Ευαγγέλιο της Κυριακής (Ανανεώνεται κάθε Κυριακή)

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Απάντηση
g_aggelos
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1474
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 24, 2005 6:00 am
Τοποθεσία: Άγγελος @ Αθήνα
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από g_aggelos »

Κυριακή 22 Οκτωβρίου

Λουκ. η’ 27-39

«Η θεραπεία του δαιμονισμένου Γαδαρηνού»


Εξελθόντι δε αυτώ επί την γην υπήντησεν αυτώ ανήρ τις εκ της πόλεως, ος είχε δαιμόνια εκ χρόνων ικανών, και ιμάτιον ουκ ενεδιδύσκετο και εν οικία ουκ έμενεν, αλλ εν τοις μνήμασιν. Ιδών δέ τον Ιησούν και ανακράξας προσέπεσεν αυτώ και φωνή μεγάλη είπε, τι εμοί και σοι, Ιησού, υιέ του Θεού του υψίστου; Δέομαί σου, μη με βασανίσης. Παρήγγειλε γάρ τω πνεύματι τω ακαθάρτω εξελθείν από του ανθρώπου. Πολλοίς γάρ χρόνοις συνηρπάκει αυτόν, και εδεσμείτο αλύσεσι και πέδαις φυλασσόμενος, και διαρρήσσων τα δεσμά ηλαύνετο υπό του δαίμονος εις τας ερήμους. Επηρώτησε δε αυτόν ο Ιησούς λέγων, τί σοι εστίν όνομα; Ο δε είπε, λεγεών, ότι δαιμόνια πολλά εισήλθεν εις αυτόν, και παρεκάλει αυτόν ίνα μη επιτάξη αυτοίς εις την άβυσσον απελθείν. Ην δε εκεί αγέλη χοίρων ικανών βοσκομένων εν τώ όρει, και παρεκάλουν αυτόν ίνα επιτρέψη αυτοίς εις εκείνους εισελθείν, και επέτρεψεν αυτοίς. Εξελθόντα δε τα δαιμόνια από του ανθρώπου εισήλθον εις τους χοίρους, και ώρμησεν η αγέλη κατά του κρημνού εις την λίμνην και απεπνίγη. Ιδόντες δε οι βόσκοντες το γεγενημένον έφυγον, και απήγγειλαν εις την πόλιν και εις τους αγρούς. Εξήλθον δε ιδείν το γεγονός, και ήλθον πρός τον Ιησούν και εύρον καθήμενον τον άνθρωπον, αφού τα δαιμόνια εξεληλύθει, ιματισμένον και σωφρονούντα παρά τους πόδας του Ιησού, και εφοβήθησαν. Απήγγειλαν δε αυτοίς οι ιδόντες πως εσώθη ο δαιμονισθείς. Και ηρώτησαν αυτόν άπαν το πλήθος της περιχώρου των Γαδαρηνών απελθείν απ αυτών, ότι φόβω μεγάλω συνείχοντο, αυτός δε εμβάς εις το πλοίον υπέστρεψεν. Εδέετο δε αυτού ο ανήρ, αφού εξεληλύθει τα δαιμόνια, είναι συν αυτώ, απέλυσε δε αυτόν ο Ιησούς λέγων, υπόστρεφε εις τον οίκον σου και διηγού όσα εποίησέ σοι ο Θεός. Και απήλθε καθ όλην την πόλιν κηρύσσων όσα εποίησεν αυτώ ο Ιησούς.

Απόδοση στην Νεοελληνική

Όταν δε ο Ιησούς βγήκε στην ξηρά, τον συνάντησε ένας άνθρωπος της πόλεως εκείνης, ο οποίος είχε μέσα του δαιμόνια από πολλά χρόνια και δεν φορούσε ένδυμα και δεν έμενε σε σπίτι, αλλά μέσα εις τα μνήματα. Όταν όμως είδε τον Ιησού κραύγασε δυνατά, έπεσε στα πόδια του και με φωνή μεγάλη είπε : «ποια σχέση υπάρχει ανάμεσα εις εμέ και σε, Ιησού, Υιέ του Θεού του Υψίστου; Σε παρακαλώ, μη με βασανίσεις και μη με κλείσεις από τώρα εις τον φρικτό Άδην». Είπε δε αυτά ο δαιμονιζόμενος, διότι ο Χριστός διέταξε το ακάθαρτο πνεύμα να βγει και να φύγει από τον άνθρωπο, επειδή από πολλά χρόνια τον είχε αρπάξει και κυριεύσει. Οι δε άλλοι άνθρωποι, ένεκα της αγριότητας αυτού, τον έδεναν με αλυσίδες και με ισχυρά δεσμά εις τα πόδια, δια να τον φυλάσσουν, ώστε να μην επιτίθεται και κακοποιεί τους άλλους. Αλλά αυτός έσπαζε τα δεσμά και ωδηγείτο βιαίως από τον δαίμονα εις ερημικούς τόπους. Τον ερώτησε δε ο Ιησούς λέγων : «ποιο είναι το όνομά σου;». Εκείνος δε απάντησε : «λεγεών», διότι πολλά δαιμόνια είχαν εισέλθει εις τον άνθρωπο αυτόν. Και παρακαλούσαν τα δαιμόνια αυτόν, να μην τα διατάξει και πάνε εις τα τρίσβαθα του Άδου. Ήτο δε εκεί και μια αγέλη με πολλούς χοίρους, που έβοσκαν εις το βουνό, και τον παρακαλούσαν τα δαιμόνια να τους δώσει την άδεια να μπουν εις εκείνους τους χοίρους. Και τους το επέτρεψε ο Κύριος (Σημ. Κατά τον λόγο της δικαιοσύνης έπρεπε να τιμωρηθούν με την απώλεια των χοίρων οι ιδιοκτήτες των, επειδή τους έτρεφαν, μολονότι αυτό απηγορεύετο από τον μωσαϊκό νόμο). Αφού δε εξήλθαν τα δαιμόνια από τον άνθρωπο, μπήκαν εις τους χοίρους και όρμησε ασυγκράτητα όλο το κοπάδι επάνω εις τον κρημνό, ερρίφθει από εκεί εις την θάλασσαν και επνίγησαν οι χοίροι. Όταν δε οι βοσκοί είδαν το γεγονός αυτό, έφυγαν και το ανήγγειλαν εις την πόλη και εις όσους συναντούσαν, από αυτούς που έμεναν εις τους αγρούς. Βγήκαν δε από την πόλη οι άνθρωποι, δια να ιδούν ατό που έγινε. Ήλθαν εις τον Ιησού και είδαν τον άνθρωπο, από τον οποίον είχαν βγει τα δαιμόνια, να κάθετε κοντά εις τα πόδια του Ιησού, ντυμένος, ήρεμος και φρόνιμος, και φοβήθηκαν. Είχαν δε διηγηθεί εις αυτούς εκείνοι που είδαν το γεγονός, πως ελευθερώθηκε ο δαιμονισμένος. Και όλον το πλήθος της περιοχής των Γαδαρηνών τον παρακάλεσαν να φύγει από αυτούς, διότι είχαν κυριευθεί από μεγάλο φόβο, δια την τιμωρία που τους επεβλήθη. Ένοχοι δε και δια άλλα καθώς ήσαν, εφοβούντο πολύ και άλλες τιμωρίες. Ο δε Ιησούς μπήκε εις το πλοίο και επέστρεψε. Παρακαλούσε δε αυτόν ο άνθρωπος, από τον οποίον είχαν βγει τα δαιμόνια, να μένει μαζί του. Ο Ιησούς όμως τον έστειλε ειρηνικά εις την πόλη του, λέγων : «γύρισε εις το σπίτι σου και να διηγείσαι όσα έκαμε εις σε ο Θεός». Και εκείνος έφυγε και διαλαλούσε εις όλη την πόλη, όσα ο Ιησούς έκαμε εις αυτόν.
g_aggelos
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1474
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 24, 2005 6:00 am
Τοποθεσία: Άγγελος @ Αθήνα
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από g_aggelos »

Σάββατο 28 Οκτωβρίου

+Αγίας Σκέπης της Θεοτόκου


Λουκ. ι’ 38-42, ια’ 27-28

Η Μάρθα και η Μαρία


Εγένετο δέ εν τώ πορεύεσθαι αυτούς και αυτός εισήλθεν εις κώμην τινά. Γυνή δέ τις ονόματι Μάρθα υπεδέξατο αυτόν εις τον οίκον αυτής. Και τήδε ήν αδελφή καλουμένη Μαρία, η και παρακαθίσασα παρά τους πόδας του Ιησού ήκουε τον λόγον αυτού. Η δέ Μάρθα περιεσπάτο περί πολλήν διακονίαν, επιστάσα δέ είπε, Κύριε, ου μέλει σοι ότι η αδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονείν; Ειπέ ούν αυτή ίνα μοι συναντιλάβηται. Αποκριθείς δέ είπεν αυτή ο Ιησούς, Μάρθα Μάρθα, μεριμνάς και τυρβάζη περί πολλά, ενός δέ εστι χρεία, Μαρία δέ την αγαθήν μερίδα εξελέξατο, ήτις ουκ αφαιρεθήσεται απ αυτής. Εγένετο δέ εν τώ λέγειν αυτόν ταύτα επάρασά τις γυνή φωνήν εκ του όχλου είπεν αυτώ, μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε και μαστοί ούς εθήλασας. Αυτός δέ είπε, μενούνγε μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν.

Απόδοση στη Νεοελληνική

Κατά μία πορεία τους, αυτός μπήκε σε ένα χωριό. Μια γυναίκα, που ονομαζόταν Μάρθα, τον υποδέχθηκε στο σπίτι της. Αυτή είχε αδελφή που ονομαζόταν Μαρία, η οποία καθόταν κοντά στα πόδια του Ιησού και άκουγε όσα έλεγε. Αλλά η Μάρθα ήταν απασχολημένη με πολλή υπηρεσία και πλησίασε και είπε, «Κύριε, δεν σε μέλει που η αδελφή μου με άφησε μόνη να υπηρετώ; Πες της λοιπόν να με βοηθήσει». Ο Ιησούς απεκρίθει, «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και ανησυχείς για πολλά πράγματα, αλλά ένα πράγμα είναι αναγκαίο. Η Μαρία διάλεξε την καλή μερίδα, η οποία δεν θα της αφαιρεθεί. Ενώ έλεγε αυτά, κάποια γυναίκα από τον κόσμο φώναξε και του είπε, «Μακαρία η κοιλία που σε βάσταξε και οι μαστοί που θήλασες». Αυτός δε είπε, «Μακάριοι μάλλον είναι εκείνοι που ακούν τον λόγο του Θεού και τον φυλάττουν».
Τελευταία επεξεργασία από το μέλος g_aggelos την Τετ Οκτ 25, 2006 7:55 am, έχει επεξεργασθεί 1 φορά συνολικά.
g_aggelos
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1474
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 24, 2005 6:00 am
Τοποθεσία: Άγγελος @ Αθήνα
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από g_aggelos »

Κυριακή 29 Οκτωβρίου

Λουκ. η’ 41-56

Ανάσταση της θυγατέρας του Ιαείρου


Καί ιδού ήλθεν ανήρ ώ όνομα Ιάειρος, και αυτός άρχων της συναγωγής υπήρχε· και πεσών παρά τους πόδας του Ιησού παρεκάλει αυτόν εισελθείν εις τον οίκον αυτού, ότι θυγάτηρ μονογενής ήν αυτώ ως ετών δώδεκα, και αύτη απέθνησκεν. Εν δέ τώ υπάγειν αυτόν οι όχλοι συνέπνιγον αυτόν. και γυνή ούσα εν ρύσει αίματος από ετών δώδεκα, ήτις ιατροίς προσαναλώσασα όλον τον βίον ουκ ίσχυσεν υπ ουδενός θεραπευθήναι, προσελθούσα όπισθεν ήψατο του κρασπέδου του ιματίου αυτού, και παραχρήμα έστη η ρύσις του αίματος αυτής. Και είπεν ο Ιησούς· τις ο αψάμενός μου; αρνουμένων δέ πάντων είπεν ο Πέτρος και οι σύν αυτώ, επιστάτα, οι όχλοι συνέχουσί σε και αποθλίβουσι, και λέγεις τις ο αψάμενός μου; Ο δέ Ιησούς είπεν, ήψατό μού τις, εγώ γάρ έγνων δύναμιν εξελθούσαν απ εμού. Ιδούσα δέ η γυνή ότι ουκ έλαθε, τρέμουσα ήλθε και προσπεσούσα αυτώ δι ήν αιτίαν ήψατο αυτού απήγγειλεν αυτώ ενώπιον παντός του λαού, και ως ιάθη παραχρήμα. Ο δέ είπεν αυτή, θάρσει, θύγατερ, η πίστις σου σέσωκέ σε, πορεύου εις ειρήνην. Ετι αυτού λαλούντος έρχεταί τις παρά του αρχισυναγώγου λέγων αυτώ ότι τέθνηκεν η θυγάτηρ σου, μη σκύλλε τον διδάσκαλον. Ο δέ Ιησούς ακούσας απεκρίθη αυτώ λέγων, μη φοβού, μόνον πίστευε, και σωθήσεται. Ελθών δέ εις την οικίαν ουκ αφήκεν εισελθείν ουδένα ει μη Πέτρον και Ιωάννην και Ιάκωβον και τον πατέρα της παιδός και την μητέρα
έκλαιον δέ πάντες και εκόπτοντο αυτήν. Ο δέ είπε, μη κλαίετε, ουκ απέθανεν, αλλά καθεύδει. και κατεγέλων αυτού, ειδότες ότι απέθανεν. Αυτός δέ εκβαλών έξω πάντας και κρατήσας της χειρός αυτής εφώνησε λέγων, η παίς, εγείρου. Και επέστρεψε το πνεύμα αυτής, και ανέστη παραχρήμα, και διέταξεν αυτή δοθήναι φαγείν. Και εξέστησαν οι γονείς αυτοίς. Ο δέ παρήγγειλεν αυτοίς μηδενί ειπείν το γεγονός.

Απόδοση στην Νεοελληνική

Τότε ήρθε κάποιος που τον έλεγαν Ιάειρο και ήταν άρχοντας της συναγωγής. Αυτός έπεσε στα πόδια του Ιησού και τον παρακαλούσε να πάει σπίτι του, γιατί είχε μια μοναχοκόρη δώδεκα χρονών, που ήταν ετοιμοθάνατη. Την ώρα που ο Ιησούς βάδιζε προς το σπίτι, τα πλήθη τον περιέβαλλαν ασφυκτικά. Κάποια γυναίκα, που υπέφερε από αιμορραγία δώδεκα χρόνια και είχε ξοδέψει όλη της την περιουσία στους γιατρούς χωρίς κανένας να μπορέσει να την κάνει καλά, πήγε κοντά στον Ιησού, άγγιξε την άκρη του ρούχου του, κι αμέσως η αιμορραγία της σταμάτησε. Τότε ο Ιησούς είπε : «Ποιος με άγγιξε;». Ενώ όλοι αρνούνταν, ο Πέτρος και όσοι ήταν μαζί του είπαν : «Διδάσκαλε, οι όχλοι έχουν στριμωχτεί κοντά σου και σε πιέζουν και εσύ λες ποιος με άγγιξε;». Ο Ιησούς όμως είπε : «Κάποιος με άγγιξε, γιατί εγώ ένιωσα να βγαίνει από μένα δύναμη». Μόλις η γυναίκα είδε ότι δεν ξέφυγε την προσοχή του, τρέμοντας ήρθε και έπεσε στα πόδια του και του είπε μπροστά σ’ όλο τον κόσμο για ποια αιτία τον άγγιξε κι ότι είχε γιατρευτεί αμέσως. Εκείνος της είπε : «Έχε θάρρος, κόρη μου, η πίστη σου σε έσωσε, πήγαινε στο καλό. Ενώ ο Ιησούς ακόμα μιλούσε, ήρθε κάποιος από το σπίτι του άρχοντα της συναγωγής και του λέει : «Η κόρη σου πέθανε, μην ενοχλείς πια τον Δάσκαλο.». Όταν το άκουσε ο Ιησούς του είπε : «Μη φοβάσαι, μόνο πίστευε, και θα σωθεί». Φτάνοντας στο σπίτι, δεν άφησε κανέναν να μπει μέσα μαζί του, εκτός από τον Πέτρο, τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο, καθώς και τον πατέρα και την μητέρα του κοριτσιού. Όλοι έκλαιγαν και τη θρηνολογούσαν. Ο Ιησούς όμως τους είπε : «Μην κλαίτε, δεν πέθανε, αλλά κοιμάται». Εκείνοι τον περιγελούσαν, βέβαιοι πως είχε πεθάνει. Ο Ιησούς, αφού τους έβγαλε όλους έξω, την έπιασε από το χέρι και της είπε δυνατά : «Κορίτσι, σήκω!». Το πνεύμα της γύρισε και αυτή αμέσως σηκώθηκε. Ο Ιησούς διέταξε να της δώσουν να φάει. Οι γονείς της έμειναν κατάπληκτοι. Εκείνος όμως τους είπε να μην πουν σε κανέναν τι είχε γίνει.
g_aggelos
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1474
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 24, 2005 6:00 am
Τοποθεσία: Άγγελος @ Αθήνα
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από g_aggelos »

Κυριακή 5 Νοεμβρίου

Λουκ ιστ’ 19-31

Ο πλούσιος και ο φτωχός Λάζαρος


Ανθρωπος δε τις ην πλούσιος, και ενεδιδύσκετο πορφύραν και βύσσον ευφραινόμενος καθ ημέραν λαμπρώς. Πτωχός δε τις ην ονόματι Λάζαρος, ος εβέβλητο προς τον πυλώνα αυτού ηλικιωμένος και επιθυμών χορτασθήναι από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης του πλουσίου, αλλά και οι κύνες ερχόμενοι απέλειχον τα έλκη αυτού. Εγένετο δε αποθανείν τον πτωχόν και απενεχθήναι αυτόν υπό των αγγέλων εις τον κόλπον Αβραάμ, απέθανε δε και ο πλούσιος και ετάφη. Και εν τω άδη επάρας τους οφθαλμούς αυτού, υπάρχων εν βασάνοις, ορά τον Αβραάμ από μακρόθεν και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού. Και αυτός φωνήσας είπε, πάτερ Αβραάμ, ελέησόν με και πέμψον Λάζαρον ίνα βάψη το άκρον του δακτύλου αυτού ύδατος και καταψύξη την γλώσσάν μου, ότι οδυνώμαι εν τη φλογί ταύτη. Είπε δε Αβραάμ, τέκνον, μνήσθητι ότι απέλαβες συ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου, και Λάζαρος ομοίως τα κακά, νυν δε ώδε παρακαλείται, συ δε οδυνάσαι, και επί πάσι τούτοις μεταξύ ημών και υμών χάσμα μέγα εστήρικται, όπως οι θέλοντες διαβήναι ένθεν προς υμάς μη δύνωνται, μηδέ οι εκείθεν προς ημάς διαπερώσιν. Είπε δε, ερωτώ ουν σε, πάτερ, ίνα πέμψης αυτόν εις τον οίκον του πατρός μου, έχω γάρ πέντε αδελφούς, όπως διαμαρτύρηται αυτοίς, ίνα μη και αυτοί έλθωσιν εις τον τόπον τούτον της βασάνου. Λέγει αυτώ Αβραάμ, έχουσι Μωϋσέα και τους προφήτας, ακουσάτωσαν αυτών. Ο δε είπεν, ουχί, πάτερ Αβραάμ, αλλ εάν τις από νεκρών πορευθή προς αυτούς, μετανοήσουσιν. Είπε δέ αυτώ, ει Μωϋσέως και των προφητών ουκ ακούουσιν, ουδέ εάν τις εκ νεκρών αναστή πεισθήσονται.

Απόδοση στην Νεοελληνική

Ένας άνθρωπος ήταν πλούσιος και φορούσε κόκκινο πανάκριβο ένδυμα και λευκό, λινό πολυτελή χιτώνα. Και κάθε ημέρα ηυφραίνετο με πολυδάπανα λαμπρά συμπόσια. Ζούσε δε τότε και κάποιος πτωχός ονόματι Λάζαρος, ο οποίος ήτο παραπεταμένος κοντά εις την μεγάλη εξώπορτα του πλουσίου, γεμάτος από πληγές. Και αυτός επιθυμούσε να χορτάσει την πείνα του από τα ψίχουλα, που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου, και σαν να μην έφθαναν αυτά, οι σκύλοι έγλυφαν τις πληγές του γυμνού σχεδόν σώματός του. Συνέβη δε να πεθάνει ο πτωχός και να μεταφερθεί από τους αγγέλους στις αγκάλες του Αβραάμ, εις τον Παράδεισο. Πέθανε δε και ο πλούσιος και ετάφη με πολλή μεγαλοπρέπεια. Η ψυχή του όμως κατέβηκε εις τον Άδην. Και στον Άδην όπου εβασανίζετο, σήκωσε τα μάτια του και βλέπει τον Αβραάμ από μακριά και τον Λάζαρο στις αγκάλες του. Και αυτός, που τόσην αδιαφορία και σκληρότητα είχε δείξει, όταν ζούσε στην γη, εφώναξε τώρα και είπε : πάτερ Αβραάμ, σπλαχνίσου με και στείλε τον Λάζαρο να βρέξει την άκρη από το δάκτυλό του εις το νερό και να δροσίσει την γλώσσα μου, διότι πονώ φοβερά μέσα στην βασανιστική αυτήν φλόγα του Άδου. Είπε δε ο Αβραάμ : τέκνον, θυμήσου, ότι εσύ απόλαυσες με το παραπάνω τα αγαθά σου στην ζωή σου και ο Λάζαρος ομοίως δοκίμασε τα κακά της φτώχειας και της ασθενείας. Τώρα δε κι αυτός εδώ παρηγορείται και ευφραίνεται δια την υπομονή που έδειξε εις τον καιρόν της θλίψεώς του, συ δε κατά λόγο δικαιοσύνης βασανίζεσαι δια την φιλαυτία σου και την σκληρότητα της καρδιάς σου. Και επί πλέον μεταξύ του τόπου, που είμεθα εμείς, και του τόπου που είσθε εσείς, έχει στηριχθεί μέγα και ανυπέρβλητο χάσμα, ώστε εκείνοι που θέλουν να περάσουν από εδώ εις εσάς να μην ημπορούν ούτε και αυτοί που είναι εις το μέρος σας να ημπορούν να περάσουν προς ημάς. Είπε δε ο πλούσιος : «τότε σε παρακαλώ πάτερ, να στείλεις τον Λάζαρο εις το πατρικό μου σπίτι, διότι έχω εκεί πέντε αδελφούς, στείλε τον να τους διαβεβαιώσει γι’ αυτά που συμβαίνουν εδώ, ώστε να μη καταντήσουν και αυτοί εις τον τόπον τούτον των βασάνων». Λέγει σ’ αυτόν ο Αβραάμ : έχουν τον Μωϋσέα και τους προφήτες, ας ακούσουν αυτών τις μαρτυρίες. Εκείνος δε είπε : όχι πάτερ Αβραάμ, δεν θα προσέξουν την μαρτυρία του Μωυσέως και των προφητών. Αλλά εάν κανείς από τους πεθαμένους υπάγει προς αυτούς, θα μετανοήσουν. Είπε δε προς αυτόν ο Αβραάμ : εάν δεν ακούσουν τον Μωυσέα και τους προφήτες δεν θα πεισθούν και αν ακόμη αναστηθεί κάποιος εκ νεκρών.
g_aggelos
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1474
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 24, 2005 6:00 am
Τοποθεσία: Άγγελος @ Αθήνα
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από g_aggelos »

8 Νοεμβρίου

Σύναξις Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ

Λουκ. ι’ 16-21

Ευχαριστία του Ιησού Χριστού


Ο ακούων υμών εμού ακούει, και ο αθετών υμάς εμέ αθετεί, ο δε εμέ αθετών αθετεί τον αποστείλαντά με. Υπέστρεψαν δε οι εβδομήκοντα μετά χαράς λέγοντες, Κύριε, και τα δαιμόνια υποτάσσεται ημίν εν τω ονόματί σου. Είπε δε αυτοίς, εθεώρουν τον σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα. Ιδού δίδωμι υμίν την εξουσίαν του πατείν επάνω όφεων και σκορπίων και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού, και ουδέν υμάς ου μη αδικήση. Πλην εν τούτω μη χαίρετε, ότι τα πνεύματα υμίν υποτάσσεται, χαίρετε δε ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοις ουρανοίς. Εν αυτή τη ώρα ηγαλλιάσατο τω πνεύματι ο Ιησούς και είπεν, εξομολογούμαί σοι, πάτερ, κύριε του ουρανού και της γης, ότι απέκρυψας ταύτα από σοφών και συνετών, και απεκάλυψας αυτά νηπίοις, ναί, ο πατήρ, ότι ούτως εγένετο ευδοκία έμπροσθέν σου.

Απόδοση στη Νεοελληνική

«Όποιος σας ακούει, ακούει εμέ, και όποιος σας απορρίπτει, απορρίπτει εμέ. Εκείνος δε, που απορρίπτει εμέ, απορρίπτει εκείνον που με έστειλε». Οι εβδομήντα επέστρεψαν με χαρά και είπαν, «Κύριε, ακόμα και τα δαιμόνια μας υποτάσσονται στο όνομά σου». Αυτός τους είπε, «Έβλεπα τον Σατανά να πέφτει σαν αστραπή από τον ουρανό. Σας δίνω την εξουσία να πατάτε πάνω σε φίδια και σκορπιούς και πάνω σε όλη την δύναμη του εχθρού και τίποτα δεν θα σας βλάψει. Και όμως, μη χαίρετε, διότι τα ονόματά σας είναι γραμμένα στους ουρανούς». Εκείνη την ώρα αισθάνθηκε ο Ιησούς μέσα του αγαλλίαση και είπε, «Σε δοξάζω, Πατέρα, Κύριε του ουρανού και την γης, διότι έκρυψες αυτά από σοφούς και ευφυείς και τα φανέρωσες σε νήπια. Ναι, Πατέρα, διότι αυτό είναι το θέλημά σου».
g_aggelos
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1474
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 24, 2005 6:00 am
Τοποθεσία: Άγγελος @ Αθήνα
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από g_aggelos »

Κυριακή 12 Νοεμβρίου


Λουκ ι’ 25-37

Η παραβολή του καλού Σαμαρείτη


Και ιδού νομικός τις ανέστη εκπειράζων αυτόν και λέγων. διδάσκαλε, τι ποιήσας ζωήν αιώνιον κληρονομήσω; Ο δε είπε προς αυτόν. εν τω νόμω τι γέγραπται; πως αναγινώσκεις; Ο δε αποκριθείς είπεν. Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της ισχύος σου και εξ όλης της διανοίας σου, και τον πλησίον σου ως σε αυτόν. Είπε δε αυτώ. Ορθώς απεκρίθης. Τούτο ποίει και ζήση.
Ο δε θέλων δικαιούν εαυτόν είπε προς τον Ιησούν. Και τις εστί μου πλησίον; Υπολαβών δε ο Ιησούς είπεν. Άνθρωπος τις κατέβαινεν από Ιερουσαλήμ εις Ιεριχώ, και λησταίς περιέπεσεν. οι και εκδύσαντες αυτόν και πληγάς επιθέντες απήλθον αφέντες ημιθανή τυγχάνοντα. Κατά συγκυρίαν δε ιερεύς τις κατέβαινεν εν τη οδώ εκείνη, και ιδών αυτόν αντιπαρήλθεν. Ομοίως δε και Λευΐτης γενόμενος κατά τον τόπον, ελθών και ιδών αντιπαρήλθε. Σαμαρείτης δε τις οδεύων ήλθε κατ' αυτόν, και ιδών αυτόν εσπλαγχνίσθη, και προσελθών κατέδησε τα τραύματα αυτού επιχέων έλαιον και οίνον, επιβιβάσας δε αυτόν επί το ίδιον κτήνος ήγαγεν αυτόν εις πανδοχείον και επεμελήθη αυτού. Και επί την αύριον εξελθών, εκβαλών δύο δηνάρια έδωκε τω πανδοχεί και είπεν αυτώ. Επιμελήθητι αυτού, και ότι αν προσδαπανήσης εγώ εν τω επανέρχεσθαι με αποδώσω σοι. Τις ουν τούτων των τριών πλησίον δοκεί σοι γεγονέναι του εμπεσόντος εις τους ληστάς; Ο δε είπεν. Ο ποιήσας το έλεος μετ' αυτού. Είπεν ουν αυτώ ο Ιησούς. Πορεύου και συ ποίει ομοίως.

Απόδοση στην Νεοελληνική


Εκείνον τον καιρό, ένας νομικός πλησίασε τον Ιησού με τον σκοπό να τον πειράξει και του είπε, "Διδάσκαλε, τι να κάνω δια να κληρονομήσω ζωήν αιώνιον;". Αυτός δε του είπε, "Εις τον νόμον τι είναι γραμμένο; Τί διαβάζεις;" Εκείνος απεκρίθει, "Να αγαπήσεις τον Κύριον τον Θεόν σου με όλην την καρδιά σου και με όλην την ψυχήν σου και με όλην την δύναμήν σου και με όλην την διάνοιάν σου και τον πλησίον σου όπως τον εαυτόν σου". "Ορθά αποκρίθηκες", του είπε οι Ιησούς, "κάνε αυτό και θα ζήσεις". Εκείνος όμως ήθελε να δικαιώσει τον εαυτόν του και είπε εις τον Ιησούν, "Και ποιός είναι ο πλησίον μου;". Ο Ιησούς απάντησε, "Κάποιος κατέβαινε από την Ιερουσαλήμ εις την Ιεριχώ και έπεσε σε ληστάς, οι οποίοι αφού τον έγδυσαν και τον ετραυμάτισαν, έφυγαν και τον άφησαν μισοπεθαμένον. Κατά σύμπτωση ένας ιερεύς κατέβαινεν εις τον δρόμον εκείνον, αλλ' όταν τον είδε, επέρασε από το απέναντι μέρος. Ομοίως και ένας Λευίτης, όταν έφτασε εις τον τόπον και τον είδε, επέρασε από το απέναντι μέρος. Ένας όμως Σαμαρείτης ενώ βάδιζε, έφτασε κοντά του και όταν τον είδε, τον σπλαγχνίστηκε. Τον επλησίασε, έδεσε τα τραύματά του, αφού τα άλειψε με λάδι και κρασί, τον ανέβασε εις το δικόν του ζώον και τον έφερε εις ένα ξενοδοχείον και τον περιποιήθηκε. Όταν έφυγε, την επόμενην ημέραν, έβγαλε δύο δηνάρια και τα έδωκε εις τον ξενοδόχον και του είπε, "Περιποιήσου τονκαι οτιδήποτε δαπανήσεις επιπλέον, εγώ θα σου το αποδώσω όταν επιστρέψω". Από τους τρεις αυτούς ποιός σου φαίνεται ότι έγινε πλησίον εις εκείνον που έπεσε εις τους ληστάς;". Εκείνος δε είπε, "Αυτός που του έδειξε την ευσπλαγχνίαν". Και ο Ιησούς του είπε, "Πήγαινε και κάνε και συ το ίδιο".
g_aggelos
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1474
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 24, 2005 6:00 am
Τοποθεσία: Άγγελος @ Αθήνα
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από g_aggelos »

Κυριακή 19 Νοεμβρίου

Λουκ. ιβ’ 16-21

Η πλεονεξία και η παραβολή του άφθονος πλουσίου


Είπε δε παραβολήν προς αυτούς λέγων· ανθρώπου τινός πλουσίου ευφόρησεν η χώρα· και διελογίζετο εν εαυτώ λέγων· τί ποιήσω, ότι ουκ έχω που συνάξω τους καρπούς μου; Και είπε· τούτο ποιήσω· καθελώ μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω, και συνάξω εκεί πάντα τα γεννήματά μου και τα αγαθά μου, και ερώ τη ψυχή μου· ψυχή, έχεις πολλά αγαθά κείμενα εις έτη πολλά· αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου. Είπε δε αυτώ ο Θεός· άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σού· α δε ητοίμασας τίνι έσται; Ούτως ο θησαυρίζων εαυτώ, και μη εις Θεόν πλουτών.

Απόδοση στην Νεοελληνική

Είπε δε προς αυτούς και την εξής παραβολή : «κάποιου πλούσιου ανθρώπου, σημείωσαν εξαιρετική ευφορία τα χωράφια του. Και αυτός έπεσε αμέσως εις αγωνιώδη συλλογή και μέριμνα, λέγων: τα να κάμω, διότι δεν έχω που να συγκεντρώσω και αποθηκεύσω τους καρπούς των χωραφιών μου; Και ύστερα από μεγάλη σκέψη είπε, τούτο θα κάμω : θα κρημνίσω τις αποθήκες μου και θα οικοδομήσω άλλες μεγαλύτερες, και θα συγκεντρώσω εκεί όλα τα γεννήματά μου και τα αγαθά μου. Και θα πω στην ψυχή μου : ψυχή, έχεις πολλά αγαθά αποθηκευμένα για έτη πολλά. Απόλαυσε την ζωή, αναπαύου, φάγε, πιες, ευφραίνου. Αφού δε τα ετοίμασε όλα και πριν προλάβει τίποτε από αυτά να απολαύσει, του είπε ο Θεός : Ανόητε από την κακία σου άνθρωπε και απερίσκεπτε, αυτήν την νύκτα, που πίστευες ότι θα αρχίσει η απολαυστική ζωή σου, απαιτούν να πάρουν από σε χωρίς αναβολή την ψυχή σου. Αυτά δε που έχεις ετοιμάσει, σε ποιον τώρα θα ανήκουν; Έτσι πεθαίνει και αυτό το τέλος έχει εκείνος που εγωιστικά θησαυρίζει δια τον εαυτόν του και δεν προσπαθεί να αποκτήσει τον πλούτο των καλών έργων, εις τα οποία ευχαριστείται ο Θεός»
g_aggelos
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1474
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 24, 2005 6:00 am
Τοποθεσία: Άγγελος @ Αθήνα
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από g_aggelos »

Κυριακή 26 Νοεμβρίου

Λουκά ιη' 18-27

"....ουδείς αγαθός, ειμή εις, ο Θεός"



Τω καιρό εκείνω, άνθρωπος τις προσήλθε τω Ιησού, πειράζων αυτόν, και λέγων, Διδάσκαλε αγαθέ, τι ποιήσας ζωήν αιώνιον κληρονομήσω; Είπε δε ευτώ ο Ιησούς, Τί με λέγεις αγαθόν; ουδείς αγαθός, ειμή εις, ο Θεός. Τας εντολάς οίδας, μη μοιχεύσεις, μη φονεύσεις, μη κλέψης, μη ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου. Ο δε είπε, Ταύτα πάντα εφυλαξάμην εκ νεότητός μου. Άκουσας δε αυτά ο Ιησούς, είπεν αυτώ, Έτι εν σοι λείπει, πάντα όσα έχεις πωλήσον, και διάδος πτωχοίς, και έξης θυσαυρόν εν ουρανώ, και δεύρω, ακολούθει μοι. Ο δε ακούσας ταύτα, περίλυπος εγένετο, ην γάρ πλούσιος σφόδρα. Ίδων δε αυτόν ο Ιησούς πρίλυπον γενόμενον, είπε, πως δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες, εισελεύσονται εις την βασιλείαν του Θεού! Ευκολώτερο γάρ έστι κάμηλον διά τρυμαλιάς ραφίδος εισέλθειν ή πλούσιον εις την βασιλείαν του Θεού εισάλθειν. Είπον δε οι ακούσαντες, και τις δύναται σωθήναι, Ο δε είπε, τα αδύνατα παρά ανθρώποις, δυνατά παρά τω Θεό έστιν.


Απόδοση στην Νεοελληνική

Εκείνο τον καιρό, κάποιος άνθρωπος πλησίασε τον Ιησού με τον σκοπό να τον πειράξει και του είπε : "Διδάσκαλε, αγαθέ, τί να κάνω διά να κληρονομήσω ζωή αιώνια;". Ο Ιησούς είπε: "Γιατί με ονομάζεις αγαθόν; Κανείς δεν είναι αγαθός παρά μόνο ο Θεός. Τις ξέρεις τις εντολές, Μην μοιχεύσεις, να μην φονεύσεις, να μη κλέψεις, να μη ψευδομαρτυρήσεις, να τιμάς τον πατέρα σου και την μητέρα σου". Εκείνος δε είπε, "όλα αυτά τα εφύλαξα από την νεανική μου ηλικία". Όταν άκουσε αυτό ο Ιησούς, του είπε : "Ένα ακόμη σου λείπει, πώλησε όλα όσα έχεις και μοίρασε τα εις τους πτωχούς και θα έχεις θησαυρό εις τους ουρανούς και έλα, ακολούθησε με". Αλλά αυτός όταν το άκουσε, λυπήθηκε πολύ, διότι ήτανε πολύ πλούσιος. Όταν ο Ιησούς τον είδε τόσο λυπημένο, είπε : "Πόσον δύσκολο είναι για εκείνους που έχουν τα χρήματα να μπουν εις την βασιλεία του Θεού. Είναι ευκολότερο να περάσει μία καμήλα από την τρύπα μιας βελόνας παρά να μπει ένας πλούσιος εις την βασιλεία του Θεού". Εκείνοι που το άκουσαν είπαν: "Τότε ποιος μπορεί να σωθεί;". Αυτός δε είπε : "Εκείνα που είναι αδύνατα εις τους ανθρώπους είναι δυνατά εις τον Θεό".
g_aggelos
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1474
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 24, 2005 6:00 am
Τοποθεσία: Άγγελος @ Αθήνα
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από g_aggelos »

Κυριακή 3 Δεκεμβρίου

Λουκ. ιη’ 35-43

Η θεραπεία του τυφλού της Ιεριχώ


Εγένετο δέ εν τώ εγγίζειν αυτόν εις ῾Ιεριχώ τυφλός τις εκάθητο παρά την οδόν προσαιτών, ακούσας δέ όχλου διαπορευομένου επυνθάνετο τί είη ταύτα. Απήγγειλαν δέ αυτώ ότι Ιησούς ο Ναζωραίος παρέρχεται. Και εβόησε λέγων, Ιησού υιέ Δαυίδ, ελέησόν με, και οι προάγοντες επετίμων αυτώ ίνα σιωπήση, αυτός δέ πολλώ μάλλον έκραζεν, υιέ Δαυίδ, ελέησόν με. Σταθείς δέ ο Ιησούς εκέλευσεν αυτόν αχθήναι πρός αυτόν. Εγγίσαντος δέ αυτού επηρώτησεν αυτόν λέγων, τί σοι θέλεις ποιήσω; Ο δέ είπε, Κύριε, ίνα αναβλέψω. Και ο Ιησούς είπεν αυτώ, ανάβλεψον, η πίστις σου σέσωκέ σε. Και παραχρήμα ανέβλεψε, και ηκολούθει αυτώ δοξάζων τον Θεόν και πάς ο λαός ιδών έδωκεν αίνον τώ Θεώ.

Απόδοση στη Νεοελληνική

Καθώς πλησίαζε εις την Ιεριχώ, ένας τυφλός καθότανε κοντά στον δρόμο και ζητιάνευε. Όταν άκουσε να περνά πολύς κόσμος, ερώτησε τι συμβαίνει. Του είπαν, ότι ο Ιησούς ο Ναζωραίος διαβαίνει. Τότε εφώναξε, «Ιησού, υιέ του Δαβίδ, ελέησέ με». Εκείνοι που προηγούντο, τον επέπλητταν διά να σωπάσει, αλλά αυτός εφώναζε πολύ περισσότερο, «Υιέ του Δαβίδ, ελέησέ με». Ο Ιησούς σταμάτησε και διέταξε να του τον φέρουν. Όταν αυτός πλησίασε, τον ρώτησε, «Τι θέλεις να σου κάνω;». Εκείνος δε είπε, «Κύριε, θέλω να ξαναδώ». Ο Ιησούς του είπε, «Ξανάβλεψε, η πίστη σου σε έσωσε». Και αμέσως απέκτησε το φως του και τον ακολουθούσε δοξάζοντας τον Θεό. Και όλος ο λαός, όταν το είδε, δόξασε τον Θεό.
g_aggelos
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1474
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 24, 2005 6:00 am
Τοποθεσία: Άγγελος @ Αθήνα
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από g_aggelos »

Κυριακή 10 Δεκεμβρίου

Λουκά ιγ' 10-17

Ηθεραπεία της συγκύπτουσας


Τω καιρώ εκείνω, ην διδάσκων ο Ιησούς εν μια των Συναγωγών εν τοις Σαββάσι. Και ιδού, γυνή ην πνεύμα έχουσα ασθενείας έτη δέκα και οκτώ, και ην συγκύπτουσα, και μη δυναμένη ανακύψαι εις το παντελές. Ιδών δε αυτήν ο Ιησούς, προσεφώνησε, και είπεν αυτήν, Γύναι, απολέλυσαι της ασθενείας σου, και επέθηκεν αυτή τας χείρας, και παραχρήμα ανωρθώθη, και εδόξασε τον Θεόν. Αποκριθείς δε ο αρχισυναγωγός, αγανακτών ότι τω Σαββάτω εθεράπευσεν ο Ιησούς, έλεγε τω όχλω, Εξ ημέραι εισίν, εν αις δει εργάζεσθαι, εν ταύταις ουν ερχόμενοι θεραπεύεσθε, και μη τη ημέρα του Σαββάτου. Απεκρίθει ουν αυτώ ο Κύριος, και είπεν, Υποκριτά, έκαστος υμών τω Σαββάτω ου λύει τον βουν αυτού, ή τον όνον από της φάτνης, και απαγαγών ποτίζει; ταύτην δε, θυγατέρα Αβραάμ ούσαν, ην έδησεν ο Σατανάς, ιδού δέκα και οκτώ έτη, ουκ έδει λυθήναι από του δεσμού τούτου τη ημέρα του Σαββάτου; Και ταύτα λέγοντος αυτού κατησχύνοντο πάντες οι αντικείμενοι αυτώ, και πας ο όχλος εχαίρειν επί πάσι τοις ενδόξοις τοις γινομένοις υπ' αυτού.

Απόδοση στην Νεοελληνική

Εκείνον τον καιρόν, δίδασκε ο Ιησούς σε μία από τις συναγωγές κατά την ημέρα του Σαββάτου. Και ήταν εκεί μία γυναίκα, που είχε πνεύμα ασθενείας επί δεκαοκτώ χρόνια και ήταν σκυμμένη και δεν μπορούσε να σταθεί όλως διόλου ορθή. Όταν την είδε ο Ιησούς, την κάλεσε και της είπε, "Γυναίκα, είσαι ελευθερωμένη από την αρρώστεια σου", και έβαλε επάνω της τα χέρια, αυτή δε αμέσως ανορθώθηκε και δόξαζε τον Θεό. Έλαβε τότε τον λόγο, ο αρχισυναγωγός, αγανακτισμένος διότι ο Ιησούς θεράπευσε κατά το Σάββατο, και είπε σε εκείνους που παρευρίσκοντο εκεί, "Υπάρχουν έξη ημέρες που επιτρέπεται η εργασία, τότε να έρχεσθε και να θεραπεύεσθε και όχι την ημέρα του Σαββάτου". Ο Κύριος του απεκρίθει, "Υποκριτή, δεν λύνει καθένας από εσάς, κατά το Σάββατο, το βόδι του ή τον όνο του από τον στάβλο και τον φέρνει να τον ποτίσει; Αυτή δε που είναι θυγατέρα του Αβραάμ και την είχε δεμένη ο Σατανάς επί δέκα οκτώ χρόνια, δεν έπρεπε να λυθεί από τα δεσμά αυτά την ημέρα του Σαββάτου;". Με τα λόγια αυτά, όλοι οι αντίπαλοί του εντροπιάζοντο, ενώ όλον το πλήθος έχαιρε δι' όλα τα ένδοξα πράγματα που αυτός έκανε.
Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”