσαφάτ εγέννησε τον Ιωράμ, ο Ιωράμ εγέννησε τον Οζίαν, ο Οζίας εγέννησε τον Ιωάθαμ, ο Ιωάθαμ εγέννησε τον Άχαζ, ο Άχαζ εγέννησε τον Εζεκίαν, ο Εζεκίας εγέννησε τον Μανασσήν, ο Μανασσής εγέννησε τον Αμμών, ο Αμών εγέννησε τον Ιωσίαν, ο Ιωσίας εγέννησε τον Ιεχονίαν και τους αδελφούς του κατά την εποχή της αιχμαλωσίας εις την Βαβυλώνα. Μετά δε την αιχμαλωσίαν εις την Βαβυλώνα ο Ιεχονίας εγέννησε τον Σαλαθιήλ, ο Σαλαθιήλ εγέννησε τον Ζοροβάβελ, ο Ζοροβάβελ εγέννησε τον Αβιούδ, ο Αβιούδ εγέννησε τον Ελιακείμ, ο Ελιακείμ εγέννησε τον Αζώρ, ο Αζώρ εγέννησε τον Σαδώκ, ο Σαδώκ εγέννησε τον Σαδώκ, ο Σαδώκ εγέννησε τον Αχείμ, ο Αχείμ εγέννησε τον Ελιούδ, ο Ελιούδ εγέννησε τον Ελεάζαρ, ο Ελεάζαρ εγέννησε τον Ματθάν, ο Ματθάν εγέννησε τον Ιακώβ, ο ακώβ εγέννησε τον Ιωσήφ τον άνδρα της Μαρίας, από την οποία εγεννήθη ο Ιησούς, οποίος λέγεται Χριστός. Όλαι λοιπόν αι γενεαί από του Αβραάμ μέχρι του Δαυΐδ είναι γενεαί δεκατέσσερις και από του Δαυίδ μέχρι της αιχμαλωσίας εις την Βαβυλώνα είναι γενεαί δεκατέσσερις και από της αιχμαλωσίας εις την Βαβυλώνα μέχρι του Χριστού είναι γενεαί δεκατέσσερις. Του δε Ιησού Χριστού η γέννηση έγινε κατά τον εξής τρόπον. Αφού η μητέρα του Μαρία αρραβωνιάσθηκε με τον Ιωσήφ, έμεινε έγκυος εκ Πνεύματος Αγίου πριν να συνευρεθούν. Ο άνδρας της, ο Ιωσήφ, επειδή ήτο δίκαιος και δεν ήθελε να την εκθέσει, σκέφθηκε να την διώξει κρυφά. Και ενώ έτσι σκεπτόταν, άγγελος του Κυρίου του παρουσιάσθηκε εις το όνειρό του και του είπε, «Ιωσήφ, υιέ του Δαυίδ, μη φοβηθείς να πάρεις μαζί σου την Μαριάμ, την γυναίκα σου, διότι εκείνο που γεννήθηκε μέσα της προέρχεται από Πνεύμα Άγιο. Θα γεννήσει δε υιό, το οποίον θα ονομάσεις Ιησού, διότι αυτός θα σώσει τον λαό σου από τας αμαρτίας του». Όλα αυτά έγιναν διά να εκπληρωθεί εκείνο, το οποίον ελέχθη από τον Κύριο διά του προφήτου, Ιδού η παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει υιό και θα τον ονομάσουν Εμμανουήλ, το οποίον μεταφραζόμενο σημαίνει, Μαζί μας είναι ο Θεός. Όταν ο Ιωσήφ ξύπνησε, έκανε όπως τον διέταξε ο άγγελος του Κυρίου, επήρε δηλαδή την γυναίκα του μαζί του, και δεν είχε καμίαν σχέση μαζί της μέχρις ότου γέννησε τον υιό της τον πρωτότοκον και τον ονόμασε Ιησού.
Προ της Χριστού Γεννήσεως – Ματθ. α’ 1-25
Η γενεαλογία του Κυρίου Ιησού - Η υπερφυσική γέννησις του Κυρίου
Βίβλος γενέσεως Ιησού Χριστού, υιού Δαυΐδ υιού Αβραάμ.
Αβραάμ εγέννησε τον Ισαάκ Ισαάκ δε εγέννησε τον Ιακώβ Ιακώβ δε εγέννησε τον Ιούδαν και τους αδελφούς αυτού,
Ιούδας δε εγέννησε τον Φαρές και τον Ζαρά εκ της Θάμαρ, Φαρές δε εγέννησε τον Εσρώμ, Εσρώμ δε εγέννησε τον Αράμ,
Αράμ δε εγέννησε τον Αμιναδάβ, Αμιναδάβ δε εγέννησε τον Ναασσών, Ναασσών δε εγέννησε τον Σαλμών,
Σαλμών δε εγέννησε τον Βοόζ εκ της Ραχάβ, Βοόζ δε εγέννησε τον Ωβήδ εκ της Ρούθ, Ωβήδ δε εγέννησε τον Ιεσσαί,
Ιεσσαί δε εγέννησε τον Δαυΐδ τον βασιλέα. Δαυΐδ δε ο βασιλεύς εγέννησε τον Σολομώντα εκ της του Ουρίου,
Σολομών δε εγέννησε τον Ροβοάμ, Ροβοάμ δε εγέννησε τον Αβιά, Αβιά, δε εγέννησε τον Ασά,
Ασά δε εγέννησε τον Ιωσαφάτ, Ιωσαφάτ δε εγέννησε τον Ιωράμ, Ιωράμ δε εγέννησε τον Οζίαν,
Οζίας δε εγέννησε τον Ιωάθαμ, Ιωάθαμ δε εγέννησε τον Αχαζ, Αχαζ δε εγέννησε τον Εζεκίαν,
Εζεκίας δε εγέννησε τον Μανασσή, Μανασσής δε εγέννησε τον Αμών, Αμών δε εγέννησε τον Ιωσίαν,
Ιωσίας δε εγέννησε τον Ιεοχονίαν και τους αδελφούς αυτού επί της μετοικεσίας Βαβυλώνος.
Μετά δε την μετοικεσίαν Βαβυλώνος Ιεχονίας εγέννησε τον Σαλαθιήλ, Σαλαθιήλ δε εγέννησε τον Ζοροβάβελ,
Ζοροβάβελ δε εγέννησε τον Αβιούδ, Αβιούδ δε εγέννησε τον Ελιακείμ, Ελιακείμ δε εγέννησε τον Αζώρ,
Αζώρ δε εγέννησε τον Σαδώκ, Σαδώκ δε εγέννησε τον Αχείμ, Αχείμ δε εγέννησε τον Ελιούδ,
Ελιούδ δε εγέννησε τον Ελεάζαρ, Ελεάζαρ δε εγέννησε τον Ματθάν, Ματθάν δε εγέννησε τον Ιακώβ,
Ιακώβ δε εγέννησε τον Ιωσήφ τον άνδρα Μαρίας, εξ ης εγεννήθη Ιησούς ο λεγόμενος Χριστός.
Πάσαι ουν αι γενεαί από Αβραάμ έως Δαυΐδ γενεαί δεκατέσσαρες, και από Δαυΐδ έως της μετοικεσίας Βαβυλώνος γενεαί δεκατέσσαρες, και από της μετοικεσίας Βαβυλώνος έως του Χριστού γενεαί δεκατέσσαρες.
Του δε Ιησού Χριστού η γέννησις ούτως ην. Μνηστευθείσης γαρ της μητρός αυτού Μαρίας τω Ιωσήφ, πριν ή συνελθείν αυτούς ευρέθη εν γαστρί έχουσα εκ Πνεύματος Αγίου. Ιωσήφ δε ο ανήρ αυτής, δίκαιος ων και μη θέλων αυτήν παραδειγματίσαι, εβουλήθη λάθρα απολύσαι αυτήν. Ταύτα δε αυτού ενθυμηθέντος ιδού άγγελος Κυρίου κατ’ όναρ εφάνη αυτώ λέγων. Ιωσήφ υιός Δαυΐδ μη φοβηθής παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκα σου. το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος εστίν Αγίου. Τέξεται δε υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν. αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών. Τούτο δε όλον γέγονεν ίνα πληρωθή το ρηθέν υπό του Κυρίου δια του προφήτου λέγοντος.Ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν, και καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ ο έστι μεθερμηνευόμενον μεθ’ ημών ο Θεός. Διεγερθείς δε ο Ιωσήφ από του ύπνου εποίησεν ως προσέταξεν αυτώ ο άγγελος Κυρίου και παρέλαβε την γυναίκα αυτού, και ουκ εγίνωσκεν αυτήν έως ου έτεκε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον, και εκάλεσε το όνομα αυτού Ιησούν.
Απόδοση στη Νεοελληνική
Βιβλίον της ιστορίας του Ιησού Χριστού, του υιού του Δαυίδ, του υιού του Αβραάμ. Ο Αβραάμ εγέννησε τον Ισαάκ, ο Ισαάκ εγέννησε τον Ιακώβ, ο Ιακώβ εγέννησε τον Ιούδαν και τους αδελφούς του, ο Ιούδας εγέννησε τον Φαρές και τον Ζαρά από την Θάμαρ, ο Φαρές εγέννησε τον Εσρώμ, ο Εσρώμ εγέννησε τον Αράμ, ο Αράμ εγέννησε τον Αμιναδάβ, ο Αμιναδάβ εγέννησε τον Ναασσών, ο Ναασσών εγέννησε τον Σαλμών, ο Σαλμών εγέννησε τον Βοόζ από την Ραχάβ, ο Βοόζ εγέννησε τον Ωβήδ από την Ρουθ, ο Ωβήδ εγέννησε τον Ιεσσαί, ο Ιεσσαί εγέννησε τον Δαυίδ τον βασιλέα. Ο Δαυίδ ο βασιλεύς εγέννησε τον Σολομώντα από την σύζυγόν του Ουρία, ο Σολομών εγέννησε τον Ροβοάμ, ο Ροβοάμ εγέννησε τον Αβιά, ο Αβιά εγέννησε τον Ασά, ο Ασά εγέννησε τον Ιωσαφάτ, ο Ιωσαφάτ εγέννησε τον Ιωράμ, ο Ιωράμ εγέννησε τον Οζίαν, ο Οζίας εγέννησε τον Ιωάθαμ, ο Ιωάθαμ εγέννησε τον Άχαζ, ο Άχαζ εγέννησε τον Εζεκίαν, ο Εζεκίας εγέννησε τον Μανασσήν, ο Μανασσής εγέννησε τον Αμμών, ο Αμών εγέννησε τον Ιωσίαν, ο Ιωσίας εγέννησε τον Ιεχονίαν και τους αδελφούς του κατά την εποχή της αιχμαλωσίας εις την Βαβυλώνα. Μετά δε την αιχμαλωσίαν εις την Βαβυλώνα ο Ιεχονίας εγέννησε τον Σαλαθιήλ, ο Σαλαθιήλ εγέννησε τον Ζοροβάβελ, ο Ζοροβάβελ εγέννησε τον Αβιούδ, ο Αβιούδ εγέννησε τον Ελιακείμ, ο Ελιακείμ εγέννησε τον Αζώρ, ο Αζώρ εγέννησε τον Σαδώκ, ο Σαδώκ εγέννησε τον Σαδώκ, ο Σαδώκ εγέννησε τον Αχείμ, ο Αχείμ εγέννησε τον Ελιούδ, ο Ελιούδ εγέννησε τον Ελεάζαρ, ο Ελεάζαρ εγέννησε τον Ματθάν, ο Ματθάν εγέννησε τον Ιακώβ, ο ακώβ εγέννησε τον Ιωσήφ τον άνδρα της Μαρίας, από την οποία εγεννήθη ο Ιησούς, οποίος λέγεται Χριστός. Όλαι λοιπόν αι γενεαί από του Αβραάμ μέχρι του Δαυΐδ είναι γενεαί δεκατέσσερις και από του Δαυίδ μέχρι της αιχμαλωσίας εις την Βαβυλώνα είναι γενεαί δεκατέσσερις και από της αιχμαλωσίας εις την Βαβυλώνα μέχρι του Χριστού είναι γενεαί δεκατέσσερις. Του δε Ιησού Χριστού η γέννηση έγινε κατά τον εξής τρόπον. Αφού η μητέρα του Μαρία αρραβωνιάσθηκε με τον Ιωσήφ, έμεινε έγκυος εκ Πνεύματος Αγίου πριν να συνευρεθούν. Ο άνδρας της, ο Ιωσήφ, επειδή ήτο δίκαιος και δεν ήθελε να την εκθέσει, σκέφθηκε να την διώξει κρυφά. Και ενώ έτσι σκεπτόταν, άγγελος του Κυρίου του παρουσιάσθηκε εις το όνειρό του και του είπε, «Ιωσήφ, υιέ του Δαυίδ, μη φοβηθείς να πάρεις μαζί σου την Μαριάμ, την γυναίκα σου, διότι εκείνο που γεννήθηκε μέσα της προέρχεται από Πνεύμα Άγιο. Θα γεννήσει δε υιό, το οποίον θα ονομάσεις Ιησού, διότι αυτός θα σώσει τον λαό σου από τας αμαρτίας του». Όλα αυτά έγιναν διά να εκπληρωθεί εκείνο, το οποίον ελέχθη από τον Κύριο διά του προφήτου, Ιδού η παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει υιό και θα τον ονομάσουν Εμμανουήλ, το οποίον μεταφραζόμενο σημαίνει, Μαζί μας είναι ο Θεός. Όταν ο Ιωσήφ ξύπνησε, έκανε όπως τον διέταξε ο άγγελος του Κυρίου, επήρε δηλαδή την γυναίκα του μαζί του, και δεν είχε καμίαν σχέση μαζί της μέχρις ότου γέννησε τον υιό της τον πρωτότοκον και τον ονόμασε Ιησού.
-
g_aggelos
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1474
- Εγγραφή: Πέμ Φεβ 24, 2005 6:00 am
- Τοποθεσία: Άγγελος @ Αθήνα
- Επικοινωνία:
Κυριακή 31 Δεκεμβρίου
Μάρκου α’ 1-8
Ιωάννης ο Βαπτιστής και η αγγελία του
Αρχή του ευαγγελίου Ιησού Χριστού, υιού του Θεού. Ως γέγραπται εν τοις προφήταις, ιδού εγώ αποστέλλω τον άγγελόν μου προ προσώπου σου, ος κατασκευάσει την οδόν σου έμπροσθέν σου, φωνή βοώντος εν τη ερήμω, ετοιμάσατε την οδόν Κυρίου, ευθείας ποιείτε τας τρίβους αυτού, γένετο Ιωάννης βαπτίζων εν τη ερήμω και κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εις άφεσιν αμαρτιών. Και εξεπορεύετο προς αυτόν πάσα η Ιουδαία χώρα και οι Ιεροσολυμίται, και εβαπτίζοντο πάντες εν τω Ιορδάνη ποταμώ υπ αυτού εξομολογούμενοι τας αμαρτίας αυτών. Ην δε ο Ιωάννης ενδεδυμένος τρίχας καμήλου και ζώνην δερματίνην περί την οσφύν αυτού, και εσθίων ακρίδας και μέλι άγριον. Και εκήρυσσε λέγων, έρχεται ο ισχυρότερός μου οπίσω μου, ου ουκ ειμί ικανός κύψας λύσαι τον ιμάντα των υποδημάτων αυτού. Εγώ μεν εβάπτισα υμάς εν ύδατι, αυτός δε βαπτίσει υμάς εν Πνεύματι Αγίω.
Απόδοση στη Νεοελληνική
Η αρχή του ευαγγελίου του Ιησού Χριστού του υιού του Θεού έγινε σύμφωνα με εκείνο που είναι γραμμένο στους προφήτες: «Ιδού εγώ αποστέλλω τον άγγελό μου πριν από σε, ο οποίος θα προετοιμάσει τον δρόμο σου εμπρός σου. Φωνή ενός που φωνάζει στην έρημο, ετοιμάσατε την οδό του Κυρίου, κάμετε ίσιους τους δρόμους του. Εμφανίσθηκε ο Ιωάννης, ο οποίος βάπτιζε στην έρημο και κήρυττε βάπτισμα μετάνοιας προς συγχώρεση των αμαρτιών. Και ερχόταν προς αυτόν ολόκληρη η χώρα της Ιουδαίας και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ και βαπτίζονταν όλοι από αυτόν στον Ιορδάνη ποταμό, αφού εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους. Ο Ιωάννης φορούσε ένδυμα από τρίχες καμήλας και δερμάτινη ζώνη γύρω από την μέση του και έτρωγε ακρίδες και άγριο μέλι. Κύρηττε και έλεγε, «Έρχεται ύστερα από μένα εκείνος, ο οποίος είναι ισχυρότερος από μένα και του οποίου δεν είμαι ικανός να σκύψω και να λύσω τα λουριά από τα υποδήματά του. Εγώ σας βάπτισα με νερό, αυτός όμως θα σας βαπτίσει με Άγιο Πνεύμα».
Μάρκου α’ 1-8
Ιωάννης ο Βαπτιστής και η αγγελία του
Αρχή του ευαγγελίου Ιησού Χριστού, υιού του Θεού. Ως γέγραπται εν τοις προφήταις, ιδού εγώ αποστέλλω τον άγγελόν μου προ προσώπου σου, ος κατασκευάσει την οδόν σου έμπροσθέν σου, φωνή βοώντος εν τη ερήμω, ετοιμάσατε την οδόν Κυρίου, ευθείας ποιείτε τας τρίβους αυτού, γένετο Ιωάννης βαπτίζων εν τη ερήμω και κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εις άφεσιν αμαρτιών. Και εξεπορεύετο προς αυτόν πάσα η Ιουδαία χώρα και οι Ιεροσολυμίται, και εβαπτίζοντο πάντες εν τω Ιορδάνη ποταμώ υπ αυτού εξομολογούμενοι τας αμαρτίας αυτών. Ην δε ο Ιωάννης ενδεδυμένος τρίχας καμήλου και ζώνην δερματίνην περί την οσφύν αυτού, και εσθίων ακρίδας και μέλι άγριον. Και εκήρυσσε λέγων, έρχεται ο ισχυρότερός μου οπίσω μου, ου ουκ ειμί ικανός κύψας λύσαι τον ιμάντα των υποδημάτων αυτού. Εγώ μεν εβάπτισα υμάς εν ύδατι, αυτός δε βαπτίσει υμάς εν Πνεύματι Αγίω.
Απόδοση στη Νεοελληνική
Η αρχή του ευαγγελίου του Ιησού Χριστού του υιού του Θεού έγινε σύμφωνα με εκείνο που είναι γραμμένο στους προφήτες: «Ιδού εγώ αποστέλλω τον άγγελό μου πριν από σε, ο οποίος θα προετοιμάσει τον δρόμο σου εμπρός σου. Φωνή ενός που φωνάζει στην έρημο, ετοιμάσατε την οδό του Κυρίου, κάμετε ίσιους τους δρόμους του. Εμφανίσθηκε ο Ιωάννης, ο οποίος βάπτιζε στην έρημο και κήρυττε βάπτισμα μετάνοιας προς συγχώρεση των αμαρτιών. Και ερχόταν προς αυτόν ολόκληρη η χώρα της Ιουδαίας και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ και βαπτίζονταν όλοι από αυτόν στον Ιορδάνη ποταμό, αφού εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους. Ο Ιωάννης φορούσε ένδυμα από τρίχες καμήλας και δερμάτινη ζώνη γύρω από την μέση του και έτρωγε ακρίδες και άγριο μέλι. Κύρηττε και έλεγε, «Έρχεται ύστερα από μένα εκείνος, ο οποίος είναι ισχυρότερος από μένα και του οποίου δεν είμαι ικανός να σκύψω και να λύσω τα λουριά από τα υποδήματά του. Εγώ σας βάπτισα με νερό, αυτός όμως θα σας βαπτίσει με Άγιο Πνεύμα».
-
g_aggelos
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1474
- Εγγραφή: Πέμ Φεβ 24, 2005 6:00 am
- Τοποθεσία: Άγγελος @ Αθήνα
- Επικοινωνία:
Σάββατο 6 Ιανουαρίου
ΤΑ ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ
Ματθαίος γ’ 13-17
Η βάπτισις του Ιησού Χριστού
Τότε παραγίνεται ο Ιησούς από της Γαλιλαίας επί τον Ιορδάνην προς τον Ιωάννην του βαπτισθήναι υπ αυτού. Ο δε Ιωάννης διεκώλυεν αυτόν λέγων, εγώ χρείαν έχω υπό σού βαπτισθήναι, και συ έρχη πρός με; Αποκριθείς δε ο Ιησούς είπε προς αυτόν, άφες άρτι, ούτω γάρ πρέπον εστίν ημίν πληρώσαι πάσαν δικαιοσύνην, τότε αφίησιν αυτόν και βαπτισθείς ο Ιησούς ανέβη ευθύς από του ύδατος, και ιδού ανεώχθησαν αυτώ οι ουρανοί, και είδε το Πνεύμα του Θεού καταβαίνον ωσεί περιστεράν και ερχόμενον επ αυτόν, και ιδού φωνή εκ των ουρανών λέγουσα, ούτός εστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ώ ευδόκησα.
Απόδοση στη Νεοελληνική
Τότε έρχεται ο Ιησούς από τη Γαλιλαία στον Ιορδάνη, προς τον Ιωάννη για να βαπτισθεί από αυτόν. Ο Ιωάννης όμως τον εμπόδιζε και έλεγε, «Εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από εσένα και εσύ έρχεσαι σε εμένα;». ο Ιησούς του αποκρίθηκε, «Άφησε αυτά επί του παρόντος, διότι έτσι είναι πρέπον σε εμάς, να εκτελέσουμε κάθε εντολή». Τότε ο Ιωάννης δεν του έφερε αντίρρηση. Όταν ο Ιησούς βαπτίσθηκε, αμέσως ανέβηκε από το νερό και ιδού, άνοιξαν οι ουρανοί και είδε το Πνεύμα του Θεού να κατεβαίνει σαν περιστερά και να έρχεται επάνω του. Και η φωνή από τους ουρανούς, έλεγε, «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, εις τον οποίον ευαρεστούμαι».
ΤΑ ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ
Ματθαίος γ’ 13-17
Η βάπτισις του Ιησού Χριστού
Τότε παραγίνεται ο Ιησούς από της Γαλιλαίας επί τον Ιορδάνην προς τον Ιωάννην του βαπτισθήναι υπ αυτού. Ο δε Ιωάννης διεκώλυεν αυτόν λέγων, εγώ χρείαν έχω υπό σού βαπτισθήναι, και συ έρχη πρός με; Αποκριθείς δε ο Ιησούς είπε προς αυτόν, άφες άρτι, ούτω γάρ πρέπον εστίν ημίν πληρώσαι πάσαν δικαιοσύνην, τότε αφίησιν αυτόν και βαπτισθείς ο Ιησούς ανέβη ευθύς από του ύδατος, και ιδού ανεώχθησαν αυτώ οι ουρανοί, και είδε το Πνεύμα του Θεού καταβαίνον ωσεί περιστεράν και ερχόμενον επ αυτόν, και ιδού φωνή εκ των ουρανών λέγουσα, ούτός εστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ώ ευδόκησα.
Απόδοση στη Νεοελληνική
Τότε έρχεται ο Ιησούς από τη Γαλιλαία στον Ιορδάνη, προς τον Ιωάννη για να βαπτισθεί από αυτόν. Ο Ιωάννης όμως τον εμπόδιζε και έλεγε, «Εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από εσένα και εσύ έρχεσαι σε εμένα;». ο Ιησούς του αποκρίθηκε, «Άφησε αυτά επί του παρόντος, διότι έτσι είναι πρέπον σε εμάς, να εκτελέσουμε κάθε εντολή». Τότε ο Ιωάννης δεν του έφερε αντίρρηση. Όταν ο Ιησούς βαπτίσθηκε, αμέσως ανέβηκε από το νερό και ιδού, άνοιξαν οι ουρανοί και είδε το Πνεύμα του Θεού να κατεβαίνει σαν περιστερά και να έρχεται επάνω του. Και η φωνή από τους ουρανούς, έλεγε, «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, εις τον οποίον ευαρεστούμαι».
-
g_aggelos
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1474
- Εγγραφή: Πέμ Φεβ 24, 2005 6:00 am
- Τοποθεσία: Άγγελος @ Αθήνα
- Επικοινωνία:
Κυριακή 7 Ιανουαρίου
Σύναξις Ιωάννου Προδρόμου και Βαπτισθού
Ιωάννης α’ 29-34
Η μαρτυρία του Ιωάννου του Βαπτιστού
Τη επαύριον βλέπει ο Ιωάννης τον Ιησούν ερχόμενον προς αυτόν και λέγει, ίδε ο αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου. Ούτός εστι περί ου εγώ είπον, οπίσω μου έρχεται ανήρ ος έμπροσθέν μου γέγονεν, ότι πρώτός μου ην. Καγώ ουκ ήδειν αυτόν, αλλ' ίνα φανερωθή τω Ισραήλ, διά τούτο ήλθον εγώ εν τω ύδατι βαπτίζων. Και εμαρτύρησεν Ιωάννης λέγων ότι τεθέαμαι το Πνεύμα καταβαίνον ως περιστεράν εξ ουρανού, και έμεινεν επ' αυτόν. Καγώ ουκ ήδειν αυτόν, αλλ' ο πέμψας με βαπτίζειν εν ύδατι, εκείνός μοι είπεν, εφ' όν αν ίδης το Πνεύμα καταβαίνον και μένον επ' αυτόν, ούτός εστιν ο βαπτίζων εν Πνεύματι Αγίω. Καγώ εώρακα και μεμαρτύρηκα ότι ούτός εστιν ο υιός του Θεού.
Απόδοση στη Νεοελληνική
Την άλλη μέρα βλέπει ο Ιωάννης τον Ιησού να έρχεται προς αυτόν και να λέει, «Να, ο Αμνός του Θεού που σηκώνει την αμαρτία του κόσμου. Αυτός είναι διά τον οποίο εγώ είπα, «Ύστερα από εμέ έρχεται κάποιος, που είναι ανώτερός μου, διότι υπήρχε πριν από εμέ». Και εγώ ο ίδιος δεν τον ήξερα, αλλά για να γίνει φανερός εις τον Ισραήλ, διά τούτο ήλθα εγώ να βαπτίζω με νερό». Και ο Ιωάννης έδωσε μαρτυρία και είπε, «Είδα το Πνεύμα να κατεβαίνει σαν περιστερά από τον ουρανό και έμεινε επάνω του. Εγώ δεν τον ήξερα, αλλά εκείνος που με έστειλε να βαπτίζω με νερό, εκείνος μου είπε, «Εις όποιον θα ιδής να κατεβαίνει το Πνεύμα και να μένει επάνω του, αυτός είναι που βαπτίζει με Πνεύμα Άγιο». Και εγώ είδα και μαρτύρησα ότι αυτός είναι ο Υιός του Θεού».
Σύναξις Ιωάννου Προδρόμου και Βαπτισθού
Ιωάννης α’ 29-34
Η μαρτυρία του Ιωάννου του Βαπτιστού
Τη επαύριον βλέπει ο Ιωάννης τον Ιησούν ερχόμενον προς αυτόν και λέγει, ίδε ο αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου. Ούτός εστι περί ου εγώ είπον, οπίσω μου έρχεται ανήρ ος έμπροσθέν μου γέγονεν, ότι πρώτός μου ην. Καγώ ουκ ήδειν αυτόν, αλλ' ίνα φανερωθή τω Ισραήλ, διά τούτο ήλθον εγώ εν τω ύδατι βαπτίζων. Και εμαρτύρησεν Ιωάννης λέγων ότι τεθέαμαι το Πνεύμα καταβαίνον ως περιστεράν εξ ουρανού, και έμεινεν επ' αυτόν. Καγώ ουκ ήδειν αυτόν, αλλ' ο πέμψας με βαπτίζειν εν ύδατι, εκείνός μοι είπεν, εφ' όν αν ίδης το Πνεύμα καταβαίνον και μένον επ' αυτόν, ούτός εστιν ο βαπτίζων εν Πνεύματι Αγίω. Καγώ εώρακα και μεμαρτύρηκα ότι ούτός εστιν ο υιός του Θεού.
Απόδοση στη Νεοελληνική
Την άλλη μέρα βλέπει ο Ιωάννης τον Ιησού να έρχεται προς αυτόν και να λέει, «Να, ο Αμνός του Θεού που σηκώνει την αμαρτία του κόσμου. Αυτός είναι διά τον οποίο εγώ είπα, «Ύστερα από εμέ έρχεται κάποιος, που είναι ανώτερός μου, διότι υπήρχε πριν από εμέ». Και εγώ ο ίδιος δεν τον ήξερα, αλλά για να γίνει φανερός εις τον Ισραήλ, διά τούτο ήλθα εγώ να βαπτίζω με νερό». Και ο Ιωάννης έδωσε μαρτυρία και είπε, «Είδα το Πνεύμα να κατεβαίνει σαν περιστερά από τον ουρανό και έμεινε επάνω του. Εγώ δεν τον ήξερα, αλλά εκείνος που με έστειλε να βαπτίζω με νερό, εκείνος μου είπε, «Εις όποιον θα ιδής να κατεβαίνει το Πνεύμα και να μένει επάνω του, αυτός είναι που βαπτίζει με Πνεύμα Άγιο». Και εγώ είδα και μαρτύρησα ότι αυτός είναι ο Υιός του Θεού».
-
g_aggelos
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1474
- Εγγραφή: Πέμ Φεβ 24, 2005 6:00 am
- Τοποθεσία: Άγγελος @ Αθήνα
- Επικοινωνία:
Κυριακή 14 Ιανουαρίου
Ματθ. δ’ 12-17
Ο Ιησούς Χριστός εγκαθίσταται εις την Καπερναούμ της Γαλιλαίας
Ακούσας δε ο Ιησούς ότι Ιωάννης παρεδόθη, ανεχώρησεν εις την Γαλιλαίαν, και καταλιπών την Ναζαρέτ ελθών κατώκησεν εις Καπερναούμ την παραθαλασσίαν εν ορίοις Ζαβουλών και Νεφθαλείμ, ίνα πληρωθή το ρηθέν διά Ησαΐου του προφήτου λέγοντος, γη Ζαβουλών και γη Νεφθαλείμ, οδόν θαλάσσης, πέραν του Ιορδάνου, Γαλιλαία των εθνών, ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φώς μέγα και τοις καθημένοις εν χώρα και σκιά θανάτου φώς ανέτειλεν αυτοίς. Από τότε ήρξατο ο Ιησούς κηρύσσειν και λέγειν, μετανοείτε, ήγγικε γάρ η βασιλεία των ουρανών.
Απόδοση στη Νεοελληνική
Όταν ο Ιησούς άκουσε ότι ο Ιωάννης συνελήφθη, έφυγε εις την Γαλιλαία. Άφησε την Ναζαρέτ και ήλθε να κατοικήσει εις την Καπερναούμ, η οποία ήταν κοντά εις την λίμνη εις τα σύνορα Ζαβουλών και Νεφθαλείμ, δια να εκπληρωθεί εκείνο, που ελέχθη δια του Ησαΐα του Προφήτου, «Η χώρα του Ζαβουλών και η χώρα του Νεφθαλείμ, η οποία εκτείνεται κοντά εις την θάλασσαν, η γη πέραν από τον Ιορδάνη, η Γαλιλαία των εθνικών, ο λαός, που κάθεται εις το σκοτάδι, είδε μεγάλο φως και εις εκείνους που κάθονται εις την χώρα και την σκιάν του θανάτου, ανέτειλε γι’ αυτούς φως». Από τότε άρχισε ο Ιησούς να κηρύττει και να λέγει, «Μετανοείτε, διότι πλησίασε η βασιλεία των ουρανών».
Ματθ. δ’ 12-17
Ο Ιησούς Χριστός εγκαθίσταται εις την Καπερναούμ της Γαλιλαίας
Ακούσας δε ο Ιησούς ότι Ιωάννης παρεδόθη, ανεχώρησεν εις την Γαλιλαίαν, και καταλιπών την Ναζαρέτ ελθών κατώκησεν εις Καπερναούμ την παραθαλασσίαν εν ορίοις Ζαβουλών και Νεφθαλείμ, ίνα πληρωθή το ρηθέν διά Ησαΐου του προφήτου λέγοντος, γη Ζαβουλών και γη Νεφθαλείμ, οδόν θαλάσσης, πέραν του Ιορδάνου, Γαλιλαία των εθνών, ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φώς μέγα και τοις καθημένοις εν χώρα και σκιά θανάτου φώς ανέτειλεν αυτοίς. Από τότε ήρξατο ο Ιησούς κηρύσσειν και λέγειν, μετανοείτε, ήγγικε γάρ η βασιλεία των ουρανών.
Απόδοση στη Νεοελληνική
Όταν ο Ιησούς άκουσε ότι ο Ιωάννης συνελήφθη, έφυγε εις την Γαλιλαία. Άφησε την Ναζαρέτ και ήλθε να κατοικήσει εις την Καπερναούμ, η οποία ήταν κοντά εις την λίμνη εις τα σύνορα Ζαβουλών και Νεφθαλείμ, δια να εκπληρωθεί εκείνο, που ελέχθη δια του Ησαΐα του Προφήτου, «Η χώρα του Ζαβουλών και η χώρα του Νεφθαλείμ, η οποία εκτείνεται κοντά εις την θάλασσαν, η γη πέραν από τον Ιορδάνη, η Γαλιλαία των εθνικών, ο λαός, που κάθεται εις το σκοτάδι, είδε μεγάλο φως και εις εκείνους που κάθονται εις την χώρα και την σκιάν του θανάτου, ανέτειλε γι’ αυτούς φως». Από τότε άρχισε ο Ιησούς να κηρύττει και να λέγει, «Μετανοείτε, διότι πλησίασε η βασιλεία των ουρανών».
-
g_aggelos
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1474
- Εγγραφή: Πέμ Φεβ 24, 2005 6:00 am
- Τοποθεσία: Άγγελος @ Αθήνα
- Επικοινωνία:
Κυριακή 21 Ιανουαρίου
Λουκά ιθ’ 1-10
Ο Ζακχαίος
Και εισελθών διήρχετο την Ιεριχώ· και ιδού ανήρ ονόματι καλούμενος Ζακχαίος, και αυτός ήν αρχιτελώνης, και ούτος ήν πλούσιος, και εζήτει ιδείν τον Ιησούν τις εστι, και ουκ ηδύνατο από του όχλου, ότι τη ηλικία μικρός ήν. Και προδραμών έμπροσθεν ανέβη επί συκομορέαν, ίνα ίδη αυτόν, ότι εκείνης ήμελλε διέρχεσθαι. Και ως ήλθεν επί τον τόπον, αναβλέψας ο Ιησούς είδεν αυτόν και είπε πρός αυτόν· Ζακχαίε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γάρ εν τώ οίκω σου δεί με μείναι. Και σπεύσας κατέβη, και υπεδέξατο αυτόν χαίρων. Και ιδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ότι παρά αμαρτωλώ ανδρί εισήλθε καταλύσαι. Σταθείς δέ Ζακχαίος είπε πρός τον Κύριον· ιδού τα ημίση των υπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοίς πτωχοίς, και εί τινός τι εσυκοφάντησα, αποδίδωμι τετραπλούν. Είπε δέ πρός αυτόν ο Ιησούς ότι σήμερον σωτηρία τώ οίκω τούτω εγένετο, καθότι και αυτός υιός Αβραάμ εστιν. Ήλθε γάρ ο υιός του ανθρώπου ζητήσαι και σώσαι το απολωλός.
Απόδοση στη Νεοελληνική
Όταν μπήκε εις την Ιεριχώ, περνούσε διά μέσου της πόλεως. Εκεί ήτο κάποιος, που ονομαζόταν Ζακχαίος. Ήταν αρχιτελώνης και πλούσιος, και ζητούσε να δει ποιος είναι ο Ιησούς αλλά δεν μπορούσε από το πλήθος διότι ήτο κοντός το ανάστημα. Έτρεξε λοιπόν εμπρός και ανέβηκε επάνω σε μια μουριά, διά να τον δει, διότι από εκεί επρόκειτο να περάσει. Όταν έφτασε ο Ιησούς εις το μέρος αυτό, σήκωσε τα μάτια του και τον είδε και του είπε : «Ζακχαίε, κατέβα γρήγορα, διότι πρέπει να μείνω στο σπίτι σου σήμερα». Και κατέβηκε γρήγορα και τον υποδέχθηκε με χαρά. Όταν είδαν αυτό, όλοι παρεπονούντο και έλεγαν, «Εις το σπίτι αμαρτωλού ανθρώπου πηγαίνει να μείνει». Ο Ζακχαίος στάθηκε και είπε εις τον Κύριο, «Το ήμισυ της περιουσίας μου δίνω, Κύριε, εις τους πτωχούς, και εάν με δόλιο τρόπο επήρα από κάποιον τίποτε, θα του το αποδώσω τέσσερις φορές περισσότερο». Ο Ιησούς του είπε, «Σήμερα έγινε σωτηρία σε τούτο το σπίτι, διότι και ο άνθρωπος αυτός είναι απόγονος του Αβραάμ, και ο Υιός του ανθρώπου ήλθε να αναζητήσει και να σώσει το απολωλός».
Λουκά ιθ’ 1-10
Ο Ζακχαίος
Και εισελθών διήρχετο την Ιεριχώ· και ιδού ανήρ ονόματι καλούμενος Ζακχαίος, και αυτός ήν αρχιτελώνης, και ούτος ήν πλούσιος, και εζήτει ιδείν τον Ιησούν τις εστι, και ουκ ηδύνατο από του όχλου, ότι τη ηλικία μικρός ήν. Και προδραμών έμπροσθεν ανέβη επί συκομορέαν, ίνα ίδη αυτόν, ότι εκείνης ήμελλε διέρχεσθαι. Και ως ήλθεν επί τον τόπον, αναβλέψας ο Ιησούς είδεν αυτόν και είπε πρός αυτόν· Ζακχαίε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γάρ εν τώ οίκω σου δεί με μείναι. Και σπεύσας κατέβη, και υπεδέξατο αυτόν χαίρων. Και ιδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ότι παρά αμαρτωλώ ανδρί εισήλθε καταλύσαι. Σταθείς δέ Ζακχαίος είπε πρός τον Κύριον· ιδού τα ημίση των υπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοίς πτωχοίς, και εί τινός τι εσυκοφάντησα, αποδίδωμι τετραπλούν. Είπε δέ πρός αυτόν ο Ιησούς ότι σήμερον σωτηρία τώ οίκω τούτω εγένετο, καθότι και αυτός υιός Αβραάμ εστιν. Ήλθε γάρ ο υιός του ανθρώπου ζητήσαι και σώσαι το απολωλός.
Απόδοση στη Νεοελληνική
Όταν μπήκε εις την Ιεριχώ, περνούσε διά μέσου της πόλεως. Εκεί ήτο κάποιος, που ονομαζόταν Ζακχαίος. Ήταν αρχιτελώνης και πλούσιος, και ζητούσε να δει ποιος είναι ο Ιησούς αλλά δεν μπορούσε από το πλήθος διότι ήτο κοντός το ανάστημα. Έτρεξε λοιπόν εμπρός και ανέβηκε επάνω σε μια μουριά, διά να τον δει, διότι από εκεί επρόκειτο να περάσει. Όταν έφτασε ο Ιησούς εις το μέρος αυτό, σήκωσε τα μάτια του και τον είδε και του είπε : «Ζακχαίε, κατέβα γρήγορα, διότι πρέπει να μείνω στο σπίτι σου σήμερα». Και κατέβηκε γρήγορα και τον υποδέχθηκε με χαρά. Όταν είδαν αυτό, όλοι παρεπονούντο και έλεγαν, «Εις το σπίτι αμαρτωλού ανθρώπου πηγαίνει να μείνει». Ο Ζακχαίος στάθηκε και είπε εις τον Κύριο, «Το ήμισυ της περιουσίας μου δίνω, Κύριε, εις τους πτωχούς, και εάν με δόλιο τρόπο επήρα από κάποιον τίποτε, θα του το αποδώσω τέσσερις φορές περισσότερο». Ο Ιησούς του είπε, «Σήμερα έγινε σωτηρία σε τούτο το σπίτι, διότι και ο άνθρωπος αυτός είναι απόγονος του Αβραάμ, και ο Υιός του ανθρώπου ήλθε να αναζητήσει και να σώσει το απολωλός».
-
g_aggelos
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1474
- Εγγραφή: Πέμ Φεβ 24, 2005 6:00 am
- Τοποθεσία: Άγγελος @ Αθήνα
- Επικοινωνία:
Κυριακή 28 Ιανουαρίου
Λουκά ιη’ 10-14
Ο Φαρισαίος και ο τελώνης
Άνθρωποι δύο ανέβησαν εις το ιερόν προσεύξασθαι, ο εις Φαρισαίος και ο έτερος τελώνης. Ο Φαρισαίος σταθείς προς εαυτόν ταύτα προσηύχετο, ο Θεός, ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή και ως ούτος ο τελώνης. Νηστεύω δις του σαββάτου, αποδεκατώ πάντα όσα κτώμαι. Και ο τελώνης μακρόθεν εστώς ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι, αλλ έτυπτεν εις το στήθος αυτού λέγων, ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ. Λέγω υμίν, κατέβη ούτος δεδικαιωμένος εις τον οίκον αυτού ή γάρ εκείνος, ότι πάς ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται.
Απόδοση στη Νεοελληνική
Δύο άνθρωποι ανέβηκαν εις τον ναό, δια να προσευχηθούν, ο ένας ήτο Φαρισαίος και ο άλλος τελώνης. Ο Φαρισαίος στάθηκε και έκανε την εξής προσευχή εν σχέσει με τον εαυτόν του : «Θεέ, σε ευχαριστώ, διότι δεν είμαι όπως οι άλλοι άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί ή όπως αυτός εδώ ο τελώνης. Νηστεύω δυο φορές την εβδομάδα, δίνω το δέκατον από όλα, όσα αποκτώ». Ο τελώνης όμως στεκότανε μακριά και δεν ήθελε ούτε τα μάτια του να σηκώσει εις τον ουρανό αλλά κτυπούσε το στήθος του και έλεγε, «Θεέ, ελέησέ με τον αμαρτωλό». Σας λέγω, ότι αυτός κατέβηκε εις το σπίτι του δικαιωμένος από τον Θεό παρά ο άλλος. Διότι όποιος υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, και εκείνος που ταπεινώνει τον εαυτό του θα υψωθεί.
Λουκά ιη’ 10-14
Ο Φαρισαίος και ο τελώνης
Άνθρωποι δύο ανέβησαν εις το ιερόν προσεύξασθαι, ο εις Φαρισαίος και ο έτερος τελώνης. Ο Φαρισαίος σταθείς προς εαυτόν ταύτα προσηύχετο, ο Θεός, ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή και ως ούτος ο τελώνης. Νηστεύω δις του σαββάτου, αποδεκατώ πάντα όσα κτώμαι. Και ο τελώνης μακρόθεν εστώς ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι, αλλ έτυπτεν εις το στήθος αυτού λέγων, ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ. Λέγω υμίν, κατέβη ούτος δεδικαιωμένος εις τον οίκον αυτού ή γάρ εκείνος, ότι πάς ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται.
Απόδοση στη Νεοελληνική
Δύο άνθρωποι ανέβηκαν εις τον ναό, δια να προσευχηθούν, ο ένας ήτο Φαρισαίος και ο άλλος τελώνης. Ο Φαρισαίος στάθηκε και έκανε την εξής προσευχή εν σχέσει με τον εαυτόν του : «Θεέ, σε ευχαριστώ, διότι δεν είμαι όπως οι άλλοι άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί ή όπως αυτός εδώ ο τελώνης. Νηστεύω δυο φορές την εβδομάδα, δίνω το δέκατον από όλα, όσα αποκτώ». Ο τελώνης όμως στεκότανε μακριά και δεν ήθελε ούτε τα μάτια του να σηκώσει εις τον ουρανό αλλά κτυπούσε το στήθος του και έλεγε, «Θεέ, ελέησέ με τον αμαρτωλό». Σας λέγω, ότι αυτός κατέβηκε εις το σπίτι του δικαιωμένος από τον Θεό παρά ο άλλος. Διότι όποιος υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, και εκείνος που ταπεινώνει τον εαυτό του θα υψωθεί.
-
g_aggelos
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1474
- Εγγραφή: Πέμ Φεβ 24, 2005 6:00 am
- Τοποθεσία: Άγγελος @ Αθήνα
- Επικοινωνία:
Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου
ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
Λουκά β’ 22-40
Και ότε επλήσθησαν αι ημέραι του καθαρισμού αυτών κατά τον νόμον Μωϋσέως, ανήγαγον αυτόν εις Ιεροσόλυμα παραστήσαι τώ Κυρίω, καθώς γέγραπται εν νόμω Κυρίου ότι πάν άρσεν διανοίγον μήτραν άγιον τω Κυρίω κληθήσεται, και του δούναι θυσίαν κατά το ειρημένον εν νόμω Κυρίου, ζεύγος τρυγόνων ή δύο νεοσσούς περιστερών. Και ιδού ην άνθρωπος εν Ιεροσολύμοις ώ όνομα Συμεών, και ο άνθρωπος ούτος δίκαιος και ευλαβής, προσδεχόμενος παράκλησιν του Ισραήλ, και Πνεύμα ην Αγιον επ’ αυτόν, και ην αυτώ κεχρηματισμένον υπό του Πνεύματος του Αγίου μη ιδείν θάνατον πριν η ίδη τον Χριστόν Κυρίου. Και ήλθεν εν τω Πνεύματι εις το ιερόν και εν τω εισαγαγείν τους γονείς το παιδίον Ιησούν του ποιήσαι αυτούς κατά το ειθισμένον του νόμου περί αυτού, και αυτός εδέξατο αυτόν εις τας αγκάλας αυτού και ευλόγησε τον Θεόν και είπε νυν απολύεις τον δούλόν σου, δέσποτα, κατά το ρήμά σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου, ο ητοίμασας κατά πρόσωπον πάντων των λαών. Φώς εις αποκάλυψιν εθνών και δόξαν λαού σου Ισραήλ. Και ην Ιωσήφ και η μήτηρ αυτού θαυμάζοντες επί τοις λαλουμένοις περί αυτού. Και ευλόγησεν αυτούς Συμεών και είπε προς Μαριάμ την μητέρα αυτού, ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον. Και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία, όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί. Και ην Αννα προφήτις, θυγάτηρ Φανουήλ, εκ φυλής Ασήρ, αύτη προβεβηκυία εν ημέραις πολλαίς, ζήσασα έτη μετά ανδρός επτά από της παρθενίας αυτής, και αυτή χήρα ως ετών ογδοήκοντα τεσσάρων, η ουκ αφίστατο από του ιερού νηστείαις και δεήσεσι λατρεύουσα νύκτα και ημέραν, και αύτη αυτή τη ώρα επιστάσα ανθωμολογείτο τω Κυρίω και ελάλει περί αυτού πάσι τοίς προσδεχομένοις λύτρωσιν εν Ιερουσαλήμ. Και ως ετέλεσαν άπαντα τα κατά τον νόμον Κυρίου, υπέστρεψαν εις την Γαλιλαίαν εις την πόλιν εαυτών Ναζαρέτ. Το δέ παιδίον ηύξανε και εκραταιούτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας, και χάρις Θεού ην επ’ αυτό.
Απόδοση στη Νεοελληνική
Και όταν συμπληρώθηκαν οι ημέρες του καθαρισμού, σύμφωνα με τον Μωσαϊκό νόμο, τον έφεραν στα Ιεροσόλυμα, για να τον παρουσιάσουν στον Κύριο – όπως είναι γραμμένο στο νόμο του Κυρίου, ότι Κάθε αρσενικό που ανοίγει μήτρα, πρέπει να θεωρηθεί ως αφιερωμένο στον Κύριο – και να προσφέρουν θυσία, σύμφωνα προς εκείνο που λέγει ο νόμος του Κυρίου: ένα ζεύγος τρυγόνια ή δύο μικρά περιστέρια. Υπήρχε στα Ιεροσόλυμα άνθρωπος που ονομαζόταν Συμεών και ο άνθρωπος αυτός ήταν δίκαιος και ευλαβής και περίμενε την παρηγοριά του Ισραήλ και Πνεύμα Άγιο ήταν πάνω του. Και του είχε προφητευθεί από το Πνεύμα το Άγιο ότι δεν θα δει θάνατο πριν δει τον Χριστόν του Κυρίου. Και ήλθε κατ’ έμπνευση του Πνεύματος στον ναό. Και όταν οι γονείς έφεραν το παιδί Ιησού για να εκτελέσουν δι’ αυτόν τα έθιμα του νόμου, αυτός τότε δέχθηκε στην αγκαλιά του και ευλόγησε τον Θεό και είπε, «Τώρα απολύεις, Δέσποτα, τον δούλο σου εν ειρήνη σύμφωνα με τον λόγο σου, διότι είδα με τα μάτια μου τη σωτηρία σου που ετοίμασες για όλους τους λαούς, ένα φως που θα είναι αποκάλυψη για τους εθνικούς και δόξα για τον λαό σου τον Ισραήλ». Και θαύμαζαν ο Ιωσήφ και η μητέρα του για όσα λέγονταν γι’ αυτόν, και ο Συμεών τους ευλόγησε και είπε στην Μαριάμ, την μητέρα του, «Αυτός είναι προορισμένος για την πτώση και ανύψωση πολλών μεταξύ του Ισραήλ και ως σημείο για το οποίο θα υπάρχει αντιλογία, για να φανερωθούν οι σκέψεις πολλών καρδιών και την δική σου ψυχή επίσης θα διαπεράσει ρομφαία». Εκεί ήταν κάποια προφήτης Άννα, θυγατέρα του Φανουήλ, από την φυλή του Ασήρ. Ήταν πολύ προχωρημένης ηλικίας και είχε ζήσει επτά χρόνια με τον άνδρα της μετά τον γάμο της και κατόπιν ως χήρα μέχρι ηλικίας ογδόντα τεσσάρων ετών. Δεν απομακρυνόταν από τον ναό αλλά λάτρευε τον Θεό με νηστείες και προσευχές, νύχτα και ημέρα. Κατ’ εκείνη ακριβώς την ώρα παρουσιάσθηκε και δοξολογούσε τον Θεό και μιλούσε για το παιδί σε όλους, όσοι ανέμεναν λύτρωση της Ιερουσαλήμ. Και όταν έκαναν όλα, όσα όριζε ο νόμος του Κυρίου, γύρισαν στη Γαλιλαία, στην πόλη τους Ναζαρέτ. Το δε παιδί μεγάλωνε και δυνάμωνε κατά το πνεύμα, επειδή γέμιζε από σοφία και η χάρη του Θεού ήταν πάνω του.
ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
Λουκά β’ 22-40
Και ότε επλήσθησαν αι ημέραι του καθαρισμού αυτών κατά τον νόμον Μωϋσέως, ανήγαγον αυτόν εις Ιεροσόλυμα παραστήσαι τώ Κυρίω, καθώς γέγραπται εν νόμω Κυρίου ότι πάν άρσεν διανοίγον μήτραν άγιον τω Κυρίω κληθήσεται, και του δούναι θυσίαν κατά το ειρημένον εν νόμω Κυρίου, ζεύγος τρυγόνων ή δύο νεοσσούς περιστερών. Και ιδού ην άνθρωπος εν Ιεροσολύμοις ώ όνομα Συμεών, και ο άνθρωπος ούτος δίκαιος και ευλαβής, προσδεχόμενος παράκλησιν του Ισραήλ, και Πνεύμα ην Αγιον επ’ αυτόν, και ην αυτώ κεχρηματισμένον υπό του Πνεύματος του Αγίου μη ιδείν θάνατον πριν η ίδη τον Χριστόν Κυρίου. Και ήλθεν εν τω Πνεύματι εις το ιερόν και εν τω εισαγαγείν τους γονείς το παιδίον Ιησούν του ποιήσαι αυτούς κατά το ειθισμένον του νόμου περί αυτού, και αυτός εδέξατο αυτόν εις τας αγκάλας αυτού και ευλόγησε τον Θεόν και είπε νυν απολύεις τον δούλόν σου, δέσποτα, κατά το ρήμά σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου, ο ητοίμασας κατά πρόσωπον πάντων των λαών. Φώς εις αποκάλυψιν εθνών και δόξαν λαού σου Ισραήλ. Και ην Ιωσήφ και η μήτηρ αυτού θαυμάζοντες επί τοις λαλουμένοις περί αυτού. Και ευλόγησεν αυτούς Συμεών και είπε προς Μαριάμ την μητέρα αυτού, ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον. Και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία, όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί. Και ην Αννα προφήτις, θυγάτηρ Φανουήλ, εκ φυλής Ασήρ, αύτη προβεβηκυία εν ημέραις πολλαίς, ζήσασα έτη μετά ανδρός επτά από της παρθενίας αυτής, και αυτή χήρα ως ετών ογδοήκοντα τεσσάρων, η ουκ αφίστατο από του ιερού νηστείαις και δεήσεσι λατρεύουσα νύκτα και ημέραν, και αύτη αυτή τη ώρα επιστάσα ανθωμολογείτο τω Κυρίω και ελάλει περί αυτού πάσι τοίς προσδεχομένοις λύτρωσιν εν Ιερουσαλήμ. Και ως ετέλεσαν άπαντα τα κατά τον νόμον Κυρίου, υπέστρεψαν εις την Γαλιλαίαν εις την πόλιν εαυτών Ναζαρέτ. Το δέ παιδίον ηύξανε και εκραταιούτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας, και χάρις Θεού ην επ’ αυτό.
Απόδοση στη Νεοελληνική
Και όταν συμπληρώθηκαν οι ημέρες του καθαρισμού, σύμφωνα με τον Μωσαϊκό νόμο, τον έφεραν στα Ιεροσόλυμα, για να τον παρουσιάσουν στον Κύριο – όπως είναι γραμμένο στο νόμο του Κυρίου, ότι Κάθε αρσενικό που ανοίγει μήτρα, πρέπει να θεωρηθεί ως αφιερωμένο στον Κύριο – και να προσφέρουν θυσία, σύμφωνα προς εκείνο που λέγει ο νόμος του Κυρίου: ένα ζεύγος τρυγόνια ή δύο μικρά περιστέρια. Υπήρχε στα Ιεροσόλυμα άνθρωπος που ονομαζόταν Συμεών και ο άνθρωπος αυτός ήταν δίκαιος και ευλαβής και περίμενε την παρηγοριά του Ισραήλ και Πνεύμα Άγιο ήταν πάνω του. Και του είχε προφητευθεί από το Πνεύμα το Άγιο ότι δεν θα δει θάνατο πριν δει τον Χριστόν του Κυρίου. Και ήλθε κατ’ έμπνευση του Πνεύματος στον ναό. Και όταν οι γονείς έφεραν το παιδί Ιησού για να εκτελέσουν δι’ αυτόν τα έθιμα του νόμου, αυτός τότε δέχθηκε στην αγκαλιά του και ευλόγησε τον Θεό και είπε, «Τώρα απολύεις, Δέσποτα, τον δούλο σου εν ειρήνη σύμφωνα με τον λόγο σου, διότι είδα με τα μάτια μου τη σωτηρία σου που ετοίμασες για όλους τους λαούς, ένα φως που θα είναι αποκάλυψη για τους εθνικούς και δόξα για τον λαό σου τον Ισραήλ». Και θαύμαζαν ο Ιωσήφ και η μητέρα του για όσα λέγονταν γι’ αυτόν, και ο Συμεών τους ευλόγησε και είπε στην Μαριάμ, την μητέρα του, «Αυτός είναι προορισμένος για την πτώση και ανύψωση πολλών μεταξύ του Ισραήλ και ως σημείο για το οποίο θα υπάρχει αντιλογία, για να φανερωθούν οι σκέψεις πολλών καρδιών και την δική σου ψυχή επίσης θα διαπεράσει ρομφαία». Εκεί ήταν κάποια προφήτης Άννα, θυγατέρα του Φανουήλ, από την φυλή του Ασήρ. Ήταν πολύ προχωρημένης ηλικίας και είχε ζήσει επτά χρόνια με τον άνδρα της μετά τον γάμο της και κατόπιν ως χήρα μέχρι ηλικίας ογδόντα τεσσάρων ετών. Δεν απομακρυνόταν από τον ναό αλλά λάτρευε τον Θεό με νηστείες και προσευχές, νύχτα και ημέρα. Κατ’ εκείνη ακριβώς την ώρα παρουσιάσθηκε και δοξολογούσε τον Θεό και μιλούσε για το παιδί σε όλους, όσοι ανέμεναν λύτρωση της Ιερουσαλήμ. Και όταν έκαναν όλα, όσα όριζε ο νόμος του Κυρίου, γύρισαν στη Γαλιλαία, στην πόλη τους Ναζαρέτ. Το δε παιδί μεγάλωνε και δυνάμωνε κατά το πνεύμα, επειδή γέμιζε από σοφία και η χάρη του Θεού ήταν πάνω του.
-
g_aggelos
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1474
- Εγγραφή: Πέμ Φεβ 24, 2005 6:00 am
- Τοποθεσία: Άγγελος @ Αθήνα
- Επικοινωνία:
Κυριακή 4 Φεβρουαρίου
Λουκά ιε’ 11-32
Ο άσωτος υιός
Είπε δε, άνθρωπός τις είχε δύο υιούς. Και είπεν ο νεώτερος αυτών τω πατρί, πάτερ, δος μοι το επιβάλλον μέρος της ουσίας. Και διείλεν αυτοίς τον βίον. Και μετ ου πολλάς ημέρας συναγαγών άπαντα ο νεώτερος υιός απεδήμησεν εις χώραν μακράν, και εκεί διεσκόρπισε την ουσίαν αυτού ζων ασώτως. Δαπανήσαντος δε αυτού πάντα εγένετο λιμός ισχυρός κατά την χώραν εκείνην, και αυτός ήρξατο υστερείσθαι. Και πορευθείς εκολλήθη ενί των πολιτών της χώρας εκείνης, και έπεμψεν αυτόν εις τους αγρούς αυτού βόσκειν χοίρους. Και επεθύμει γεμίσαι την κοιλίαν αυτού από των κερατίων ων ήσθιον οι χοίροι, και ουδείς εδίδου αυτώ. Εις εαυτόν δε ελθών είπε, πόσοι μίσθιοι του πατρός μου περισσεύουσιν άρτων, εγώ δε λιμώ απόλλυμαι! Αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου και ερώ αυτώ, πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου. Ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου, ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου. Και αναστάς ήλθε προς τον πατέρα αυτού. Έτι δε αυτού μακράν απέχοντος είδεν αυτόν ο πατήρ αυτού και εσπλαγχνίσθη, και δραμών επέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και κατεφίλησεν αυτόν. Είπε δε αυτώ ο υιός, πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου, και ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου. Είπε δε ο πατήρ προς τους δούλους αυτού, εξενέγκατε την στολήν την πρώτην και ενδύσατε αυτόν, και δότε δακτύλιον εις την χείρα αυτού και υποδήματα εις τους πόδας, και ενέγκαντες τον μόσχον τον σιτευτόν θύσατε, και φαγόντες ευφρανθώμεν, ότι ούτος ο υιός μου νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη. Και ήρξαντο ευφραίνεσθαι. Ην δε ο υιός αυτού ο πρεσβύτερος εν αγρώ και ως ερχόμενος ήγγισε τη οικία ήκουσε συμφωνίας και χορών, και προσκαλεσάμενος ένα των παίδων επυνθάνετο τι είη ταύτα. Ο δε είπεν αυτώ ότι ο αδελφός σου ήκει και έθυσεν ο πατήρ σου τον μόσχον τον σιτευτόν, ότι υγιαίνοντα αυτόν απέλαβεν. Ωργίσθη δε και ουκ ήθελεν εισελθείν. Ο ουν πατήρ αυτού εξελθών παρεκάλει αυτόν. Ο δε αποκριθείς είπε τω πατρί, ιδού τοσαύτα έτη δουλεύω σοι και ουδέποτε εντολήν σου παρήλθον, και εμοί ουδέποτε έδωκας έριφον ίνα μετά των φίλων μου ευφρανθώ. Ότε δε ο υιός σου ούτος, ο καταφαγών σου τον βίον μετά πορνών, ήλθεν, έθυσας αυτώ τον μόσχον τον σιτευτόν. Ο δε είπεν αυτώ, τέκνον, συ πάντοτε μετ εμού ει, και πάντα τα εμά σα εστιν, ευφρανθήναι δε και χαρήναι έδει, ότι ο αδελφός σου ούτος νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη.
Απόδοση στη Νεοελληνική
Είπε επίσης : «Κάποιος άνθρωπος είχε δύο υιούς. Και ο νεώτερος απ’ αυτούς είπε εις τον πατέρα του, «Πατέρα, δώσε μου το μερίδιο της περιουσίας που αναλογεί σ’ εμέ». Και μοίρασε εις αυτούς την περιουσία. Και ύστερα από λίγες ημέρες ο νεώτερος υιός μάζεψε όλα και ταξίδεψε σε μακρινή χώρα και εκεί σπατάλησε την περιουσία του, ζων βίο άσωτο. Όταν εξόδεψε ότι είχε, έγινε μεγάλη πείνα εις την χώρα εκείνην και αυτός άρχισε να στερείται. Και επήγε και προσκολλήθηκε εις έναν από τους πολίτες της χώρας εκείνης ο οποίος τον έστειλε εις τα χωράφια του να βόσκει χοίρους. Και επιθυμούσε να γεμίσει την κοιλιά του από τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι και κανείς δεν του έδινε τίποτε. Τότε συνήλθε εις τον εαυτόν του και είπε, «Πόσοι μισθωτοί εργάτες του πατέρα μου έχουν αρκετή τροφή και τους περισσεύει, ενώ εγώ χάνομαι από την πείνα! Θα σηκωθώ και θα πάω εις τον πατέρα μου και θα του πω, Πατέρα, αμάρτησα κατά του ουρανού και ενώπιον σου, δεν είμαι πλέον άξιος να ονομάζομαι υιός σου. Κάνε με σαν ένα από τους μισθωτούς εργάτες σου». Και σηκώθηκε και ήλθε εις τον πατέρα του. Ενώ δε ήταν ακόμη μακριά, τον είδε ο πατέρας του και τον σπλαχνίστηκε και έτρεξε και έπεσε εις τον τράχηλό του και τον κατά-φίλησε. Του είπε δε ο υιός, «Πατέρα, αμάρτησα κατά του ουρανού και ενώπιον σου και δεν είμαι πλέον άξιος να ονομάζομαι υιός σου». Αλλά ο πατέρας είπε εις τους δούλους του, «Βγάλετε την στολή την πρώτη και ντύστε τον και δώστε του δαχτυλίδι για το δάχτυλό του και υποδήματα για τα πόδια του, και φέρετε το θρεμμένο μοσχάρι και σφάξτε το και ας φάμε και ας ευφρανθούμε διότι ο υιός μου αυτός ήτανε νεκρός και ανέζησε, ήτανε χαμένος και ευρέθηκε». Και άρχισαν να ευφραίνονται . Ο υιός του όμως ο μεγαλύτερος ήτανε στο χωράφι και όταν επέστεφε, καθώς πλησίασε εις το σπίτι, άκουσε μουσική και χορούς. Κάλεσε τότε ένα από τους υπηρέτες και ερώτησε τι σήμαιναν αυτά. Εκείνος του είπε, «Ήλθε ο αδελφός σου, και ο πατέρας σου έσφαξε το θρεμμένο μοσχάρι, διότι τον απέκτησε πάλιν υγιαίνοντα». Αυτός όμως θύμωσε και δεν ήθελε να μπει. Ο πατέρας του βγήκε έξω και τον παρακαλούσε, αλλά αυτός αποκρίθηκε εις τον πατέρα του, «Τόσα χρόνια δουλεύω και ποτέ δεν παρέβηκα την εντολή σου. Σ’ εμέ όμως δεν έδωσες ούτε ένα κατσίκι, δια να διασκεδάσω με τους φίλους μου. Όταν όμως ήλθε ο υιός σου αυτός, που κατέφαγε την περιουσία σου με πόρνες, έσφαξες γι’ αυτόν θρεμμένο μοσχάρι». Ο πατέρας του είπε, «Παιδί μου, συ είσαι πάντοτε μαζί μου και ότι έχω είναι δικό σου. Έπρεπε να ευφρανθούμε και να χαρούμε διότι ο αδελφός σου αυτός ήτανε νεκρός και ανέζησε, χαμένος ήτανε και ευρέθηκε».
Λουκά ιε’ 11-32
Ο άσωτος υιός
Είπε δε, άνθρωπός τις είχε δύο υιούς. Και είπεν ο νεώτερος αυτών τω πατρί, πάτερ, δος μοι το επιβάλλον μέρος της ουσίας. Και διείλεν αυτοίς τον βίον. Και μετ ου πολλάς ημέρας συναγαγών άπαντα ο νεώτερος υιός απεδήμησεν εις χώραν μακράν, και εκεί διεσκόρπισε την ουσίαν αυτού ζων ασώτως. Δαπανήσαντος δε αυτού πάντα εγένετο λιμός ισχυρός κατά την χώραν εκείνην, και αυτός ήρξατο υστερείσθαι. Και πορευθείς εκολλήθη ενί των πολιτών της χώρας εκείνης, και έπεμψεν αυτόν εις τους αγρούς αυτού βόσκειν χοίρους. Και επεθύμει γεμίσαι την κοιλίαν αυτού από των κερατίων ων ήσθιον οι χοίροι, και ουδείς εδίδου αυτώ. Εις εαυτόν δε ελθών είπε, πόσοι μίσθιοι του πατρός μου περισσεύουσιν άρτων, εγώ δε λιμώ απόλλυμαι! Αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου και ερώ αυτώ, πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου. Ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου, ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου. Και αναστάς ήλθε προς τον πατέρα αυτού. Έτι δε αυτού μακράν απέχοντος είδεν αυτόν ο πατήρ αυτού και εσπλαγχνίσθη, και δραμών επέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και κατεφίλησεν αυτόν. Είπε δε αυτώ ο υιός, πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου, και ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου. Είπε δε ο πατήρ προς τους δούλους αυτού, εξενέγκατε την στολήν την πρώτην και ενδύσατε αυτόν, και δότε δακτύλιον εις την χείρα αυτού και υποδήματα εις τους πόδας, και ενέγκαντες τον μόσχον τον σιτευτόν θύσατε, και φαγόντες ευφρανθώμεν, ότι ούτος ο υιός μου νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη. Και ήρξαντο ευφραίνεσθαι. Ην δε ο υιός αυτού ο πρεσβύτερος εν αγρώ και ως ερχόμενος ήγγισε τη οικία ήκουσε συμφωνίας και χορών, και προσκαλεσάμενος ένα των παίδων επυνθάνετο τι είη ταύτα. Ο δε είπεν αυτώ ότι ο αδελφός σου ήκει και έθυσεν ο πατήρ σου τον μόσχον τον σιτευτόν, ότι υγιαίνοντα αυτόν απέλαβεν. Ωργίσθη δε και ουκ ήθελεν εισελθείν. Ο ουν πατήρ αυτού εξελθών παρεκάλει αυτόν. Ο δε αποκριθείς είπε τω πατρί, ιδού τοσαύτα έτη δουλεύω σοι και ουδέποτε εντολήν σου παρήλθον, και εμοί ουδέποτε έδωκας έριφον ίνα μετά των φίλων μου ευφρανθώ. Ότε δε ο υιός σου ούτος, ο καταφαγών σου τον βίον μετά πορνών, ήλθεν, έθυσας αυτώ τον μόσχον τον σιτευτόν. Ο δε είπεν αυτώ, τέκνον, συ πάντοτε μετ εμού ει, και πάντα τα εμά σα εστιν, ευφρανθήναι δε και χαρήναι έδει, ότι ο αδελφός σου ούτος νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη.
Απόδοση στη Νεοελληνική
Είπε επίσης : «Κάποιος άνθρωπος είχε δύο υιούς. Και ο νεώτερος απ’ αυτούς είπε εις τον πατέρα του, «Πατέρα, δώσε μου το μερίδιο της περιουσίας που αναλογεί σ’ εμέ». Και μοίρασε εις αυτούς την περιουσία. Και ύστερα από λίγες ημέρες ο νεώτερος υιός μάζεψε όλα και ταξίδεψε σε μακρινή χώρα και εκεί σπατάλησε την περιουσία του, ζων βίο άσωτο. Όταν εξόδεψε ότι είχε, έγινε μεγάλη πείνα εις την χώρα εκείνην και αυτός άρχισε να στερείται. Και επήγε και προσκολλήθηκε εις έναν από τους πολίτες της χώρας εκείνης ο οποίος τον έστειλε εις τα χωράφια του να βόσκει χοίρους. Και επιθυμούσε να γεμίσει την κοιλιά του από τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι και κανείς δεν του έδινε τίποτε. Τότε συνήλθε εις τον εαυτόν του και είπε, «Πόσοι μισθωτοί εργάτες του πατέρα μου έχουν αρκετή τροφή και τους περισσεύει, ενώ εγώ χάνομαι από την πείνα! Θα σηκωθώ και θα πάω εις τον πατέρα μου και θα του πω, Πατέρα, αμάρτησα κατά του ουρανού και ενώπιον σου, δεν είμαι πλέον άξιος να ονομάζομαι υιός σου. Κάνε με σαν ένα από τους μισθωτούς εργάτες σου». Και σηκώθηκε και ήλθε εις τον πατέρα του. Ενώ δε ήταν ακόμη μακριά, τον είδε ο πατέρας του και τον σπλαχνίστηκε και έτρεξε και έπεσε εις τον τράχηλό του και τον κατά-φίλησε. Του είπε δε ο υιός, «Πατέρα, αμάρτησα κατά του ουρανού και ενώπιον σου και δεν είμαι πλέον άξιος να ονομάζομαι υιός σου». Αλλά ο πατέρας είπε εις τους δούλους του, «Βγάλετε την στολή την πρώτη και ντύστε τον και δώστε του δαχτυλίδι για το δάχτυλό του και υποδήματα για τα πόδια του, και φέρετε το θρεμμένο μοσχάρι και σφάξτε το και ας φάμε και ας ευφρανθούμε διότι ο υιός μου αυτός ήτανε νεκρός και ανέζησε, ήτανε χαμένος και ευρέθηκε». Και άρχισαν να ευφραίνονται . Ο υιός του όμως ο μεγαλύτερος ήτανε στο χωράφι και όταν επέστεφε, καθώς πλησίασε εις το σπίτι, άκουσε μουσική και χορούς. Κάλεσε τότε ένα από τους υπηρέτες και ερώτησε τι σήμαιναν αυτά. Εκείνος του είπε, «Ήλθε ο αδελφός σου, και ο πατέρας σου έσφαξε το θρεμμένο μοσχάρι, διότι τον απέκτησε πάλιν υγιαίνοντα». Αυτός όμως θύμωσε και δεν ήθελε να μπει. Ο πατέρας του βγήκε έξω και τον παρακαλούσε, αλλά αυτός αποκρίθηκε εις τον πατέρα του, «Τόσα χρόνια δουλεύω και ποτέ δεν παρέβηκα την εντολή σου. Σ’ εμέ όμως δεν έδωσες ούτε ένα κατσίκι, δια να διασκεδάσω με τους φίλους μου. Όταν όμως ήλθε ο υιός σου αυτός, που κατέφαγε την περιουσία σου με πόρνες, έσφαξες γι’ αυτόν θρεμμένο μοσχάρι». Ο πατέρας του είπε, «Παιδί μου, συ είσαι πάντοτε μαζί μου και ότι έχω είναι δικό σου. Έπρεπε να ευφρανθούμε και να χαρούμε διότι ο αδελφός σου αυτός ήτανε νεκρός και ανέζησε, χαμένος ήτανε και ευρέθηκε».