Δεν έγινε δεκτό το πρωτείο του Επισκόπου Ρώμης στην εκκλησία

Συντονιστής: Συντονιστές

Άβαταρ μέλους
filotas
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4119
Εγγραφή: Σάβ Αύγ 11, 2007 5:00 am
Τοποθεσία: Νίκος@Κοζάνη
Επικοινωνία:

Re: Δεν έγινε δεκτό το πρωτείο του Επισκόπου Ρώμης στην εκκλ

Δημοσίευση από filotas »

Ψυχραιμία, είπαμε να τα παραβλέψουμε αυτά και να κάνουμε σχόλια επί της ουσίας για το "Διάλογο" ή τουλάχιστον να τα σχολιάσουμε και τα δυο. Μη μένετε μόνο στα περί δημοσιογράφου και Μεσσηνίας, αλλά σχολιάστε και την ουσία όπως έκανε ο Διονύσης.
Άβαταρ μέλους
Μ.Δ.Κ.
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1323
Εγγραφή: Τετ Ιουν 16, 2010 8:55 am

Re: Δεν έγινε δεκτό το πρωτείο του Επισκόπου Ρώμης στην εκκλ

Δημοσίευση από Μ.Δ.Κ. »

filotas έγραψε:Το γεγονός της ένωσης των Εκκλησιών, ως έργο εκκλησιαστικό, είναι πρωτίστως έργο του αγίου Πνεύματος και όχι αποκλειστικά μόνο των ανθρώπων.


Σεβ. Μεσσηνίας
Αληθές είναι το πραγματικό, και Αλήθεια ο ίδιος ο Κύριος, μόνο Αυτός μπορεί να μας ελευθερώσει.
Άβαταρ μέλους
filotas
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4119
Εγγραφή: Σάβ Αύγ 11, 2007 5:00 am
Τοποθεσία: Νίκος@Κοζάνη
Επικοινωνία:

Re: Δεν έγινε δεκτό το πρωτείο του Επισκόπου Ρώμης στην εκκλ

Δημοσίευση από filotas »

Ναι, λέει και κανένα σωστό, κοτζαμ καθηγητής Πανεπιστημίου είναι. Μη του τρώμε του ανθρώπου το δίκιο :smile: .

(Μην πούμε όμως για τ' άλλα, όπως το "είναι Θεολογικός Διάλογος Εκκλησιών". Ποιων εκκλησιών; Η Εκκλησία είναι Μια. Η Ορθόδοξη)
Thomas15n
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 873
Εγγραφή: Τετ Μαρ 28, 2007 5:00 am

Re: Δεν έγινε δεκτό το πρωτείο του Επισκόπου Ρώμης στην εκκλ

Δημοσίευση από Thomas15n »

Θέλω να καταθέσω την δική μου άποψη, κατ'αρχήν είμαι κατά του διαλόγου όπως γίνεται ξεκάθαρα.
Μετά ίσως και αυτό που γράφει ο Διονύσης να έχει βάση οι Ρώσοι έχουν αυτό το κόλλημα με την πρωτιά στον χώρο της Ορθοδοξία λες και η πίστη είναι πρωτάθλημα!
Γνωστά όσα επιχείρησαν στα τέλη του 19ου αιώνα με αρχές του 20ου και επίσης γνωστό το πώς κατέληξαν οι προσπαθειές τους πλήρης αποτυχία τους.
Δυστυχώς αυτοί είναι οι ρώσοι και δεν θα αλλάξουν τί να κάνουμε γι'αυτό! Το θέμα είναι τί κάνουν οι δικοί μας και που το πάνε έχω την αίσθηση ότι ειδικά το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει βάλει πλώρη να ενωθεί πάσει θυσία με την Ρώμη είτε μετανοήσει (μακάρι) είτε όχι (το πιθανότερο).
Ο Περγάμου λέει αυτά που θέλουν να πει, δεν εκφράζει την προσωπική του γνώμη φυσικά όπως καταλαβαίνουμε όλοι.
Γιά τον Μεσσηνίας δεν θέλω να πω τίποτε, ο άνθρωπος όχι δεν έπρεπε να είναι σε αυτήν την θέση αλλά με όσα πιστεύει δεν έπρεπε να είναι καν ορθόδοξος.
Τί να πω πιά, εμείς διαβάζουμε τί λένε και τί πρεσβεύουν οι ανωτέρω ιεράρχες οι υπόλοιποι ιεράρχες δεν τα γνωρίζουν; Φυσικά και τα γνωρίζουν όπως φαίνεται η ελληνόφωνη τουλάχιστον ορθοδοξία θέλει να ενωθεί με την παπική κακοδοξία εκτός εξαιρέσεων που ευτυχώς υπάρχουν ακόμη και αντιδρούν, είναι δυνατόν να σκύβουν όλοι οι ιεράρχες μας το κεφάλι στον Κων/πόλεως ότιδήποτε και αν κάνει ή πει; μόνο και μόνο επειδή είναι υπό κατοχή αλλόθρησκων θα πρέπει να παραβλέπουμε τα παραπατήματα του; Δεν λέω όπου έχει δίκιο γιά την μειονότητα μαζί του και με το παραπάνω, αλλά και γιά την πίστη μαζί ασχέτως των πράξεών του; Η γνώμη μου και η γνώμη πολλών είναι όχι, άλλο η μειονότητα και τα δίκαια της και άλλο η Ορθοδοξία.
Άβαταρ μέλους
filotas
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4119
Εγγραφή: Σάβ Αύγ 11, 2007 5:00 am
Τοποθεσία: Νίκος@Κοζάνη
Επικοινωνία:

Re: Δεν έγινε δεκτό το πρωτείο του Επισκόπου Ρώμης στην εκκλ

Δημοσίευση από filotas »

Είναι φανερό απ' όσα είπαν και οι παραπάνω τρεις Ιεράρχες που συμμετείχαν στο "διάλογο" (παράλληλοι μονόλογοι καλύτερα), ότι δεν πάμε για ένωση, τουλάχιστον μέσα στα επόμενα 100 χρόνια. Επομένως ας παραμείνουμε συγκεντρωμένοι στο να γίνουμε άξιοι του ονόματος του Ορθόδοξου Χριστιανού που φέρουμε, ώστε να γίνει η Ορθοδοξία το φως του κόσμου, και ας αντιμετωπίζουμε με σκεπτικισμό και ψυχραιμία όσα συμβαίνουν γύρω από το "διάλογο",
Άβαταρ μέλους
filotas
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4119
Εγγραφή: Σάβ Αύγ 11, 2007 5:00 am
Τοποθεσία: Νίκος@Κοζάνη
Επικοινωνία:

Re: Δεν έγινε δεκτό το πρωτείο του Επισκόπου Ρώμης στην εκκλ

Δημοσίευση από filotas »

Αχαϊας Αθανάσιος "Ο Διάλογος των Ορθοδόξων με τους Ρ/Καθολικούς"
Παρασκευή, 01 Οκτώβριος 2010 - Συντάχθηκε απο τον/την Μητροπολίτης Αχαϊας Αθανάσιος

Εικόνα

Η δωδεκάτη συνάντηση της Ολομέλειας της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής επί του Θεολογικού Διαλόγου των Ορθοδόξων Εκκλησιών μετά της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας πραγματοποιήθηκε στη Βιέννη από 20-27 Σεπτεμβρίου 2010.

Ως μέλος της Επιτροπής και εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος έλαβε μέρος στο διάλογο ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Αχαΐας κ. Αθανάσιος, διευθυντής του Γραφείου της Αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Με την ευκαιρία αυτή είναι χρήσιμο να κατατεθούν κάποιες πληροφορίες για χάρη των αξιότιμων επισκεπτών της ιστοσελίδας του Γραφείου μας.

Θυμίζουμε ότι ο διάλογος αυτός ξεκίνησε επίσημα προ τριάκοντα ετών, το 1980. Και μόνο αυτό το γεγονός καταδεικνύει τόσο την προσοχή και υπευθυνότητα όσων ασχολήθηκαν με το δύσκολο, αλλά και σημαντικό αυτό έργο, όσο και την επιθυμία των Εκκλησιών, που συμμετέχουν στο διάλογο, να φθάσουν σε μια βαθύτερη αλληλοκατανόηση και σύγκλιση απόψεων και ειλικρινή συμφωνία σε βασικά θέματα πίστεως.

Τα μέλη της Επιτροπής αντιλαμβάνονται την μεγάλη ευθύνη που έχουν αναλάβει να ανταποκριθούν στην επιθυμία και προσδοκία πλείστων όσων πιστών μελών των Εκκλησιών τους να δοθεί ένα ενθαρρυντικό μήνυμα σε όλο τον κόσμο ότι η αγάπη για την ορθόδοξη πίστη και η φανέρωσή της είναι η καλή μαρτυρία που καταξιώνει την εργώδη ανθρώπινη προσπάθεια που καταβάλλεται για την καταλλαγή και την συμφιλίωση στα πλαίσια του θεολογικού διαλόγου.

Στην τρέχουσα φάση τα μέλη της Επιτροπής συζητούν το δύσκολο θέμα του ρόλου του Επισκόπου Ρώμης κατά την πρώτη χιλιετία των χριστιανικών Εκκλησιών.

Η προετοιμασία ενός κειμένου που θα αποτελούσε την βάση των συζητήσεων της Ολομελείας ξεκίνησε με το τέλος της δεκάτης συναντήσεως της Ολομελείας στην Ραβέννα, το έτος 2007. Συστήθηκαν τότε δυο Υποεπιτροπές, μια αγγλόφωνη και μια γαλλόφωνη, που συνέταξαν δυο διαφορετικά κείμενα.

Το ένα εκ των δυο κειμένων προσέγγισε το θέμα κυρίως ιστορικά, ενώ το δεύτερο είχε χαρακτήρα περισσότερο θεολογικό. Εξ αρχής η εργασία των δυο Υποεπιτροπών κατέδειξε αφ’ ενός την ανάγκη να διαβάσουμε- Ορθόδοξοι και Ρωμαιοκαθολικοί- από κοινού την ιστορία της πρώτης χιλιετίας των Εκκλησιών μας και να προσπαθήσουμε να την αναλύσουμε και να την ερμηνεύσουμε μαζί, όσο και την ανάγκη να καταγραφούν τα βασικά σημεία της εκκλησιολογίας, τα οποία και οι δυο πλευρές θεωρούν απαραίτητο να συμφωνηθούν πριν φθάσουμε στο κοινό ποτήριο και την από κοινού διακήρυξη της ορθής πίστεως.

Το αποτέλεσμα της εργασίας των δυο Υποεπιτροπών παρέλαβε δεκαεξαμελής Συντονιστική Επιτροπή (αποτελούμενη από οκτώ Ορθοδόξους και οκτώ Ρωμαιοκαθολικούς), οι οποίοι συνέταξαν από τα δυο ένα κοινό κείμενο.

Τα χαρακτηριστικά του κειμένου αυτού ήταν αφ’ ενός η καταγραφή ορισμένων ιστορικών στοιχείων σχετικών με τον ρόλο του Επισκόπου Ρώμης υπέρ της ενότητας των Εκκλησιών και αφ’ ετέρου ο τρόπος συνεργασίας του με άλλους Επισκόπους και σημαντικούς παράγοντες της εκκλησιαστικής ζωής κατά την πρώτη χιλιετία, με επίδειξη ιδιαίτερης ευαισθησίας και προσοχής στη λειτουργία του συνοδικού συστήματος στην Εκκλησία κατά την συγκεκριμένη ιστορική περίοδο.

Θυμίζουμε το σημαντικό βήμα προόδου στον διάλογο, που επιτεύχθηκε στη Ραβέννα, με την αποδοχή από την Ολομέλεια της Επιτροπής κοινού κειμένου, στο οποίο για πρώτη φορά οι Ορθόδοξοι μαζί με τους Ρωμαιοκαθολικούς αναγνωρίζουμε ότι Ορθόδοξη εκκλησιολογία χωρίς κανονική λειτουργία του συνοδικού συστήματος, εντός του οποίου καταξιώνεται το έργο και η μαρτυρία όλων ανεξαιρέτως των επισκόπων, δεν υπάρχει.

Η Συντονιστική Επιτροπή, βέβαια, δεν μπορούσε να προχωρήσει σε ευρεία ανάλυση των δεδομένων που καταγράφηκαν στο κείμενο εργασίας, αφού αυτό είναι ακριβώς το έργο της εξηκονταμελούς Ολομέλειας, μόνης υπεύθυνης για την σύνταξη ενός τελικού κειμένου κοινής αποδοχής.

Η Συντονιστική Επιτροπή εξ αρχής είχε πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι παρέδιδε στην Ολομέλεια ένα κείμενο εργασίας με πολλά κενά, τα οποία εκείνη θα έπρεπε να προσπαθήσει να επισημάνει και κατά το δυνατόν να συμπληρώσει μέσα από τον θεολογικό διάλογο. Αυτό το τεράστιο έργο ξεκίνησε στην Πάφο το 2009 και συνεχίσθηκε στην Βιέννη.

Ο διάλογος ήταν τίμιος, ελεύθερος και κυρίως άνετος, απαλλαγμένος από οποιοδήποτε άγχος ή πίεση ότι τάχα βιαζόμαστε να παραγάγουμε ένα κείμενο, χωρίς να έχουμε φθάσει σε ουσιαστική συμφωνία.

Αυτή η διαπίστωση ενός αέρα ελευθερίας, που μεταφέρεται εδώ μετά λόγου γνώσεως, εξέθρεψε μεταξύ των μελών της Επιτροπής μια αμοιβαία εμπιστοσύνη, που είναι στοιχείο απαραίτητο για την υπεύθυνη συνέχιση του διαλόγου πάνω στο ακανθώδες θέμα που αποφασίσθηκε να παραμείνει στο πρόγραμμα του θεολογικού διαλόγου κατά τα χρόνια που έρχονται.

Το κείμενο που χρησιμοποιήθηκε για το διάλογο στην Πάφο και στη Βιέννη παραμένει ελλιπές και, κυρίως για τους Ορθοδόξους, αποτελεί ομοφώνως απλό κείμενο εργασίας (instrumentum laboris).

Επομένως οποιαδήποτε, μερική ή ολική, δημοσίευσή του δεν εξυπηρετεί κανένα σοβαρό σκοπό. Δεν εγκαταλείπεται όμως το κείμενο αυτό, αφού αναγνωρίζεται ότι το θέμα μας χρειάζεται ισχυρή ιστορική τεκμηρίωση και προς αυτή την κατεύθυνση ασφαλώς συνέβαλαν οι εργασίες των δυο τελευταίων συναντήσεων της Ολομελείας της Επιτροπής.

Η επεξεργασία του κειμένου, επομένως, θα συνεχισθεί και τα στοιχεία του θα αναλυθούν προκειμένου να φθάσουμε- Ορθόδοξοι και Ρωμαιοκαθολικοί- σε μια βαθύτερη και ακριβέστερη από κοινού κατανόηση της εκκλησιαστικής μας ιστορίας. Παράλληλα θα συσταθεί μια Υποεπιτροπή, η οποία θα συντάξει ένα πρόχειρο κείμενο που θα έχει τον χαρακτήρα μιας θεολογικής ανάλυσης του θέματός μας, στοιχείο δηλαδή που κρίθηκε ότι δεν διέθετε επαρκώς το κείμενο που χρησιμοποιήθηκε στο διάλογο μέχρι τώρα.

Εξ άλλου, ορθώς παρατηρήθηκε ότι η Ολομέλεια της Επιτροπής Διαλόγου Ορθοδόξων μετά των Ρωμαιοκαθολικών δεν είναι δυνατόν να μεταβληθεί σε κάποιο είδος Ακαδημίας ιστορικών επιστημών, αλλά πρέπει να διατηρήσει τον θεολογικό χαρακτήρα που της απέδωσαν οι Εκκλησίες, οι οποίες συμμετέχουν στο διάλογο.

Η εν λόγω Υποεπιτροπή θα έχει ως κύριο έργο της τη σύνταξη κειμένου, το οποίο θα πρέπει να παρουσιάσει, με όση σαφήνεια γίνεται, το ρόλο που διαδραμάτισε ο Επίσκοπος Ρώμης σε σχέση με το συνοδικό σύστημα λειτουργίας της Εκκλησίας κατά την πρώτη χιλιετία.

Το αποτέλεσμα της εργασίας της Υποεπιτροπής (που θα συνέλθει κατά πάσαν πιθανότητα την άνοιξη του 2011) θα παραλάβει η Συντονιστική Επιτροπή, η οποία προβλέπεται να συνεδριάσει κατ’ ευχήν προ του τέλους του 2011, προκειμένου να συμφωνηθεί το κείμενο που θα συζητηθεί στην Ολομέλεια της Επιτροπής μετά από δυο χρόνια, το 2012.

Με τη συμμετοχή στον διάλογο δεκαοκτώ Επισκόπων Ορθοδόξων Εκκλησιών παράλληλα με την συμμετοχή εγκρίτων θεολόγων καθίσταται φανερό ότι από την πλευρά τους αποδίδεται όλη η σπουδαιότητα που απαιτεί η υπεύθυνη και αποτελεσματική αντιμετώπιση του υπό συζήτηση θέματος.

Το ίδιο όμως καταδεικνύεται και από την πλευρά των Ρωμαιοκαθολικών με τη συμμετοχή στον διάλογο τεσσάρων Καρδιναλίων και δώδεκα Επισκόπων, τους οποίους συνδράμουν έμπειροι ακαδημαϊκοί διδάσκαλοι.

Εκφράζεται ταπεινά η άποψη ότι αποτελεί αποστολή ιδιαίτερης σημασίας η συνέχιση του διαλόγου μέσα σε πνεύμα ειρήνης Χριστού και χάριτος του παναγίου Πνεύματος.

Τα μέλη της Επιτροπής μέσα από τον επίπονο, αλλά γόνιμο και ειλικρινή διάλογο που διεξήγαγαν, απέκτησαν αναμφίβολα μια πολύτιμη εμπειρία που είναι απαραίτητη στην παρούσα κρίσιμη φάση του διαλόγου και θα είναι ευχής έργο οι Εκκλησίες μας να παραμείνουν σταθερές στην αρχική τους απόφαση για την συνέχισή του.

Πηγή: www.romfea.gr
Άβαταρ μέλους
ψυχουλα
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2324
Εγγραφή: Σάβ Δεκ 06, 2008 11:36 am
Τοποθεσία: Αθήνα

Τσελεγγίδης για το αδύνατο ενότητας με Παπικούς

Δημοσίευση από ψυχουλα »

Ξέρω, είναι μεγάλο το κείμενο, αλλά αξίζει τον κόπο, τουλάχιστον εγώ το βρήκα παρα πολύ διαφωτιστικό ως προς την εξήγηση για τη μη δυνατοτητα ενωσης με τους παπικους αλλα και για οσα εξηγεί για την ενότητα των μελών της Εκκλησίας με το Χριστό και τελικά με τον Τριαδικό Θεό.

Οι τονισμοί είναι δικοί μου και έβαλα και παραγράφους προς διευκόλυνση της ανάγνωσης, ελπίζω να μην σας ενοχλούν οι τονισμοί :oops: :oops: :oops:

Αἱ ἐσφαλμέναι θεολογικαί προϋποθέσεις διά τό Πρωτεῖον τοῦ Πάπα (Μέρος Α΄)
Μέ ἀφορμήν τόν διάλογον εἰς τήν Βιέννην μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν.
Ὑπό τοῦ κ. Δημητρίου Τσελεγγίδη, Καθηγητοῦ τῆς Δογματικῆς τοῦ Α.Π.Θ

Διατί δέν δύναται νά ὑπάρξη τυπική καί οὐσιαστική ἑνότης μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν

Ἀπό τῆς 17ης ἕως καί τῆς 29ης Σεπτεμβρίου διεξάγεται εἰς τήν Βιέννην ὁ θεολογικός Διάλογος μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν διά τό Παπικόν Πρωτεῖον. Κατά τάς πρώτας ἡμέρας τοῦ διαλόγου τηρεῖται ἔνοχος σιωπή ὑπό τῶν Ὀρθοδόξων διά τήν πορείαν τοῦ Διαλόγου.

Ἡ προηγουμένη διάσκεψις εἶχε γίνει εἰς τήν Κύπρον, ἀλλά δέν ἐλήφθησαν ἀποφάσεις, ἐξ αἰτίας τῶν δυναμικῶν ἀντιδράσεων τοῦ πιστοῦ λαοῦ, τοῦ ἐντίμου κλήρου καί τῶν θεολόγων τῆς Πανεπιστημιακῆς ἐκπαιδεύσεως. Σημαντικώτατον ὅμως ρόλον εἰς τήν ματαίωσιν τῶν ἀποφάσεων εἶχεν ἡ δυναμική τῆς «Ὁμολογίας Πίστεως», ἡ ὁποία κατετρόμαξε καί τούς πλέον προωθημένους Οἰκουμενιστάς ὡς καί τόν Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, τό ὁποῖον ὑπεχρεώθη νά ἀπολογηθῆ δημοσίως, ἐνῶ φιλοπαπικοί Ἱεράρχαι ὑπεχρεώθησαν εἰς δηλώσεις συμφώνως πρός τάς ὁποίας δέν θά προδώσουν τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας.
Μέ ἀφορμήν τόν νέον κύκλον διαβουλεύσεων μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν εἰς τήν Βιέννην παραθέτομεν τήν εἰσήγησιν, τήν ὁποίαν ἔκαμνε εἰς τό πρόσφατον ἀντιπαπικόν συνέδριον τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς ὁ καθηγητής τῆς δογματικῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Δημ. Τσελεγγίδης.
Εἰς αὐτήν ἀναπτύσσει τάς ἐσφαλμένας θεολογικάς προϋποθέσεις τοῦ Παπικοῦ Πρωτείου καί ὑπογραμμίζει ὅτι δογματικῶς «δέν μπορεῖ νά ὑφίσταται οὔτε οὐσιαστικά, οὔτε τυπικά ἑνότης» μετά τῶν Παπικῶν.

Ἡ εἰσήγησις

Ἡ εἰσήγησις ἔχει ὡς ἀκολούθως:

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ Η ΕΝΟΤΗΤΑ τῆς Ἐκκλησίας σέ ὅλες τίς ἐκδοχές της -θεσμικές ἤ χαρισματικές- ἔχει σαφῶς ἁγιοπνευματική βάση. Παρέχεται μυστηριακῶς, συντηρεῖται ὅμως, καλλιεργεῖται καί ἐκφαίνεται κατεξοχήν εὐχαριστιακῶς.

Καταρχήν, ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς θεμελιώδης ἰδιότητά της, προκύπτει ἀπό τήν ἴδια τήν ὀντολογία της καί ἐκφράζει ἰδιαιτέρως τήν αὐτοσυνειδησία της, ἡ ὁποία διατυπώθηκε ἱστορικά κατά τόν πλέον ἐπίσημο καί ἀδιαμφισβήτητο τρόπο στόν Ὅρο τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (381), ὁ ὁποῖος ἀπετέλεσε καί τό Σύμβολο Πίστεως τῆς Ἐκκλησίας.

Στό ἑξῆς, ὁμολογοῦμε διά τοῦ Συμβόλου τῆς Πστεως μέ κάθε ἐπισημότητα, ὅτι πιστεύουμε «εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν». Ἄν ὅμως ἡ Ἐκκλησία εἶναι ΜΙΑ κατά τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, τότε μέ τήν συνεπῆ ἐκκλησιολογική ἔννοια καί κατά κυριολεξία δέν μποροῦν νά ὑπάρχουν ἑτερόδοξες ἐκκλησίες. Ἀπό τήν διατύπωση τοῦ Συμβόλου προκύπτει ὅτι ἡ ἑνότητα, ὡς θεμελιώδης ἰδιότητα τοῦ ἑνός, στήν προκειμένη περίπτωση ὡς ἡ ἰδιότητα τῆς ΜΙΑΣ Ἐκκλησίας, εἶναι τό ἀσφαλές δεδομένο τῆς πίστεώς μας.

Καί πραγματικά, στή συνείδηση τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἑνότητά της εἶναι δεδομένο ὀντολογικό, ἀπολύτως καί ἀμετακλήτως διασφαλισμένο ἀπό τήν κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, τόν Χριστό, διά τῆς συνεχοῦς παρουσίας τοῦ Παρακλήτου Πνεύματός του σ' αὐτήν, ἤδη ἀπό τήν Πεντηκοστή. Παρά ταῦτα, ἡ ἑνότητα παραμένει γιά τά συγκεκριμένα καί ἐπώνυμα μέλη τῆς Ἐκκλησίας κάθε ἐποχῆς καί ζητούμενο βιωματικό. Ὡς βιωματικό ζητούμενο ἡ ἑνότητα τῶν μελῶν της ἀποτελεῖ τό προσωπικό ἄθλημα τῆς συνεργίας τους γιά τή δόκιμη παραμονή καί τήν σίγουρη καρποφορία στό ζωντανό καί ζωοποιό, θεανθρώπινο σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία. Αὐτή ἀκριβῶς ἡ ἐν πάσῃ αἰσθήσει ἑνότητα μέ τό Χριστό καί δι' αὐτοῦ μέ τόν ὅλο Τριαδικό Θεό, ἀλλά καί μεταξύ μας, ὡς μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ὁ σκοπός τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ γιά μᾶς, ὥστε νά γίνουμε ὄχι μόνον ἕνα σῶμα μέ τό Χριστό, ἀλλά καί ἕνα Πνεῦμα μέ τόν Τριαδικό Θεό (Βλ. Ἐφ. 4, 4-5) «ἕν σῶμα καί ἕν Πνεῦμα, κα- θώς καί ἐκλήθητε ἐν μιᾷ ἐλπίδι τῆς κλήσεως ἡμῶν• εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα». Αὐτό ἐκφράστηκε ἀπερίφραστα στήν Ἀρχιερατική προσευχή τοῦ Χριστοῦ, πού θά ἐξηγήσουμε στή συνέχεια τῆς Εἰσηγήσεώς μας. Συγκεκριμένα, ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὑφίσταται καί ἐκφαίνεται θεσμικῶς στήν πίστη, τή λατρεία καί τή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας.

Σέ κάθε περίπτωση ἡ παραπάνω τριπλῆ ἑνότητα θεμελιώνεται καί ἀντλεῖται ἀπό τό τρισσό ἀξίωμα τοῦ Χριστοῦ: τό προφητικό, τό ἀρχιερατικό καί τό βασιλικό. Κατά συνέπεια, οἱ τρεῖς ἐκφάνσεις τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας θά πρέπει νά θεωροῦνται ὡς ἀλληλοεξαρτώμενες καί ἀδιάσπαστες συντεταγμένες τῆς μίας καί πλήρους ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καθεαυτήν, τόσο σέ θεσμικό ὅσο καί σέ βιωματικό-χαρισματικό ἐπίπεδο, χωρίς τήν ὀντολογικοῦ χαρακτήρα διάκριση ἀνάμεσα στήν ἄκτιστη οὐσία καί τίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, παραμένει στήν πράξη οὐσιαστικά ἀκατανόητη, ἀλλά καί θεολογικά ἀτεκμηρίωτη. Ἡ παραπάνω διάκριση, ἀποτέλεσμα τοῦ χαρισματικοῦ καί ἐμπειρικοῦ χαρακτήρα τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας, ἀποτελεῖ τό πνευματικό «κλειδί» κατανοήσεως τοῦ χαρακτήρα τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας. Γι' αὐτό καί ἡ διάκριση αὐτή θά προϋποτίθεται ὁπωσδήποτε σ' ὅλη τήν πραγμάτευση τοῦ θέματός μας, θά τό διαπερνᾶ ἀξονικά καί θά διέπει νοηματικά τά ἐπιμέρους λεγόμενά μας.

Α' Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΗ

Η ΕΝΟΤΗΤΑ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἤδη ὑπαινιχθήκαμε, δέν ἀποτελεῖ μιά αὐτονομημένη καί ἀφηρημένη δογματική ἀλήθεια ἀνεξάρτητη ἀπό τή ζωή της, ἀλλά ἐκφράζει τήν αὐτοσυνειδησία καί τήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία της. Τό μυστηριακό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία, γίνεται ὁ χαρισματικός χῶρος, ὅπου συγκροτεῖται, βιώνεται καί φανερώνεται ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν ὡς εἰκόνα τῆς ἑνότητας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν ἀποτελεῖ καρπό τῆς μεθέξεώς τους στήν ἄκτιστη Χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί συνιστᾶ ἔκφραση ζωῆς τῆς ΜΙΑΣ καί πάντοτε ἑνιαίας Ἐκκλησίας, ὡς ἀδιάσπαστης ἑνότητας καί τελείας κοινωνίας προσώπων. Κατά συνέπεια, οἱ θεολογικές-ὀντολογικές προϋποθέσεις γιά τήν ἀναφορά τῶν πιστῶν στήν Τριαδική ἑνότητα βρίσκονται στήν ἵδρυση καί σύσταση τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώματος τοῦ Χριστοῦ, στό ὁποῖο ἁρμόζονται οἱ πιστοί ὡς ὀργανικά μέλη του. Οἱ πιστοί ὡς κατοικητήριο τῶν θείων προσώπων, χαρισματικῶς, καλοῦνται νά ζοῦν κατά τό πρότυπο τῆς Τριαδικῆς ἑνότητας καί νά ἐκφράζουν μέ τόν τρόπο αὐτό τήν κοινωνία καί μετοχή τους στή ζωή τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἄλλωστε, κατά τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη, ἡ πραγμάτωση τῆς ἑνότητας τῶν πιστῶν κατά τό πρότυπο τῆς ἑνότητας τῶν θείων προσώπων ἀποτελεῖ καί τή μαρτυρία τους στόν κόσμο: «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν, καθώς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν σοί, ἵνα καί αὐτοί ἐν ἡμῖν ἕν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σύ με ἀπέστειλας» (Ἰω. 17,21).

Στήν παραπάνω Ἀρχιερατική προσευχή ὁ Χριστός, κατά τόν Μέγα Ἀθανάσιο, ζητεῖ ἀπό τόν Πατέρα του τήν ἑνότητα τῶν πιστῶν κατά τό ὑπόδειγμα τῆς δικῆς τους ἑνότητας. Βέβαια, ἐδῶ ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν δέν ἀναφέρεται στή φύση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, γιατί «μόνῃ τῇ φύσει πάντα μακράν ἐστιν αὐτοῦ» (Κατά Ἀρειανῶν 3,26, ΒΕΠ 30, σ. 269). Ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν ὡς μελῶν τῆς μίας καί μοναδικῆς Ἐκκλησίας θεμελιώνεται ὄχι στή φύση ἀλλά στήν ἄκτιστη θεοποιό ἐνέργεια καί δόξα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Εἶναι πέραν πάσης ἀμφιβολίας ἡ τεκμηρίωση τῆς θέσεως αὐτῆς, ἀφοῦ ἡ ἴδια ἡ ὑποστατική Ἀλήθεια, στήν ἄμεση συνέχεια τῆς Ἀρχιερατικῆς προσευχῆς, τό διατυπώνει ἀπερίφραστα: «Κἀγώ τήν δόξαν ἥν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἕν καθώς ἡμεῖς ἕν ἐσμέν ἐγώ ἐν αὐτοῖς καί σύ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσιν τετελειωμένοι εἰς ἕν, ἵνα γινώσκει ὁ κόσμος ὅτι σύ με ἀπέστειλας καί ἠγάπησας αὐτούς καθώς ἐμέ ἠγάπησας» (Ἰω. 17, 22-23).

Στό χωρίο αὐτό βρίσκεται συμπυκνωμένα τό ἑρμηνευτικό «κλειδί» κατανοήσεως τῆς ἁγιοπνευματικῆς βάσεως τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας . Ἐκεῖνο πού ἑνοποιεῖ τούς πιστούς στήν Ἐκκλησία, ἤ ἐκεῖνο πού κάνει τήν Ἐκκλησία ἕνα καί ἀδιάσπαστο, ὀργανικό, θεανθρώπινο σῶμα, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἄκτιστη θεοποιός δόξα καί Χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἡ ἄκτιστη αὐτή θεότητα, πού συνέχει καί τελειοποιεῖ τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, οἰκειώνεται χαρισματικά καί παραμένει ἐσαεί λειτουργικά στήν Ἐκκλησία, μυστηριακῶς, χάριν τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι καί ἡ κεφαλή τοῦ ἑνός θεανθρωπίνου σώματος τῆς Ἐκκλησίας (βλ. Ἐφ. 1, 22-23). Στό σῶμα αὐτό πραγματώνεται ὀντολογικῶς καί χαρισματικῶς τό «ἐγώ ἐν αὐτοῖς» τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί τό ἑνιαῖο φρόνημα

Κατά συνέπεια, ὁ ἀναγκαῖος ὅρος τῆς ἑνότητάς μας μέ τόν Τριαδικό Θεό ἐν Χριστῷ εἶναι ἡ χαρι- σματική παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα μας ἐνεργῶς. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ ἑνότητά μας μέ τόν Τριαδικό Θεό δέν ὀφείλεται σέ προσόν τῆς φύσεώς μας, ἀλλά στό Ἅγιο Πνεῦμα. (Βλ. Μ. Ἀθανασίου, Kατά Ἀρειανῶν 3, 25, ΒΕΠ 30, 271: «Τό Πνεῦμά ἐστιν τό ἐν τῷ Θεῷ τυγχάνον, καί οὐχ ἡμεῖς καθ' ἑαυτούς»). Πρακτικῶς, ἡ χαρισματική αὐτή ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας φανερώνεται μέ τή συμφωνία τῆς γνώμης καί τήν ὕπαρξη ἑνιαίου φρονήματος σέ μᾶς (βλ. Κατά Ἀρειανῶν 3,23, ΒΕΠ 30, 269).

Ἄν ὅμως ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησιας ὡς μυστηριακοῦ καί Θεανθρωπίνου σώματος, ἀλλά καί ἡ ἑνότητα τῶν ἐπιμέρους πιστῶν ὡς μελῶν τῆς Ἐκκλησίας μεταξύ τους, κατά τό πρότυπο τῆς ἑνότητας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, πραγματοποιεῖται ἄμεσα καί προσωπικά ἀπό τόν ἴδιο τόν Τριαδικό Θεό διά τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τότε γίνεται εὔκολα κατανοητό ὅτι οἱ ἑτερόδοξοι -Ρωμαι- οκαθολικοί καί Προτεστάντες- πού σέ καμία περίπτωση δέν συνιστοῦν Ἐκκλησίες ἀλλά θρησκευτι- κές κοινότητες μέ ἐκκλησιαστικό ὄνομα, ἀλλοιώνοντας διά τοῦ Filioque τήν ἀποστολική πίστη τῆς Ἐκκλησίας στόν Τριαδικό Θεό καί πρακτικῶς μή κάνοντας τήν διάκριση ἀκτίστου οὐσίας καί ἀκτίστου ἐνεργείας στό Θεό, καθιστοῦν ἀνέφικτη τήν ὀντολογικοῦ καί χαρισματικοῦ χαρακτήρα ἑνότητά τους μέ τόν Τριαδικό Θεό καί μαζί μας ἐν Χριστῷ. Ἀλλά καί κάθε ἄλλη ἐπιδιωκόμενη μορφή ἑνότητας μέ τούς ἑτεροδόξους, πού παρακάμπτει τίς παραπάνω θεολογικές προϋποθέσεις γιά τήν «ἅπαξ παραδοθεῖσαν πίστιν», εἶναι στήν πραγματικότητα ἀνέφικτη.

Ὡστόσο ὅμως, οἱ ἐκπρόσωποι τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μέ τό συντονιστικό κέντρο, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἐμφανίζονται νά ἔχουν ἄλλη θεώρηση γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἐπ' αὐτοῦ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικό τό γεγονός, ὅτι στήν πρώτη παράγραφο τοῦ ὑποβληθέντος Προσχεδίου τῆς Μικτῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς γιά τόν Θεολογικό Διάλογο μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς στήν Κύπρο, τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2009, μνημονεύεται ὅτι στό συμφωνηθέν κοινό Κείμενο τῆς Ραβέννας (2007) Ρωμαιοκαθολικοί καί Ὀρθόδοξοι κάνουν λόγο γιά «τήν ἐποχή τῆς ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας», (βλ. Κείμενο τῆς Ραβέννας παρ. 41).

Εἶναι σαφές ὅτι ἡ διατύπωση αὐτή προϋποθέτει γιά τά μέλη τῆς Μ.Δ.Ε. πώς σήμερα δέν ὑφίσταται ἡ ἀδιαίρετη Ἐκκλησία. Καί ἑπομένως, σήμερα ἡ Ἐκκλησία εἶναι διηρημένη, παρά τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, πού ὁμολογοῦμε λεκτικά στό Σύμβολο τῆς Πίστεώς μας. Αὐτό ὅμως σημαίνει ἔκπτωση ἀπό τήν Ἐκκλησία ὅλων ἐκείνων, πού συνειδητά ὑποστηρίζουν ὅσα τό Κείμενο τῆς Ραβέννας διαλαμβάνει γιά τήν ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἐπειδή ἔμμεσα πλήν σαφῶς δέν ἀποδέχονται μέρος τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἀλλά, ἤδη πολύ νωρίτερα, οἱ Ρωμαιοκαθολικοί διαφοροποιήθηκαν ἀπό τή δογματική διδασκαλία τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου μέ τήν προσθήκη τοῦ Filioque. Τό Filioque κυοφορήθηκε καί φανερώθηκε στή Δύση, ὅταν ὑποχώρησε ἡ βίωση τῆς χαρισματικῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στό ἐκκλησιαστικό πλήρωμα τῆς δικαιοδοσίας τοῦ πάπα.

Οὐσιαστικά τό Filioque ἀπετέλεσε τήν ἀποκρυστάλλωση τῆς ἀποξενώσεως ἀπό τήν βιωματική ἐμπειρία τῆς ἀκτίστου Χάριτος καί ἐνεργείας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, μέσω τῆς ὁποίας πραγματοποιεῖται ἡ ἄμεση καί ἀληθινή κοινωνία μέ τόν ἄνθρωπο στόν κατεξοχήν φορέα τῆς ἑνότητας Θεοῦ καί ἀνθρώ- που, δηλαδή στήν Ἐκκλησία. Κατά συνέπεια, ἐξαιτίας τῆς δογματικῆς διαφοροποιήσεώς μας ἀπό τούς Ρωμαιοκαθολικούς δέν μπορεῖ νά ὑφίσταται οὔτε οὐσιαστικά οὔτε τυπικά ἑνότητα μαζί τους.

Ὡστόσο ὅμως, τό δογματικῶς καί ἐκκλησιολογικῶς παράδοξο εἶναι, ὅτι τό Κείμενο τῆς Ραβέννας -συνεπές πρός τά προηγούμενα κοινά Κείμενα τοῦ Μονάχου, τοῦ Bari, τοῦ Βάλαμο καί τοῦ Balamand- κάνει λόγο γιά κοινή ἀποστολική πίστη, κοινά μυστήρια καί ἐκκλησιακό χαρακτήρα τῶν ἑτεροδόξων. Ἔτσι, δίνεται ἡ ἐσφαλμένη καί βλάσφημη ἐντύπωση ὅτι μέ τό κοινό αὐτό Κείμενο τῆς Ραβέννας διαψεύδεται ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος μᾶς διαβεβαίωσε ὅτι τά ἀποκομμένα ἀπό τήν ἄμπελο κλήματα δέν μποροῦν νά φέρουν καρπό. Τά μέλη τῆς Μ.Δ.Ε. δηλαδή διαβεβαιώνουν στά κοινά Κείμενά τους, ὅτι παρά τίς αἱρετικές ἀποκλίσεις τους οἱ Ρωμαιοκαθολικοί συνιστοῦν Ἐκκλησία καί ὅτι ἔχουν γνήσια μυστήρια. Εἶναι θεολογικῶς ἀλλά καί λογικῶς ὄντως παράδοξο, πῶς οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Ὀρθοδόξων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν δέν ἀντιλαμβάνονται τό κολοσσιαῖο δογματικό σφάλμα τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν γιά τόν κτιστό χαρακτήρα τῶν μυστηρίων τους, τό ὁποῖο σφάλμα ἀκυρώνει κυριολεκτικά τόν παραπάνω ἰσχυρισμό τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, πού προσυπογράφουν καί οἱ Ὀρθόδοξοι ἀντιπρόσωποι. Οἱ ἴδιοι οἱ Ρωμαιοκαθολικοί μᾶς πιστοποιοῦν μέ τή δογματική διδασκαλία τους γιά τήν κτιστή Χάρη, ὅτι εἶναι ἐμπειρικῶς ἄμοιροι τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Θεανθρώπινου χαρακτήρα τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἑνότητάς της. Κατά συνέπεια, μέ τίς ὑφιστάμενες προϋποθέσεις εἶναι θεολογικῶς τελείως ἄστοχο καί ἄσκοπο νά ἐπιχειρεῖται ἐκκλησιαστικοῦ χαρακτήρα ἑνότητα μαζί τους. Εἶναι πρακτικῶς ἄλλωστε καί τελείως ἀνέφικτη αὐτή ἡ ἑνότητα, ἐπειδή ἀντίκειται στίς θεολογικές προϋποθέσεις τῆς Ἐκκλησίας καί στό ὀντολογικό περιεχόμενο τοῦ χαρακτήρα της.

Β΄ Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΛΑΤΡΕΙΑ

Η οποιαδήποτε μορφή ἑνότητας στήν Ἐκκλησία, χωρίς τήν λειτουργική καί εὐχαριστιακή ἑνότητα, εἶναι σίγουρα μιά ἀτελής ἑνότητα. Ἡ ἴδια ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἑνιαίου σώματος, εἶναι κατεξοχήν μυστηριακό γεγονός. Μέ τά μυστήριά της ἡ Ἐκκλησία ἐντάσσει τούς ἀνθρώπους στό μυστηριακό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τούς συνέχει καί τούς ἑνοποιεῖ μέ τήν κεφαλή τοῦ σώματος ἀλλά καί μεταξύ τους.

Τέλος, τούς κάνει ἕνα Πνεῦμα μέ τόν Τριαδικό Θεό ἐν Χριστῷ διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, προσφέροντας σ᾽ αὐτούς τήν χαρισματική θέωσή τους ἀνάλογα μέ τό βαθμό δεκτικότητάς τους, μέ τρόπο δυναμικό, προοδευτικό καί ἀτελεύτητο στό πλαίσιο τῆς ἄκτιστης βασιλείας τοῦ Χριστοῦ, τῆς ἀνέσπερης καί ἀδιάδοχης ὀγδόης ἡμέρας τοῦ μέλλοντα ἀΐδιου αἰώνα.

Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς συνόλου καί ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν ὡς μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ἔχει τήν αἰσθητή, ὁρατή φανέρωσή της στήν Εὐχαριστιακή Σύναξη κατά τή Θεία Λατρεία, καί εἰδικώτερα καί κατεξοχήν κατά τή μετοχή τῶν πιστῶν στή Θεία Κοινωνία. Τότε ἀκριβῶς, στό μέτρο τῆς καθαρότητας καί δεκτικότητάς μας κοινωνοῦμε μέ τή μορφή ἀρραβῶνος στήν ἄκτιστη βασιλεία τοῦ Χριστοῦ. Τότε ἑνωνόμαστε πραγματικῶς, χαρισματικά, διά τῆς ἀκτίστου θεοποιοῦ Χάριτος καί ἐνεργείας, μέ τόν ὅλο Τριαδικό Θεό, μέ τή Μητέρα τοῦ Θεοῦ, μέ τούς ἀσώματους νοερούς νόες, μέ τούς ἀπό αἰώνων εὐαρεστήσαντες τόν Θεό κεκοιμημένους δικαίους καί ἁγίους, ἀλλά καί μέ ὅλους τούς ἀνά τήν οἰκουμένη πιστούς, πού εἶναι ὀργανικά μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ καί δεκτικά τῆς ἀκτίστου θεοποιοῦ Χάριτός Του. Εἶναι ἐπ᾽ αὐτοῦ χαρακτηριστική ἡ αἰσθητή -λεκτική καί ἀκουστική ἐμπειρία τῆς Εὐχαριστιακῆς Συνάξεως διά τῆς ἀναφορᾶς τοῦ προϊσταμένου τῆς Θείας Εὐχαριστίας ὄχι μόνο στούς προαπελθόντες ἁγίους, ἀλλά ὀνομαστί καί στήν ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας σήμερα, κατά τήν κορυφαία στιγμή τοῦ Καθαγιασμοῦ τῶν Τιμίων Δώρων.

Ἐδῶ ὅμως πρέπει νά δώσουμε κάποιες ἀπαραίτητες θεολογικές διευκρινίσεις, ἐπειδή σήμερα κινδυνεύουμε ἀπό μία ὕποπτη, φιλτραρισμένη, μυστηριακή, θά ἔλεγα τολμηρά, εἰδωλολατρεία. Αὐτή προωθεῖται ἀπ' ὅσους -γιά λόγους σκοπιμότητας- τονίζουν μονομερῶς τή θεσμική ἔκφραση τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἐάν αὐτά λει-τουργοῦν ἀπροϋπόθετα, μαγικῶς καί μηχανιστικῶς, ἀκόμη καί ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι ὅμως παραγνωρίζεται ἡ Πατερική θεώρηση τῶν μυστηρίων ὡς ἐκφάνσεων τῆς Ἐκκλησίας. Τά μυστήρια εἶναι τά κλαδιά τοῦ δέντρου τῆς Ἐκκλησίας, τά μέλη τῆς καρδιᾶς της, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας. Αὐτά παρέχουν τήν ἄκτιστη ἑνοποιό δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γιά τήν πραγμάτωση καί τή βίωση τῆς ὀντολογικοῦ χαρακτήρα ἑνότητας τῶν πιστῶν- μελῶν ὑπό σαφεῖς προϋποθέσεις.

Πῶς πραγματώνεται ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας


Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας λοιπόν πραγματώνεται διά τῆς ἀκτίστου θεοποιοῦ Χάριτος μυστηριακῶς καί ἰδιαίτερα διά τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ὄχι ὅμως μηχανιστικῶς καί ἀπροϋποθέτως. Ἀπεναντίας ἡ χαρισματική ἕνωση προϋποθέτει ἀπό τούς πιστούς τήν καθαρότητα ἀπό τήν ἁμαρτία, τήν ἐλεύθερη συνεργία τους καί τό αὐτό φρόνημα ὡς πρός τήν πίστη. Ἄλλωστε, ὁ Θεός δοξάζεται ὀρθά στό πλαίσιο τῆς Θείας Λατρείας, μόνον ὅταν ἡ δοξολογία γίνεται «ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ». Τοῦτο ὅμως προϋποθέτει ὄχι μόνο μία πίστη, ἀλλά καί μία ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ ζωή. Αὐτό εἶναι θεολογικῶς εὐνόητο, γιατί ὁ Θεός ὡς αὐτοδόξαστος, μπορεῖ πρακτικῶς νά δοξάζεται πραγματικά καί ἀπό ἐμᾶς, μόνον ὅταν ὁ ἴδιος ἐνεργεῖ ἐντός ἡμῶν διά τοῦ Πνεύματός Του.

Αὐτό ὅμως συμβαίνει, μόνον ὅταν ἔχουμε ἐνεργό ἐντός ἡμῶν τό δικό Του Πνεῦμα, πού λάβαμε κατά τήν προσωπική μας Πεντηκοστή, στό ἅγιο Χρίσμα. Ὅταν ὅμως συμβαίνει ἡ ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας νά ἔχει ἄλλο φρόνημα, καί μάλιστα ἀντίθετο μέ τή δογματική συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτή ἐκφράστηκε στίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τότε προφανῶς ἡ ἑνότητα τῆς ἡγεσίας μέ τό σῶμα καί τήν κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας ἐμφανίζεται λειτουργικῶς προβληματική. Ἰδιαίτερα προβληματική γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στή λατρεία ἐμφανίζεται ἡ κατάσταση ἐκείνη, κατά τήν ὁποία ἡ συγκεκριμένη ἡγεσία, πού μνημονεύεται στή θεία Εὐχαριστία, συμβαίνει νά φρονεῖ, νά ζεῖ καί νά συμπεριφέρεται κατά τρόπο ἀσύμβατο πρός τό γράμμα καί τό πνεῦμα τῶν ἱερῶν Κανόνων Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

Ὅταν συμβαίνει, ἡ ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας νά προβαίνει σέ συμπροσευχές μέ τούς ἑτεροδόξους καί νά ἀποδέχεται, ἔστω καί σιωπηρῶς, τά κοινά Κείμενα πού ὑπογράφουν οἱ ἀντιπρόσωποί της μέ τούς ἑτεροδόξους, ὅταν δηλαδή ἔμμεσα πλήν σαφῶς στήν πράξη θεωρεῖ ὅτι οἱ ἑτερόδοξοι συνιστοῦν ἐκκλησίες, μέ τήν ἐκκλησιολογική ἔννοια τοῦ ὅρου, καί ὅτι ἔχουν κατά συνέπεια γνήσια μυστήρια, παρά τό γεγονός ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ ἑτερόδοξοι ἀρνοῦνται δογματικῶς τόν ἄκτιστο χαρακτήρα τῆς Χάριτος καί ἐνεργείας τῶν μυστηρίων, ἀδειάζοντας ἔτσι κυριολεκτικά τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καί τόν θεανθρώπινο χαρακτήρα της καί ὑποβιβάζοντάς το σέ καθαρά ἀνθρώπινο ὀργανισμό, τότε ἀσφαλῶς φαλκιδεύεται σέ κάποιο βαθμό ἡ ἑνότητα τῆς συγκεκριμένης ἡγεσίας μέ τήν Ἐκκλησία καθεαυτήν.

Πρακτικῶς τότε, ἡ ἐπιδιωκόμενη ἑνότητα αὐτῆς τῆς ἡγεσίας ἐξαντλεῖται στό κτιστό καί ἀνθρώπινο ἐπίπεδο. Τότε αὐτή ἡ ἑνότητα δέν συμπεριλαμβάνει στήν πραγματικότητα τόν Τριαδικό Θεό, ἀφοῦ οἱ πρός ἑνότητα Ρωμαιοκαθολικοί ἐξακολουθοῦν νά ἀρνοῦνται δογματικῶς τόν ἄκτιστο χαρακτήρα τῆς θείας Χάριτος, πού ὡς θεότητα γεφυρώνει ὀντολογικῶς τό χάσμα ἀνάμεσα στόν ἄκτιστο Τριαδικό Θεό καί τόν κτιστό ἄνθρωπο.

Ἔτσι ὅμως καταργεῖται στήν πράξη ἡ θεία κοινωνία τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ μέ τόν κτιστό ἄνθρωπο. Ἀλλά καί ὅταν συμβαίνει ἡ ζωή ἡμῶν τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας νά μή εἶναι συμβατή μέ τό φρόνημα τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας, τότε ἡ ἐμφανιζόμενη κατά τήν θεία λατρεία θεσμική ἑνότητά μας εἶναι ἐξωτερική καί συμβατική. Σαφῶς δέν εἶναι ἐκείνη, πού ὁ Χριστός ζήτησε ἀπό τό Θεό Πατέρα στήν Ἀρχιερατική προσευχή Του, ἐπειδή δέν λαμβάνει σοβαρά ὑπόψη αὐτή ἡ ἑνότητα τίς θεολογικές καί ἁγιοπνευματικές προϋποθέσεις γιά τήν οἰκείωση καί τήν ἐν πάσῃ αἰσθήσει βίωσή της.

Ἀτυχῶς ἡ ἡμερολογιακή μεταρρύθμιση, σέ συνδυασμό μέ τά προβληματικά θεολογικῶς οἰκουμενιστικά ἀνοίγματα, στό πλαίσιο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἔγινε αἰτία γιά τή διασάλευση τῆς λατρευτικῆς καί διοικητικῆς ἑνότητας τῶν νεοημερολογιτῶν μέ τούς ὀρθόδοξους παλαιοημερολογίτες ζηλωτές. Ἔχουμε τή γνώμη, ὅτι τό πρόβλημα αὐτό θά πρέπει νά ἀπασχολήσει θεολογικά καί ἀγαπητικά τήν ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐφόσον συμβαίνει νά εἶναι κοινή μεταξύ μας ἡ ὀρθόδοξη πίστη. Ἡ καταγραμμένη μετά τό 1920 ἱστορία μας μπορεῖ νά βοηθήσει ἀμοιβαίως σέ αὐτοκριτική γύρω ἀπό τό πρόβλημα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μέ σκοπό τήν ἀποκατάσταση τῆς πλήρους ἑνότητας καί κοινωνίας μεταξύ μας.

Γ΄ Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ


Αὐτή ἀναφέρεται συγκεκριμένα στήν ἱεροκανονική καί ὀργανωτική ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί ἔχει τήν θεολογική θεμελίωσή της οὐσιαστικά στό βασιλικό-ποιμαντικό ἀξίωμα τοῦ Χριστοῦ.

Εἰδικώτερα, ἡ ἑνότητα στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας σχετίζεται ἄμεσα μέ τήν παραδοσιακή δομή της, τήν ἐσχατολογικοῦ χαρακτήρα ὀντολογία της, ἀλλά καί τήν χαρισματικοῦ χαρακτήρα ταυτότητά της. Ἐκτροπή ἀπό τήν θεσμική ἀποδοχή της συνιστοῦν οἱ παγιωμένες αἱρέσεις καί τά παγιωμένα ἐκκλησιαστικά σχίσματα.

Ἡ ὁρατή ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καθεαυτήν ἐκφράζεται, ὅπως εἴπαμε ἤδη, μυστηριακῶς κατά τήν Θεία Λατρεία καί πιό συγκεκριμένα καί κατεξοχήν στή Θεία Εὐχαριστία. Ὅμως, ἐξίσου ἡ ὁρατή ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας φανερώνεται διαχρονικά ἀδιαμφισβητήτως στήν κορυφαία διοικητική ἔκφραση τῆς Ἐκκλησίας, κατά τίς Οἰκουμενικές Συνόδους. Σ᾽ αὐτές διατυπώνεται συνοδικῶς καί ἀλαθήτως -μέ κάθε δυνατή ἀκρίβεια- τό φρόνημα τῆς Θεανθρώπινης κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας, πού ἐκφράζει καί τόν ὅλο Τριαδικό Θεό, ἀφοῦ ἕνα εἶναι τό θέλημα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Αὐτός ἀκριβῶς ὁ χαρακτήρας τοῦ περιεχομένου τῆς συνοδικῆς ἐκφράσεως τῆς ὅλης Ἐκκλησίας διασώζεται στήν χαρακτηριστική δια τύπωση αὐτῶν τῶν Συνόδων, ὅπως εἶναι λ.χ. ἡ διατύπωση στήν Ἀποστολική Σύνοδο τῶν Ἱεροσολύμων: «ἔδοξε τῷ πνεύματι τῷ ἁγίῳ καί ἡμῖν» (Πρξ. 15,28) ἤ ὅπως στίς Οἰκουμενικές Συνόδους: «ἑπόμενοι τοίνυν τοῖς ἁγίοις πατράσι...». Ἔτσι, τό ἕνα φρόνημα τῆς ἡγεσίας τῆς Ἐκκλησίας διασφαλίζεται ἀπό τό φρόνημα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού εἶναι ἐνεργό στά ἐπιμέρους μέλη τῆς ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας καί αὐτό πιστοποιεῖται ἀντικειμενικά, ἐφόσον οἱ ἱεράρχες ἐκφράζονται ταπεινά, ὡς «ἑπόμενοι, δηλαδή, τοῖς ἁγίοις Πατράσι». Τοῦτο σημαίνει, ὅτι κάθε σύνοδος τῶν ἐπισκόπων ὀφείλει νά εἶναι σύμφωνη καί «ἑπομένη τοῖς ἁγίοις Πατράσι». Διαφορετικά, ἡ ὁποιαδήποτε ἀπόφανσή της θά εἶναι ὄχι μόνον θεσμικά ἀλλά καί οὐσιαστικά μετέωρη.

Ἁγιοπνευματικαί προϋποθέσεις

«Κλειδί» γιά τήν διαπίστωση τῆς γνησιότητας τοῦ φρονήματος τῆς Ἐκκλησίας, πού ἐκφράζει ἡ διοίκηση τῆς ἐπιμέρους τοπικῆς ἤ τῆς σύνολης Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ δογματική συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι, ἡ δογματική συνείδηση τῶν μελῶν τῆς ὅλης Ἐκκλησίας ἀναδεικνύεται σέ ὑπέρτατο κριτήριο τῆς ἀληθείας. Σέ τελευταία δηλαδή ἀνάλυση καί αὐτή ἡ Οἰκουμενικότητα μιᾶς Πανορθοδόξου Συνόδου κρίνεται ἀλαθήτως ἀπό τό πλήρωμα τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, καί εἰδικώτερα ἀπό τή δογματική συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Τό τελευταῖο τοῦτο παρέχει προσδιοριστική σημασία στήν ἑνότητα τοῦ μυστηριακοῦ σώματος, τό ὁποῖο ἐκφράζεται ἀδιαμφισβήτως θεσμικά ἀπό τήν ἀνώτατη ἡγεσία τῆς ὅλης Ἐκκλησίας στό πλαίσιο μιᾶς Πανορθοδόξου ἤ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἀπό τά παραπάνω γίνεται σαφές, ὅτι ἡ ἑνότητα στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας διασφαλίζεται θεσμικά μέν, ἀλλά ὄχι μηχανιστικά καί δημοκρατικά. Διασφαλίζεται μόνον ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Τοῦτο πρακτικῶς σημαίνει, ὅτι ἡ ἑνότητα στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας ἔχει ὀντολογικές καί εἰδικώτερα ἁγιοπνευματικές προϋποθέσεις.

Προϋποθέτει δηλαδή τήν ὀντολογική ἑνότητα τῶν πιστῶν στό μυστηριακό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἐν πάσῃ αἰσθήσει βίωση τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ὡς ἄκτιστη θεοποιός Χάρη συνέχει τό μυστηριακό σῶμα καί γεφυρώνει χαρισματικῶς καί ὑπαρξιακῶς (ὀντολογικῶς) τά κτιστά μέλη μέ τήν ἄκτιστη θεότητα τῆς Θεανθρώπινης Κεφαλῆς τοῦ μυστηριακοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό σημαίνει, ὅτι εἶναι θεολογικῶς θεμιτό καί πνευματικῶς ἐπιβεβλημένο ὁ ὁποιοσδήποτε πιστός νά μπορεῖ νά ἀμφισβητεῖ τήν θεσμικῶς ἐκφρασθεῖσα συνοδική ἀπόφανση τῆς ἀνωτάτης διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἐφόσον μέ βεβαιότητα διαπιστώνει ὅτι αὐτή ἡ συγκεκριμένη ἀπόφανση δέν εἶναι «ἑπομένη τοῖς ἁγίοις Πατράσι».

Σημειωτέον, ὅτι μέ τή στάση του αὐτή παραμένει ἑνωμένος μέ τήν Κεφαλή τοῦ μυστηριακοῦ σώματος, ἀλλά καί μέ τήν ὅλη Ἐκκλησία. Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στή διοίκησή της δέ διασφαλίζεται μηχανιστικῶς μέ τόν ἁγιοπνευματικό πράγματι θεσμό τῆς Συνοδικότητας. Προϋποθέτει ὁπωσδήποτε καί τό αὐτό ἁγιοπνευματικό φρόνημα τῶν συνοδικῶν ἀρχιερέων. Ἄλλωστε, ἀληθινά συνοδικός κατά τό γράμμα καί κυρίως κατά τό πνεῦμα τῆς λέξεως εἶναι αὐτός πού βρίσκεται μαζί στήν Ὁδό, ἡ ὁποία Ὁδός στήν περίπτωση αὐτή εἶναι ἡ ὑποστατική Ὁδός, ὁ Χριστός. Εἶναι δέ μαζί Του ὁ συνοδικός ὄχι ἁπλῶς τυπικῶς καί θεσμικῶς, ἀλλά κυρίως οὐσιαστικῶς καί ἐνεργῶς μόνον ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, μόνον ὅταν ἔχει ὄντως «νοῦν Χριστοῦ». Πρακτικῶς, αὐτό συμβαίνει μόνον ὅταν ἔχει προηγουμένως ὁ νοῦς του καθαρότητα μέ τό θεῖο καί θεοπτικό φῶς.

Δέν διασφαλίζεται ἀπό τό Πρωτεῖον


Ἀπό τά παραπάνω εἶναι προφανές, ὅτι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας γενικώτερα -ἀλλά καί εἰδικά στή διοίκησή της- δέ διασφαλίζεται ἀπό τόν Πρῶτο καί Πρόεδρο τῆς ὁποιασδήποτε συνόδου, ἀλλά οὔτε καί ἀπό τό πλῆθος τῶν ἐπισκόπων, ὅταν συμβαίνει αὐτοί νά ὑπηρετοῦν πρόσωπα «ἡγουμένων» τῆς Ἐκκλησίας, προκειμένου νά εἶναι ἀρεστοί σ’ αὐτούς. Ἄν ὅμως θεωρήσουμε τόν ἑκάστοτε Πρῶτο στή διοικητική ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἐκφραστή καί ἐγγυητή τῆς ἑνότητάς της –τόσο κατά τήν πρώτη χιλιετία, λ.χ. τόν πάπα, ὅπως θέλουν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, ὅσο καί κατά τήν δεύτερη χιλιετία, στό πλαίσιο τῆς Ὀρθοδοξίας, τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, ὅπως φαίνεται νά εἰσηγοῦνται κάποια ἐπώνυμα κείμενα τελευταίως- τότε ἀναπόφευκτα θά πρέπει νά δεχθοῦμε, ὅτι καί κάποιοι Πρῶτοι καταδικασθέντες ὡς αἱρετικοί, τόσο στή Δύση ὅσο καί στήν Ἀνατολή, διασφάλιζαν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν αἵρεσή τους, ἐνόσω βρίσκονταν στήν διοικητική θεσμικά θέση τους.

Τοῦτο ὅμως θά σήμαινε ὅτι ἡ ἑνότητα διασφαλίζονταν μηχανιστικά, ἐρήμην τῆς ἐσφαλμένης προσωπικῆς πίστεως τῶν Πρώτων. Ἀλλά θά σήμαινε ἀκόμη ὅτι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας δέν ἔχει ὀντολογικό καί ἁγιοπνευματικό χαρακτήρα, ἤ ὅτι ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νά ὑφίσταται εἴτε διηρημένη εἴτε ἐν αἱρέσει. Κάτι τέτοιο ὅμως ἔρχεται σέ πλήρη ἀντίφαση μέ τήν δογματικῶς ὁριοθετηθεῖσα πίστη, πού ἐκφράζουμε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως γιά τή ΜΙΑ Ἐκκλησία.

Τό κοινό Κείμενο τῆς Ραβέννας (2007, &41) φαίνεται νά ὑποστηρίζει ἔμμεσα πλήν σαφῶς τό θεσμό τοῦ Πρωτείου μέ ἰσχύ ἐφόλης τῆς Ἐκκλησίας, παρά τή διαφορετική κατανόησή του σ’ Ἀνατολή καί Δύση κατά τήν πρώτη χιλιετία. Ἀπ’ ὅσο γνωρίζουμε, στούς σχετικούς Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων γίνεται λόγος γιά «Πρεσβεία τιμῆς» καί ὄχι γιά Πρωτεῖο διοικητικῆς ἐξουσίας σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο. Ἡ ὅποια ἀναφορά σέ «Πρῶτο» περιορίζει τίς διοικητικές ἁρμοδιότητές του σέ αὐστηρά τοπικό-ἐπαρχιακό ἐπίπεδο. Ἔχουμε τή γνώμη, ὅτι δέν εἶναι θεολογικῶς καί πατερικῶς ἐπιτρεπτό νά κάνουμε θεολογικό διάλογο μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς γιά Πρωτεῖο τοῦ πάπα ἐφόλης τῆς Ἐκκλησίας, ἔστω καί κατά τήν πρώτη χιλιετία, ἐνόσῳ οἱ Ρωμαιοκαθολικοί δέν ἀποτελοῦν μέλη τῆς Ἐκκλησίας παραμένοντας ἕως σήμερα σταθερά στίς αἱρετικές θέσεις τους γιά τό Filioque καί τήν κτιστή θεία Χάρη, σέ συνδυασμό μέ τό Πρωτεῖο καί τό Ἀλάθητο τοῦ πάπα.

Ορθόδοξος Τύπος 1 Οκτωβρίου ΄10 http://www.orthodoxostypos.gr/Photos/Pages/1847.pdf

ΠΗΓΗ:http://anavaseis.blogspot.com/
«Όπου έρως θείος ήψατο καρδίας, εκεί φόβος ρημάτων ουκ ίσχυσε».
Άβαταρ μέλους
filotas
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4119
Εγγραφή: Σάβ Αύγ 11, 2007 5:00 am
Τοποθεσία: Νίκος@Κοζάνη
Επικοινωνία:

Re: Τσελεγγίδης για το αδύνατο ενότητας με Παπικούς

Δημοσίευση από filotas »

Ψυχούλα γιατί δεν το βάζεις μαζί με το άλλο θέμα που συζητάμε για το διάλογο; Αφού ούτως ή άλλως το θέμα του "διαλόγου" με τους παπικούς γι αυτή τη ...δεκαετία τουλάχιστον είναι το θέμα του πρωτείου. Νομίζω ότι εκεί θα είναι πιο χρήσιμο.
Απάντηση

Επιστροφή στο “Εκκλησιαστική Επικαιρότητα”