Χρειάζεται μεγαλύτερη διάκριση
Συντονιστής: Συντονιστές
- filotas
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4119
- Εγγραφή: Σάβ Αύγ 11, 2007 5:00 am
- Τοποθεσία: Νίκος@Κοζάνη
- Επικοινωνία:
Χρειάζεται μεγαλύτερη διάκριση
Τις τελευταίες μέρες παρακολουθούμε με οδύνη τη διαμάχη, που έχει ξεσπάσει ανάμεσα στην Εκκλησία της Ελλάδος και στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, με αφορμή το ζήτημα του ποινικού κατάδικου έκπτωτου Μητροπολίτη Αττικής.
Η διαμάχη αυτή έχει αιτία και αφορμή. Η αιτία είναι η τάση του Οικουμενικού Πατριαρχείου να διεκδικεί να έχει άποψη στην εκλογή των Επισκόπων της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η προσπάθεια αυτή έχει ξεκινήσει από την εποχή του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου με αιχμή του δόρατος της λεγόμενες Μητροπόλεις των "Νέων Χωρών" (νέων εδώ και 100 χρόνια) και συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Αφορμή έδωσε η "έκκλητος" προσφυγή του πρώην Αττικής στον Πατριάρχη για την έκπτωσή του, που υπήρξε νομικό αποτέλεσμα της τελεσίδικης ποινικής του καταδίκης για αδικήματα κοινού ποινικού δικαίου. Η ιστορία αυτή σέρνεται χρόνια και διασύρει την Εκκλησία της Ελλάδος, επειδή δεν είχε το θάρρος να καταδικάσει το συγκεκριμένο άνθρωπο για τα πολλά υπαρκτά κανονικά αδικήματά του και να τον καθαιρέσει πριν το πράξει η Πολιτεία για πολύ μικρότερης σημασίας αδικήματα. Η ατολμία αυτή οδήγησε και στη σημερινή δικανική εμπλοκή.
Όμως το Πατριαρχείο έπρεπε να δείξει στοιχειώδη διάκριση και ν' αποφύγει να χρησιμοποιήσει το συγκεκριμένο θέμα, που τόσα χρόνια πληγώνει ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Αττικής, αλλά και ολόκληρη την Εκκλησία της Ελλάδος, για να πετύχει τους σκοπούς του, όσο δικαιολογημένη κι αν θεωρεί ότι είναι.
Σ' εμάς τους πιστούς δε μένει παρά να προσευχόμαστε για ειρήνη στην Εκκλησία και μεγαλύτερη διάκριση στους Προκαθημένους, ώστε να μην την πληγώνουν ακόμη περισσότερο με τη συμπεριφορά τους, σκανδαλίζοντας έτσι τους πιστούς και προσθέτοντας βέλη στη φαρέτρα των εχθρών της.
Η διαμάχη αυτή έχει αιτία και αφορμή. Η αιτία είναι η τάση του Οικουμενικού Πατριαρχείου να διεκδικεί να έχει άποψη στην εκλογή των Επισκόπων της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η προσπάθεια αυτή έχει ξεκινήσει από την εποχή του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου με αιχμή του δόρατος της λεγόμενες Μητροπόλεις των "Νέων Χωρών" (νέων εδώ και 100 χρόνια) και συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Αφορμή έδωσε η "έκκλητος" προσφυγή του πρώην Αττικής στον Πατριάρχη για την έκπτωσή του, που υπήρξε νομικό αποτέλεσμα της τελεσίδικης ποινικής του καταδίκης για αδικήματα κοινού ποινικού δικαίου. Η ιστορία αυτή σέρνεται χρόνια και διασύρει την Εκκλησία της Ελλάδος, επειδή δεν είχε το θάρρος να καταδικάσει το συγκεκριμένο άνθρωπο για τα πολλά υπαρκτά κανονικά αδικήματά του και να τον καθαιρέσει πριν το πράξει η Πολιτεία για πολύ μικρότερης σημασίας αδικήματα. Η ατολμία αυτή οδήγησε και στη σημερινή δικανική εμπλοκή.
Όμως το Πατριαρχείο έπρεπε να δείξει στοιχειώδη διάκριση και ν' αποφύγει να χρησιμοποιήσει το συγκεκριμένο θέμα, που τόσα χρόνια πληγώνει ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Αττικής, αλλά και ολόκληρη την Εκκλησία της Ελλάδος, για να πετύχει τους σκοπούς του, όσο δικαιολογημένη κι αν θεωρεί ότι είναι.
Σ' εμάς τους πιστούς δε μένει παρά να προσευχόμαστε για ειρήνη στην Εκκλησία και μεγαλύτερη διάκριση στους Προκαθημένους, ώστε να μην την πληγώνουν ακόμη περισσότερο με τη συμπεριφορά τους, σκανδαλίζοντας έτσι τους πιστούς και προσθέτοντας βέλη στη φαρέτρα των εχθρών της.
- filotas
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4119
- Εγγραφή: Σάβ Αύγ 11, 2007 5:00 am
- Τοποθεσία: Νίκος@Κοζάνη
- Επικοινωνία:
Re: Χρειάζεται μεγαλύτερη διάκριση
Παρέμβαση Πειραιώς Σεραφείμ για το "έκκλητο"
Πέμπτη, 18 Φεβρουάριος 2010
Συντάχθηκε απο τον/την Αιμίλιος Πολυγένης 14:33

Παρέμβαση έκανε σήμερα με ανακοίνωση του, ο Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ όσον αφορά τη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στην Εκκλησία της Ελλάδος, με το χθεσινό ανακοινωθέν του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Ο Μητροπολίτης Πειραιώς μεταξύ άλλων τονίζει ότι «Το από 17/2/2010 ανακοινωθέν του Σεπτού Οικουμενικού Πατριαρχείου μη εκτιμών τα ανωτέρω δημιουργεί μέγιστον θέμα διότι ήδη ορθώς η Εκκλησία της Ελλάδος είχεν αποφασίσει την πλήρωσιν των δύο νέων ανιδρυθεισών Μητροπόλεων και την κατάπαυσιν του δεινού εκκλησιαστικού προβλήματος της περιοχής των».
Το κείμενο έχει ως εξής:
Επιθυμούντες να διασαφήσωμεν νομικώς την, ως μη ώφειλε, δημιουργηθείσαν κατάστασιν εν τη Αγιωτάτη ημών Αυτοκεφάλω Εκκλησία της Ελλάδος συνεπεία του από 17 τρ. μηνός Φεβρουαρίου ε.ε. ανακοινωθέντος του Σεπτού Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως-Νέας Ρώμης εκδοθέντος εξ αφορμής του από 12ης μηνός Φεβρουαρίου ε.ε. ανακοινωθέντος της Ιεράς Συνόδου της καθ’ ημάς Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος αναφέρομεν τα κάτωθι:
1. Διαδηλούμεν την απόλυτον υιϊκήν ημών αφοσίωσιν και ειλικρινή αγάπην προς την μαρτυρικήν και εσταυρωμένην Πρωτόθρονον Εκκλησίαν της Κων/πόλεως το πάνσεπτον Οικουμενικόν ημών Πατριαρχείον και τον φρυκτωρόν και πεφωτισμένον Οιακοστρόφον Αυτού Παναγιώτατον Οικουμενικόν Πατριάρχην κ.κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΝ.
2. Ο Μητροπολίτης πρ. Αττικής και νυν Μοναχός κ. Παντελεήμων Μπεζενίτης κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως της παραγρ. 8 του άρθρου 34 του Ν. 590/1977 «Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» που προσετέθη δυνάμει του Νόμου 1351/1983 (ΦΕΚ 56, τ.Α 28/4/1983) απεμακρύνθη τελικώς εκ της Μητροπολιτικής αυτού έδρας και εκ της διοικήσεως του ΝΠΔΔ της τότε υφισταμένης Ι. Μητροπόλεως Αττικής δυνάμει διοικητικής αποφάσεως και πράξεως της ΔΙΣ της Εκκλησίας της Ελλάδος εκδοθέντος εν συνεχεία Προεδρικού Διατάγματος περί της χηρείας της ειρημένης Ι. Μητροπόλεως. Κατά της διοικητικής αποφάσεως και πράξεως της ΔΙΣ περί απομακρύνσεώς του εκ της διοικήσεως του Νομικού Προσώπου της Ι. Μητροπόλεως Αττικής ο απομακρυνθείς πρ. Μητροπολίτης ήσκησεν αίτησιν ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και εν ταυτώ υπέβαλεν κατά νόμον απαραδέκτως και κατά παράβασιν της διατάξεως του άρθρου 44 παραγρ. 2 του Νόμου 590/1977 έκκλητον προσφυγήν ενώπιον του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου στρεφόμενος κατά διοικητικής αποφάσεως και πράξεως οργάνου διοικήσεως της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος και όχι κατά τελεσιδίκου κανονικής δικαστικής αποφάσεως όπως προβλέπει η ανωτέρω διάταξις.
3. Εν συνεχεία μετ’ απόφασιν του 3μελους και 5μελους Εφετείου Κακουργημάτων επεβλήθη εις τον πρ. Μητροπολίτην Αττικής και νυν μοναχόν κ. Παντελεήμονα Μπεζενίτην η εκ του άρθρου 159 του Νόμου 5383/1932 «Περί των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων και της προ αυτών διαδικασίας», χαρακτηριζομένη ως εγκληματική ποινή της καθείρξεως η οποία μετ’ απόφασιν του Ανωτάτου Αναιρετικού Δικαστηρίου (Άρειος Πάγος) κατέστη αμετάκλητος. Κατ’ εφαρμογήν δε της διατάξεως του άρθρου 160 του ειρημένου Νόμου το αρμόδιον Πρωτοβάθμιον δι’ Αρχιερείς Συνοδικόν Δικαστήριον κατά δεσμίαν νομικήν ενέργειαν, άνευ ετέρας τινός διαδικασίας ως ο Νόμος επιτάσσει, καθήρεσεν εκ του Αρχιερατικού υπουργήματος τον αμετακλήτως ποινικώς καταδικασθέντα επαναφέρων αυτόν εις την τάξιν των μοναχών. Κατά της δεσμίας ταύτης νομικής ενεργείας του Πρωτοβαθμίου δι’ Αρχιερείς Συνοδικού Δικαστηρίου ο καθαιρεθείς ήσκησεν κατά νόμον απαραδέκτως και αύθις κατά παράβασιν της διατάξεως του άρθρου 44 παρ. 2 του Νόμου 590/1977 «Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» έκκλητον προσφυγήν ενώπιον του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου.
4. Η Ελληνική Πολιτεία επειδή ο απομακρυνθείς εκ της τότε Μητροπόλεως Αττικής και εκ της διοικήσεως αυτής κ. Παντελεήμων Μπεζενίτης προσέβαλε μεν την διοικητικήν πράξιν απομακρύνσεως αυτού αλλά όχι και το Προεδρικόν Διάταγμα περί της χηρείας της τότε Μητροπόλεως Αττικής μετ’ απόφασιν της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος εχώρησεν εις την κατ’ουσίαν κατάργησιν του Νομικού Προσώπου της ενιαίας Μητροπόλεως Αττικής και εις την διχοτόμησιν αυτής και εις την ανίδρυσιν δύο νέων Νομικών Προσώπων των Ιερών Μητροπόλεων Ιλίου, Πετρουπόλεως και Αχαρνών και Κηφισίας, Αμαρουσίου και Ωρωπού.
5. Η επίκλησις υπό του Σεπτού Οικουμενικού Πατριαρχείου των Θείων και Ι. Κανόνων 9ου και 17ου της Δ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ως θεμελίων δια την κανονικήν δικαιοδοσίαν του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου εκδικάσεως εκκλήτων προσφυγών προϋποθέτει κανονικήν εκκλησιαστικήν καταδίκην, που προϋποθέτει κανονικήν εκκλησιαστικήν δίκην, ο και αυτουσίως αποδέχεται και το άρθρον 44 παραγρ. 2 του Νόμου 5383/1932 «Περί Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων και της προ αυτών διαδικασίας». Εις την προκειμένην όμως περίπτωσιν η πρώτη έκκλητος προσφυγή αφορά εις διοικητικήν πράξιν οργάνου διοικήσεως της Αυτοκεφάλου και Αυτοδιοικήτου και Ανεξαρτήτου Εκκλησίας της Ελλάδος, διοικουμένης ως ο Πατριαρχικός Τόμος του 1850 σαφώς προβλέπει, η δε δευτέρα αφορά εις δεσμίαν νομικήν ενέργειαν που προκύπτει μεν από διάταξιν Νόμου, τον οποίον όμως τόσον το Σεπτόν Οικουμενικόν Πατριαρχείον, όσον και η Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Ελλάδος συναπεδέχθησαν δια της συμπράξεως αυτών εις την ψήφισιν του Ν. 590/1977 «Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» όπου εν άρθρω 44 παραγρ. 1, γίνεται δεκτός ως ίσχυε ο Ν. 5383/1932 «Περί Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων και της προ αυτών διαδικασίας» και ασφαλώς το άρθρον αυτού 160 που προβλέπει την δεσμίαν νομικήν ενέργειαν της καθαιρέσεως των αμετακλήτως υπό της Πολιτείας καταδικασθέντων εις εγκληματικήν ποινήν κληρικών.
6. Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων ταπεινώς φρονούμεν ότι εσφαλμένως θεωρεί το Σεπτόν Οικουμενικόν Πατριαρχείον ότι κατά το Κανονικόν Δίκαιον της Αδιαρέτου Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας δύναται να επιληφθή προσφυγής η ενστάσεως κατά διοικητικής πράξεως ετέρας αυτοκεφάλου Εκκλησίας αφ’ ενός και κατά δεσμίας νομικής ενεργείας αφ’ ετέρου, την οποίαν μάλιστα το ίδιον την έχει αποδεχθεί ως προανεφέρθη. Επομένως το από 17/2/2010 ανακοινωθέν του Σεπτού Οικουμενικού Πατριαρχείου μη εκτιμών τα ανωτέρω δημιουργεί μέγιστον θέμα διότι ήδη ορθώς η Εκκλησία της Ελλάδος είχεν αποφασίσει την πλήρωσιν των δύο νέων ανιδρυθεισών Μητροπόλεων και την κατάπαυσιν του δεινού εκκλησιαστικού προβλήματος της περιοχής των.
Πηγή: www.romfea.gr
Πέμπτη, 18 Φεβρουάριος 2010
Συντάχθηκε απο τον/την Αιμίλιος Πολυγένης 14:33

Παρέμβαση έκανε σήμερα με ανακοίνωση του, ο Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ όσον αφορά τη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στην Εκκλησία της Ελλάδος, με το χθεσινό ανακοινωθέν του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Ο Μητροπολίτης Πειραιώς μεταξύ άλλων τονίζει ότι «Το από 17/2/2010 ανακοινωθέν του Σεπτού Οικουμενικού Πατριαρχείου μη εκτιμών τα ανωτέρω δημιουργεί μέγιστον θέμα διότι ήδη ορθώς η Εκκλησία της Ελλάδος είχεν αποφασίσει την πλήρωσιν των δύο νέων ανιδρυθεισών Μητροπόλεων και την κατάπαυσιν του δεινού εκκλησιαστικού προβλήματος της περιοχής των».
Το κείμενο έχει ως εξής:
Επιθυμούντες να διασαφήσωμεν νομικώς την, ως μη ώφειλε, δημιουργηθείσαν κατάστασιν εν τη Αγιωτάτη ημών Αυτοκεφάλω Εκκλησία της Ελλάδος συνεπεία του από 17 τρ. μηνός Φεβρουαρίου ε.ε. ανακοινωθέντος του Σεπτού Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως-Νέας Ρώμης εκδοθέντος εξ αφορμής του από 12ης μηνός Φεβρουαρίου ε.ε. ανακοινωθέντος της Ιεράς Συνόδου της καθ’ ημάς Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος αναφέρομεν τα κάτωθι:
1. Διαδηλούμεν την απόλυτον υιϊκήν ημών αφοσίωσιν και ειλικρινή αγάπην προς την μαρτυρικήν και εσταυρωμένην Πρωτόθρονον Εκκλησίαν της Κων/πόλεως το πάνσεπτον Οικουμενικόν ημών Πατριαρχείον και τον φρυκτωρόν και πεφωτισμένον Οιακοστρόφον Αυτού Παναγιώτατον Οικουμενικόν Πατριάρχην κ.κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΝ.
2. Ο Μητροπολίτης πρ. Αττικής και νυν Μοναχός κ. Παντελεήμων Μπεζενίτης κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως της παραγρ. 8 του άρθρου 34 του Ν. 590/1977 «Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» που προσετέθη δυνάμει του Νόμου 1351/1983 (ΦΕΚ 56, τ.Α 28/4/1983) απεμακρύνθη τελικώς εκ της Μητροπολιτικής αυτού έδρας και εκ της διοικήσεως του ΝΠΔΔ της τότε υφισταμένης Ι. Μητροπόλεως Αττικής δυνάμει διοικητικής αποφάσεως και πράξεως της ΔΙΣ της Εκκλησίας της Ελλάδος εκδοθέντος εν συνεχεία Προεδρικού Διατάγματος περί της χηρείας της ειρημένης Ι. Μητροπόλεως. Κατά της διοικητικής αποφάσεως και πράξεως της ΔΙΣ περί απομακρύνσεώς του εκ της διοικήσεως του Νομικού Προσώπου της Ι. Μητροπόλεως Αττικής ο απομακρυνθείς πρ. Μητροπολίτης ήσκησεν αίτησιν ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και εν ταυτώ υπέβαλεν κατά νόμον απαραδέκτως και κατά παράβασιν της διατάξεως του άρθρου 44 παραγρ. 2 του Νόμου 590/1977 έκκλητον προσφυγήν ενώπιον του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου στρεφόμενος κατά διοικητικής αποφάσεως και πράξεως οργάνου διοικήσεως της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος και όχι κατά τελεσιδίκου κανονικής δικαστικής αποφάσεως όπως προβλέπει η ανωτέρω διάταξις.
3. Εν συνεχεία μετ’ απόφασιν του 3μελους και 5μελους Εφετείου Κακουργημάτων επεβλήθη εις τον πρ. Μητροπολίτην Αττικής και νυν μοναχόν κ. Παντελεήμονα Μπεζενίτην η εκ του άρθρου 159 του Νόμου 5383/1932 «Περί των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων και της προ αυτών διαδικασίας», χαρακτηριζομένη ως εγκληματική ποινή της καθείρξεως η οποία μετ’ απόφασιν του Ανωτάτου Αναιρετικού Δικαστηρίου (Άρειος Πάγος) κατέστη αμετάκλητος. Κατ’ εφαρμογήν δε της διατάξεως του άρθρου 160 του ειρημένου Νόμου το αρμόδιον Πρωτοβάθμιον δι’ Αρχιερείς Συνοδικόν Δικαστήριον κατά δεσμίαν νομικήν ενέργειαν, άνευ ετέρας τινός διαδικασίας ως ο Νόμος επιτάσσει, καθήρεσεν εκ του Αρχιερατικού υπουργήματος τον αμετακλήτως ποινικώς καταδικασθέντα επαναφέρων αυτόν εις την τάξιν των μοναχών. Κατά της δεσμίας ταύτης νομικής ενεργείας του Πρωτοβαθμίου δι’ Αρχιερείς Συνοδικού Δικαστηρίου ο καθαιρεθείς ήσκησεν κατά νόμον απαραδέκτως και αύθις κατά παράβασιν της διατάξεως του άρθρου 44 παρ. 2 του Νόμου 590/1977 «Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» έκκλητον προσφυγήν ενώπιον του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου.
4. Η Ελληνική Πολιτεία επειδή ο απομακρυνθείς εκ της τότε Μητροπόλεως Αττικής και εκ της διοικήσεως αυτής κ. Παντελεήμων Μπεζενίτης προσέβαλε μεν την διοικητικήν πράξιν απομακρύνσεως αυτού αλλά όχι και το Προεδρικόν Διάταγμα περί της χηρείας της τότε Μητροπόλεως Αττικής μετ’ απόφασιν της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος εχώρησεν εις την κατ’ουσίαν κατάργησιν του Νομικού Προσώπου της ενιαίας Μητροπόλεως Αττικής και εις την διχοτόμησιν αυτής και εις την ανίδρυσιν δύο νέων Νομικών Προσώπων των Ιερών Μητροπόλεων Ιλίου, Πετρουπόλεως και Αχαρνών και Κηφισίας, Αμαρουσίου και Ωρωπού.
5. Η επίκλησις υπό του Σεπτού Οικουμενικού Πατριαρχείου των Θείων και Ι. Κανόνων 9ου και 17ου της Δ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ως θεμελίων δια την κανονικήν δικαιοδοσίαν του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου εκδικάσεως εκκλήτων προσφυγών προϋποθέτει κανονικήν εκκλησιαστικήν καταδίκην, που προϋποθέτει κανονικήν εκκλησιαστικήν δίκην, ο και αυτουσίως αποδέχεται και το άρθρον 44 παραγρ. 2 του Νόμου 5383/1932 «Περί Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων και της προ αυτών διαδικασίας». Εις την προκειμένην όμως περίπτωσιν η πρώτη έκκλητος προσφυγή αφορά εις διοικητικήν πράξιν οργάνου διοικήσεως της Αυτοκεφάλου και Αυτοδιοικήτου και Ανεξαρτήτου Εκκλησίας της Ελλάδος, διοικουμένης ως ο Πατριαρχικός Τόμος του 1850 σαφώς προβλέπει, η δε δευτέρα αφορά εις δεσμίαν νομικήν ενέργειαν που προκύπτει μεν από διάταξιν Νόμου, τον οποίον όμως τόσον το Σεπτόν Οικουμενικόν Πατριαρχείον, όσον και η Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Ελλάδος συναπεδέχθησαν δια της συμπράξεως αυτών εις την ψήφισιν του Ν. 590/1977 «Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» όπου εν άρθρω 44 παραγρ. 1, γίνεται δεκτός ως ίσχυε ο Ν. 5383/1932 «Περί Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων και της προ αυτών διαδικασίας» και ασφαλώς το άρθρον αυτού 160 που προβλέπει την δεσμίαν νομικήν ενέργειαν της καθαιρέσεως των αμετακλήτως υπό της Πολιτείας καταδικασθέντων εις εγκληματικήν ποινήν κληρικών.
6. Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων ταπεινώς φρονούμεν ότι εσφαλμένως θεωρεί το Σεπτόν Οικουμενικόν Πατριαρχείον ότι κατά το Κανονικόν Δίκαιον της Αδιαρέτου Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας δύναται να επιληφθή προσφυγής η ενστάσεως κατά διοικητικής πράξεως ετέρας αυτοκεφάλου Εκκλησίας αφ’ ενός και κατά δεσμίας νομικής ενεργείας αφ’ ετέρου, την οποίαν μάλιστα το ίδιον την έχει αποδεχθεί ως προανεφέρθη. Επομένως το από 17/2/2010 ανακοινωθέν του Σεπτού Οικουμενικού Πατριαρχείου μη εκτιμών τα ανωτέρω δημιουργεί μέγιστον θέμα διότι ήδη ορθώς η Εκκλησία της Ελλάδος είχεν αποφασίσει την πλήρωσιν των δύο νέων ανιδρυθεισών Μητροπόλεων και την κατάπαυσιν του δεινού εκκλησιαστικού προβλήματος της περιοχής των.
Πηγή: www.romfea.gr
- filotas
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4119
- Εγγραφή: Σάβ Αύγ 11, 2007 5:00 am
- Τοποθεσία: Νίκος@Κοζάνη
- Επικοινωνία:
Re: Χρειάζεται μεγαλύτερη διάκριση
Ιερώνυμος σε Βαρθολομαίο: «Μην με θεωρείτε πλέον φίλο»
Παρασκευή, 19 Φεβρουάριος 2010
Συντάχθηκε απο τον/την Το Βήμα - Μαρία Αντωνιάδου 10:31

Ολονύκτιες συσκέψεις με ιεράρχες και στενούς συνεργάτες του είχε ο Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος προκειμένου να προετοιμάσει τη σημερινή κρίσιμη συνεδρίαση της 12μελούς Ιεράς Συνόδου.
Σύμφωνα με πληροφορίες ο Αρχιεπίσκοπος θα προτείνει μεταξύ άλλων τη σύγκληση την επόμενη Πέμπτη του δευτεροβάθμιου για αρχιερείς συνοδικού δικαστηρίου για να εξετάσει την υπόθεση του πρώην Μητροπολίτη Αττικής κ. Παντελεήμονος Μπεζενίτη ο οποίος καθαιρέθηκε μετά από απόφαση του Αρείου Πάγου.
Όπως μάλιστα επισήμαιναν νομικοί που βρίσκονται κοντά στον Αρχιεπίσκοπο στις δύσκολες αυτές ώρες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν θα πρέπει να μπει στην ουσία της υπόθεσης αλλά να κηρύξει ληξιπρόθεσμη την έφεση και στη συνέχεια να αποστείλει προς εκδίκαση του εκκλήτου την υπόθεση του πρώην Μητροπολίτη Αττικής.
Στο μεταξύ οι μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι έντονα προβληματισμένοι και, με πρώτο τον Μητροπολίτη Πειραιώς κ. Σεραφείμ, καλούν τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο να πάρει πίσω την απόφασή του με την οποία ζήτησε από την Εκκλησία της Ελλάδος να εκδικάσει το έκκλητο του πρώην Μητροπολίτη Αττικής και να μην προχωρήσει στις εκλογές νέων Μητροπολιτών Αττικής και Ιλίου.
Θορυβημένος από τις εξελίξεις ο Οικουμενικός Πατριάρχης απέστειλε στην Αθήνα τον στενό του συνεργάτη Μητροπολίτη Γαλλίας κ. Εμμανουήλ να συναντήσει τον Αρχιεπίσκοπο κ. Ιερώνυμο και μέλη της ελληνικής κυβερνήσεως.
Όμως, σύμφωνα με πληροφορίες, ο Αρχιεπίσκοπος αρνήθηκε να συναντήσει τον κ. Εμμανουήλ. Είχε προηγηθεί η τηλεφωνική του επικοινωνία με τον Οικουμενικό Πατριάρχη στη διάρκεια της οποίας πρότεινε μια συμβιβαστική λύση.
Όπως είπε ο κ. Ιερώνυμος στον κ. Βαρθολομαίο θα ζητήσει από τη Σύνοδο να εκδικάσει τον κ. Παντελεήμονα Μπεζενίτη ώστε στη συνέχεια να εξεταστεί το έκκλητο από το Πατριαρχείο, μόνο όμως για την καθαίρεσή του από το επισκοπικό του αξίωμα και όχι για την αποκατάστασή του στον μητροπολιτικό θρόνο.
Ταυτόχρονα ο Αρχιεπίσκοπος πρότεινε η Εκκλησία της Ελλάδος να προχωρήσει στις εκλογές των νέων μητροπολιτών.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης απέρριψε την πρόταση του κ. Ιερωνύμου και η απάντηση που έλαβε από τον Αρχιεπίσκοπο ήταν σαφής: «Δεν πρόκειται ποτέ να πλήξω το κύρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Μετά από 100 χρόνια θα σας δώσω το δικαίωμα ασκήσεως του εκκλήτου αλλά δεν μπορείτε να με θεωρείτε πλέον φίλο».
Πηγή: www.romfea.gr
Παρασκευή, 19 Φεβρουάριος 2010
Συντάχθηκε απο τον/την Το Βήμα - Μαρία Αντωνιάδου 10:31

Ολονύκτιες συσκέψεις με ιεράρχες και στενούς συνεργάτες του είχε ο Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος προκειμένου να προετοιμάσει τη σημερινή κρίσιμη συνεδρίαση της 12μελούς Ιεράς Συνόδου.
Σύμφωνα με πληροφορίες ο Αρχιεπίσκοπος θα προτείνει μεταξύ άλλων τη σύγκληση την επόμενη Πέμπτη του δευτεροβάθμιου για αρχιερείς συνοδικού δικαστηρίου για να εξετάσει την υπόθεση του πρώην Μητροπολίτη Αττικής κ. Παντελεήμονος Μπεζενίτη ο οποίος καθαιρέθηκε μετά από απόφαση του Αρείου Πάγου.
Όπως μάλιστα επισήμαιναν νομικοί που βρίσκονται κοντά στον Αρχιεπίσκοπο στις δύσκολες αυτές ώρες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν θα πρέπει να μπει στην ουσία της υπόθεσης αλλά να κηρύξει ληξιπρόθεσμη την έφεση και στη συνέχεια να αποστείλει προς εκδίκαση του εκκλήτου την υπόθεση του πρώην Μητροπολίτη Αττικής.
Στο μεταξύ οι μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι έντονα προβληματισμένοι και, με πρώτο τον Μητροπολίτη Πειραιώς κ. Σεραφείμ, καλούν τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο να πάρει πίσω την απόφασή του με την οποία ζήτησε από την Εκκλησία της Ελλάδος να εκδικάσει το έκκλητο του πρώην Μητροπολίτη Αττικής και να μην προχωρήσει στις εκλογές νέων Μητροπολιτών Αττικής και Ιλίου.
Θορυβημένος από τις εξελίξεις ο Οικουμενικός Πατριάρχης απέστειλε στην Αθήνα τον στενό του συνεργάτη Μητροπολίτη Γαλλίας κ. Εμμανουήλ να συναντήσει τον Αρχιεπίσκοπο κ. Ιερώνυμο και μέλη της ελληνικής κυβερνήσεως.
Όμως, σύμφωνα με πληροφορίες, ο Αρχιεπίσκοπος αρνήθηκε να συναντήσει τον κ. Εμμανουήλ. Είχε προηγηθεί η τηλεφωνική του επικοινωνία με τον Οικουμενικό Πατριάρχη στη διάρκεια της οποίας πρότεινε μια συμβιβαστική λύση.
Όπως είπε ο κ. Ιερώνυμος στον κ. Βαρθολομαίο θα ζητήσει από τη Σύνοδο να εκδικάσει τον κ. Παντελεήμονα Μπεζενίτη ώστε στη συνέχεια να εξεταστεί το έκκλητο από το Πατριαρχείο, μόνο όμως για την καθαίρεσή του από το επισκοπικό του αξίωμα και όχι για την αποκατάστασή του στον μητροπολιτικό θρόνο.
Ταυτόχρονα ο Αρχιεπίσκοπος πρότεινε η Εκκλησία της Ελλάδος να προχωρήσει στις εκλογές των νέων μητροπολιτών.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης απέρριψε την πρόταση του κ. Ιερωνύμου και η απάντηση που έλαβε από τον Αρχιεπίσκοπο ήταν σαφής: «Δεν πρόκειται ποτέ να πλήξω το κύρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Μετά από 100 χρόνια θα σας δώσω το δικαίωμα ασκήσεως του εκκλήτου αλλά δεν μπορείτε να με θεωρείτε πλέον φίλο».
Πηγή: www.romfea.gr
- filotas
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4119
- Εγγραφή: Σάβ Αύγ 11, 2007 5:00 am
- Τοποθεσία: Νίκος@Κοζάνη
- Επικοινωνία:
Re: Χρειάζεται μεγαλύτερη διάκριση
Το ...ταγκαλάκι διά του έκπτωτου πρώην Αττικής φρόντισε να ενσπείρει διχόνοια μεταξύ των δύο μέχρι πρότινος εγκάρδιων φίλων Ιεραρχών, όμως για το ότι οι σπόροι φύτρωσαν υπάρχει συγκεκριμένη προσωπική ευθύνη.
Ποιος άραγε απ' τους δυο είναι ο πιο αδύναμος κρίκος; Τι θα κάνει ο Οικουμενικός Πατριάρχης, αν η Εκκλησία της Ελλάδος αποσύρει την υποστήριξή της από το πρόσωπό του;
Ποιος άραγε απ' τους δυο είναι ο πιο αδύναμος κρίκος; Τι θα κάνει ο Οικουμενικός Πατριάρχης, αν η Εκκλησία της Ελλάδος αποσύρει την υποστήριξή της από το πρόσωπό του;
-
aposal
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 26237
- Εγγραφή: Παρ Απρ 13, 2007 5:00 am
- Τοποθεσία: Απόστολος @ Άγιος Δημήτριος (Μπραχάμι)
Re: Χρειάζεται μεγαλύτερη διάκριση
Θεωρώ ότι η μέχρι τώρα στάση του Αρχιεπισκοπου μας είναι σωστή. Σωστά αναφέρει πως δεν συμφωνεί, αλλά υποτάσσεται στην ιεραρχία.
Το θέμα πάντως του - καθαιρεθέντος - Μητροπολίτου τέως Αττικής Παντελεήμονα, σύμφωνα με δημοσιογράφους, ήταν θέμα συζητήσεων, για εξασφάλιση συμμαχιών, κατά τις προ διετίας εκλογές για την ανάδειξη Αρχιεπισκόπου.
Αλλά έτσι είναι όταν παίρνουμε κοσμικές - μεσοβέζικες - λύσεις και όχι χριστιανικές. Εγώ αυτό που εισέπραξα από το θέμα του - μοναχού πλέον - Παντελεήμονα είναι ότι πολλοί Ιεράρχες δεν ετόλμησαν να τον κατηγορήσουν ευθέως και μάλιστα κάποιοι τον υποστήριξαν.
Πολύ θλιβερό.
Είναι θέμα πάντως που πρέπει να λυθεί μέσα από την ιεραρχία της Εκκλησίας.
Το θέμα πάντως του - καθαιρεθέντος - Μητροπολίτου τέως Αττικής Παντελεήμονα, σύμφωνα με δημοσιογράφους, ήταν θέμα συζητήσεων, για εξασφάλιση συμμαχιών, κατά τις προ διετίας εκλογές για την ανάδειξη Αρχιεπισκόπου.
Αλλά έτσι είναι όταν παίρνουμε κοσμικές - μεσοβέζικες - λύσεις και όχι χριστιανικές. Εγώ αυτό που εισέπραξα από το θέμα του - μοναχού πλέον - Παντελεήμονα είναι ότι πολλοί Ιεράρχες δεν ετόλμησαν να τον κατηγορήσουν ευθέως και μάλιστα κάποιοι τον υποστήριξαν.
Πολύ θλιβερό.
Είναι θέμα πάντως που πρέπει να λυθεί μέσα από την ιεραρχία της Εκκλησίας.
Μελίζεται και διαμερίζεται ο Αμνός του Θεού, ο μελιζόμενος και μη διαιρούμενος, ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανόμενος, αλλά τους μετέχοντας αγιάζων.
-
ktistos
- Έμπειρος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 292
- Εγγραφή: Δευ Απρ 07, 2008 5:00 am
- Τοποθεσία: Ιωάννης & ΚΑΤΕΡΙΝΗ
Re: Χρειάζεται μεγαλύτερη διάκριση
Αν η εκκλησία είχε αποκαταστήσει τον Πρώην Αττικής Νικόδημο, όπως ώφειλε να κάνει, μαζί με τους υπόλοιπους που απεκατέστησε, όλα σήμερα αυτά τα προβλήματα απλά δεν θα υπήρχαν. Πληρώνουμε απλά αμαρτιές παλιές!
Αν ήταν ο Νικόδημος στην θέση του Παντελεήμονος τουλάχιστον δεν θα είχε διασυρθεί η εκκλησία από τα ΜΜΕ σε τέτοιο βαθμό όπως το 2005.
Ο Θεός να βάλει το χέρι του ώστε έστω και τώρα να βγει κάτι καλό.
Αν ήταν ο Νικόδημος στην θέση του Παντελεήμονος τουλάχιστον δεν θα είχε διασυρθεί η εκκλησία από τα ΜΜΕ σε τέτοιο βαθμό όπως το 2005.
Ο Θεός να βάλει το χέρι του ώστε έστω και τώρα να βγει κάτι καλό.
-
vasilisalt
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 6177
- Εγγραφή: Παρ Ιουν 19, 2009 12:19 pm
Re: Χρειάζεται μεγαλύτερη διάκριση
Συγχωρέστε με αλλά προσπαθώ να καταλάβω.
Με το φτωχό μου το μυαλό βγάζω τα εξής συμπεράσματα.
Ο πρωην Αττικής ζήτησε από το οικουμενικό πατριαρχείο να δικαστεί - επί της ουσίας - από την ελληνική ιεραρχία γιατί δεν αρκούν για την εκκλησία, οι αποφάσεις της ελληνικής δικαιοσύνης, προσδοκόντας πως δεν θα τολμήσουν να τον υποβιβάσουν οι ιεράρχες.
Η αρχιεπισκοπή θεωρεί πως αρκούν οι δικαστικές αποφάσεις και δεν χρειάζεται να μπουν στα ΄΄αίματα΄΄ και τα εκκλησιαστικά όργανα.΄
Με το φτωχό μου το μυαλό βγάζω τα εξής συμπεράσματα.
Ο πρωην Αττικής ζήτησε από το οικουμενικό πατριαρχείο να δικαστεί - επί της ουσίας - από την ελληνική ιεραρχία γιατί δεν αρκούν για την εκκλησία, οι αποφάσεις της ελληνικής δικαιοσύνης, προσδοκόντας πως δεν θα τολμήσουν να τον υποβιβάσουν οι ιεράρχες.
Η αρχιεπισκοπή θεωρεί πως αρκούν οι δικαστικές αποφάσεις και δεν χρειάζεται να μπουν στα ΄΄αίματα΄΄ και τα εκκλησιαστικά όργανα.΄
- filotas
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4119
- Εγγραφή: Σάβ Αύγ 11, 2007 5:00 am
- Τοποθεσία: Νίκος@Κοζάνη
- Επικοινωνία:
Re: Χρειάζεται μεγαλύτερη διάκριση
Βασίλη, αν καταλαβαίνω σωστά αυτά που λέει ο Σεβασμιότατος Πειραιώς, η νομοθεσία του Ελληνικού κράτους προβλέπει ότι, όταν ένας Επίσκοπος καταδικαστεί αμετάκλητα από τα ποινικά δικαστήρια της Πολιτείας, υποχρεωτικά εκπίπτει και από το Επισκοπικό του αξίωμα. Κατ' ουσίαν δηλαδή ανακαλείται ο διορισμός του, ο οποίος γίνεται μεν μετά από εκλογή από την Ιερά Σύνοδο, αλλά επικυρώνεται από την Πολιτεία. Το Πρωτοβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο, που συγκλήθηκε στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής, ουσιαστικά επικύρωσε την καταδίκη του συγκεκριμένου ανθρώπου, χωρίς να έχει δικαίωμα έκφρασης άποψης ή να υπάρξει ακροαματική διαδικασία.
Αν αυτό είναι σωστό ή όχι, είναι μια άλλη ιστορία, κατά νόμον ορθό πάντως είναι, σύμφωνα με τους νόμους του Ελληνικού Κράτους, οι οποίοι ψηφίστηκαν με τη σύμφωνη τότε γνώμη του Πατριαρχείου.
Το Δευτεροβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο, το οποίο φαίνεται ότι θα συγκληθεί για λόγους συμβιβασμού της διαφωνίας, το μόνο που θα κάνει είναι να ξαναεπικυρώσει την καταδίκη, αφού ο νόμος δεν αφήνει άλλα περιθώρια στην Εκκλησία, για έκφραση διαφορετικής άποψης.
Ακόμη και η εκδίκαση του έκκλητου από το Πατριαρχείο τυπική είναι, αφού ο νόμος δεν προβλέπει δυνατότητα αλλαγής της απόφασης, απ' οποιοδήποτε όργανο της Εκκλησίας.
Ο Πατριάρχης θέλει να εκδικάσει το έκκλητο, όχι γιατί πιστεύει ότι θ' αλλάξει κάτι για τον Παντελεήμονα, αλλά μόνο και μόνο για να επιβεβαιωθεί το δικαίωμα του Πατριαρχείου να εκδικάζει τα έκκλητα, κάτι που δεν έχει γίνει τα τελευταία 100 χρόνια. Με λίγα λόγια το Πατριαρχείο θέλει να δείξει ότι είναι ένα Εκκλησιαστικό όργανο πάνω από την Εκκλησία της Ελλάδος (κάτι σαν Πάπας της Ορθοδοξίας), καταστρατηγώντας έτσι το αυτοδιοίκητο της.
Παιχνίδια εξουσίας μέσα στην Εκκλησία, ο Θεός να μας ελεήσει.
Αν αυτό είναι σωστό ή όχι, είναι μια άλλη ιστορία, κατά νόμον ορθό πάντως είναι, σύμφωνα με τους νόμους του Ελληνικού Κράτους, οι οποίοι ψηφίστηκαν με τη σύμφωνη τότε γνώμη του Πατριαρχείου.
Το Δευτεροβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο, το οποίο φαίνεται ότι θα συγκληθεί για λόγους συμβιβασμού της διαφωνίας, το μόνο που θα κάνει είναι να ξαναεπικυρώσει την καταδίκη, αφού ο νόμος δεν αφήνει άλλα περιθώρια στην Εκκλησία, για έκφραση διαφορετικής άποψης.
Ακόμη και η εκδίκαση του έκκλητου από το Πατριαρχείο τυπική είναι, αφού ο νόμος δεν προβλέπει δυνατότητα αλλαγής της απόφασης, απ' οποιοδήποτε όργανο της Εκκλησίας.
Ο Πατριάρχης θέλει να εκδικάσει το έκκλητο, όχι γιατί πιστεύει ότι θ' αλλάξει κάτι για τον Παντελεήμονα, αλλά μόνο και μόνο για να επιβεβαιωθεί το δικαίωμα του Πατριαρχείου να εκδικάζει τα έκκλητα, κάτι που δεν έχει γίνει τα τελευταία 100 χρόνια. Με λίγα λόγια το Πατριαρχείο θέλει να δείξει ότι είναι ένα Εκκλησιαστικό όργανο πάνω από την Εκκλησία της Ελλάδος (κάτι σαν Πάπας της Ορθοδοξίας), καταστρατηγώντας έτσι το αυτοδιοίκητο της.
Παιχνίδια εξουσίας μέσα στην Εκκλησία, ο Θεός να μας ελεήσει.
Re: Χρειάζεται μεγαλύτερη διάκριση
Είχε κλείσει την πόρτα ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ στις απαιτήσεις του Βαρθολομαίου
Ένα ιστορικό ντοκουμέντο, μια επιστολή του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ προς τον νεαρό τότε Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο φέρνει σήμερα στη δημοσιότητα το «Παρόν».
Η επιστολή, που έχει ημερομηνία 9/10/1993, εκτός από ιστορική, έχει και διαχρονική αξία, αφού αγγίζει όλα τα ανοιχτά ζητήματα - «πληγές» στις σχέσεις Οικουμενικού Πατριαρχείου και Εκκλησίας της Ελλάδος. Ζητήματα που επανήλθαν κατά το 2003-4, στη ρήξη Βαρθολομαίου και Μακαριστού Χριστόδουλου (σύμφωνα με πληροφορίες, ο τότε Αρχιεπίσκοπος αναζήτησε τη συγκεκριμένη επιστολή στο αρχείο της Ιεράς Συνόδου). Η επιστολή όμως γίνεται εντελώς επίκαιρη, καθώς τα ίδια θέματα απασχολούν και σήμερα.
Η επιστολή, που υπογράφεται από τον Σεραφείμ αλλά συντάσσεται κατ' εντολήν της ελλαδικής Συνόδου, έχει επιθετικό στυλ γραφής, αποτυπώνοντας και τις σχέσεις των δύο Προκαθημένων. Δεν ήταν όμως το ίδιο κακές οι σχέσεις των δύο Εκκλησιών πάντοτε, αφού ο Σεραφείμ κατηγορεί ευθέως τον Βαρθολομαίο ότι εκείνος είναι ο υπεύθυνος της επιδείνωσης, καθώς από την πρώτη στιγμή που ανέβηκε στον Πατριαρχικό Θρόνο άρχισε να ανακινεί θέματα που αφορούν την Εκκλησία της Ελλάδος και να μεθοδεύει επεμβάσεις και μονομερείς ενέργειες, κατ' αντιδιαστολήν προς τους προκατόχους του, Αθηναγόρα και Δημήτριο.
Του υπενθυμίζει επίσης τα όρια, τα δικαιώματα του Πατριαρχείου στις Μητροπόλεις της βόρειας Ελλάδας, διευκρινίζοντας όμως ότι «η ονομασία “Νέαι Χώραι” ουδεμίαν σύγχρονον πραγματικότητα εκφράζει». Και μεταξύ άλλων επιχειρημάτων, ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ επικαλείται και εθνικούς λόγους, που κάθε άλλο έπαψαν να υπάρχουν.
Με τον παροιμιώδη ευθύ τρόπο του, ο «αντάρτης» από την Καρδίτσα είχε καταφέρει να απαγορεύσει την ίδρυση πατριαρχικού γραφείου στην Αθήνα -το παραχώρησε ο Χριστόδουλος στα πρώτα χρόνια της αρχιεπισκοπίας του- αλλά και τα «πηγαινέλα» του Βαρθολομαίου στην ελληνική πρωτεύουσα: Επί οκτώ χρόνια και όσο ζούσε ο Σεραφείμ, ο Πατριάρχης δεν είχε επισκεφτεί την πρωτεύουσα. «Θα σε δεχτούμε, αλλά χωρίς τα προνόμια που θες», ήταν το μήνυμα που έστελνε, και μέσω της επιστολής, ο τότε Αρχιεπίσκοπος.
Ο Σεραφείμ είχε αποδείξει ότι είχε τον τρόπο να περνάει το δικό του και της Εκκλησίας της Ελλάδος. Για σήμερα ας μη μιλήσουμε καλύτερα…
Ενιαία και αδιαίρετος
Η επιστολή ντοκουμέντο έχει ως εξής:
«Εις τας διεκκλησιαστικάς και ειδικώτερον εις τας αφορώσας το Οικουμενικόν Πατριαρχείον και την Εκκλησιάν της Ελλάδος υποθέσεις, ίσχυον τα καθιερωμένα και συμπεφωνημένα, ίνα μη η υπέρβασις ετέρωθεν των τεθεσπισμένων όρων ψυχράνη την αγάπην και διαταράξη τας αρμονικάς των Εκκλησιών ημίν σχέσεις. Προκειμένου δε περί των Ιερών Μητροπόλεων και των Σεβ. Μητροπολιτών των βορείων και ακριτικών επαρχιών της Ελλάδος, ενσωματωμένων εις τον κορμόν της χώρας ημών και της καθ' ημάς φερωνύμου Αυτοκέφαλου Εκκλησίας, η πρότερον υφισταμένη σχέσις αυτών προς το Οικουμενικόν Πατριαρχείον συνεπήγετο κυρίως τρία τινά. α) το μνημόσυνον του ονόματος του Οικουμενικού Πατριάρχου. β) την ανακοίνωσιν Αυτώ ενδεχομένης χηρείας και πληρώσεως ακολούθως Μητροπόλεως τινός. και γ) την υποβολήν εκθέσεων των οικείων Μητροπολιτών εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον. Πέραν των βασικών τούτων, ουδεμία άλλη σχέσις ή αναφορά ίσχυσεν εν τη πράξει.
Πλην, εν ταις εσχάταις ταύταις ημέραις, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος πληροφορείται ότι η Υμετέρα Παναγιότης, από της αναρρήσεως αυτής εις τον Οικουμενικόν θρόνον, ήρχισεν ανακινούσα, ως μη ώφειλε, και θίγουσα ζητήματα απτόμενα του ελλαδικού χώρου, και κατ' εξοχήν αφορώντα εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος, καλώς δε και παγίως κείμενα, επί των όποιων όμως Αύτη μεθοδεύει επεμβάσεις και μονομερείς ενεργείας και νέας ρυθμίσεις.
Περί τινών εξ αυτών εξήγγειλε τοιαύτας προγραμματιζόμενας επεμβάσεις η Υμετέρα Παναγιότης, κατά την πρόσφατον σύναξιν της Ιεραρχίας του Οικουμενικού θρόνου. Η δε κληθείσα και παραστάσα εις την σύναξιν ταύτην αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Ελλάδος επεσήμανε, διά του Σεβ. Μητροπολίτου Αλεξανδρουπόλεως κ. Ανθίμου, την ανάγκην συνεννοήσεως μετά της ιεράς ημών Συνόδου, χωρίς εν τούτοις να εύρη ανταπόκρισιν ουδέ συναίνεσιν.
Κατόπιν τούτου η Ιερά Σύνοδος ημών έθεσεν επί τάπητος τα ανακύψαντα ζητήματα. Προάγεται δε, διά του παρόντος Συνοδικού Γράμματος, να έκθεση προς Υμάς τας ακολούθους ρητάς απόψεις αυτής, των οποίων παρακαλεί να λάβητε γνώσιν, προσωπικώς και συνοδικώς, και να προβληματισθήτε δεόντως.
Και συγκεκριμένως:
Α) Εξένισεν ημάς η ακουσθείσα απίθανος είδησις περί μελετωμένης ανακλήσεως της από 4ης Σεπτεμβρίου 1928 Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως, περί διοικητικής αφομοιώσεως των εν Ελλάδι Ι. Μητροπόλεων (των λεγομένων Νέων Χωρών), διοικούμενων έκτοτε «επιτροπικώς», και κατά πάντα υπό της Εκκλησίας της Ελλάδος επί εξηκονταπενταετίαν.
Η Εκκλησία της Ελλάδος είναι ενιαία και αδιαίρετος. Η ονομασία «Νέαι Χώραι» ουδεμίαν σύγχρονον πραγματικότητα εκφράζει. Και ο όρος «επιτροπικώς» -ίνα μη είπωμεν σχήμα λόγου- θα εχαρακτηρίζετο παρ' ημών μόνον ως σχήμα και τρόπος εκχωρήσεως, χωρίς καμμίαν άλλην ουσιαστικήν προοπτικήν. Απ' αρχής άλλως τε κατεφάνη η εθνική αναγκαιότης, όπως ακολουθηθή η ισχύουσα κανονική επιταγή «τα εκκλησιαστικά τοις πολιτικοίς είωθε συμμεταβάλλεσθαι». Και αι περί ων ο λόγος επαρχίαι ηξίουν και ανέμενον την οικείαν θέσιν εις την ελευθέραν ήδη Ελλάδα και εις το Συνταγμάτιον της προ πολλού Αυτοκέφαλου Εκκλησίας της Ελλάδος
Απορούμεν πώς σκέπτεται το Οικουμενικόν Πατριαρχείον εν προκειμένω. Είναι δυνατόν ποτέ να διασπαστεί εκκλησιαστικώς το ήμισυ της Ελλάδος; Όταν εθνικοί κίνδυνοι απειλούν τας βορείους και ανατολικάς ακριτικάς επαρχίας της χώρας, είναι αδιανόητον να χαραχθούν κάτωθεν της επιμάχου Μακεδονίας τα όρια της Εκκλησίας της Ελλάδος, θα δικαιώσωμεν ημείς αυτοί τας διεκδικήσεις των Σκοπίων, αίτινες σημειωτέον ήρχισαν από της εκκλησιαστικής χειραφετήσεως, διά να εξελιχθώσιν εις γεωγραφικάς απαιτήσεις και αλλοίωσιν της Ιστορίας;
Περαιτέρω δε συν τοις άλλοις, δέον να μη λησμονήται ότι η υπαγωγή των ειρημένων Μητροπόλεων εις την Εκκλησιάν της Ελλάδος δεν υπήρξεν μονομερής ενέργεια και Πράξις του Πατριαρχείου, αλλά παρακληθείσα «η πεφιλημένη αγιωτάτη Αδελφή Εκκλησία της Ελλάδος, προφρόνως απεδέξατο (ταύτην) συναινούσης και κυρούσης και της έντιμου ελληνικής Πολιτείας, όπως κατά την παράκλησιν της Μητρός Εκκλησίας αναλάβη την εντολήν ταύτην, ενεργουμένην επί τοις εξής κυρωθείσιν εκκλησιαστικώς και πολιτικώς γενικοίς όροις». Ουδείς των όρων τούτων των συμπεφωνημένων διέλαβε το παραμικρόν περί ενδεχομένης επιστροφής των Μητροπόλεων, οψέποτε η ετέρα πλευρά ήθελε τυχόν προβάλη μονομερώς τοιούτο ζήτημα. Όθεν το «επιτροπικώς» παραμένει μετέωρον και άνευ περιεχομένου, τοσούτω μάλλον καθόσον συνέπραξε και η Ελληνική Πολιτεία εις την σύμβασιν ταύτην των δύο αδελφών Εκκλησιών (ουδεμία δε σύμβασις αίρεται μονομερώς), αλλά και προηγήθη ταύτης διά νόμου (αριθμ. 3615/1928 Φ.Ε.Κ. 120 Α΄/11 Ιουλίου 1928), η δε πρωθύστερος δημοσιεύσις του Νόμου εν σχέσει προς την Πατριαρχικήν Πράξιν καθιστά πρόδηλον την ύπαρξιν της υφισταμένης εθνικής αναγκαιότητος, ήτις προυκάλεσεν ακολούθως και την Πράξιν. Έχομεν περίπου επανάληψιν της πρωθυστέρου ανακηρύξεως του Αυτοκέφαλου της Εκκλησίας της (Παλαιάς) Ελλάδος τω 1833, ενώ ο Συνοδικός Τόμος ανεγνώρισε ταύτην μετά εικοσαετίαν (1850). Αι διαβουλεύσεις των δυο μέρων δεν έλλειψαν και εις την μίαν και την άλλην περίπτωσιν. Εδέησε πάντως και αι Νέαι λεγόμεναι Χώραι να ακολουθήσουν τας παλαιάς κατά το αυτό μέτρον της αναγκαιότητος. Οπωσδήποτε δε και η επανειλημμένη μνεία και κατοχύρωσις της νέας εν Ελλάδι εκκλησιαστικής ταύτης καταστάσεως, τόσον διά του Συντάγματος (άρθρον 3), όσον και διά των αλληλοδιαδόχως εκδοθέντων Νόμων «Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» (βλ. Ν. 590/1977, άρθρον 1 παράγρ. 3) εμφαίνει σαφώς την σταθεράν βούλησιν της Ελληνικής Πολιτείας επί του προκειμένου, ήτις είναι βέβαιον ότι δεν δύναται ποτέ να στέρξη εις μεταβολήν του ισχύοντος καθεστώτος εις τας εν λόγω Μητροπόλεις.
Β) Συναφές είναι το θέμα της μελετωμένης επισκέψεως της Υμετέρας Παναγιότητος, κατά το προσεχές έτος 1993, εις τας ειρημένας ενορίας.
Η Εκκλησία της Ελλάδος αναμένει την ειθισμένην Πατριαρχικήν επίσκεψιν εις την Καθέδραν αυτής εν Αθήναις, όταν επιστή η κατά την ακολουθουμένην σειράν των πρεσβειών των Ορθοδόξων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών ώρα. Και θα υποδεχθή την Υμετέραν Παναγιότητα μετά των προσηκουσών τιμών. Εις το σχετικόν δε πρόγραμμα δύναται να περιλάβη και επίσκεψιν ή επισκέψεις τινάς εις την Βόρειον Ελλάδα.
Θα έλθετε τότε ως υψηλός και σεπτός προσκεκλημένος της Αυτοκεφάλου ημετέρας Εκκλησίας. Αλλ' ως κυριαρχικώ δικαιώματι ερχόμενον -όπου και ως προαναγγέλλεται- δεν θα δυνηθώμεν να σας υποδεχθώμεν. Και θα λυπηθώμεν εξαιρέτως διά τον αμοιβαίον παραπικρασμόν, ενώ διακείμεθα προς Υμάς και το Οικουμενικόν Πατριαρχείον μετ' αμειώτου τιμής και αγάπης και σεβασμού.
Γ) Δεν κατανοούμεν την ανάγκην, ουδέ την σκοπιμότητα της υπάρξεως εν Αθήναις «Γραφείου» του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Όπως δε διαφαίνεται εκ των προειρημένων προγραμματισμών και σχεδίων της Υμετέρας Παναγιότητος, μια τοιαύτη ενταύθα παρουσία, διά της συστάσεως του εν λόγω «Γραφείου» (με ποίαν άραγε στελέχωσιν και εις ποίον επίπεδον αντιπροσώπων;) δεν θεωρούμε ότι θα είναι εποικοδομητική εάν μάλιστα επιχειρηθεί άνευ συναινέσεως της Ιεράς ημών Συνόδου (ως συναφής νόμος ορίζει και η εκκλησιαστική δεοντολογία και πράξις επιβάλλει).
Διά τούτο παρακαλούμεν ίνα το γε νυν επέχητε. Οψέποτε δε παρακαμφθώσι και εκλείψωσιν αι επιπροσθούσαι επιφυλάξεις, παρουσιασθώσι δ' ημίν εμφανώς αι προς τούτο ειδικαί και ητιολογημέναι ανάγκαι του Πατριαρχείου, εστέ βέβαιοι ότι θα συναντήσωσι την κατανόησιν και την συναντίληψην ημών.
Δ) Θα παρακαλέσωμεν εξ άλλου, όπως το Οικουμενικόν Πατριαρχείον αλληλογραφή μετά των Σεβ. Μητροπολιτών των εν Μακεδονία, Θράκη, Ηπείρω και Νήσοις Επαρχιών διά της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ως άλλωστε συμβαίνει (κατά νόμον) και κατά την αντίστροφον περίπτωσιν της επικοινωνίας εκείνων προς Υμάς. Η παράλειψις της τοιαύτης διαδικασίας δημιουργεί παρεξηγήσεις. Δεν συνάδει προς την κανονικήν τάξιν και υπεμφαίνει παράκαμψιν της Ιεράς Συνόδου ουχί άμοιρον σκοπιμότητος.
Ε) Το αυτό θα είπομεν και περί των αιτουμένων υπό του Πατριαρχείου στοιχείων των Μητροπόλεων και των Μητροπολιτών των ως είρηται Επαρχιών, προς καταχώρισιν εις το Εκκλησιαστικόν Ημερολόγιον.
Δεν είναι δυνατόν να εμφανίζονται δισυπόστατοι αι Μητροπόλεις και οι Μητροπολίται. Αι στήλαι των «Διπτύχων» (Εκκλησ. Ημερολόγιον) της Εκκλησίας της Ελλάδος διαλαμβάνουσι πλήρως περί των στοιχείων τούτων. Το δε Οικουμενικόν Πατριαρχείον, ως και τα λοιπά Ομόδοξα Πατριαρχεία και αι Αυτοκέφαλοι Εκκλησίαι, εις συναφείς εκδόσεις αυτών, εάν και όπου περιλαμβάνωσι πληροφοριακά στοιχεία εις διορθόδοξσν έκτασιν, ενδείκνυται να καταχωρίζωσι ταύτα μετά της Ιεραρχίας των Ορθοδόξων Εκκλησιών εκάστων κεχωρισμένως. Είπομεν δ' ανωτέρω ότι η Εκκλησία της Ελλάδος είναι ήδη ενιαία και αδιαίρετος. Και αποτελεί απλήν ψευδαίσθησιν εικών της Ιεραρχίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου επηυξημένη μετά μελών αλλοτριωθέντων εξ αυτού διά Πράξεων επισημοτάτων, εκκλησιαστικών και πολιτειακών, ισχυουσών και παγίων.
Θεωρούμεν, Παναγιώτατε, ότι ουδέν ήλλαξεν εν ταις ημέραις ημών ταύταις, ώστε η Υμετέρα Πατριαρχία να έχη ανάγκην να επιβάλη νέας ρυθμίσεις εις τα άχρι τούδε καλώς ισχύοντα.
Φώτο: Romfea.gr
Ένα ιστορικό ντοκουμέντο, μια επιστολή του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ προς τον νεαρό τότε Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο φέρνει σήμερα στη δημοσιότητα το «Παρόν».
Η επιστολή, που έχει ημερομηνία 9/10/1993, εκτός από ιστορική, έχει και διαχρονική αξία, αφού αγγίζει όλα τα ανοιχτά ζητήματα - «πληγές» στις σχέσεις Οικουμενικού Πατριαρχείου και Εκκλησίας της Ελλάδος. Ζητήματα που επανήλθαν κατά το 2003-4, στη ρήξη Βαρθολομαίου και Μακαριστού Χριστόδουλου (σύμφωνα με πληροφορίες, ο τότε Αρχιεπίσκοπος αναζήτησε τη συγκεκριμένη επιστολή στο αρχείο της Ιεράς Συνόδου). Η επιστολή όμως γίνεται εντελώς επίκαιρη, καθώς τα ίδια θέματα απασχολούν και σήμερα.
Η επιστολή, που υπογράφεται από τον Σεραφείμ αλλά συντάσσεται κατ' εντολήν της ελλαδικής Συνόδου, έχει επιθετικό στυλ γραφής, αποτυπώνοντας και τις σχέσεις των δύο Προκαθημένων. Δεν ήταν όμως το ίδιο κακές οι σχέσεις των δύο Εκκλησιών πάντοτε, αφού ο Σεραφείμ κατηγορεί ευθέως τον Βαρθολομαίο ότι εκείνος είναι ο υπεύθυνος της επιδείνωσης, καθώς από την πρώτη στιγμή που ανέβηκε στον Πατριαρχικό Θρόνο άρχισε να ανακινεί θέματα που αφορούν την Εκκλησία της Ελλάδος και να μεθοδεύει επεμβάσεις και μονομερείς ενέργειες, κατ' αντιδιαστολήν προς τους προκατόχους του, Αθηναγόρα και Δημήτριο.
Του υπενθυμίζει επίσης τα όρια, τα δικαιώματα του Πατριαρχείου στις Μητροπόλεις της βόρειας Ελλάδας, διευκρινίζοντας όμως ότι «η ονομασία “Νέαι Χώραι” ουδεμίαν σύγχρονον πραγματικότητα εκφράζει». Και μεταξύ άλλων επιχειρημάτων, ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ επικαλείται και εθνικούς λόγους, που κάθε άλλο έπαψαν να υπάρχουν.
Με τον παροιμιώδη ευθύ τρόπο του, ο «αντάρτης» από την Καρδίτσα είχε καταφέρει να απαγορεύσει την ίδρυση πατριαρχικού γραφείου στην Αθήνα -το παραχώρησε ο Χριστόδουλος στα πρώτα χρόνια της αρχιεπισκοπίας του- αλλά και τα «πηγαινέλα» του Βαρθολομαίου στην ελληνική πρωτεύουσα: Επί οκτώ χρόνια και όσο ζούσε ο Σεραφείμ, ο Πατριάρχης δεν είχε επισκεφτεί την πρωτεύουσα. «Θα σε δεχτούμε, αλλά χωρίς τα προνόμια που θες», ήταν το μήνυμα που έστελνε, και μέσω της επιστολής, ο τότε Αρχιεπίσκοπος.
Ο Σεραφείμ είχε αποδείξει ότι είχε τον τρόπο να περνάει το δικό του και της Εκκλησίας της Ελλάδος. Για σήμερα ας μη μιλήσουμε καλύτερα…
Ενιαία και αδιαίρετος
Η επιστολή ντοκουμέντο έχει ως εξής:
«Εις τας διεκκλησιαστικάς και ειδικώτερον εις τας αφορώσας το Οικουμενικόν Πατριαρχείον και την Εκκλησιάν της Ελλάδος υποθέσεις, ίσχυον τα καθιερωμένα και συμπεφωνημένα, ίνα μη η υπέρβασις ετέρωθεν των τεθεσπισμένων όρων ψυχράνη την αγάπην και διαταράξη τας αρμονικάς των Εκκλησιών ημίν σχέσεις. Προκειμένου δε περί των Ιερών Μητροπόλεων και των Σεβ. Μητροπολιτών των βορείων και ακριτικών επαρχιών της Ελλάδος, ενσωματωμένων εις τον κορμόν της χώρας ημών και της καθ' ημάς φερωνύμου Αυτοκέφαλου Εκκλησίας, η πρότερον υφισταμένη σχέσις αυτών προς το Οικουμενικόν Πατριαρχείον συνεπήγετο κυρίως τρία τινά. α) το μνημόσυνον του ονόματος του Οικουμενικού Πατριάρχου. β) την ανακοίνωσιν Αυτώ ενδεχομένης χηρείας και πληρώσεως ακολούθως Μητροπόλεως τινός. και γ) την υποβολήν εκθέσεων των οικείων Μητροπολιτών εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον. Πέραν των βασικών τούτων, ουδεμία άλλη σχέσις ή αναφορά ίσχυσεν εν τη πράξει.
Πλην, εν ταις εσχάταις ταύταις ημέραις, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος πληροφορείται ότι η Υμετέρα Παναγιότης, από της αναρρήσεως αυτής εις τον Οικουμενικόν θρόνον, ήρχισεν ανακινούσα, ως μη ώφειλε, και θίγουσα ζητήματα απτόμενα του ελλαδικού χώρου, και κατ' εξοχήν αφορώντα εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος, καλώς δε και παγίως κείμενα, επί των όποιων όμως Αύτη μεθοδεύει επεμβάσεις και μονομερείς ενεργείας και νέας ρυθμίσεις.
Περί τινών εξ αυτών εξήγγειλε τοιαύτας προγραμματιζόμενας επεμβάσεις η Υμετέρα Παναγιότης, κατά την πρόσφατον σύναξιν της Ιεραρχίας του Οικουμενικού θρόνου. Η δε κληθείσα και παραστάσα εις την σύναξιν ταύτην αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Ελλάδος επεσήμανε, διά του Σεβ. Μητροπολίτου Αλεξανδρουπόλεως κ. Ανθίμου, την ανάγκην συνεννοήσεως μετά της ιεράς ημών Συνόδου, χωρίς εν τούτοις να εύρη ανταπόκρισιν ουδέ συναίνεσιν.
Κατόπιν τούτου η Ιερά Σύνοδος ημών έθεσεν επί τάπητος τα ανακύψαντα ζητήματα. Προάγεται δε, διά του παρόντος Συνοδικού Γράμματος, να έκθεση προς Υμάς τας ακολούθους ρητάς απόψεις αυτής, των οποίων παρακαλεί να λάβητε γνώσιν, προσωπικώς και συνοδικώς, και να προβληματισθήτε δεόντως.
Και συγκεκριμένως:
Α) Εξένισεν ημάς η ακουσθείσα απίθανος είδησις περί μελετωμένης ανακλήσεως της από 4ης Σεπτεμβρίου 1928 Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως, περί διοικητικής αφομοιώσεως των εν Ελλάδι Ι. Μητροπόλεων (των λεγομένων Νέων Χωρών), διοικούμενων έκτοτε «επιτροπικώς», και κατά πάντα υπό της Εκκλησίας της Ελλάδος επί εξηκονταπενταετίαν.
Η Εκκλησία της Ελλάδος είναι ενιαία και αδιαίρετος. Η ονομασία «Νέαι Χώραι» ουδεμίαν σύγχρονον πραγματικότητα εκφράζει. Και ο όρος «επιτροπικώς» -ίνα μη είπωμεν σχήμα λόγου- θα εχαρακτηρίζετο παρ' ημών μόνον ως σχήμα και τρόπος εκχωρήσεως, χωρίς καμμίαν άλλην ουσιαστικήν προοπτικήν. Απ' αρχής άλλως τε κατεφάνη η εθνική αναγκαιότης, όπως ακολουθηθή η ισχύουσα κανονική επιταγή «τα εκκλησιαστικά τοις πολιτικοίς είωθε συμμεταβάλλεσθαι». Και αι περί ων ο λόγος επαρχίαι ηξίουν και ανέμενον την οικείαν θέσιν εις την ελευθέραν ήδη Ελλάδα και εις το Συνταγμάτιον της προ πολλού Αυτοκέφαλου Εκκλησίας της Ελλάδος
Απορούμεν πώς σκέπτεται το Οικουμενικόν Πατριαρχείον εν προκειμένω. Είναι δυνατόν ποτέ να διασπαστεί εκκλησιαστικώς το ήμισυ της Ελλάδος; Όταν εθνικοί κίνδυνοι απειλούν τας βορείους και ανατολικάς ακριτικάς επαρχίας της χώρας, είναι αδιανόητον να χαραχθούν κάτωθεν της επιμάχου Μακεδονίας τα όρια της Εκκλησίας της Ελλάδος, θα δικαιώσωμεν ημείς αυτοί τας διεκδικήσεις των Σκοπίων, αίτινες σημειωτέον ήρχισαν από της εκκλησιαστικής χειραφετήσεως, διά να εξελιχθώσιν εις γεωγραφικάς απαιτήσεις και αλλοίωσιν της Ιστορίας;
Περαιτέρω δε συν τοις άλλοις, δέον να μη λησμονήται ότι η υπαγωγή των ειρημένων Μητροπόλεων εις την Εκκλησιάν της Ελλάδος δεν υπήρξεν μονομερής ενέργεια και Πράξις του Πατριαρχείου, αλλά παρακληθείσα «η πεφιλημένη αγιωτάτη Αδελφή Εκκλησία της Ελλάδος, προφρόνως απεδέξατο (ταύτην) συναινούσης και κυρούσης και της έντιμου ελληνικής Πολιτείας, όπως κατά την παράκλησιν της Μητρός Εκκλησίας αναλάβη την εντολήν ταύτην, ενεργουμένην επί τοις εξής κυρωθείσιν εκκλησιαστικώς και πολιτικώς γενικοίς όροις». Ουδείς των όρων τούτων των συμπεφωνημένων διέλαβε το παραμικρόν περί ενδεχομένης επιστροφής των Μητροπόλεων, οψέποτε η ετέρα πλευρά ήθελε τυχόν προβάλη μονομερώς τοιούτο ζήτημα. Όθεν το «επιτροπικώς» παραμένει μετέωρον και άνευ περιεχομένου, τοσούτω μάλλον καθόσον συνέπραξε και η Ελληνική Πολιτεία εις την σύμβασιν ταύτην των δύο αδελφών Εκκλησιών (ουδεμία δε σύμβασις αίρεται μονομερώς), αλλά και προηγήθη ταύτης διά νόμου (αριθμ. 3615/1928 Φ.Ε.Κ. 120 Α΄/11 Ιουλίου 1928), η δε πρωθύστερος δημοσιεύσις του Νόμου εν σχέσει προς την Πατριαρχικήν Πράξιν καθιστά πρόδηλον την ύπαρξιν της υφισταμένης εθνικής αναγκαιότητος, ήτις προυκάλεσεν ακολούθως και την Πράξιν. Έχομεν περίπου επανάληψιν της πρωθυστέρου ανακηρύξεως του Αυτοκέφαλου της Εκκλησίας της (Παλαιάς) Ελλάδος τω 1833, ενώ ο Συνοδικός Τόμος ανεγνώρισε ταύτην μετά εικοσαετίαν (1850). Αι διαβουλεύσεις των δυο μέρων δεν έλλειψαν και εις την μίαν και την άλλην περίπτωσιν. Εδέησε πάντως και αι Νέαι λεγόμεναι Χώραι να ακολουθήσουν τας παλαιάς κατά το αυτό μέτρον της αναγκαιότητος. Οπωσδήποτε δε και η επανειλημμένη μνεία και κατοχύρωσις της νέας εν Ελλάδι εκκλησιαστικής ταύτης καταστάσεως, τόσον διά του Συντάγματος (άρθρον 3), όσον και διά των αλληλοδιαδόχως εκδοθέντων Νόμων «Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» (βλ. Ν. 590/1977, άρθρον 1 παράγρ. 3) εμφαίνει σαφώς την σταθεράν βούλησιν της Ελληνικής Πολιτείας επί του προκειμένου, ήτις είναι βέβαιον ότι δεν δύναται ποτέ να στέρξη εις μεταβολήν του ισχύοντος καθεστώτος εις τας εν λόγω Μητροπόλεις.
Β) Συναφές είναι το θέμα της μελετωμένης επισκέψεως της Υμετέρας Παναγιότητος, κατά το προσεχές έτος 1993, εις τας ειρημένας ενορίας.
Η Εκκλησία της Ελλάδος αναμένει την ειθισμένην Πατριαρχικήν επίσκεψιν εις την Καθέδραν αυτής εν Αθήναις, όταν επιστή η κατά την ακολουθουμένην σειράν των πρεσβειών των Ορθοδόξων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών ώρα. Και θα υποδεχθή την Υμετέραν Παναγιότητα μετά των προσηκουσών τιμών. Εις το σχετικόν δε πρόγραμμα δύναται να περιλάβη και επίσκεψιν ή επισκέψεις τινάς εις την Βόρειον Ελλάδα.
Θα έλθετε τότε ως υψηλός και σεπτός προσκεκλημένος της Αυτοκεφάλου ημετέρας Εκκλησίας. Αλλ' ως κυριαρχικώ δικαιώματι ερχόμενον -όπου και ως προαναγγέλλεται- δεν θα δυνηθώμεν να σας υποδεχθώμεν. Και θα λυπηθώμεν εξαιρέτως διά τον αμοιβαίον παραπικρασμόν, ενώ διακείμεθα προς Υμάς και το Οικουμενικόν Πατριαρχείον μετ' αμειώτου τιμής και αγάπης και σεβασμού.
Γ) Δεν κατανοούμεν την ανάγκην, ουδέ την σκοπιμότητα της υπάρξεως εν Αθήναις «Γραφείου» του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Όπως δε διαφαίνεται εκ των προειρημένων προγραμματισμών και σχεδίων της Υμετέρας Παναγιότητος, μια τοιαύτη ενταύθα παρουσία, διά της συστάσεως του εν λόγω «Γραφείου» (με ποίαν άραγε στελέχωσιν και εις ποίον επίπεδον αντιπροσώπων;) δεν θεωρούμε ότι θα είναι εποικοδομητική εάν μάλιστα επιχειρηθεί άνευ συναινέσεως της Ιεράς ημών Συνόδου (ως συναφής νόμος ορίζει και η εκκλησιαστική δεοντολογία και πράξις επιβάλλει).
Διά τούτο παρακαλούμεν ίνα το γε νυν επέχητε. Οψέποτε δε παρακαμφθώσι και εκλείψωσιν αι επιπροσθούσαι επιφυλάξεις, παρουσιασθώσι δ' ημίν εμφανώς αι προς τούτο ειδικαί και ητιολογημέναι ανάγκαι του Πατριαρχείου, εστέ βέβαιοι ότι θα συναντήσωσι την κατανόησιν και την συναντίληψην ημών.
Δ) Θα παρακαλέσωμεν εξ άλλου, όπως το Οικουμενικόν Πατριαρχείον αλληλογραφή μετά των Σεβ. Μητροπολιτών των εν Μακεδονία, Θράκη, Ηπείρω και Νήσοις Επαρχιών διά της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ως άλλωστε συμβαίνει (κατά νόμον) και κατά την αντίστροφον περίπτωσιν της επικοινωνίας εκείνων προς Υμάς. Η παράλειψις της τοιαύτης διαδικασίας δημιουργεί παρεξηγήσεις. Δεν συνάδει προς την κανονικήν τάξιν και υπεμφαίνει παράκαμψιν της Ιεράς Συνόδου ουχί άμοιρον σκοπιμότητος.
Ε) Το αυτό θα είπομεν και περί των αιτουμένων υπό του Πατριαρχείου στοιχείων των Μητροπόλεων και των Μητροπολιτών των ως είρηται Επαρχιών, προς καταχώρισιν εις το Εκκλησιαστικόν Ημερολόγιον.
Δεν είναι δυνατόν να εμφανίζονται δισυπόστατοι αι Μητροπόλεις και οι Μητροπολίται. Αι στήλαι των «Διπτύχων» (Εκκλησ. Ημερολόγιον) της Εκκλησίας της Ελλάδος διαλαμβάνουσι πλήρως περί των στοιχείων τούτων. Το δε Οικουμενικόν Πατριαρχείον, ως και τα λοιπά Ομόδοξα Πατριαρχεία και αι Αυτοκέφαλοι Εκκλησίαι, εις συναφείς εκδόσεις αυτών, εάν και όπου περιλαμβάνωσι πληροφοριακά στοιχεία εις διορθόδοξσν έκτασιν, ενδείκνυται να καταχωρίζωσι ταύτα μετά της Ιεραρχίας των Ορθοδόξων Εκκλησιών εκάστων κεχωρισμένως. Είπομεν δ' ανωτέρω ότι η Εκκλησία της Ελλάδος είναι ήδη ενιαία και αδιαίρετος. Και αποτελεί απλήν ψευδαίσθησιν εικών της Ιεραρχίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου επηυξημένη μετά μελών αλλοτριωθέντων εξ αυτού διά Πράξεων επισημοτάτων, εκκλησιαστικών και πολιτειακών, ισχυουσών και παγίων.
Θεωρούμεν, Παναγιώτατε, ότι ουδέν ήλλαξεν εν ταις ημέραις ημών ταύταις, ώστε η Υμετέρα Πατριαρχία να έχη ανάγκην να επιβάλη νέας ρυθμίσεις εις τα άχρι τούδε καλώς ισχύοντα.
Φώτο: Romfea.gr
- filotas
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4119
- Εγγραφή: Σάβ Αύγ 11, 2007 5:00 am
- Τοποθεσία: Νίκος@Κοζάνη
- Επικοινωνία:
Re: Χρειάζεται μεγαλύτερη διάκριση
Το διάβασα κι αυτό και δεν με κάνει να αισθάνομαι λιγότερο άσχημα, επειδή δείχνει μακροχρόνιο σχέδιο του Πατριαρχείου να διεκδικήσει πρωτείο έναντι των άλλων αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών κατά παράβασιν των Κανόνων της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Δυστυχώς οι αιτίες ίσως θα πρέπει ν' αναζητηθούν στην κατ' εξοχήν Δυτικού τύπου Θεολογική Παιδεία του σημερινού Οικουμενικού Πατριάρχη, με ιδιαίτερη ειδίκευση σε νομοκανονικά θέματα: "Μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1963-1968 μετεξεπαιδεύθη ὡς ὑπότροφος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐν τῷ Ἰνστιτούτῳ Ἀνατολικῶν Σπουδῶν Ῥώμης, ἐν τῷ Οἰκουμενικῷ Ἰνστιτούτω Bossey Ἐλβετίας καὶ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τοῦ Μοναχοῦ, εἰδικευθεὶς εἰς τὸ Κανονικὸν Δίκαιον. Ἀνηγορεύθη διδάκτωρ τοῦ ἐν Ῥώμῃ Ἰνστιτούτου (Γρηγοριανὸν Πανεπιστήμιον), ὑποβαλών διατριβὴν μὲ θέμα «Περὶ τὴν κωδικοποίησιν τῶν ἱερῶν κανόνων καὶ τῶν κανονικῶν Διατάξεων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ». (http://www.patriarchate.org/greek/athp/ ... hp?lang=gr)
Ας τον φωτίσει ο Θεός να χρησιμοποιήσει την ευρύτατη παιδεία του και τη γνώση των Κανόνων για το καλό της Εκκλησίας κι όχι για το διχασμό της.
Δυστυχώς οι αιτίες ίσως θα πρέπει ν' αναζητηθούν στην κατ' εξοχήν Δυτικού τύπου Θεολογική Παιδεία του σημερινού Οικουμενικού Πατριάρχη, με ιδιαίτερη ειδίκευση σε νομοκανονικά θέματα: "Μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1963-1968 μετεξεπαιδεύθη ὡς ὑπότροφος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐν τῷ Ἰνστιτούτῳ Ἀνατολικῶν Σπουδῶν Ῥώμης, ἐν τῷ Οἰκουμενικῷ Ἰνστιτούτω Bossey Ἐλβετίας καὶ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τοῦ Μοναχοῦ, εἰδικευθεὶς εἰς τὸ Κανονικὸν Δίκαιον. Ἀνηγορεύθη διδάκτωρ τοῦ ἐν Ῥώμῃ Ἰνστιτούτου (Γρηγοριανὸν Πανεπιστήμιον), ὑποβαλών διατριβὴν μὲ θέμα «Περὶ τὴν κωδικοποίησιν τῶν ἱερῶν κανόνων καὶ τῶν κανονικῶν Διατάξεων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ». (http://www.patriarchate.org/greek/athp/ ... hp?lang=gr)
Ας τον φωτίσει ο Θεός να χρησιμοποιήσει την ευρύτατη παιδεία του και τη γνώση των Κανόνων για το καλό της Εκκλησίας κι όχι για το διχασμό της.